Η γυναίκα παλιά

Στην μικρή μας πόλη, που ο κόσμος ήταν διαφορετικός έβλεπες κοριτσάκα με μπούκλες και ωραία φορέματα φιόγκους στα μαλλιά τους και την ανεμελιά του παιδιού.Ήταν τα παιδιά της ατικής μας κοινωνίας.
Δίπλα έβλεπες να περνάει ένα άλλο κοριτσάκι της ίδιας ηλικίας με μαντήλι στο κεφάλι δίπλα μια γίδα που την πήγαινε να να βοσκήσει κατά τον Αηγιώργη, ή στα Σιαμέτια, και στο λαιμό της κρέμμουνταν το πλέξιμο, κάλτσες, ενώ πίσω σε ένα μικρό τσιμπολόι είχε λίγο ψωμί και μισό κρεμμύδι.
Τούτα τα μικρά κοριτσάκια που είχαν τόσο διαφορετική εμφάνιση, θα είχαν και διαφορετική τύχη.
Η μια θα πήγαινε στο σχολείο μετά στο Γυμνάσιο και ύστερα θα μπορούσε έστω και χωρίς να έχει πάει Ακαδημία θα μπορούσε να διορισθεί κάπου έστω και σαν δασκάλα σε μικρές τάξεις υπό την επίβλεψη δασκάλου.
Θα ήταν πάντα καλοντυμένη και θα είχε μισθό για τα λούσα της και για την προίκα της.
Αυτή δεν θα χρειαζόνταν πιθανώς καμιά προίκα. Προίκα ήταν ο μισθός της.Αυτή θα διάλλεγε το σύντροφο της ζωής της ακόμη και αν ήταν προξενιό. Αυτή θα αποφάσιζε αν τον ήθελε ή όχι.
Όσο για την οικογένεια και τα παιδιά όλο και κάποια θεία θα ΄ήθελε να βοηθήσει για να ξεφύγει και κείνη από την κούραση του χωριού.
Μα κι αν δεν υπήρχε θεία για λίγες δραχμές κάποια γυναίκα θα έκανε για λίγες ώρες τις δουλειές και θα κοίταγε τα παιδιά.
Ακόμη κι αν δεν παντρεύονταν θα ήταν η κυρία τάδε και δεν θα είχε ανάγκη να ξεπέσει στα χέρια κανενός.
Ας δούμε τώρα το άλλο κοριτσάκι, αυτό παρέα με την κατσικούλα της και το πλέξιμό της όταν έφτανε στον τόπο της βοσκής του ζώου. Θα κρέμαγε το τσιμπολόι της σε κάποιο δένδρο και θα περίμενε πλέχοντας να έρθει και κάποιο άλλο παιδί.
Και έρχονταν, αγόρια και κορίτσια.
Τότε κοίταγαν να πάνε τα ζώα κάπου που να έχει τροφή και έβρησκαν το χρόνο να παίξουν κυνηγητό, κρυφτό, ξυλίκι.
Αν τους ξέφευγε κανένα ζώο, τότε έτρεχαν όλα μαζί να το βρουν το λυκοσκισμένο που δεν στέκεται.
Αυτό το κοριτσάκι θα είχε και καλό φόρεμα της Κυριακής και καλά παπούτσια, μετά τα δέκα τρία της χρόνια.
Θα φορούσε το μαντήλι με τρόπο που να φαίνονται οι ωραίες της πλεξίδες.
Στα δέκα τέσσερα, ήξερε να πλένει,να ζυμώνει, να κάνει αργαλειό μα προ παντός να κουβαλάει στη ράχη της μεγάλο φόρτωμα ξύλα.Στην Παραμυθιά επειδή είχε πολλές βρύσες και πηγάδια δεν κουβάλαγαν νερό με τη βαρέλα. Το νερό το κουβάλαγαν με τα γκιούμια ή στάμνες.
Στα δέκαεφτά, το πολύ δέκα οχτώ, έπρεπε να παντρευτεί με προξενιό.
Έρωτας;
Υπήρχε, όμως αν η οικογένεια δεν ήθελε η κοπέλα έσκυβε το κεφάλι και ακολουθούσε τη μοίρα της.
Από μικρή είχε μάθει τα καλά του γάμου της οικογένειας.
Έτσι πριν νοιώσει τον κόσμο βρήσκονταν παντρεμένη και μάλιστα στο χρόνο με παιδί.
Η ζωή της δύσκολη.
Αν είχε το ψωμί και άντρα και πεθερικά καλά, όλα καλά. Δεν την ένοιαζε η δουλειά μήπως στο πατρικό της δεν περνούσε τα ίδια και χειρότερα.
Λάχανα στη μάνα μου, Λάχανα στον άνδρα μου, κάλιο με τη μάνα μου πάρεξ με τον άντρα μου έλεγαν οι κακοπαντρεμένες. Κάλιο με τον άντρα μου πάρεξ με την μάνα μου οι καλοπαντρεμένες.
Άμα όμως η φαμίλια ήταν κακιά και η πεθερά στρίγκλα που έβγαζε τα απωθημένα της πάνω στο θύμα που βρέθηκε μπροστάτης τότε το ψωμί πικρό γίνονταν ένα με το δάκρυ και τη σιωπή.
Αυτή ήταν η ζωή της. Αγκάλιαζε τα παιδιά της και προσπαθούσε να είναι όσο πιο μακρυά από την εμπόλεμη ζώνη.
Αν μίλαγε ο άντρας;
Τότε στις οικογένεις κουμάντο έκαναν τα πεθερικά. Έρχονταν ο άνδρας και έδινε το μεροκάμματο στον πατέρα ή στη μάνα.
Ευτυχώς τα πράγματα άλλαξαν. Τι περίεργο όμως άλλαξαν και πήγαν στο άλλο άκρο.
Την ομορφότερη στιγμή της ζωής της γυναίκας, εκείνη την αντάλλαξε με το κομψό της σώμα.Δεν ήθελε παιδιά, κι αν έρχονταν κατά λάθος, δεν τα θήλαζε να μην χαλάσει το ωραίο της στήθος.
Το σκυλάκι αντικατέστησε τα παιδιά.
Και η κενοδοξία αντικατέστησε τα όνειρα για δημιουργία.
Όλα έγιναν πράγματα, λούσα. Έπιπλα, διακοσμητικά, χαλιά κρύσταλλα.
Πολλά άλλαξαν μα αντί για ευτυχία γύρω υπάρχει μια μοναξιά που τη νοιώθεις, ακόμη και όταν είσαι σε μια γιορτή μέσα σε πολύ κόσμο.
Τώρα ναι, αυτά όλα άλλαξαν,έχουμε τα ηλεκτρικά σπίτια, με όλες τις ανέσεις.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ήθη και έθιμα των Φώτων το 1950 στην Παραμυθιά

Παραμυθιά 1950
Σε δυο μέρες θα έχει ο μήνας έξη.
Το σπίτι έπρεπε να είναι στην τρίχα. Γιόρταζε ο Φάνης μας. Πέντε νονοί τον βάφτισαν με αρχηγό το Φαρμάκη. Όλη η οικογένεια θα ήταν στο σπίτι αφού πρώτα έρχονταν ο παπάς μας για την ευλογία και τον Αγιασμό.Μετά ακολουθούσαν ο κόσμος. Μπροστά σε ένα μεγάλο τραπέζι είχαμε σε μεγάλες λεκάνες,κουραμπιέδες, μελομακάρονα και ταψιά μπακλαβάδες και γκαντα’ι’φια. Είχαμε σε μια σοκολατιέρα σοκολατάκια μαργαρίτες. Για αυτούς που ήθελαν να τους δώσουν γλυκά για το σπίτι έκανε αμυγδαλωτά.
Σε ένα τραπέζι είχαμε τα ποτήρια για κρασί ούζο, μα τα πιο όμορφα ήταν του λικέρ, μικρά με ωραία σκαλιστά λουλουδάκια. Ίδια ήταν και τα πιατ’άκια του γλυκού, που κει κείνο γυάλινα, όμορφα σαν λουλουδάκια. Τα λικέρ ήταν σε ωραία μπουκάλια με σπιτικά λικέρ με πανέμορφα χρώματα και αρώματα. Οι γυναίκες πίνανε λικέρ οι άνδρες ούζο ή τσίπουρο ή κρασί. Πάντα έμπαιναν μεζέδες και κανάτες με νερό.
Εμείς Θεοφάνη δεν είχαμαν στο σόι μας. Όταν λοιπόν έγινε η βάφτιση του αδελφούλη μου ρώτησαν οι νονοί.
Τι όνομα να του βγάλουμε του παιδιού;
-Ότι θέλετε είπε ο πατέρας μας.
Έτσι τον είπαν Θεοφάνη.
Έπρεπε όπως σε κάθε γιορτή να είναι το σπίτι καθαρό και έτοιμο να δεχθεί πολύ κόσμο, μα και όλα τα σπίτια ήταν καθαρά, να είναι έτοιμα να δεχθούν τον πρωταγιασμό ή τη φώτιση, όπως έλεγε η γιαγιά μου η Ελένη. Η μάνα μου την έλεγε του Σταυρού..
Την παραμονή των Θεοφανείων, ο παπάς μας με ένα μεγάλο, σταυρό ασημένιο μεγάλο με ωραίες πέτρες και στολισμένο με βάγια περνούσε σε όλα τα σπίτια μαζί με ένα παιδί που κρατούσε ένα κατσαρολακι καλα’ι’σμένο, με αγιασμό και ο παπάς μας άγιαζε το σπίτι τα λουλούδια μας, τα δένδρα, τον κήπο, και τις κοτούλες μας. Σε άλλα σπίτια πήγαινε κι αγίαζε την κατσικούλα ή τα κοπάδια που είχαν..Πήγαιναν και στα χωράφια τα αμπέλια και τα αχούρια, με τους στάλους των ζώων
Η νοικοκυρά έδινε ένα νόμισμα στον παπά, ένα πιο μικρό στο παιδί και έριχνε στο κατσαρολάκι νομίσματα περισσότερα για την εκκλησία.
Την παραμονή τα παιδιά έλεγαν και τα κάλαντα που ήταν δυο ειδών.
Κάλαντα Φώτων
Σήμερα τα Φώτα και ο Φωτισμός,
Σήμερα χαρά μεγάλη κι ο ό αγιασμός.
Αυριο ειν τ΄Αγιάννη ο Πρόδρομος
Η Κυρά μας η Παναγιά
Σπάργανα βαστάει κερί κρατεί,
Πρόδρομε Αηγιάννη παρακαλεί,
βάφτισε το γυιο μου Θεού Παιδί.
Δέχομαι και θέλω και προσκυνώ,
να πετάξω απάνου στον Ουρανό.

Ο μικρός όμως έλεγε τα κάλαντα που λέγανε τα πιο πολλά παιδιά.
Σήμερα τα Φώτα
καρκαλιέται η κότα,
πίσω πο την πόρτα,
αυτή δεν πολογιέται,
της ρίχνει ένα λιθάρι,
την παίρνει στο ποδάρι.
Όι όι πόδι μου
και κουτσιποδάρι μου
Που να πάω να γιατρευτώ,
στην Κυρά την Παναγιά,
πόχει ανώγια και κατώγια
και κλειδιά και παρακείδια.
Άνοιξα και μπήκα μέσα,
βρίσκω λύκο που χορεύει,
αλεπού που τσαγκατρεύει.

Έχει κι άλλο μα που να τα θυμάμαι. Την ημέρα της φώτισης η πρωτάγιασης είναι μεγάλη νηστεία ούτε λάδι οι γριές ούτε νερό ούτε ψωμί.
Το βράδυ εκεί στα μεσάνυχτα έβγαινε στον ουρανό ο Ιορδάνης ποταμός, και Άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν στη γη ΄τραγουδώντας ύμνους στο Χριστό μας.
Κάθε χρόνο περίμενα ξύπνια να δω το θαύμα όμως εγώ ποτέ δεν το είδα. Όλο κοιμώμουνα.
Την ημέρα των Φώτων πηγαίναμε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου με ένα κανάτι, γκιούμι μπουκάλι.Ο παππούς κράταγε μπουκάλι εμείς κανάτι γυάλινο.
Μετά τη θεία λειτουργία και τον αγιασμό των υδάτων, ο οποίος αγιασμός γινόταν από τον παπά μας στην κολυμπήθρα.. Η κολυμπήθρα ήταν γεμάτη νερό, ο παπάς μας, άγιαζε το νερό που είχε η κολυμπήθρα. Από κει γεμίζαμε τα δοχεία μας, να τα πάμε στο σπίτι. Πίναμε όλοι νηστικοί, αγιάζαμε και μόνοι μας το σπίτι και τον υπόλοιπο αγιασμό τον κρατάγαμε στο σπίτι για φάρμακο.
Αυτόν το αγιασμό όταν τον κρατάμε είναι πολύ θαυματουεργός έλεγε η γιαγιά μου, και όταν τον πίνουμε άρρωστοι δεν πρέπει να έχουμε φάει είναι σα μεταλαβιά. Έτσι θα γίνουμε καλά.
Απο δω και πέρα τέρμα οι καλικάτζαροι γυρίζανε στα σκοτάδια στο κέντρο της γης.Αρκετά τραβάμε δέκα πέντε μέρες με αυτούς που μαγαρίζουν τα φαγιά μας κι ανακατώνουν τα σπίτια μας…..
Εκεί, όπως λέει ο μύθος προσπαθούν να κόψουν το δένδρο που κρατάει τη γη όρθια.
Των Φώτων τα φαγητά μας ήταν πίτες που εύκολα τις σερβίρεις όταν είναι πολλά άτομα.
Εμείς Γιάννη τότε δεν είχαμε. Είχαμε όμως Χρήστο, Βασίλη και Φάνη.
Του Αηγιαννιού όμως πολλοί έβαζαν φωτιά να σκιαχθούν οι καλικάτζαροι.
Στο σπίτι μας το τραπέζι των Φώτων ήταν πλούσιο σε πίτες που σερβίρονται εύκολα όταν είναι πολλά άτομα.
Το τραπέζι λοιπόν ήταν πλούσιο σε κρεατόπιτες με ρύζι ή κεραστές, κοφτόπιτες, λαχανόπιτες, κοτόπιτες τυρόπιτες,λαχανόπιτες, και κρέας στο νταβά με μακαρόνια γκιουβέτσι.
Μου αρέσουν πολύ οι γιορτές. Η μάνα μου έλεγε πως δεν είμαι μόνο κοντή, αλλά δεν μεγαλώνω και στο μυαλό.[ χαζή με έλεγε]
Εγώ όμως πάντα ήμουν γελαστή, ακόμη κι όταν ήμουν για κάτι πικραμένη.
Δεν ήθελα να με βλέπουν λυπημένη.
Δεξιά κι αριστερά του σπιτιού μας έμενε η οικογένεια Χ. Κούρτη που είχε χάσει το γυιο της το Γιάννη και αριστερά έμενε η Ντίνα που είχε χάσει το γυιο της το Χρήστο. Δεν έπρεπε να τραγουδάμε όταν οι άλλοι έχουν λύπη.
Έτσι χαρούμενα αλλά χωρίς τραγούδια περνούσε η γιορτή του Φάνη μας.
Μετά εγώ θα πήγαινα στο σχολείο τάξη δευτέρα.
Τα άλλα δεν πήγαιναν στο σχολείο.
Χρόνια πολλά με υγεία.
Στο σπίτι μας ρίχναμε και λίγο αγιασμό στο πηγάδι μας να αγιασθεί κι αυτό. Βέβαια ο παππούς μας έλεγε πως τω Φώτων όλα τα νερά είναι αγιασμένα. Τα αγιάζει ο Θεός.
Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε,η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις, του γαρ γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι, αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα, και το πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές. Ο επιφανεις Χριστέ ο Θεός και τον κόσμο φωτίσας δόξα Σοι.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Χριστέ μου

Ήρθες Χριστέ μου πάλι απόψε,
ήρθες στο κρύο στη βροχή,
μωρό στην φάτνη σου, προστάζεις,
Αγάπη Ειρήνη,Προκοπή.
Ήρθες Χριστέ μου, πάλι άπόψε,
γυρω ο κόσμος κλαίει πονά,
και Συ συνέχεια ευλογείς,
από τα χρόνια τα παλιά.
Χρίστε, φωνάζω απελπισμένη,
σώσε μας από την τιμωρία,
της αμαρτίας τη μωρία.
Χριστέ του κόσμου μας ελπίδα,
κοίτα τη δόλια μας πατρίδα.
Ρίξε το φως Σου της αγάπης
δός μας ελπίδα πως θα φανείς
ξανά στης Βηθλεέμ τα μέρη,
που κόκκινο κυλλά νερό.
Βάψαν Χριστέ μου τα ποτάμια
καθώς το αίμα κυλλάει ζεστό.
Τις εκκλησιές σου τις γκρεμίσαν
στη λάσπη ρίξαν το σταυρό,
και τους ανθρώπους της αγάπης,
τους σκότωσαν, τους λεν εχθρούς.
Χριστέ μου, της ζωής ελπίδα
Σκύψε στη δόλια μας πατρίδα.
Δώσε ελπίδα, δώσε φως, αγάπη δώσε
Συ είσαι για μας μόνος Θεός.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

2017, Ειρήνη ή πόλεμος;

2017,
Μου λεν, πως έχεις ελπίδα.
Τους λέω, σε ποια πατρίδα;
Στην Ελλάδα μου λένε.
Eκεί που ήρθαν οι Θεοί
να χτίσουν τα παλάτια τους.
Τους κοιτώ με απορία,
δεν γνώρισαν, δεν είδαν
την ιστορία των αιώνων;
Θαμπά γράφω, ενενήντα εννιά έτη.
Τι γράφεις εκεί φωνάζουν;
Σκλάβοι είμαστε τους είπα.
Σκλάβοι, σε βάρβαρους Ούνους.
Μας πούλησαν για χρόνους εκατό.
Τα κράτη ΔΕΝ σκλαβώνονται,
μονάχα με τα όπλα ανόητοι!
Εγώ ξέρω και τον οκονομικό πόλεμο.
Η Τροία, η Ελένη, η Μήδεια,
έρωτες, πόλεμος, χρυσάφι.
Λάθος σειρά, Χρυσάφι,πόλεμος.
Έρωτες, μάντεις,πόλεμος.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Οι σκλάβες

Σκλάβες συρθήκανε,
μες τα βασιλικά καράβια
Την ομορφιά τους θαύμασαν
Έλληνες δοξασμένοι ήρωες.
Για κείνες βγήκαν τα σπαθιά.
Μα αυτές, με πένθιμο μανδύα
σκημμένο κεφάλι και δάκρυ στα μάτια
τρέμουν, προσκυνούν χαμογελούν.
Σκλάβες τώρα και οι κυράδες.
Σκλάβα η βασίλισσα και οι δούλες της.
Σκλάβες που τηρούν την τάξη την ιεραρχία.
Σέρνονται στης ξενιτιάς τα μέρη,
Θάλασσες θα περάσουν, θεριά.
Στην αλμύρα τους θα ψηθούν.
Γνωρίζουν τη μοίρα τους πονού.
Όνειρεύονται παιδιά να γεννήσουν πολλά.
Τρώες, την Τροία να ξαναχτίσουν.
Γυμνές,και ανυπόδητες εργάτριες,
με χώμα, άχυρο, νερό,
κι ένα βωμό θα στήσουν.

Τα κάστρα τα άπαρτα, παίρνονται,
αφού σπαρθεί η γη, με ηρώων κορμιά.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Κεραμμύδα στο κεφάλι μας

Ακούσατε αγαπητοί μου φίλοι στις ειδήσεις, θα δωθούν 400 ευρώ ανάοικογένεια στους μετανάστες. έτσι απλά.
Από τον Γενάρη οι μετανάστες δεν θα λαμβάνουν τροφή αλλά κάθε οικογένεια θα παίρνει 400 ευρώ το μήνα.
Και άντε να δίνουν κάποιοι ή το κράτος που δεν τολμά να βοηθήσει κανέναν Έλληνα στους πρόσφυγες στους λαθρομετανάστες γιατί;
Ήρθαν αλγερινοί, μαροκινοί, ιρανοί, αυτοί είναι πρόσφυγες;
Αφού το 80% δεν είναι πρόσφυγες γιατί δεν τους βάζουμε στα καράβια και στις πατρίδες τους;
Που θα βρει τα χρήματα ο κύριος Τσακαλώτος,,, κρίμα το όνομα,,,, να πληρώσει όλους τους λαθρομετανάστες; Εμείς κουραστήκαμε να πληρώνουμε, δεν μπορούμε να ζήσουμε, τι θέλει,,,, θέλει ξεσηκωμό,,, ο Αλέξης μας,,,, φωτιά στα μπαντζάκια του;
Κατάλαβε σε τι θέση έχει φέρει το λαό των Ελλήνων αυτός και η Τασία η αναμαλλιάρα;
Ας μας πουν που θα βρουν τα χρήματα αλλοιώς κάηκαν. Αλέξη πρόσεχε μην ανάβεις το σπίρτο.Πόσα χρήματα παίρνουν το μήνα οι οικογένειες των ανέργων; Πόσα χρήματα παίρνουν το μήνα οι άστεγοι; Θα μας πει Τσακαλώτε;
Αφού θα βρεις για τους λαθρομετανάστες γιατί δεν βρήσκεις για τους άνεργους άστεγους που πεθαίνουν στπυς δρόμους;
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Χριστούγεννα με ελιές, κότα σούπα και τηγανήτες της πλάκας

Φίλος με ρώτησε μια μέρα. Εσείς εκεί στα 1950 πρέπει να ζήσατε πολύ καλά.
Όπως μου έλεγε η γιαγιά μου, όλα ήταν καλά κι αν κάποιος τσακώνονταν με κάποιον άλλον γιατί του έκλεψε μια κότα, φίλιωναν με τη βοήθεια του παπά και πήγαιναν να κοινωνήσουν..
Σκέφτηκα πολύ πριν απαντήσω.
Δεν είναι έτσι, μουμούρισα μέσα μου.
Νοιώθω ντροπή γιατί χωρίς να το θέλω σας παρουσιάζω τη μια πλευρά της ζωής, αυτήν που εγώ έζησα σαν παιδί. Και γω δεν ήμουν ο μέσος όρος. Και γω ήμουν παιδί της πόλης.
Και όλο σας μιλώ για την ζωή στην πόλη μας γιατί μέσα σε αυτήν ζούσα κι αυτήν θυμάμαι. Δεν λέω αλήθεια ίσως χωρίς να το καταλάβω,, κάνω διαχωρισμό των αναμνήσεών μου, σε κείνες που περνάν ανώδυνα, τρυφερά και δίνουν χαμόγελο.
Αυτή έβαλε πάνω μου τη σφραγίδα της και σας παραπλανώ χωρίς να σκέπτομαι.Βλέπετε είναι η δική μου μοναδική αλήθεια.
Σήμερα αν και χρονιάρες μέρες έβαλα τον εαυτό μου στη διαδικασία του όλου και όχι του μέρους.Έπρεπε να δώσω την αληθινή εικόνα του καιρού μου του καιρού των παιδικών μου χρόνων.
Ναι φίλε είπα στον άνθρωπο που με ρώτησε και ήταν εκεί γύρω στα πενήντα πενήντα πέντε χρόνια λίγο μεγαλύτερος από τα παιδιά μου..
Δεν τον ρώτησα αν γνωρίζει τη ζωή γύρω του κι αν αυριο θα θυμάται με όλη του την καλή θέληση αυτό που πeρνάει σήμερα ο λαός μας. Δάσκαλος ο πατέρας του, δασκάλα η μάνα του΄. Σίγουρα δεν έζησε τον τρόμο της ανεργίας, έζησε όμως τη μετακόμιση που δεν του επέτρεπε να έχει φίλους παιδικούς γκαρδιακούς. Πότε εδώ πότε εκεί. Στο πανεπιστήμιο έκανε για πρώτη φορά σταθερές φιλίες και στο στρατό.

Ναι φίλε, υπήρχε πολύ μεγάλη φτώχεια στον καιρό μου. Υπήρχε πολύ δυστυχία.
-Γιατί δεν το γράφεται.
-Το γράφω, μα στέκεστε στα άλλα, γιατί η φτώχεια τότε ήταν κατάσταση ίδια για όλους, κι αν κάποιος ξέφευγε λίγο ήταν ένας, οι πολλοί ήταν ίδια.
Μα κι αυτός ο ένας, ίδια ζωή έκανε. Βλέπεις στα χωριά μας καμιά δεκαριά ήταν όλοι και όλοι οι πολύ πλούσιοι που είχαν τόσα όσα οι αγάδες πριν φύγουν. Βέβαια η πόλη μας είχε μεσαία τάξη την αστική. Εμπόρους δασκάλους καθηγητές γιατρούς βιομήχανους, κλπ μα η πόλη μέσα και όχι οι γειτονιές της οι μακρινές.
Ο πόλεμος είχε ριμάξει τα πάντα. Οι αγάδες πάντα είχαν το πάνω χέρι και οι Έλληνες ευχαριστούσαν το Θεό όταν έμπαινε στο τραπέζι τους το καλαμποκόψωμο οι ελιές και το στουμπηχτο κρεμμύδι. Δίπλα ήταν το τηγάνι που μέσα είχε λάδι καμμένο με πολύ καυτερό πιπέρι κόκκινο.
Ίσα που ακούμπαγαν το ψωμί στο λάδι και οι ελιές τρώγονταν νόστιμα τρεις και τέσσερεις μπουκιές η μια.
Έτσι ήταν η ζωή, τα λάχανα μπορούσαν να τα έχουν μα που χρόνος για τούτα, τώρα μάζευαν τα κομμάτια τους έστρωναν τη γη τους έσιαχναν τις αυλές και τα κήπια τους, μάζευαν ζώα. Ήθελαν να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους έστω και σε καλύβια..
Έτσι προσφάι ήταν τα γκόρτσα, και ότι άγριο είχε ο τόπος. Τα καλά που έβγαζαν από τα κήπια τους, τα πούλαγαν στην πόλη στο παζάρι του Σαββάτου..
Αλάτι για τις ελιές για το τουρσί,το τυρί ή το γαλοτύρι. Το αλάτι ήταν ακριβό, και ήθελαν πολύ,για το σπίτι για τις αλαταριές στα ζωντανά, και που λεφτά.
Τα σπίρτα και αυτά τα ξάλμα ήταν ακριβά, μα να, είχαν το τσακμάκι με το στερνάρι και την ίσκα.
Ρούχα ότι μπορούσαν το έκαναν μόνοι τους με λίγο αλατζιά και δίμητο του αργαλειού. Ακόμα κάπες από τραγιόμαλλο που δεν ποτίζει νερό. Με τούτε οι τσοπαναραίοι ήταν στα ζώα τους μέρα νύχτα. Έκλεβε τότε πολύ ο κόσμος.
Φως το καντηλάκι για πολλούς ήταν αρκετό. Κάποιοι είχαν και λάμπες με πετρόλαδο.
-Και τότε πως νοιώθαταν ευτυχείς μου είπε ο Κώστας γιατί έτσι λένε το γυιο της φίλης μου της Χρύσως.
Άκου παιδί μου στον πόλεμο δεν είχαμαν παρά μονάχα τρύπες να κρυφτούμε στο βουνό.
Οι κορφάδες και τα κατουρλιά, οι βολβοί γίναν φα’ι’ μας. Έφεξαν τα πρόσωπά μας από την πείνα μα δεν πεθάναμαν.Μας κράτησαν ζωντανούς οι κουτσουρέλες και οι αντράκλες, ο κάρδαμος και τα τσιροπούλια.
Σαν πέρασε ο πόλεμος δέκα χρόνους κράτησε που να μην ξανάρθει ποτές, πέντε χρόνια με τους ιταλούς, γερμανούς, τσάμηδες και πέντε με τους δικούς μας.
Χωριά ριμαγμένα, σπίτια καμμένα, και ο τόπος άγριος μύριζε θάνατο.
Έσκαβες και πάταγες τη νάρκη ή τη μπόμπα και έμενες σακάτης αν δεν σκοτώνουσαν.
Μα έπεπε να ζήσουν. Έτσι έσκαψαν, έκαναν καλύβια, μπήκαν μέσα και κοίταξαν να μαζευτούν στη γωνιά τους να κάνουν κορωνιό.
Κοίταζαν πρωί βράδυ το Θεό κι έλεγαν δόξα Σοι Κύριε. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν έτρεχαν κάθε βράδυ να κρυφτούν, γιατί είχαν ένα κομμάτι ψωμί, ένα σάισμα κοντά στη φωτιά να γύρουν και να κοιμηθούν χωρίς φόβο.
Το ψωμί ήταν αρκετό με τις ελιές. Αν ήταν και λίγο γαλοτύρι ακόμα καλύτερα.
Τα αυγά δεν τα τρώγανε.
-Γιατί;
-Γιατί τα αυγά ήταν λεφτά. Το πήγαινες στο μπακάλη για κλωστές σπίρτα τετράδιο βελόνες και φυτίλι.
Και σαν πέρασε ο πόλεμος μπήκε στο τραπέζι και η φασουλάδα σκέτη με κρεμμύδι και κόκκινο πιπέρι καυτερό.
Χίλιες δόξες Θεέ μου, χίλιες δόξες. Άρχισαν να λάμπουν τα μούτρα από την κάποια ξεγνοισιά
Μετά μπήκε και η πατάτα, αφού τα χωράφια ξεχερσώθηκαν σκάφτηκαν, σπάρθηκαν, κάρπισαν Κάπου κάπου μπήκε και το κρέας. Πρώτα έτρωγαν κρέας, Πάσχα, Χριστούγεννα κι απόκριές. Σε γάμους και σε πανηγύρια ή βάφτισες.
Όχι τα ζώα δεν τα σφάζαμαν , μας έδιναν γάλα για το μπάτζιο και οι κτηνοτρόφοι ζήταγαν και έπαιρναν το τυρόγαλο να βγάλουν γκίζα και για να είναι καλή έριχναν μέσα και λίγο γάλα.
Κανένα δεν παραπονιούνταν. Όλοι φορούσαν ρούχα μπαλωμένα. Καμάρωναν τα παιδιά για το φιλντισένιο κουμπί ή το ωραίο μπάλωμα.
Και πήρε η ζωή το δρόμο της και όλοι έλεγαν δόξα τον Θεό και πήγαιναν στην εκκλησιά και κάθουνταν οι άνδρες μετά την εκκλησιά κι άκουγαν τον παπά και το δάσκαλο να τους ορμηνεύουν.
Έτσι ήταν τότε. Μα κάθε χρόνο κάτι άλλαζε προς το καλό.
Ο άνθρωπος είναι ζηλιάρης και λαίμαργος. Αντί να δει πως ο ίδιος άλλαζε τη ζωή του, έφυγε να πάει να κάνει άλλες πατρίδες πλούσιες να χαρίσει τα νιάτα του, τη ζωντάνια, του τη ζωή του, στα έρημα τα ξένα κι όταν γύρισε στον τόπο του ήταν ξένος γιατί έλειπαν αυτοί που μαζί πορευουνταν στα παιδικά τους χρόνια.
Ξένοι εδώ, ξένοι κι εκεί, πίκρα μα ποιος παραδέχεται πως έκανε λάθος.
Κανείς.
Μιλάμε για την αγάπη που είχαν οι άνθρωποι στα χωριά μας.
Ήταν αγάπη η φόβος;
Αυτό θα το πούμε στο άλλο κομμάτι της ομόνοιας του κόσμου και της ειρήνης των κατοίκων των χωριών μας.
Ας έρθουμε και στα Χριστούγεννα πως τα γιόρταζαν τότε.
Εκκλησία κάθε που χτύπαγε η καμπάνα.
Άσπρισμα με ασβέστη σε όλα τα σπίτια καλύβια αχούρια δένδρα.
Και μετά τη νηστεία φαγητό.
Έτσι τα Χριστούγεννα το φαγητό τους ήταν Ψωμί Ελιές, Κότα Σούπα, η πίτα,η λίγο χοιρινό αν είχε κάποιος χοίρο που τον έκαναν με καμπρολάχανο ή σέλινο αυγολέμονο. και ΤΗΓΑΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ, τα σπάργανα του Χριστού. Ζάχαρη; Όχι. Λίγο μέλι από άγρια μελίσσια ή πετιμέζι.
Δόξα Σοι ο Θεός.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Τα κάλαντα της εφορίας

Η εφορία είναι ένα πολυκέφαλο τέρας.
Ένα τέρας ανεξέλεγκτο.
Σε όποια δήποτε επιχείρηση μεγάλη διεθνή όταν θα πας ως πελάτης, σε χρόνο ρεκόρ θα σου λύσουν το τυχόν πρόβλημα.Είσαι Αμερική, το πρόβλημα είναι Γαλλία τσουπ σε βρήσκουν. Τσουπ σου λύνουν το πρόβλημα με ένα μεγάλο χαμόγελο.
Λοιπόν η καλή μας εφορία που την τα’ι’ζουμε χιλιάρικα επί χιλιάρικων και στους υπαλλήλους πληρώνουμε μισθούς πολύ καλούς,,,,,,, λειτουργεί σαν μπακάλικο τρίτης κατηγορίας.
Από τον καιρό του ΠΑΣΟΚ δώσαμε τα μαλλιά τους κράτους μας, για να κάνουμε τον εκσυγχονισμό του κράτους μας, δηλαδή των εφοριών μας.
Δώσαμε του σκασμού τα λεφτά στον Αθανασούλη αυτόν της ALTEC που τα κονόμησε και στο χρηματηστήριο, για να κάνουμε την ηλεκρονική κυβέρνηση, από τα υπουργεία τους,, από τους Δήμους,, μα πάνω από όλα από τις Εφορίες.
Οι υπάλληλοι! Έβαλαν τους υπολογιστές στην άκρη και άντε!!! Χα χα χου χου…
Σιγά- σιγά κάτι άρχισε να κινήται.
Έτσι μα επειδή οι υπολογιστές του Αθανασούλη ήταν για πέταμα, [ ΛΕΦΤΆ ΓΙΑ ΤΣΈΠΕΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΏΝ ΔΗΜΆΡΧΩΝ, κλπ κλπ κλπ] τους πέταξαν και πήραν άλλους, λεπτούς όμορφους κλπ. Με ωραίες εικόνες και !!!!! Και να η ηλεκτρονική διακυβέρνηση[[ μπούρδες]]
Μετά από χρόνια, θες κάτι από την Εφορία και είσαι στην Καβάλα, πας στην Εφορία.
Έχεις ταυτότητα, ΑΦΜ, και όλα όσα χρειάζονται.
Μαίνεις μέσα με το καλό σου πρόσωπο. Κόσμο δεν έχει. Ωραία λες μέσα σου. Αμ΄΄΄αει μάνα μ΄άει…..
Σου λένε ενώ είναι μπροστά στον υπολογιστή, δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω, πρέπει να πας στην Εφορία Πύργου που έχεις το ΑΦΜ.
-Γιατί δεν με βρήσκετε! Δεν βλέπετε αυτό που σας ζητώ;
-Στην Εφορία σας δυστυχώς δεν μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε.
-Γιατί αφού τα βλέπετε.
-Έτσι είναι. Σας παρακακώ να πάτε στην εφορία σας.
-Η Εφορία δεν είναι μια,,
-Μη χάνουμε χρόνο στην Εφορία σας.
Φεύγεις, πας στον Πύργο και σου λένε.
Πρώτα θα πληρώσεις το πρόστιμο γιατί άργησες κλπ κλπ κλπ.
-Μα πήγα στην Εφορία κλπ κλπ κλπ.Έχω ακόμη το χαμόγελο,,,,
-Μα ήμουν στο νοσοκομείο ή είχα εργασία, ή το πρόβλημά σου.
-Τι να σας κάνουμε. Πληρώνεις και σκας.
Αγαπημένη μου Εφορία που έφαγες του σκασμού γιατί δεν μπορείς να κάνεις αυτό που κάνουν όλα τα ιδιωτικά μαγαζιά και όλα τα κράτη.
Αγαπητό μου κράτος, πόσο άχρηστο είσαι. Μήπως δεν είσαι και είναι ο μόνος τρόπος να ξεζουμίζεις τους φτωχούς που δεν έχουν για δικηγόρους οικονομικών,,,που όταν τους βλέπετε σκάτε κάνετε υποκλήσεις και σκεπάζετε τα πάντα. Ας πούμε τι κάνετε για αυτούς που χρωστάνε ακόμα και δις και έρχονται με την παρέα τους , τί;
Αγαπημένη Εφορία αυτά που βλέπουμε εμείς γιατί δεν τα βλέπουν εφοριακοί που έγιναν υφυπουργοί και υπουργοί; Χα κόρακας κοράκου μάτι δεν ββγάζει.
Αυτά δεν είναι στη φαντασία των πολιτών.
Και φαντασθήτε ότι οι τράπεζες εισπράτουν για την Εφορία, ακόμη και τις δόσεις.
Οι λογισταί κάνουν τη δουλειά των υπαλλήλων, οι υπάλληλοι τι κάνουν;;;;
Βρήσκουν τρόπους να κάνουν πως εργάζονται για να έχουν τη θέση που θα την κληρονομήσουν σε κάποιο συγγενή τους.

Τα Χριστούγεννα της αγωνίας 1945

Κάπου εκεί στο τέλος του Νοέμβρη ήρθε το μεγάλο κακό.
Έπρεπε όλες οι οικογένειες των ανταρτών του ΕΔΕΣ να φύγουν μακρυά για την Κέρκυρα.
Οι άνδρες έκρυψαν σε σπηλιές τα όπλα κι έκαναν πως γύρισαν στις δουλειές τους.
Δεν ήταν εύκολο να φύγουν όλοι.Μα δεν ήθελαν και να φύγουν, που θα άφηναν το λίγο βιος τους;
Οι πιο πολλοί πήγαν στα Γιάννενα, όμως εμείς δεν ξέρω το γιατί φύγαμε μαζί με άλλους για την Κέρκυρα. Φύγαμε η μάνα μου, εγώ και στην κοιλιά της μάνας μου ο αδελφός μου.
Δεν ξέρω το νοιώθουν τα άλλα παιδιά, μα εγώ τότε δεν τον ήθελα τον αδελφό μου.
-Πάρε με αγκαλιά δεν μπορώ να περπατήσω κουράσθηκα έλεγα στη μάνα μου.
-Δεν μπορώ μου έλεγε και θύμωνα πολύ με τη μάνα μου τον πατέρα μου και το σόι μου όλο. Γιατί οι άλλες γυναίκες βρήσκανε τα παιδιά τους στα λάχανα ή τους τα έφερνε ο πελαργός και η μάνα μου έπρεπε να τα γεννάει.
Στο ταξίδι είχε φουρτούνα, ήταν ένα μεγάλο καράβι που κούναγε πέρα δώθε πέρα δώθε.
Και τούτο το καράβι στο ταξίδι χάλασε. Κατέβασαν όλους μας σε ένα βαρέλι κάτω και κάτι άνθρωποι μας έβαλαν στη σειρά. Δεν θα κουνηθήτε από κει μας είπαν. Εγώ χοροπήγαγα και δεν τους άκουσα. Σε λίγο όλες οι γυναίκες γιατί μόνο γυναίκες ήταν άρχισαν να ξερνάν και γω γέλαγα που έκαναν έτσι.
Κούναγε το καράβι,έκαναν το σταυρό τους όλες οι γυναίκες, και έκλαιγαν
Σαν φτάσαμαν στην Κέρκυρα ο κύριος που ήταν αρχηγός έσκυψε και φίλαγε το χώμα και έκανε το σταυρό του.
Μετά όλες μαζί, μας πήγαν σε ένα σχολείο. Μας έδωσαν από μία κουβέρτα και από μια σοκολάτα.
-Δός μου τη σοκολάτα είπα στη μάνα μου.
-Θα την φάει το μωρό, μου είπε η μάνα μου και άρχισε να τρώει τη σοκολάτα.
Αφού δεν το έβλεπα πως έτρωγε τη σοκολάτα το χαμένο;
Ξαπλωμένες πάνω στη μια κουβέρτα και σκεπασμένες με την άλλη ένοιωσα τη μάνα μου να με σπρώχνει καθώς ήθελα να με πάρει αγκαλιά.
Εκείνη την ώρα ακούσαμε μια φωνή.
-Υπάρχει κάποια οικογένεια δασκάλου εδώ.
-Εγώ είπε η μάνα μου και η μικρή.
Ήθελα να την κλωτσήσω που με είπε μικρή, δεν ήμουν μικρή ο πατέρας πάντα έλεγε πως είμαι μεγάλη.
-Ελάτε μαζί μας, είπε η κυρία και συστήθηκε.
-Ελευθερία Πολυγένη Μεταλληνού, από εδώ η Όλγα.
Μας πήρε και πήγαμε στο σπίτι της.
Τι όμορφο που ήταν. Εκεί ήταν τα παιδιά της, ο Σπύρος και ο Γιάννης, ο άνδρας της και η Όλγα η υπηρεσία του σπιτιού. Η Όλγα φορούσε,παντα στολή και μπονέ.
Όπως καταλαβαίνετε αυτά δεν υπήρχαν στην Παραμυθιά.
Η γιαγιά μου η Γεωργία, είχε πολλές ψυχοκόρες, και ψυχοπαίδια, που ήταν κακοντυμένα.
Εκεί στη Κέρκυρα, δεν είχαν τζάκι. Μαγείρευαν σε περίεργες κουζίνες.
Είχαν μπάνιο με μπανιέρες και κανονικές τουαλέτες.
Τα χριστούγεννα μας βρήκαν στο σπίτι της νονάς.
Είχε αποφασίσει να βαφτίσει το παιδί που θα γένναγε η μάνα μου.Έτσι τη φωνάζαμε νονά.
Στο καθημερινό τους τραπέζι, έβαζαν σε όλους πιάτο πετσέτα ποτήρι και σε μένα.
Στο σπίτι μας πιάτο έβαζαν στους άνδρες και στους ξένους, οι γυναίκες τρώγανε μαζί εκτός από τη θεία μου τη Γιωργούλα που τη φωνάζαμε Γιωργίτσα που ήταν πολύ συχασιάρα.
Στο σπίτι της νονάς, υπήρχε πιάνο, ακορτεόν, κιθάρα, σε ειδικό δωμάτειο.
Τα χριστούγεννα που ήρθαν μας βρήκαν χωρίς τον πατέρα μας.
Η μάνα μου ένοιωθε άσχημα μα τι να κάνααμε;
Ένας συγγενής τους γιατρός μας ανέλαβε μάνα και κόρη.
Εγώ όλο στο γιατρό ήμουνα, που μου μάθαιμε πιάνο και έλεγε τι έξυπνη που είναι η κουτσούνα μου. Στα γεράματα έμαθα πως κουτσούνα είναι η περιστερούλα και η παπαρούνα.
Τα χριστούγεννα, ήταν και στην Κέρκυρα μαζεμένα, λόγο του πολέμου. Υπήρχε καλό φαγητό μα οι μέρες ήταν σχεδόν ίδιες.Πηγαίναμε στην εκκλησία που ήταν μεγάλη, σαν τη μεγάλη εκκλησιά της Παραμυθιάς. Εκεί έμενε ο Άγιος Σπυρίδωνας και όλα τα σπίτια είχαν Σπύρο ή Σπυριδούλα.
Ούτε τηγανήτες έκαναν της πλάκας, ούτε μπακλαβά, ούτε πίτες ούτε φιογκάκια
Κάτι γλυκά ψωμιά έκαναν και κάτι παράξενα γλυκά.Και τραγούδαγαν άλλα τραγούδια.
Εγώ ήθελα το τραγούδι του παππού μου μα δεν το ήξεραν.
Και επειδή φώναζα και δεν έσκαζα, το είπε η μάνα μου.
Τι ωραίο είπαν όλοι και μετά η μάνα μου, τους έκανε μάθημα στα τραγούδια της Παραμυθιάς και της Λάκκας.
Η μάνα μου παρακάλεσε να την αφήσουν να κάνει κρεατόπιτα και κολοκυθόπιτα γλυκειά.
Να μην κουρασθείς είπε η νονά.
Δεν κουράζομαι είπε η μάνα μου.
Πήγαμε τη νύχτα στην εκκλησία και γυρίσαμε να φάμε τη σούπα και να ξεκουρασθούμε.
Η σούπα ήταν από κοτόπουλο που το είχαν σκεπασμένο με κρέμα. Εγώ δεν έφαγα ήθελα το κοτόπουλο όπως το έκανε η γιαγιά μου.
Το μεσημέρι φάγαμε τις πίτες και όλοι φώναζαν κουμπάρα τι ωραίες πίτες.
Θα τις ξανακάνουμε είπε η μάνα μου.Αύριο αν με αφήσετε θα σας κάνω κρέας που το κάνει ο πατέρας μου. Όλα τους άρεσαν πολύ.
Και ξανάκανε τα φαγητά και πίτες και η Όλγα μάθαινε και ξεκουράζονταν..
Αυτά ήταν τα πρώτα πικρά Χριστούγεννα της ζωής μου, χωρίς τον πατέρα, τους παππούδες, θείους, θείες.
Μα ο καιρός δυστυχώς μου έφερε και άλλες πικρές γιορτές και Χριστούγεννα, έτσι είναι η ζωή.
Ένα παραμύθι που έχει την καλή νεράιδα, το βασιλόπουλο, τα παλάτια, μα έχει μάγισσες κακές και δράκους και ο αγώνας, να τους ξεφύγεις.
Η Κέρκυρα έγινε αγαπημένη. Εκεί γεννήθηκε και βαπτίσθηκε ο αδελφός μου.
Αν τον κλώτσησα, όχι, ήταν τόσο μικρούλης και η μάνα μου, μου είπε πως μπορώ να παίζω μαζί του.
Το ζούληξα και έκλαιγε. Τον κούνησα και σταμάταγε. Και όταν ήθελα αγκαλιά με έπαιρνε η μάνα μου.
Μια μέρα όμως μου είπε πως είμαι μεγάλη και οι μεγάλοι δεν θέλουν αγκαλιά. Έτσι δεν ήθελα και γω αγκαλιά.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Στον Απόστολο

Αγαπημένε φίλε Απόστολε, καλό ταξίδι.
Εμείς που σε γνωρίσαμε, που είδαμε το μεγαλείο της ψυχής σου, πονέσαμε για το χαμό σου.
Έφυγες όπως φεύγουν οι δίκαιοι, γιατί δίκαιος ήσουν.
Άφησες πίσω σου ένα τεράστιο έργο. Τα βιβλία σου, τις συμβουλές σου, την πορία σου που πρέπει να είναι οδηγός για κάθε ΄Έλληνα.
Καλό ταξίδι φίλε.
Το βιογραφικό σου το γνωρίζουν όλοι.
Εγώ εκείνο που ήθελα να τονίσω ήταν η καλοσύνη σου, η πίστη σου στην Πατρίδα και στο Θεό.
Ανάμεσα στα πολλά βραβεία και μετάλλεια, το Χρυσο μετάλλειο πρώτης τάξεως της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, Μετάλλειο δημοσιογραφίας, Χρυσό μετάλλειο της ΔΕΕΛ κλπ μιλούν.Μιλούν όπως μιλούν τα βιβλία σου.Μιλούν τα ποιήματά σου στα ανθολόγια,περιοδικά εγκυκλοπαίδειες, εφημερίδες και σε ξένα παγκόσμια ποιητικά περιοδικά.
Η Πρόταση για το ΝΟΒΕΛ της ομάδος Ειρήνη του κόσμου 74 ποιητών GHA ανάμεσά τους και συ αγαπημένε μου φίλε Απόστολε προταθήκατε για το ΝΟΒΕΛ.
Μεταφρασμένα ποιήματά σου έφτασαν σε όλες τις χώρες του κόσμου, μεταφρασμένα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, κινέζικα.
Εμείς που σε γνωρίζαμε είμασταν πολύ περήφανοι για σένα φίλε.
Τα 19 σου βιβλία, οι 223 επιστημονικές σου μελέτες, οι ομηλίες σου, όλα μοσκοβολούσαν Ελλάδα και Χριστό.
Ξεπερασμένα θα μου πει κάποιος. Ξεπερασμένα, όχι. Μοναδικά ναι. Τα διαμάντια όσο παλιά είναι τόσο μεγαλύτερη αξία έχουν. Και βέβαια δεν ήταν του συρμού της αποβλάκωσης.
Καλό ταξίδι φίλε.