Το αναποδογεννημένο

Η μάνα μου ήταν γκαστρωμένη και μένα μου είχε τάξει πως θα μου κάνει αδελφούλα να παίζω. Στη γειτονιά μας είχαν αδελφούλες όλα τα κορίτσια. Εγώ είχα μόνο έναν αδελφό που ήθελε όλο να τον προσέχουν και να του κάνουνε χάδια.
Η μάνα μου σαν είδε πως άρχισε να κατεβαίνει η κοιλιά της φρόντισε να βάλει μπουγάδες, να ασπρίσει τις σκάλες την αυλή και τον κορμό από τη λεμονιά της αυλής μας.
Τέλος πήγε στο κομμωτήριο που ήταν ακριβώς κάτω από το σπίτι μας να φκιάξει τα μαλλιά της να μην είναι σαν μπούφος, έτσι έλεγε.
Την ώρα που τη χτένιζε την έπιασαν οι πόνοι.
Ήρθε όσο μπορούσε γρήγορα στο σπίτι φωνάζοντας. Τσαντούλα τρέξε στη μαμή πες της η μαμά γεννάει και αντί να ανεβεί στο σπίτι πάνω που είχαμε τα κρεββάτια μπήκε στην κουζίνα μας.
Τρέχω και φωνάζω τη Μπισδέκαινα που ήταν από το χωριό της μάνας μου.
Ήρθε αμέσως. Έκανε το σταυρό της, ζήτησε τη βοήθεια του Αγίου Ελευθερίου, ζήτησε ζεστό νερό και σκουτιά να φασκιώσει το παιδί σαν θα βγει..
΄Έπλυνε τα χέρια της, με έβγαλε έξω και είπε φέγα έξω θα κοιτάξω τη άνα σου. Έτσι βγήκα έξω και η Μπισδέκαινα κοίταγε τη μάννα μου και την ακούσαμε να λέει.
-Βιργινία να φωνάξουμε την Καλλιόπη. Είναι δύσκολο. Μαναχιά μου δεν μπορέσω.
-Πρωτάρα είμαι, της λέει η μάνα μου. Άλλα πέντε γέννησα.
-Πρέπει να έρθει η Καλλιόπη.
-Πήγαινε Τσαντούλα φώναξε την Καλλιόπη.
-Μπορεί, είναι μικρή.
-Ξέρει αυτή. Από γκιζέρησμα σε γκιζέρησμα είναι.
-Πάω μαμά πάω γρήγορα πάω.
Έφτασα στην κάτω γειτωνιά και φώναζα, κυρά Καλλιόπη γεννάει η μάνα μου και πρέπει να πας γλήγορα μου είπε η μαμή η Μπισδέκω.
Έφυγε η γυναίκα μα εγώ δεν πήγα σπίτι μου. Πήγα στο Γυμνάσιο και ζήτησα τη θεία μου την Αθηνά που ήταν έξυπνη και ήξερε πολλά γράμματα.
Φοβώμουν μα τότε δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το φόβο από την περιέργεια.
Άνοιξε η πόρτα ένας παχουλός καθηγητής. Με ρώτησε τι Θέλω και γω του είπα με θάρρος. Γεννάει η μάννα μου και θέλει να έρθει και η θεία η Αθηνά.
Φύγε, της είπε ο καθηγητής και καλή ξελευτεριά πες στην Βιργινία.
Η θεία μου όμως δεν πήρε το δρόμο για το σπίτι, μα για το μαγαζί του παππού μας.
Πατέρα, φώναξε αμέσως τον γιατρό η νύφη γεννάει και δεν είναι καλά πάω και γω.
Φεύγει ο παππούς λέγοντας Λάκη έχω μια δουλειά κοίτα ψίχα το μαγαζί.
Θα τα πούμε σαν έρθω πίσω.
Βρήσκει τον γιατρό στο φαρμακείο του Καντηλά και του λέει. Η Βέργω κινδυνεύει, πήγαινε σε παρακαλώ αμέσως, το παιδί έρχεται με τα ποδάρια μου είπε η Αθηνά. Τρέχοντας έφτασε ο γιατρός στο σπίτι μας.
Μέχρι να πάμε η Καλλιόπη είχε πιάσει τα χέρια του παιδιού και φώναζε της μάνας μου πρόσεξε σκύλα μην πνίξεις το παιδί.Πρόσεξε σκύλα.
Και σιγά σιγά έβγαλε τον αδελφό μου.
Ψεύτρα μαμά. Γιατί έκανες αγόρι, κορίτσι δεν μου είπες ότι θα μου κάνεις.
Η θεία μου η Αθηνά πήρε αλευρι έβαλε το τηγάνι στη φωτιά να κένει τηγανήτες.
Δεν το χώνεψα το παιδάκι, τώρα ο Δημήτρης θα έχει αδελφό και εγώ όχι δεν θα έχω αδελφούλα.
Άντε να σου ζήσει, είπε ο γιατρός και έκανε να φύγει.
Ένα γλυκό θα πάρεις και την επίσκεψη του είπε η μάνα μας.
Γλυκό θα πάρω επίσκεψη όχι. Σε δυο τρία χρόνια που θα κάνεις κι άλλο παιδί θα έρθω να πάρω και την επίσκεψη.
Ήταν ο γιατρός ο Κούρτης ένας πολύ καλός άνθρωπος. Εγώ επειδή από μικρή είχα προβλήματα υγείας όλο στο ιατρέο ήμουνα με πυρετούς και εξανθήματα.
Η Αθηνά με έστελνε με πιάτα γεμάτα τηγανήτες στη γειτονιά.
Να σας ζήσει να σας ζήσει έλεγαν μπράβο Βέργο πάλι αγόρι έκανες μπράβο.
Έβαλαν κατόπιν το παιδί στη σαρμανίτσα. Μοια ωραία σαρμανίτσα φκιαγμένη στο χωριό της μάνας μου από έναν τζομπάνο.
Το απόγευα που ήρθε ο πατέρας μας από το σχολείο έφερε και ένα ωραίο σιδερένιο κρεββατάκι. Το παιδί θα μπει στο κρεββάτι τη σαρμανίτσα όπου θες δώστην.
Όπου θες. Ύστερα από μήνες έφερε στο σπίτι ένα ωραίο πράγμα γαλάζιο με κάγκελα τετράγωνο με ρόδες που το είπε περπετούρα.
Και μας μας έφερε ο παππούς μας κούκλες ζαχαρένιες και ο πατέρας λουκούμια.
Όλοι καμάρωναν τον όμορφο παιδάκι.
Τι όμορφο λέγανε. Ψέματα λέγανε,είχε ένα κεφάλι μακρουλό και σκούρο.
Δεν το αγαπάω ούτε σένα σε αγαπάω, γιατί έκανες παιδί; Έκανες αγόρι του Δημήτρη να έχει να παίζει, εμένα γιατί δεν μου έκανες αδελφή;
Ήθελα να το πετάξω από το παράθυρο όμως το παράθυρο είχε σιδεριές έτσι δεν το πέταξα.
Ο Δημήτρης δεν ήθελε να το πετάξω και μου έλεγε. Μη το πετάτσεις το παιγιάκι, είναι κλίμα μωλή.
Μετά γεννήθηκε ένα όμορφο κοριτσάκι η Σωτηρούλα μας, που πέθανε σε δυο τρεις μήνες και ύστερα δυο αγόρια.
Ποσο όμορφο έγινε αυτό το μαύρο παιδάκι. Άσπρισε και πάντα σαν πήγαινα να το κουνήσω γέλαγε.
Πόσο χαιρόμουνα τώρα για τον μικρό μου αδελφό!
Καθώς μεγάλωνα έμαθα πως οι μαμάδες κάνουν ότι παιδάκια τους δίνει ο Θεός και ο καλός Θεός ξέρει τι κάνει.
Ακόμη κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι η γέννα.
Στο χωριό λένε πως η γκαστρωμένη έχει το ένα ποδάρι στο λάκκο ούτε αυτό το καταλάβαινα.
Κάθε πράγμα στον καιρό του.
Ακόμα και στο κρεββατάκι που βάζαμε το μωρό μας, φασκιωμένο το βάζαμε.
Είχαν μια μεγάλη φαρδειά ζώνη και τυλιγαν το μωρό σαν μούμια του φαραώ.
Η μάνα μας είχε και μια κοπέλα να την βοηθάει στις δουλειές.Την Ασήμω.
Μα η μάνα μας, πολύ λίγες δουλειές έλεγε στην Ασήμο να κάνει.
Εγώ τώρα είχα δουλειά να προσέχω το μωρό. Να φέρνων νερό για όλα και να μαζευω στον κήπο ότο μου έλεγε η μάνα μας.
Εγώ λοιπόν πάντα πήγαινα στον κήπο να μαζεύω ότι ζήταγαν και ούτε πάταγα ούτε χάλαγα τίποτε.Και με καμάρωνε η γιαγιά μου πόσο καλό παιδάκι έχουν.
Ακόμη πριν τα πάω στο σπίτι τα λαχανικά τα έπλενα στη βρυσοπούλα.
Μπράβο έλεγε η γιαγιά μου βρε τι τσουπρούλα έχουμε εμείς.
Όλα τα σπίτια τότε είχαν πολλά παιδιά.
Τρέχαμε στο σπίτι πεινασμένα φωνάζοντας πεινάω ψωμί.
Αρπάζαμε μια φέτα ψωμί το είχαν κομμένο να μην φάμε τα χέρια μας έλεγε η μάνα μου μα δε την καταλάβαινα.
Το τρώγαμε ακόμα και ξερό μα πιο πολύ μας άρεσε να το τρώμε με σιρόπι που περίσευε από τα γλυκά και η μάνα μας έκανε πολλά γλυκά.
Έτσι ήταν η ζωή και σιγά σιγά φτάσαμε σε σημείο να μην καταλαβαίνουμε πόσο η ζωή μας άλλαξε.
Καλύτερη; Χειρότερη; Όπως νοιώθει ο κάθε ένας μας.
Το έθιμο με της τηγανήτες εγώ το τήρησα και στην Αθήνα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Στον ποιητή, Χρόνια Πολλά

Τυχερή ήμουν πάντα στη ζωή μου.
Με μεγάλωσαν ένθρωποι που είχαν σχέση με τον λόγο, με την ποίηση.
Και από την άλλη οι γυναίκες του σπιτιού με τα δυνατά τους χέρια που όργωναν τη γη όταν παράτησαν το ντουφέκι.
Θαύμαζα τους από δω. Λάτρευα τους από κει.
Μου χάρισε ο Θεός τέσσερα αδέλφια που ο ένας έφυγε γρήγορα για τον παράδεισο. Και ένας από τους τρεις αδελφούς μου είναι και ποιητής. Ο άλλος ζωγραφίζει και ο μικρός γράφει, ζωγραφίζει, φωτίζει.
Έτσι κόλλησα και γω. Και ο Θεός μου έδωσε κατόπιν και σύζυγο ποιητή χρονογράφο δημοσιογράφο. Ζήσαμε πενήντα επτά χρόνια μαζί. Με χαρές με πίκρες με όλα όσα κάνουν το ζυμάρι της ζωής νόστιμό.
Όταν έφυγε από τη ζωή,χάθηκα. Δεν ήμουν ούτε είκοσι χρονών όταν παντρευτήκαμε. Και κει στην απέραντη πίκρα μου είδα δίπλα μου ανθρώπους με απλωμένα χέρια να με στηρίξουν.Εκείνον τον καιρό είδα δίπλα μου, μοναδικούς ανθρώπους φίλους του άνδρα μου. Αυτοί μου παραστάθηκαν, με βοήθησαν στην αγωνία μου.
Είχα πολλούς γνωστούς μα φίλους λίγους. Έτσι βρήκα έναν μοναδκό άνθρωπο που έφυγε και κείνος νωρίς δυστυχώς για τον Παράδεισο.
Όμως ήταν δίπλα μου στα δύσκολα όταν έχασα το Χρήστο μου.Ξέρετε όταν χάνεις το σύντροφο μιας ζωής, δεν το ξεπερνάς εύκολα.
Οι καλοί φεύγουν γρήγορα λέει ο λαός.
Γιατί τα γράφω αυτά; Μα σήμερα είναι η γιορτή των ποιητών. Είναι η γιορτή των δασών και του νερού.
Χωρίς νερό ζωή δεν υπάρχει. Χωρίς τα δάση δεν θα είχαμε οξυγόνο και χωρίς την ποίηση δεν θα είχαμε το οξυγόνο του κάλους, το τελειώτερο είδος γραφής και λόγου.

Μέσα στο χείμαρρό μου θα βρήτε ποιήματα του Χρήστου Θωμά, του Απόστολου Πάσχου, του Θεοφάνη Παυλίδη της Μαρία Ρουμελιώτη Κολοβού και δικά μου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

2007

Mια μαύρη επέτειος για την Ελλάδα μας ήταν το κάψιμο της Πελοποννήσου και της Αθήνας το 2007. Κάηκε η Πελοπόννησος, κάηκε η Αθήνα.Κάηκαν άνθρωποι και μεγάλο μέρος της πατρίδας μας ακόμη θρηνεί πάνω στα αποκα’ι’δια, ο πανέμορφος καλλιεργημένος τόπος μας η γη μας με βουνά γεμάτα δάση, έγινε κρανίου τόπος.
Ο Βύρων Πολύδωρας μίλησε για ασύμμετρες απειλές. Τον ανάγκασαν να το πάρει πίσω. Έτσι ακούσαμε εκείνο το[[ ο στρατηγός άνεμος.]]
Τότε θύμωσα πολύ, θεωρώ τον πρόεδρο της Βουλής κύριο Πολύδωρα έναν πολύ έντιμο, καθαρό, με υψηλά στάνταρτ παιδείας εξυπνάδας που ελάχιστοι έχουν στη βουλή ΄΄των ανθελλήνων΄΄ όπως λέει ένας φίλος μου.
Προχθές βγήκε ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος και είπε καθαρά.
-Τότε την Αθήνα την έκαψαν πράκτορες τούρκοι.
Το γνωρίζαμε….
Γνωρίζαμε πως στο κάψιμο της Αθήνας, αυτοί που πλατσκολόγησαν τα μαγαζιά πριν τα κάψουν, είχαν εντολή πρακτόρων τούρκων, ήταν σκοπιάνοι, αλβανοί, κοσοβάροι.
Έχουμε τα στοιχεία.
Κάποτε ο λαός πρέπει να μαθαίνει την αλήθεια και οι πολιτικοί να μιλούν στο λαό καθαρά.
Πολύ μεγάλο το κόστος πρώτα σε ανθρώπους σε ζωές, δεύτερο σε υποδομές και τρίτον σε οικολογική καταστροφή αμέτρητη.Όσο για αποζημειώσεις από τον κρατικό κορβανά.Τεράστιες.

Ο ΤΡΑΜΠ
Ο Τραμπ στις συναντήσεις που έκαναν οι G20 μίλησε για το εμπόριο που δεν πρέπει να είναι χωρίς δασμούς. Οι χώρες όταν δέχονται προ’ι’όντα από ανταγωνιστικές χώρες να βάζουν δασμούς. Έκλαψαν Κίνα, Γερμανία κλπ παιδιά.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Η ΜΑΝΝΑ ΜΟΥ

Τούτη την ιστορία δεν ήθελα να τη γράψω.
Δεν ήθελα να ταράξω τη μάννα μου εκεί που είναι. Και φαντάζομαι πως είναι στον παράδεισο. Δεν ήθελα να με δει στα μάτια και να μου πει. Εγώ για την πατρίδα μου, για τον τόπο μου, και πολλά παιδιά έκανα, και όπλο κράτησα,και συσσίτια έκανα στην κατοχή, και μετά κοίταξα να είμαι παρούσα σε ότι χρειάζονταν η πατρίδα και η φαμίλια μου.
Εσύ τι κάνεις τώρα, τώρα που η πατρίδα σε χρειάζεται; Που η Ελλάδα χρειάζονται ανθρώπους ζωντανούς, ανθρώπους που να δίνουν ελπίδα, χαμόγελο. Εσύ τι κάνεις; Έτσι αποφάσισα να σας γράψω για τη μάννα μου.
Ήταν τότε παλιά στα 1950 και μετά. Όποιος έρχουνταν από τα χωριά της Ντουσκάρας, της Ρίζας, της Λάκκας Σουλίου, ακόμη και από τα χωριά της Ζίτσας, έρχουνταν στο σπίτι μας. Που λεφτά για το χάνι.
Η μάννα μου τους έστρωνε σε δυο στρώματα να κοιμηθούν αφού ΄εκανε φαγητό για όλους μας. Αυτό γινότανε και όταν ήρθαμε στην Αθήνα και έφευγε ο κόσμος για τη Γερμανία, ήταν τότε γύρω στα 1957-1965.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για την παραμυθιά του 1950-1957.Τότε η μάννα μου είχε πέντε παιδιά, και μια ψυχοπαίδα την Ασήμω που τη βοήθαγε στο σπίτι, στα παιδιά.Ήταν ορφανό, και το πήραν να βοηθάει τη μάννα και να τρώει ένα κομμάτι ψωμί, έτσι της είπαν. Την πάντρεψε η μάννα μου, της έδωσε και προίκα τα μηνιάτικα, κάποιες λίρες.
Έρχουνταν τότε στο σπίτι μας, γνωστοί και φίλοι γιατί ακόμα κι αν δεν τους γνώριζε η μάννα ή ο πατέρας μου,όλο κάποιος δικός τους θα τους είπε να πας στο σπίτι του δάσκαλου ή στο σπίτι της Βιργινίας ή Ευγενίας.
Πάντα οι πιο πολλοί την έλεγαν Ευγενία μα αυτή δεν τους διόρθωνε. Μόνο μην την έλεγες Τζαβέλαινα. Εκεί θύμωνε γίνουνταν θηρίο.
Είμαι Μπότσιαρη έλεγε, δεν έχω δουλειά με τους Τζαβελαίους.Και η μάννα μου έμοιαζε από κείνο το σόι. Σταρένια λεπτοπρόσωπη ψιλή λυγερή και η Βάσω του Αλέξη την όμοιαζε, ήταν ίδιες με τη γιαγιά τη Γεωργία.
Και πολλοί αναρρωτιούνταν σαν την άκουγαν να θυμώνει, τι έπαθε σε καλό της, αυτή ποτέ δεν θυμώνει.
Είχε πάντα ένα απλό γέλιο και έναν καλό λόγο. Δεν είχε κατάκριση για κανέναν. Για όλους μα για όλους είχε έναν καλό λόγο. Μόνο για μένα έλεγε τι θα την κάνουμε αυτήν, τι θα την κάνουμε…
Αυτοί που ήταν γνωστοί του πατέρα, έλεγαν, να πας στου δάσκαλου το σπίτι.Αυτοί που ήταν από τον παππού και τα αδέλφια της μάνας μου, έλεγαν, να πας στη Βιργινία.
Έρχονταν πολύς κόσμος. Άλλος για το παζάρι και άλλοι που έφερναν τα παιδιά για το γυμνάσιο. Αυτοί κοίταγαν να βρουν ένα σπίτι γνωστών να μείνουν, όσο να βολέψουν τα παιδιά. Μετά μέχρι να τελειώσουν τα παιδιά έρχουνταν οι ίδιοι άνθρωποι και μέναν σπίτι μας,και που να παν, στα παιδιά τους; Αφού σε ένα δωμάτιο μαζεύουνταν τρία τέσσερα παιδιά.
Η μάννα μου ήταν από μεγάλη οικογένεια και πλούσια.Πατέρας αδέλφια ζωέμποροι. Τα ζώα όλων των γύρω χωριών, των μοναστηριών ακόμη και του Διχουνίου ο παππούς μας τα έπαιρνε.Αλλά οι ζωέμποροι, πατέρας και αδέλφια της μάννας μου, ο Αλέξης και ο Θόδωρος στα χωριά που πήγαιναν για δουλειές, δεν έβρησκαν χάνια ή ξενοδοχεία. Μένανε σε πελάτες τους, ακόμα και σε άγνωστους. Βέβαια όλοι, τους είχαν ακουστά.Ήρθαν οι Κουκαίοι έλεγαν και πληρώνουν μπροστά, Πλήρωναν και καλά. Έτσι μένανε σε ξένα σπίτια φιλοξενούμενοι.
Έμαθε όλη η οικογένεια να φιλοξενεί όποιον έβλεπε στο χωριό. Αυτό γίνονταν χωρίς να ρωτάνε.Στο σπίτι ήταν πολλοί τσομπαναραίοι, ψυχοπαίδια, γυναίκες. Έτσι η μάνα μου αυτό το χούι το έφερε στο σπίτι μας. Ποιος ξέρει, ίσως ο πατέρας ή τα αδέλφια να βρεθούν κατά το χωριό τους, όλο έτσι σκέφτουνταν…
Στο σπίτι της γιαγιά μου της Ελένης, έρχουνταν μόνο συγγενείς και φίλοι. Άλλο στυλ. Η γιαγιά Ελένη, έστελνε το κάτι τις της, με μας, τα παιδιά να μαθαίνουμε.
Ένα καρβέλι ψωμί, μια ποδιά πορτοκάλια,τσίγαλα, ένα μικρό ντεψί σκάμνα, σύκα, το κάτι τις, όπως το έλεγε.
Έτσι μεγάλωσαν και τούτο το έθιμο το κράταγαν και στην πόλη.
Όταν έφευγαν οι γονείς των παιδιών, η μάννα μου είδε πως πολλά παιδιά τρώγανε ψωμί ξερό με νερό στο πηγάδι.
Που να μαγειρέψουν και με τι καταντιό.Είχαν έστω λάδι, αν είχαν δεν θα έβρεχαν το ψωμί;
Η μάνα μου τότε αποφάσισε παρά την κάποια γκρίνια του πατέρα μου να κάνει συσσίτιο δυο φορές την εβδομάδα.
Έβαζε ένα μεγάλο κακάβι με φασόλια ή φακές ή ρεβύθια. Και σαν ήταν έτοιμα σφύριζε σαν τσοπάνος. Με τα καραβανάκια τους έρχονταν τα παιδιά και έπαιρναν μπόλικο φαγητό.Σαν δεν έφτανε καμιά φορά το αυγάτιζε ρίχνοντας αλεύρι καβουρντισμένο.
Όταν γίνονταν τα πορτοκάλια τα έβαζε σε μια πορτοκαλιά, της γιαγιάς της Ελένης που ήταν μικρά τα πορτοκάλια και ξυνόγλυκα να τα κόβουν και να τους δίνει από δυο τρία την εβδομάδα.
Τα έτρωγαν για φαγητό.
Σαν έρχουνταν οι μαννάδες τους, μας έφερναν τσίπουρο, κούμαρο, και καμιά κότα. Εμείς είχαμαν πενήντα κότες για σφάξιμο και είκοσι για γέννο
Τότες η μάννα μου την Κυριακή έκανε την κότα σούπα και είχαν πασκαλιά μεγάλη σαν μαζεύουνταν να πάρουν σούπα και κότα. Είκοσι μερίδες και περισσότερες την έκανε την κότα….Ο πατέρας μου γκρίνιαζε καμιά φορά αλλά η μάννα μου του έλεγε. Εσύ φταις για τούτα. Εσύ μου τα έμαθες αυτά. Στη Βαρμπόμπα εγώ δεν έκανα τα συσσίτια, σε όλα τα χωριά ποιος τα έκανε; Πολλά παιδιά πέρασαν γνωστών, φίλων και συγγενών. Σήμερα αν πείτε σε μεγάλους ανθρώπους για τη μάννα μου πολλοί θα σου απαντήσουν καμιά σας την Ευγενία.Η νύφη δεν είχε ταίρι θα σου πουν τα σόγια της.
Κάποτε στην Αθήνα συνάντησα ένα από αυτά τα παιδιά στο φούρνο που πήγα για ψωμί. Ντράπκα όταν τον είδα να κλαίει και να λέει, η μάννα σου η Ευγενία είναι καλή γυναίκα της χρωστάμε πολλά. Ήμουν ορφανός, ο πατέρας μου σκοτώθηκε στον εμφύλιο. Ήθελα να μάθω γράμματα. Από τη γκρίνια μου,, με πήγαν, είπαν σιγά μη πετύχει. Μετά δεν είχαν να μου δώσουν τίποτε μόνο 50 δραχμές νοίκι και τα βιβλία τα απαραίτητα.
Να πας να δουλέψεις, να τρως αν μπορείς, εμείς δεν έχουμε του είπε η μάννα του. Πίσω είναι τρία μικρότερα, το μικρό έξη χρονών που να τα βρω τα λεφτά;….
Αν δεν μου έβαζε η μάννα της η Βιργινία φαγητό είπε στο Δημήτρη τον φούρναρη κοντοχωριανό μας θα είχα πεθάνει. Μα ήθελα να μάθω γράμματα.
Της χρωστάω της μάννας σου Αλεξάνδρα πολλά. Ποτέ δεν μας είδε σαν ζητιανάκια. Να σαν θεια μας μας έβλεπε, έτσι τη νομίζαμε. Τι θεια μας δηλαδή, μάννα μας.
Άντε βρε και όταν γίνετε σπουδαίοι να μου φέρνετε καφέ μας έλεγε.
Ποτέ δεν της πήγα καφέ. Πάντα άναβα ένα κερί, να είναι καλά με τα παιδιά της και το δάσκαλο. Και όταν παντρεύτικα κουβεντιάζοντας με τη γυναίκα μου, μου είπε η γυναίκα μου, έτσι, όταν της τα μολόγαγα….Πήγαινε η μάννα σου τότε στο αντάρτικο στο σπίτι της γυναίκας μου,ήταν στο Ραντοβύζι, δεν γνώριζα πως γνωρίζουνταν..
Είναι ξαδέρφια του πατέρα μου, του είπα. Και για να αλαφρύνω την κουβέντα. Γαμπρό έψαχνε βρε, δεν κατάλαβες, γαμπρό έψαχνε για μένα και διάλλεγε…
Άντε ρε, εσύ ήσουν τότε 8-10 χρονών αν δεν κάνω λάθος.Σε περνάμε δεκαετία.
Βρε συ, είχε κάνει λίστα με τους καλύτερους τι νόμιζες…
Η μάννα μου, δεν την ξέχασε ποτέ. Μου το είπε κάποτε, Και μην αστειεύσαι. Το ίδιο έκανε με τον αδελφό της γυναίκας μου, το μεγάλο, τους έδινε φα’ι΄. Μα ο πατέρας της, της πήγαινε μέλι, καλαμπόκι, φασούλια. Και η μάννα σου τότε, έβαζε δυο κακάβια στη φωτιά.
Πως περιμέναμε όταν έκανε τηγανήτες τις τηγάνιζε σε ένα ντεψί. Τους έριχνε και ζάχαρη.
Κλεμμένη ήταν βρε, την έκλεβε από τον πατέρα μου….

Φαντάζομαι πως έτσι, δεν ήταν μόνο η μάννα μου. Έτσι ίσως ήταν πολλές γυναίκες. Εγώ τα έργα της μάννας μου γράφω, για να πω, όλοι μαζί μπορούμε.
Κανένα παιδί νηστικό.
Η Ελευθερία τους έδινε γάλα, όλοι κάτι πρόσφεραν. Βέβαια ήταν και οι τσιφούτιδες…Η ζωή έχει από όλα….
Σήμερα δεν επιτρέπεται να είναι κανένα παιδί νηστικό, κανένα γυμνό.
Με τις φίλες μου, αλλάζαμε τα ρούχα των παιδιών μας όταν μεγάλωναν γιατί να πηγαίνουν χαμένα.Πολλά δεν προλαβαίνουν καν να τα φορούν.
Και όταν ήταν χάλια, τότε τα κάναμε κουρελούδες.
Σκουπίδια, τσάντες γεμάτες, δεν είχαμαν ποτέ. Οι κότες το σκυλί,, ΄΄εμείς είχαμε πέντε φύλακες΄΄,,, η κατσίκα τα κουνέλια όλα τα’ι’ζονταν από τα περισεύματα η αυτά που λέμε τώρα σκουπίδια.
Στη μνήμη της μάννας μου Βιργινίας Παυλίδη Κούκια από τη μάννα της το γένος Μπότσιαρή.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

NΤΡΟΠΗ ΜΑΣ

‘Ενα κορίτσι΄΄ 17 χρονών” μαθήτρια, λιποθύμησε στο σχολείο της.
Είχε να φάει τρεις μέρες. Δεν έκανε δίαιτα. Δεν είχε να φάει. Άνεργη η μητέρα με τρία παιδιά μα με πολλή ως φαίνεται αξιοπρέπεια.
Γροθιά στο στομάχι της κοινωνίας μας. Ντροπή για όλους μας.
Τρεις μέρες νηστικά τα παιδιά… Και δεν ζήτησαν βοήθεια.
Ντροπή μας, ντροπή σε όλους που βλέπουν τρία παιδιά μια άνεργη και με την περηφάνια που σε μένα θυμίζει τις κουβέντες του παππού μου.
Αν κάποτε δεν έχετε να φάτε, κάντε σούπα ΣΚΈΤΟ νερό χωρίς ψωμί και να το τρώτε με το κουτάλι σας, να ακούν απ έξω όσοι περνάν να νομίζουν πως τρώτε….
Δεν χρειάζεται να σας λυπηθεί κανένας. Να είστε” αξιοπρεπείς.”
Μα τότε σε λίγη γης μπορούσαμε να έχουμε δυο λάχανα λίγες κότες, σαλιγγάρια, τσιροπούλια, κάποια άγρια φρούτα. Ήταν δίπλα μας.
Λίγη τροφή γιατί όλοι την κυνηγούσαν την έψαχναν.
Στην μεγάλη πόλη, τι θα φας;
Όσο για κείνους με τα παχειά λόγια και τα παχειά πορτοφόλια που το μόνο που γνωρίζουν είναι, ας μην πήγαινε σχολείο ας δούλευε.
Το να γίνουν πόρνες και κίναιδος, πολύ θα βόλευε τα πορτοφόλια τους και τις ορέξεις τους.
Το που θα δούλευε.. και γιατί αυτό το παιδί δεν έπρεπε να πάει σχολείο… τι να σας πω. Το κοινωνικό κράτος της ρεμούλας το γνωρίζει.
Μου θυμίζει παλιό υπουργό, πολύ παλιό, αρχαίο, σαν και μένα που είπε χωρίς ντροπή.
-Γιατί όλα τα παιδιά των αγροτών σπουδάζουν;
Να κάτσουν να εργασθούν στα χωράφια τους.
Να εργασθούν στα χωράφια τους ρε, χωρίς ασφάλιση, χωρίς τίποτε, που ο έμπορος θα του παίρνει τον κόπο και το βιος για ένα σπυρί αλάτι.
Ντρέπομαι γιατί σε κάθε λαθρομετανάστη δίνουμε για τροφή εκτός στέγης νερού ρεύματος και 5,90 όταν μένουν στα τροχόσπιτα ή αλλού και 4,32 όταν μένουν σε πλοία.
Δηλαδή οικογένεια μεταναστών΄΄ 4 ΄΄ατόμων παίρνει στα χοτ σοτ 23,60 ευρώ και όπως είπαμε έχει, τζάμπα νερό, τζάμπα φως, τζάμπα τηλεόραση, κλπ παροχές.
Στα πλοία που τους φιλοξενούμε τους αδικούμε, δίνουμε μόνο 17,23 ευρώ για τα ΄΄4 ΄΄άτομα βέβαια και κει έχουν όλες τις ανέσεις.
Όσο για τα παιδιά των ΜΚΟ ο μισθός τους είναι από 2.000 ευρώ το μήνα και πάνω.
Είδες γιατί φωνάζουν; Φοβούνται μη χάσουν τον μπεζαχτά κι ας χαθούν τα ελληνόπουλα, ποιος νοιάζεται γι΄ αυτά.
Ας μαζευτούμε όλοι μαζί, να δούμε τι γίνεται δίπλα μας όπως παλιά. Καλό θα κάνει σε όλους μας.
Θα μας κάνει ξανά ανθρώπους. Φίλους γείτονες, αδελφούς.
Η εκκλησία μας παράγει έργο, ας τη βοηθήσουμε όσο μπορούμε, το δικό μας το λίγο, η σταγώνα μπορεί να γινει πολύ, να γίνει ποτάμι αγάπης.
Ντρέπομαι γιατί δεν είναι ένα παιδί. Δίπλα μας είναι πολλά παιδιά.
Είδα παππού να μαζεύει από το σούπερ από τα σουπίδια τα κόκκαλα. Ο υπάλληλος τα έβαζε συσκευασμένα.
Το ίδιο έκανε και με τα ληγμένα μακαρόνια κλπ.
Ακόμα και κάποια μαναβική.
Ρώτησα την κοπέλα στα γάλατα που τη γνώριζα χρόνια.
Πως και βοηθούν γιατί βοήθεια ήταν.
Έδωσε εντολή ο ιδιοκτήτης να μην τα πετάμε όλα μαζί, γίνονται χρήσιμα για τους άλλους, ότι δεν πρέπει να πουληθεί.
Ας μην πούμε λόγια, ας κάνουμε το ελάχιστο όσο μπορούμε.
Δεν είναι από καλοσύνη ότι γράφω, είναι από ντροπή. Και θέλω να λέγομαι άνθρωπος….
Ένα σακουλάκι τραχανάς, ένα πακέτο μακαρόνια ή ρύζι, φασόλια ή φακές, τρία κουτιά γάλα, δέκα αυγά δυο κιλά ψωμί, ένα κιλό λάδι δίνουν φαγητό μιας εβδομάδας. Φτωχό μα δεν αφήνουν να λιποθυμούν τα παιδιά από την πείνα.Κόστος, 15 ευρώ.
Τώρα αν βάλουμε και ένα λάχανο, και φρούτα εποχής, ένα κοτόπουλο, θα γίνουν τα ευρώ 25. Αν βάλουμε και μια μαρμελάδα μικρό θα είναι το κόστος.
Η χαρά που θα εισπράξουμε θα είναι τεράστια.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Μάρτης, όργωμα

Παιδιά μικρά ακούγαμε στο σχολειό μας στις μικρές τάξεις εκείνο το τραγουδάκι που ο γεωργός πάει στον αγρό. Να οργώσει. Να σπείρει. Να βρέξει. Να φυτρώσει το στάρι, να μεγαλώσει. Να καρπίσει να θεριστεί. Να φτάσει μέχρι το μύλο μετά το θερισμό και να γίνει αλεύρι να γίνει ψωμί.
Μεγάλο το τραγουδάκι και μεις χαρούμενα κάναμε τις ασκήσεις για τις γυμναστικές επιδείξεις.
Ο ρυθμός ήταν υπέροχος και όταν μιλούσε για το σιτάρι, αυτό έδινε το ψωμί το πρόσφορα, την αρτοκλασία. Τούτο το τραγούδι ήταν για ένα όργωμα του Φθινοπώρου. Ήταν για τον Σεπτέμβρη τον μήνα που μετά τον τρύγο δίνει βροχές και οι βροχές μπαίνουν στο χώμα που το κάνουν έτοιμο για τις γεωργικές εργασίες με πρώτο το όργωμα. Το όργωμα γίνουνταν και δεύτερη φορά, ώστε αφού λιαστει το χώμα να γίνει πιο δυνατό, μα έτσι με τον ήλιο χάνονται και πολλά ζουζούνια βλαπτικά.
Αυτά τον Σεπτέμβρη που στα χωριά μας τον λένε και τρυγητή.
Όμως στον κάμπο της Παραμυθιάς λίγα στάρια σπέρνανε. Έτσι την ιεροτελεστεία του οργώματος την είχαν και τον Μάρτη. Και το Μάρτη είχαμε την ίδια διαδικασία. Άλλη η σπορά, ίδια η διαδικασία.
Όργωμα, φυτεμα καλαμποκιού, πατάτας, φυστίκι αράπικο, και κάπου κάπου,
κάποια μποστανικά, και κηπευτικά.
Δεν ξέρω αν έχετε σταθεί μπροστά στην ιεροτελεστία του οργώματος.
Αρχίζει πολύ πρωί.
Τα άλογα έχουν καλοπιαστεί με λίγο ζα’ι’ρέ που τους βάζουν με το σακκούλι στο στόμα.
Πρώτα τους περνάνει τις λαιμαριές, κάτι σχοινιά με γάτζους,και ύστερα το αλέτρι.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο ζευγάς ήταν τον σταυρό του και να παρακαλέσει τον Θεό να πάει καλά η σπορά να έχουν τον επιούσιο.
Μετά σταυρώνει το σπόρο που θα ρίξει ύστερα από μέρες που θα ξαναοργώσει το χωράφι
Θα ρίξει σπόρο και θα σβαρίσει να τον κρύψει στη μάνα γη όπου θα πάρει ζωή και θα αναστηθεί να ξαναγεννηθεί.
Αυτή η θεία δημιουργία είναι για τον αγρότη κούραση και προσμονή.
Περιμένει η γη να του δώσει το ψωμί του.
Αυτό που ρίχνει το σπόρο ο σπορέας, πάντα μου θύμιζε την παραβολή.
Και ο λόγος του Θεανθρώπου ήταν μέσα στην παιδική μου ψυχούλα ίδια όπως η σπορά του κυρ΄ Φάνη η του κυρ΄ Κώστα του γείτονα.
Ίδρωναν τα ζωντανά, μα ο αφέντης τους, εκεί του τα μάλωνε σαν έκαναν μια άγραπη κίνηση εκεί τα πήγαινε στην άκρη να φαν λίγο γρασίδι να ξεκουρασθούν μασουλώντας λίγο κριθάρι από το τα’ι’σάρι.
Τα καλαμπόκια δεν τα πετάνε όπως το στάρι η το κριθάρι έτσι σαν μισοφέγγαρο. Στη σπορά του καλαμποκιού ο σπορέας ρίχνει το σπόρο σε γραμμή. Ανάμεσα ύστερα θα ρίξει ρεβύθια ή φασόλια.
Στρέμματα όργωναν. Όχι μόνο τα δικά τους, μα και μεροκάματο σε όποιον δεν είχε ζευγάρι. Στα χωριά μας ζευγαρίζανε με άλογα στα χωριά πάνω από τη Σκάλα και με βόδια.Πολλές φορές αντί για μερικάματο,έγραφαν ανάλογα μεροκάματα χρωστημένα. Το μεροκάμματα του ζευγα ήταν ένα ο ζευγάς και από έναν τα άλογα. Αυτά ο ζευγάς θα τα έπαιρνε στο θέρο ή στο σκάλο.
Το γιατί στην Παρταμυθιά ζευγαρίζουν με άλογα και πάνω από τη Σκάλα με βόδια δεν το ξέρω. Ίσως το έδαφος παίζει κάποιο λόγο.
Έχω δει και χωράφια να σπέρνονται χωρίς αλέτρι. Οι γυναίκες με τσάπες τσάπιζαν ανάμεσα στις πέτρες και έριχναν λίγους σπόρους.
Εκεί ανάμεσα στις πέτρες μεγάλωνε το στάρι και τάιζε κόσμο.
Τόση ήταν τότε η φτώχεια που υπήρχαν οικογένειες που το ψωμί του κάθενός ζυγιάζουνταν. Δεν έτρωγαν όσο ήθελαν.
Μου άρεσε πολύ από όλα τα φυτά που φύτρωναν στο κάμπο να παρακολουθώ τα αράπικα φυστίκια. Σαν μεγάλωναν, τσουπ, το νέο φύτρο το νιο βλαστάρι έμπαινε στη γη και κάτω έκανε φυστίκια και πάνω νέα κλαδιά και περπάταγαν και περπάταγαν. Εγώ έβαζα μια γλάστρα τόσο πολύ μου άρεσαν.
Ακόμη μου άρεσαν οι πατάτες με την πλούσια πρασινάδα,τα πολλά βλαστάρια που πέταζε η γη και που έκαναν από μια τούφα μπλε λουλουδάκια με κίτρινη καρδιά. Πόσο θύμωνα που τα δένανε και έτσι στέγνωναν.
Μα ο Μάρτης δεν ήταν σαν το Σεπτέμβρη. Αυτός άνοιγε τη μέρα λες και ήταν Καλοκαίρι και ξαφνικά η μπόρα.Μα ας έβρεχε όσο ήθελε, χαλάζι μόνο να μην έριχνε γιατί το χαλάζι σπάει το φυτό και το ρίχνει στη γη μισοπεθαμένο.
Σκούπιζε τα άλογα ο ζευγάς μη του κρυώσουν σαν άρχιζε η βροχή η σαν τελείωνε το όργωμα. Ήταν οι συντροφοί του το ζευγάρι του.Έχετε δει ζευγά να μιλάει στα αλογά του. Ουτε παιδιά ούτε γυναικά με τόση στοργή. Τα πρόσεχε πολύ όταν ήταν ιδρωμένα.
Πήγαιναν κάτω από ένα δένδρο να γλυτώσουν την κακή ώρα. Σε λίγο θα έφευγαν. Μετά τη βροχή, αν δεν περάσουν μέρες, αν δεν στραγγίξει το χώμα, χωράφι δεν οργώνεται.
Μετά, ήρθαν οι μηχανές που όργωναν τη γη με πολλά αλέτρια με πολλές κόψεις και μεγάλη δύναμη. Αυτές έσπερναν κιόλας.
Και έκανε πάλι το σταυρό του ο γεωργός να πάει καλά ο καιρός να γεμίσει τα αμπάρια.
Αυτά τότε παλιά. Μετά,,, άλλαξε ο κόσμος,, μετά άνοιξαν οι δρόμοι της έρμης ξενιτιάς. Οι δρόμοι του πόνου και του κα’υ’μού.
Γιατί πως να το κάνουμε όταν έμενε η νια κοπέλα πίσω κι ας είχε τρία παιδιά ήταν δεν ήταν εικοσιπέντε χρονών. Και ήθελε να του πει. Μη φεύγεις. Αν τολμούσε να το πει όμως, θα την στραβωκοίταγαν.
Έμενε πίσω και περίμενε και περίμενε και τα χρόνια περνούσαν.
Έρμα και ξάλμα χρόνια θα σου πουν, σαν τις κουβεντιάσεις, αν τις ρωτήσεις.Παιδιά μεγάλωναν σαν ορφανά. Έρχονταν το τσέκι μα,,, τριγύρω ερημιά. Και να κρύβουν τη νιότη τους μην τους βγει το όνομα.
Από την άλλη θα σου πουν δόξα το Θεό. Χάσαμαν τα νιάτα μας μην πει ο κόσμος κουβέντες, κερδέσαμαν όμως.Δεν μετράγαμε πια το ψωμί. Μπήκε το κρέας στο πιάτο μας. Έφυγαν τα μπαλώματα από τα ρούχα. Ξεχάσαμαν τα μπαλώματα.
Μπορεί να κλάψαμε μέρες δαγκώνοντας το μαξηλάρι, μπορεί να ζάρωσε το μούτρο μας μπορεί να γεράσαμαν μακρυά ο ένας από τον άλλον αλλά τουλάχιστον τώρα παίρνουμε σύνταξη. Λίγο το έχεις αυτό….
Σπουδάσαμαν και τα παιδιά. Φκιάξαμαν σπίτια. Πήραμαν αυτοκίνητα. Χορτάσαμαν από τα όλα.
Και δεν τις ρωτάς. Αν γύριζε η ζωή πίσω το ίδο θα έκανες;
Αν γύριζε η ζωή πίσω, όλοι, όλο και κάτι άλλο θα κάναμε, όλο και κάτι θα αλλάζαμε.
Μα η ζωή δεν γυρίζει πίσω για κανέναν. Τα όνειρα άλλα βγαίνουν και άλλα όχι.
Έτσι τα έφκιαξε ο Θεός και μεις δεν έχουμε παρά να θυμούμαστε και να χαιρόμαστε ότι πέρασε και μας άφησε τη γεύση της αληθινής ζωής.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.
Μικρά κομμάτια από μια έκθεση της έκτης δημοτικού σχολείου Ραχουλίου, στολισμένα με τα παραμύθια της ζωής μου τα πολλά. Αυτά και τη θέση τους στην καρδια και την ψυχή μου..

Άκουσα, και το μεταφέρω

Η Πάντειος Σχολή ή Πάντειο πανεπιστήμιο, αυτό με τους απατεώνες καθηγητές,καταδικάσθηκαν,,, για κλεψιές και ρεμούλες πολλών δις,, αυτή ντε η σχολή με τους οικονομολόγους που μας ΄έφεραν στην οικονομική κατάσταση της χρεωκοπίας.
Αυτή με τους φοιτητές, που σαν μαφία εμπόδιζε τους καλούς φοιτητές να μπουν στη σχολή για να μην χαλάν την πιάτσα.
Αυτή που όταν περνάς από έξω νομίζεις πως νρήσκεσαι σε ντεκέ η πορνείο ιδεών.
Εκτός από τους πλαστογράφους κλέφτες κλπ που καταδικάσθηκαν, υπάρχουν και αυτοί που δεν καταδικάσθηκαν γιατί ήταν δίπλα σε πρωθυπουργούς, σε υπουργούς και τους έδιναν συμβουλές, εντολές για την οικονομία του κράτους μας.
Πάτε πίσω και θα τους δείτε σαν συμβούλους των πρωθυπουργών…
Ήταν δίπλα στον ΓΑΠ όταν μας πέταξε στον λάκκο με τα φείδια.
Τώρα αυτοί οι ίδιοι μας μιλούν για άλλα σχέδια κλπ κόλπα.
Γιατί σοφά κεφάλια,, κύριοι καθηγητάδες, γιατί δεν μας τα είπατε αυτά τότε; Πού ήσασταν σπουδαίοι επιστήμονες; Είσασταν δίπλα στο ΣΙΜΙΤΗ και στο ΓΙΩΡΓΟ;;; Ναι εκεί βρησκόσασταν δίπλα στην εξουσία γιατί κύριοι γιατί καθηγητές αυτής της σχολής παίξατε στην πλάτη του λαού και των εσόδων του κράτους.Μα καθηγητές στην Ελλάδα μας στην Πάντειο αλλά και πολλών άλλων σχολών, γίνεται, φίλος τον φίλον φίλευε και κάπου κάπου τους ξεφεύγει κανένας.

Γιατί θυμήθηκα εγώ σήμερα την Πάντειο και τα έργα της;
Γιατί άκουσα ένα μπουμπούκι της,να μας λέει πως είναι πρόεδρος των άθεων ή αθέων.
Μας είπε πως διεκδικεί σε μια ημερίδα που θα κάνουν στην Πάντειο τον διαχωρισμό κράτους εκκλησίας.
Εγώ τα έχασα η γριά.
Αλλα συνέχισε να λέει ο κύριος,[[ τωρα αν ήταν κύριος τι να σας πω]], για το κάψιμο των νεκρών, για τη διάθεση του σώματός τους στη συμβίωση, για το γάμο ατόμων ιδίου φύλου, κλπ κλπ.
Στην Ελλάδα είπε ο (κύριος) αυτός, στην Ελλάδα δεν ήρθε ο διαφωτισμός, ήρθε ο σκοταδισμός μέσα από την εκκλησία.
Σύμφωνο συμβίωσης υπάρχει ρε φίλε.
Ισότα υπάρχει. Να παίρνουν οι ομοφυλόφιλοι σύνταξη ως —άρρωστοι– σύνταξη αναπηρίας υπάρχει, αλλά αν είναι αναπηρία δεν είναι κάτι κανονικό είναι αρρώστεια. Το να μην πηγαίνουν φαντάροι λόγω πάλι προβλήματος υπάρχει, άρα υπάρχει αρρώστεια.
Βρήτε τα λοιπόν, ή έχετε κουσούρι ή δεν έχετε. Και αν δεν έχετε πάψτε να κάνετε τους ανάπηρους και να κάνετε τις υποχρεώσεις σας απέναντι στην πατρίδα..
Όποιος θέλει να καεί, ας πάει καεί. Δεν θα του πληρώσουμε εμείς οι Χ.Ο τα βίτσια τους.
Ας αγοράσουν χώρο με δικά τους χρήματα, κι ας ΄πάνε να καούν, λεφτά έχουν. Γνωρίζουν όμως οι απλοί άνθρωποι που ακούν αυτές τις κουταμάρες τι συμβαίνει όταν καιν έναν άνθρωπο;;; Γνωρίζουν ότι τα οστά δεν καίγονται και αφού καούν οι σάρκες του ανθρώπου βάζουν τα οστά του στο σπαστήρα για να γίνουν σκόνη;
Θέλουμε αυτήν την τιμή για τον σώμα μας ή το σώμα των αγαπημένων μας, μια τιμή φρίκης.
Είμαστε χώμα και όπως όλα τα ζωντανά, φυτά ζώα άνθρωποι γυρίζουν στη γη που δικό της ον είναι.
Αυτοί που θέλουν να κάνουν τις επιχειρήσεις εργοστάσια καύσης το γνωρίζουν. Οι άλλοι όμως;
Σου λέει,, ο μοντέρνος,,, εγώ θέλω να καώ.
Να καείς. Αλλά κατά στην καύση, το και το και το.
Επίσης είπε ο κύριος άθεος πως αν δεν βαπτιστείς δεν μπορείς να έχεις όνομα οπότε υποχρεωτικά σε βάζουν σε δόγμα. Φίλοι μου στην Ελλάδα το όνομα δίνεται στο χώρο που γεννήθηκε το παιδί πολύ πριν τη βλάφτιση.
Δίνεται στο νοσοκαμείο που θα γεννηθεί.
Δηλαδή οι βουδιστές βαφτίζουν τα παιδιά τους;;;
Στην Ελλάδα υπάρχει πρόνοια για όλα τα δόγματα και για τους άθεους
Δεν φταίνε αυτοί.
Καιρός να δημιουργηθεί κόμμα ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΔΗΜΟΚΡΑΤΩΝ με επιστήμονες πιστούς με σοβαρούς ανθρώπους που να έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία
να δουν πόσα απίδια παίρνει ο σάκκος.
Που βγαίνει ο κάθε άρρωστος και θέλει να κάνει προπαγάνδα σαν την αλεπού που της έκοψε η παγίδα την ουρά.
Αυτά για την ώρα θα επανέλθουμε.
Αλήθεια θα τολμούσε ο άθεος να τα πει αυτά που είπε υποτιμώντας τους Χριστιανούς Ορθόδοξους για τον Μωάμθ και τους μουσουλμάνους ή θα έτρεμε;;;;
Άντε βρε λεβέντη μου πες τα κι αλλού αυτά.
Μέσα από σωματεία μπορούμε να κάνουμε πράξη το διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος, ακόμη και στα σχολεία να μπει ο διαφωτισμός.
Θα τα ξαναπούμε.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Μείωση 15% στις συντάξεις

Κλείδωσε λέει η μείωση του αφορολόγητου.
Και τι λέει το κλείδωμα; Λέει ότι οι φόροι αρχίζουν όχι από τα 8.560 αλλά από τα 5.900 ευρώ δηλαδή το ποσό της διαφοράς 8560-5900=2750
αυτό το ποσό θα φορολογηθεί από 15% -30% σύμφωνα με τη σύνταξη που παίρνει.
Θα πληρώνει μηνιαία από 27 ευρώ έως 55 ευρώ.
Ναι, με αυτόν τον τρόπο οι συντάξεις δεν μειώνονται, όχι απλά σας κρατάμε περισσότερη εφορία.Εσύ συνταξιούχε την ίδια σύνταξη σου λένε πως θα παίρνεις. Βέβαια όταν πας στην τράπεζα στο ΤΑΜΕΙΟ δεν θα σου δίνουν την ίδια,,, μα ονομαστκά;;; Θα σου λένε πως παίρνεις τα ίδια….
Βλέπετε ο καλός μας ΣΥΡΙΖΑ που να τους κοπούν τα χέρια, βρήκε τρόπους όπως την κράτηση υπέρ υγείας χωρίς να έχουμε υπηρεσίες υγείας, 6% από τις επικουρικές από τη δεύτερη σύνταξη θανάτου κλπ κόλπα του ΣΥΡΙΖΑ.
Τι δεν κατάλαβες.
Η ΤΡΟ’Ι’ΚΑ έγινε θεσμοί. Οι διορισμοί των συριζόπουλων απλά αλλαγή φρουράς στα υπουργεία τους.
Ποιος τα πληρώνει αυτά που αύξησαν το δημόσιο προ’υ’πολογισμό κατά 4% για τα συριζίπουλα τύπου Καρανίκα,,,, οι συνταξιούχοι.
Αυτοί που κατά Α.Λοβέρδο δεν πεθαίνουν κιόλας.
Στην υγειά μας με την πρώτη φορά αριστερά. Δεύτερη είναι δηλαδη, μα την πρώτη καλό ειναι να την ξεχάσουμε.

ΔΕΗ κλέφτεεεεεεες

Πριν από λίγες μέρες φωνάξαμε για ένα ποσό 15,5 ευρώ στο λογαριασμό της ΔΕΗ. Αυτό το ποσό εγγράφεται ως ΔΙΑΦΟΡΑ.
Ρωτήσαμε με πολύ προσοχή και ευγένεια τη ΔΕΗ για να καταλάβουμε τι είναι αυτό το ποσό που ενώ γράφει διάφορα 5/οο κρατήθηκε 15/οο σε όλο το ποσό[ΚΑΤΣΕ, ΥΚΩ ΣΗΚΩ ΚΛΠ].
Κάνοντας το λογαριασμό στην αξία του ρεύματος είναι 31/οο
Η ΔΕΗ Νόμος 2093 /92 αρθ / 9– παρ/5-6-7΄, λέει 5/οο για το κράτος και το έβαλε ο Μητσοτάκης, πότε, τότε που οι φόροι υπέρ τρίτων έπρεπε να καταργηθούν… Δηλαδή σε καιρό που φόροι υπέρ τρίτων δεν επιτρέπονται από την τότε ΕΟΚ.
Βέβαια στο ελληνικό κουβέρνο από παλιά μας έχουν ταράξει σε τέτοιους φόρους, σπατόσημα, ασφαλτόσημα,αγγελιόσημα, κλπ πόροι για οργανισμούς και ταμεία που τα πληρώνουμε όλοι για κάποιους.
Σήμερα μετά από ψαχούλεμα τι έμαθα; Εγώ με το ποσό των 15,5 /οο [[πλήρωσα 31/00 επί του λογαριασμού της ΔΕΗ ]] για το ταμείο τελωνιακών που δεν υπάρχει που έχει κλείσει.
Και βεβαιώθηκα πως δεν πληρώνω μόνο για τα νησιά, για τους ανάπηρούς για τους πολύτεκνους και τους υπαλλήλους της ΔΕΗ πληρώνω και για τα συριζόπουλα που μας φορτωσαν στην πλάτη όχι με 751 ευρώ όχι με 1.240 ευρώ που παίρνουν οι γιατροί οι νοσοκομειακοί που εργάζονται σε συνθήκες γαλέρας από 12 ώρες και πάνω μερικές φορές δε φτάνουν 18 και 29 ώρες συνεχούς εργασίας… Όχι τα συριζόπουλα δεν μπορούν να ζουν σαν αυτούς που έδωσαν είκοσι δυο χρόνια από τη ζωή τους για σπουδές, με διάβασμα εργαστήρια και όχι καφενέδες και μπαρ. Τα συριζόπουλα θέλουν από 2.580 ευρώ ακόμη και 4.000 και πάνω ευρώ..με σπουδές σε κάποια ΤΕΙ ή και όχι. Αρκεί να είναι συριζόπουλα.
Τώρα γιατί πληρώνω για ένα ταμείο με το οποίο δεν έχω σχέση, γιατί ενώ πληρώνω φόρους και μάλιστα τους κρατάνε από τα εισοδήματά μου κανονικά πριν πάρω τη σύνταξή μου.
Αλήθεια αυτό το ποσό που ήταν 1 ευρώ και δεν του έδινα σημασία πως χωρίς να υπάρχει ανακοίνωση αύξησης έγινε 15,5 ευρώ ( των διάφορων πως η ΔΕΗ )αντί για το 5/οο να μας κρατούν 30/οο.
Όσοι θυμώσαμε ας κινηθούμε πολλοί μαζί. Με αγωγές να στραφούμε κατά της ΔΕΗ και να ζητήσουμε δικαίωση. Στο κάτω κάτω αυτό το κράτος δεν θα διορίζει άχρηστους και να τους πληρώνουμε εμείς;;;

Τα βιβλία μας

+Βασίλη Π Παυλίδη
1)Οι Αλβανοτσάμηδες της περιοχής Παραμυθίας και η κατοχή
Βο βραβείο ιστορίας της Ακαδημίας Αθηνών 1957
2)Παροιμίες και Λα’ι’κά Ρητά
Αος έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών 1962
Ιστορικός και Λαογράφος με τέσσερα βραβεία από την Ακαδημία Αθηνών.Μελέτες του ιστορικές και λαογραφικές διδάσκονται σε ξένα
πανεπιστήμια
3) Σαμουήλ
Εξαντλημένο

+Χρήστος Θωμάς του Ιωάννου
1)Ήρωες της Ντουσκάρας
Βραβείο Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
2)ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
Ο Χρήστος Θωμάς ως Χρήστος Πολυδωρίτης έδωσε χρονογραφήματα σπάνιας ομορφιάς, λογοτεχνικής και ηθικής αξίας, με ένα λόγο ποιητικό που μόνο αυτός γνώριζε τόσο καλά, αφού ήταν ο λόγος της αλήθειας της ζωής του.
3)ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ
Μια μοναδική υμνολογία σε αγαπημένους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή.Λόγος ποιητικός δεκαπεντασύλλαβος.Μια μοναδική έκδοση.
4) ΚΡΑΥΓΕΣ
Ποιητικό εξαντλήθηκε.
Τα ποιηματά του μεταφρασμένα δημοσιεύθηκαν σε Εφημερίδες λογοτεχνικές στην Αγγλία από φίλο καθηγητή λογοτέχνη που τα μετέφρασε και τα έστειλε προς δημοσίευση.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά
1)Γριές και Άγριες
Πρώτο βραβείο διηγήματος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων ΄Λογοτεχνών
2) Μπίρομ Μπίρομ Λέλημ Λέλημ
Ιστορίες της γενιάς μου. Αλήθινες ιστορίες.
Πρώτο βραβείο της ΔΕΕΛ στην γιορτή των ποιητών 2009
Τα βιβλία μας πωλούνται στην τιμή κόστους του τυπογραφείου, και τα ταχυδρομικά τέλη.

+Απόστολος Ιωάννου Πάσχος
Δρ παθολογίας και πυρηνικής φυσικής, συγγραφέας, ποιητής, ιστορικός πολυβραβευμένος στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
1)ΙΑΤΡΟΔΙΑΤΡΟΦΟΛΟΓΙΑ
2)ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
Τα βιβλία αποστέλονται μόνο με τα έξοδα ταχυδρομείου
Τα βιβλία είναι μοναδικά και οι συγγραφείς έδωσαν όχι μόνο χρόνο αλλά κομμάτι από την ψυχή τους
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά