Αναμνήσεις που ο χρόνος δεν σκοτώνει

Μικρή ήμουν πολύ μικρή τριών η τεσσάρων χρονών.
Έπαιζα με κάτι πετρούλες στην αυλή κάποιου σπιτιού. Δεν ξέρω που ήταν, οι γονείς μου δεν ζουν για να μου πουν.
Σαν ρωτούσα τη μάνα μου, μου έλεγε.
-Τι θυμάται το σκατό,,,, ποιος έχει την όρεξή της…
Μα εγώ είχα όρεξη και να παίξω και να βαρέσω την ξαδέρφη μου, που όλο ήθελε τα πράγματά μου.
Ίσως να ήμουνα σκατόπαιδο.
Ρώτησα και τη ξαδέρφη μου, που ήμασταν στην ίδια ηλικία και ζούσαμε μαζί στα χρόνια τα μικρά μας;
-Ωρή χαζή είσαι; Όπου μας πήγαιναν πηγαίναμε. Δεν ήταν μωρή πόλεμος τότε.
-Ήταν πόλεμος και πάντα ακούγαμαν πυροβολισμούς, όμως εμείς παίζαμε στις ρίπες στα πριγκόρια ή στη μεγάλη πέτρα;
-Άει στο καλό σου Αλεξάνδρα,, τι χαλεύεις. Τι θα αλλάξει στον κόσμο αν θυμηθείς τι κάναμε και που ζούσαμε τον παλιό καιρό.
Θυμάσαι μωρή τι έφαγες πριν ένα χρόνο σαν σήμερα;
-Αυτό δεν έχει σημασία.
-Και έχει σημασία! το που ήμασταν τότες, που δεν καταλαβαίναμε άλλο από το ότι θέλαμε νερό ή ψωμί..
Δίκιο μπορεί να έχεις, μα ψάχνω να βρω το σπίτι που ζούσαμε. Έχω κάτι αναλαμπές. Κάτι έγινε τότε.
Δεν ήταν ούτε το πατρικό στην Παραμυθιά, ούτε το σπίτι στο χωριό, ούτε κανενός μπάρμπα.
-Διάολε,πως ήταν αυτό το σπίτι θυμάσαι;
Μήπως έχεις πάει ποτέ σε χρόνους ύστερους;
-Σε ρώτησα κάτι, θυμάσαι;
-Το μόνο που θυμάμαι, είναι η αυλή με άσπρες πέτρες… ναι, είχε μια μεγάλη αυλή με μια τεράστια κρεββατίνα γεμάτη σταφύλλια.
-Αχού,,, μωρή, υπήρχε τότε σπίτι παλιά, που να μην είχε μια μεγάλη κρεββατίνα- κληματαριά και κανα- δυο πέργκολες για κρασί για ξύδι για τσίπουρο,,, δεν ήταν. Όλες οι αυλές μικρές μεγάλες είχαν κληματαριά.. Άλλο άλλο..
-Είχε μια ωραία άσπρη κατσίκα μαλτέζα που…
-Άσε, όλα τα σπίτια είχαν κατσίκα μαλτέζα, για γάλα για το κατσικάκι του Πάσχα, Των Χριστουγέννων και της Παναγιάς τρία με τέσσερα έκαναν αυτές γιαυτό όλα τα σπίτι είχαν κατσίκα μαλτέζα…και για λίγο γιαούρτι…
-Είχε μπάσια από δω κι από κει στο τζάκι με κάτι μαυροκόκκινα χράμια από άχερο ή τζάφκες καλαμποκιού.Ένα γιούκο ψηλό σκεπασμένο με κόκκινο και άσπρο σεντόνι…
-Αστραπή και βροντή ,,είσαι καλά,,,
Αν δεν αποφασίσεις και αρχίσεις να μου λες πως πίσω είχε μια μουριά, πως είχε μια καρυδιά και κότες,άσε δεν θα το βρούμε, ξέρεις, τότε όλα τα σπίτια είχαν όσα λέμε παραπάνω.
Προσπάθησε να θυμηθείς και μη με σκας με τις παραξενιές σου..

Είχε δίκιο, κάπως έτσι ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά που έζησα εγώ. Όλα ήταν χτισμένα στην πλαγιά. είχαν κατώι χωρισμένο στα δυο από τη μια μεριά βάζανε τα ζώα μη τα κλέψουν οι κλέφτες,,, έκλεβαν πολύ τότες… και το άλλο μισό για να βάζουν τα γεννήματα…Καλαμπόκι κρεμμύδια, σκόρδα,ελιές τυρί και γαλοτύρι. Είχε μια πέτρινη σκάλα με πολλά σκαλοπάτια και χαγιάτι με τσίγκένια σκεπή.
-Καλά ψάξε να βρεις βελώνα στα άχερα,,χα χα χα,,
Και τότε προσπάθησα να βρω κάτι άλλο που να ήταν διαφορετικό.

Σας ορκίζομαι δεν είχαν. Μόνο μερικά που ήταν χτισμένα στο ίσιο δεν είχαν κατώι. Αυτά ήταν σαν να είχες τον όροφο. Αντί για κατώι είχαν πέτρινες καλύβες ή βριζοκάλυβα. Πολλές φορές το σπίτι ήταν μικρότερο από τα αχούρια τα πέτρινα που βάζανε τα βόδια, τα άλογα και γα’ι’δουράκια.
Όλα τα σπίτια είχαν πολλά παιδά, όλα είχαν μέσα γέρους και γριές.
Τότες στο ίδιο σπίτι ζούσαν γιαγιάδες παιδιά εγγόνια και δισέγγονα…Και έμαινε τσατμάς για ένα δωμάτιο ακόμη…
Είχαν αργαλειούς και αυλές ασπρισμένες που μοσχομύριζαν οι αλτάνες οι δυόσμοι οι λεβάντες και τα καρυοφύλλια.
Είχαν και τριανταφυλλιές, μερτζούσια, ζίνιες και ντάλιες, μικρές και μεγάλες.
Είχαν έναν κήπο με λαχανικά. Απ΄ όλα έβγαζε ο τόπος και στα ψηλά και στα χαμηλά.
Σε όλα τα σπίτια δίπλα από τη σκάλα έξω,είχαν βουτσελοτόπι, για την βουτσέλα, δίπλα ήταν το γκιούμι οι στάμνες. Μέσα πάνω στο τραπέζι είχαν κανάτες, και χαλκό, για το νερό. Τα ποτήρια και οι κανάτες δεν έβγαιναν από το σπίτι γιατί έσπαγαν. Από το σπίτι έβγαινε η βουτσέλα που τη λέγανε και βαρέλα, το γκιούμι και η μπούκλα που ήταν μικρή, βολική.
Αγαπημένη μου πατρίδα. Είσαι τόσο ξεχωριστή.
Σε όσους τόπους κι αν πέρασα, σε όσους τόπους κι αν έζησα τη δική σου ομορφιά δεν τη βρήκα.Εσύ ήσουν η πιο όμορφη.
-Γιατί; Αυτό το είπε η ξαδέρφη μου…
Δεν της απάντησα, απάντησα στον εαυτό μου…
Γιατί χτύπησα στα βράχια σου. Γιατί μάτωσα το χώμα σου. Γιατί έκανα όνειρα τα βράδια ακούγοντας πότε τον αγέρα να φυσά,πότε το τίκ τάκ της βροχής,τις βροντές και τις αστραπές, που με τρόμαζαν μα δεν μιλούσα, τι σουλιώτισσα θα ήμουν τότε, αν έδειχνα το φόβο μου… Το ψιλόβροχο, τα σύννεφα που κρύβανε τα δάκριά μου, καθώς κοιτούσα τα άστρα, και κείνα,,,ντυμένα μες τα ασημένια τους ρούχα μου, έστελναν δώρα, βραχιόλια, κοσμήματα που κανένας δεν μπορούσε να τα δει.Ήταν δικά μου… Τα άστρα μου, πάντα μου αντιλογιούνταν. Δεν με γέλασαν ποτέ. Πόσες φορές δεν ανταλλάξαμε σκέψεις….Τους χαμογελούσα και κείνα τρεμοπαίζοντας μου έκλειναν το μάτι…Γιατι πολλά πρωινά με ξύπναγαν πουλιά που καλούσαν τα ταίρια τους. Γιατί όπου κι αν πήγαινα άκουγα καλημέρα Τσαντούλα. Δεν θύμωνα με το Τσαντούλα. Γιατί γνώριζα κάθε πετρούλα κάθε δεντράκι. Γιατί ήταν δίπλα μου όλα ότι αγαπούσα.
Γιατί; Γιατ΄;
Εκεί με είδα,,όχι στον καθρέφτη της ντουλάπας, μα στο νερό της μπουρίμας που την ήξερα και με ήξερε.Εκεί τάραζα τα νερά της και έβλεπα παράξενο το πρόσωπό μου. Είδα στον καθρέφτη της Μπουρίμας, να αλλάζω από μικρό παιδάκι σε κοπέλα μικροκαμωμένη αλλά κοπέλα, δεσποινίς.
Και άρχιζα να κάνω όνειρα.
Φαίνεται πως το μπόι δεν παίζει ρόλο στα όνειρα. Αυτά ήταν δικά σου καταδικά σου.
Γιατί!
Για κείνο το πλατσούρισμα ξυπόλυτη στην βρυσοπούλα που με άκουγε κι έκανε βουή να μην με ακούν οι άλλοι. Η βρύση δεν μου μιλούσε, εγώ όμως, έπαιρνα τα μηνύματα που μου έστελνε.Ήμουν αλαφρο’ι’σκιωτη…αυτό έλεγε η μάνα μου… Χαρές εγώ !!Καμάρωνα..
Αλαφρο’ι’σκιωτη, σαν τις νεράιδες του παραμυθιού. Δεν τους έμοιαζά το ξέρω, κι ας μην κοίταζα ποτέ μου τον καθρέφτη. Αυτός, θα έβλεπε μόνο την θωριά μου, μα εγώ ήθελα να ξέρει την ψυχή μου, την καρδιά μου.Όμως την ψυχή μου δεν την έβλεπε κανείς. Μόνο τα αστέρια ή η βροχή, σαν είχα δάκρυα στα μάτια. Τότε δεν τα έβλεπε κανείς έτσι η βροχή γίνονταν ένα με τα δάκριά μου και πλένανε μαζί το πρόσωπό μου την καρδιά μου, την ψυχή μου.
Δεν το βρήκα αυτό το χωριό των τριών μου χρόνων. Βρήκα όλα τα άλλα,ένα- ένα από τη γέννησή μου μέχρι τα δέκα έξη μου χρόνια που έφυγα για την Αθήνα.
Εκεί άρχισε μια άλλη ζωή.
Και πόσο άγριο μου φαινότανε εκείνοτο΄΄ να προσέχεις, εδώ δεν είναι η Παραμυθια΄΄.
Πόσο ήθελα να είμαι στην Παραμυθιά.
Μα αυτό με τη φυγή τελειώνει. Όταν φύγεις από ένα τόπο για πολύ, ξεριζώνεσαι και ριζώνεις εκεί που πας.
Πολλοί θα ζήλευαν τη ζωή μου, γιατί έζησα καλά. Έκανα ότι κάνουν όλοι άνθρωποι οι τυχεροί. Έκανα οικογένεια με το δημοσιογράφο, λογοτέχνη, ποιητή και χρονογράφο Χρήστο Ι.Θωμά που μεγάλωσε στην Παραμυθιά και στην Παραμυθιά τελείωσε το Γυμνάσιο. με παιδιά και εγγόνια σπουδαία. Μάνα είμαι ότι θέλω λέω.
Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους Δούλεψα, με πολούς και έκανα κάποια από τα ονειρά μου πραγματικότητα.
Όμως εγώ νόμιζα πως δεν είχα γεννηθεί για όλα αυτά.
Ήμουν και είμαι μια χωριατούλα..
Μου ταίριαζε το χωριό τα χώμα οι πέτρες ο κήπος.
Αν ήμουν άξια για όλα αυτά;
ΟΧΙ
Για τούτο ο καλός Θεός μου έδωσε να κάνω ότι μπορούσα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Ένας φόνος

Στο κέντρο της Αθήνας, μπήκαν σκότωσαν έφυγαν σαν κύριοι.
Σκότωσαν έναν σπουδαίο δικηγόρο, άνθρωπο, οικογενειάρχη, τον αείμνηστο πλέον Μιχάλη Ζαφειρόπουλο.
Έναν σπουδαίο ποινικολόγο, έναν σπάνιο άνθρωπο χαμηλού προφίλ.
Ήταν μόνο 52 ετών.
Ποιος τον σκότωσε;
Πως έφυγαν σαν κύριο;
Γιατί δεν υπήρχαν κάμερες;
Το γνώριζαν οι φονιάδες;;;
Αφου συλλυπηθούμε την οικογένεια του αείμνηστου Μιχάλη και ευχηθούμε να βρουν τους ενόχους και να τους δώσουν τη τημωρία που τους αξίζει, σκεπτόμαστε.
Έτσι εύκολα κυκλοφορούν με τα όπλα την τσέπη οι φονιάδες αλλοδαποί ή ημεδαποί.
Αλλά εδώ υπάρχει ένα μεγάλο θέμα το θέμα της ανασφάλειας των Ελλήνων στην πατρίδα τους. Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε.
Η χώρα μας μετά την αποφυλάκιση όποιου μπορεί να πληρώνει !!!!! βγαίνει στο σπιτάκι του. Τζοχατζόπουλος και όλοι οι άλλοι, φονιάδες, κλέφτες, έμποροι ουσιών, κλπ κλπ κλπ.
Ποινικοί φονιάδες καταχραστές κάθε καρυδιάς καρύδι βρήσκεται στα σπιτάκια του κι ας ήταν στη φυλακή για όλη τους τη ζωή. Ισόβια έλεγε η απόφαση. Πόσα χρόνια μένουν; Τρία πέντε μα όχι πιο πολλά. Έτσι ο κάθε ένας φονιάς σκέπτεται τι θα πάθω; Θα φυλακισθώ για λίγο θα κάνω τις βρωμοδουλειές μου από τη φυλακή και σε λίγο κύριος έξω…
Και τι να κάνουμε;
Εγω δεν ξέρω τι μπορούμε να κάνουμε. Ξέρω όμως πως κάναμε τη χώρα μας ένα οίκο ανοχής >> και ένα ξέφραγο αμπέλι. Εμείς δεν είμαστε ούτε παζάρι δούλων. Είμαστε κάτι χειρότερο.
Σκλάβοι εργαζόιμενοι σε δήμιους.
Αυτά. Δεν φταίνε μόνοι όσοι μας κυβερνούν. Φταίμε και μεις.
Κάποτε τα ισόβια ηταν ισόβια και οι μόνοι που έμειναν και πέθαναν στη φυλακή ήταν οι αξιωματικοί της δικτατορίας.
Και καλά έκαναν. Στο κάτω κάτω αυτοί ήταν άνδρες και δεν ζήτησαν χάρη.

Θεέ μου την πατρίδα μου

Σε τούτους τους καιρούς τους δύσκολους
Εσύ το φως, μα δεν Σε βλέπουμε.
Σε τούτες τις μέρες των πονηρών χρόνων,
άσκοπα γυρίζουμε στα σοκκάκια της ντροπής.
Πάψαμε να Σε ακούμε να Σε ζητάμε.
Πολύξεροι και αγνώμονες, ψάχνουμε τι;
Άλλος ψάχνει αγάπη χωρίς να δίνει.
Άλλος ψάχνει δουλειά, χωρίς να βρήσκει.
Κάποιοι πεθαίνουν στα πεζοδρόμια.
Κάποιοι άλλοι ψάχνουν ταυτότητες οργής.
Και παιδιά χαμένα στους εφιάλτες τους,
γυρεύουν ξεκούραση σε ανύπαρκτο φως.
Κάπου- κάπου, κάνουν να σηκωθούν, μα πως;
Και η Ελλάδα σκυμμένη, ταπεινωμένη,περιμένει.
Τι περιμένει ρωτάς; Μα δεν έχει σωτηρία απαντάς!
Κάποιοι σε ένα εικόνισμα μπροστά Σε παρακαλούν.
Μας ξέχασες Θεέ μου, σου λένε, και κλαίνε.
Στα ρημαγμένα σου ξωκκλήσια κάποιοι κοιμούνται.
Δεν έχουν λέει κατοικία. Και Συ τους φιλοξένησες.
Ταπεινωμένη πατρίδα μου πως θα σε αναστήσω.
Χωρίς χέρια, χωρίς πόδια, χωρίς όπλα;
Μπορείς, αν ξαναβρείς την πίστη εντός σου.
Θυμήσου τα λόγια των προγόνων σου.
΄΄Άπασιν ημίν η συνείδησις Θεός΄΄
Και κάνοντας τον σταυρό τους οι γριές, φωνάζουν.
Σώσον Κύριε τον λαόν Σου,σώσον Κύριε τον λαόν Σου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ

Κάθε μέρα που περνάει η πατρίδα μας βουλιάζει όλο πιο βαθειά στης καταστροφής το χάος.
Οι άπατριδες και άθεοι, αυτοί που δεν πήγαν στρατό και που δεν προσευχήθηκαν ποτέ, χωρίς ντροπή καταστρέφουν τη χώρα.
‘Ηρθαν με χίλια ψέματα, διαγραφή χρέους, δικαιοσύνη, κλπ όνειρα.
Τι έκαναν; Στρώθηκαν στο φα’ι’ τακτοποιόντας ανθρώπους που δεν νοιώθουν Έλληνες που δεν υπηρέτησαν την πατρίδα βλέπε τους Καρανίκες. …
Οι συντάξεις πέφτουν. Άλλες συντάξεις δεν βγαίνουν και οι υπό συνταξιοδότηση περιμένουν και χρεώνονται.
Οι λαθρομετανάστες τρων και πίνουν ενώ οι Έλληνες πεινούν.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα παιδιά που σπουδάζουν δεν έχουν βιβλία.
Από την ώρα που βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πληρώνουν τα βιβλία για τους φοιτητές στους εκδότες.
Δήλωση εκδοτών, έχουμε να πληρωθούμε από το 2015.
Έτσι σιγά- σιγά θα κλείσουν τα σχολεία όπως κλείνουν όλες οι υπηρεσίες.
Θαυμάστε τους.
Θαυμάστε όμως και τους φοιτητές ! ! ! που υποτίθεται ότι σπουδάζουν να γίνουν κάτι. Είναι αυτοί που κατάντησαν τις σχολές τους, σαν δημόσια ουρητήρια.
Ακόμη δεν ξέρω αν είναι φοιτητές αυτοί που εύκολα διαπομπεύουν ακόμη και με αφίσες έναν ευπρεπή άνθρωπο που ζητά την ευπρέπεια του πανεπιστημίου.
Κάθε δημόσιος χώρος πληρώνεται από μας τον λαό.
Εσύ φοιτητή που δεν βγάζεις χρήμα αλλά σε πληρώνουμε, εσύ που καταστρέφεις,, δεν πρέπει να τιμωρηθείς με αποβολή; Ακόμη δεν πρέπει να αποκαταστήσεις τη ζημιά έστω αν δεν έχεις χρήματα με προσωπική εργασία;;;
Έχεις δικαίωμα να βρωμίζεις το χώρο νέε μου που για να σπουδάζεις 10 χρόνια σε πληρώνουμε εμείς όλοι οι φορολογούμενοι.
Κύριες και κύριοι, εμείς όλοι οι Έλληνες χαιρόμαστε που σπουδάζετε,θέλουμε τα παιδιά μας να είναι ψηλά.
Εσείς όμως έχετε υποχρέωση να διαβάζετε και να σπουδάζετε και όχι να μπεκρουλιάζετε και να κοπροσκυλιάζετε.
Εσείς είστε το μέλλον τούτου του τόπου.
Εχέτε όμως και υποχρεώσεις και καθήκοντα.
Ο καθηγητής σας που εύκολα τον βρίζετε, δεν είναι φασίστας, είναι αληθινός δάσκαλος. Τι σας είπε ο …φασίστας.. παιδιά…. μην κολλάτε στον φρεσκοβαμμένο τοίχο. Κάντε χώρους μέσα στους οποίους θα βάζετε τις ανακοινώσεις σας.
Αγαπημένα μας παιδιά η ζωή είναι στη μάθηση στη δημιουργία και όχι στην ξάπλα και την τεμπελιά και στο μπεκρούλιασμα…
Ο καθηγητής σας είναι ο άνθρωπος που σας καθοδηγεί και σας περιμένει στα αμφιθέατρα να κάνετε διάλογο για το μάθημα και τη ζωή.
Θα τα ξαναπούμε.

Κάτι δεν πάει καλά στη Ε.Ε και στη χώρα μας

Σε όλη την Ε.Ε οι ηγέτες μα πιο πολύ οι λαοί είναι σε επιφυλακή.
Μέχρι τώρα πολλές επιθέσεις από τον ISIS. Καταστροφές θύματα αθώα. Μέχρι τώρα οι πρόσφυγες μα και οι φτωχοί Ασίας και Αφρικής παίρνουν τον δρόμο της Ε.Ε και μάλιστα σκοπός τους η Γερμανία, να βρουν καλύτερη ζωή.
Η Γερμανία που τους έκλεινε το μάτι ελάτε,,, δεν τους θέλει πια. Αρκετοί ήρθαν. Τέρμα.
Έκανε ότι μπορούσε η Ε.Ε να τους καστρέψει.
Να καταστρέψει όχι μόνο την Ασία και την Αφρική μα και την Ευρώπη. Θυμάστε την Γιουγκοσλαβία έργο της Ε.Ε ήταν.
Και τώρα μέσα στην αλαζονεία τους τρέχουν να τελειώσουν το έργο τους. Την υποταγή όλου του κόσμου.
Έτσι ξύπνησαν τα θεριά. Σε όλα τα κράτη βία και θανατικό από τους φανατικούς.
Μα ο διχασμός έγινε βαθύ ποτάμι αδιάβατο. Η Ισπανία χωρίζεται. Η Αγγλία μας έχει αποχαιρετήσει από χρόνια δύο. Στην Ιταλία κάποιοι στο βορά κουνιούνται.
Και η καλή μας Ε.Ε έφερε στην Ελλάδα χιλιάδες μουσουλμάνους που αύριο μπορεί να είναι το δαδί της φωτιάς.
Πολύ συμφέρει σε κάποιους να μην υπάρχουν λαοί που θυμούνται.
Κάτω οι θρησκεία, κάτω το Έθνος, κάτω η γλώσσα, κάτω ο στρατός,κάτω τα γράμματα,,, όλα κάτω.
Τι θα μείνει.
Η σκλαβιά με άλλο πρόσωπο.
Σήμερα, όπως κάθε μέρα χιλιάδες άνθρωποι μπαίνουν στα τρύπια σύνορά μας.
Μπορούμε να καμαρώνουμε το τζαμί πάνω από τα μνημεία των αρχαίων μας προγόνων; Θα το καμαρώνει όλος ο κόσμος.
Αλήθεια δεν γνωρίζουν πως κάτω από το τζαμί που χτίζουν υπάρχουν αρχαία;;;
Μα τους απάτριδες και άθεους δεν τους νοιάζει τίποτε μόνο να κατεδαφίσουν ότι υπάρχει. Να μην υπάρχει ΕΛΛΑΔΑ…
Τι να υπάρχει, πολύχρωμα σημαιάκια πορνων και διεφθαρμένων, και απαγόρευση των παρελάσεων των μαθητών του στρατού,,, όμως επιτρέπουμε τις παρελάσεις των
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμποβήθρας

Πάνε πάνω από τριάντα πέντε χρόνια από τότε.
Ήταν Καλοκαίρι. Καθόμασταν κάτω από τη μουριά στο σπίτι του Σπύρου Μουσελίμη.
Η θειά μου η χρυσοσκούπα ήταν στο έργο της. Ήθελε να βάλει μεζέδες κλπ όμως εγώ ήθελα να κοβεντιάσουμε.
Έτσι έκανα τους καφέδες ετοίμασα τα ουζάκια και στρογυλοκάθησα. Ήθελα και εγώ να ακούσω την κουβέντα των ανδρών.
Κυρ΄Σπύρο στα βουνά που γυρίζεις εκτός από μαθήματα επιβίωσης τι άλλο έμαθες, τι σου διδάξανε τα άγρια βουνά μας.
Διάολε, κεντράς για να μάθεις, είναι ένας τρόπος και αυτός.Χρήστο είναι σπίρτο σαν τη δικιά μου, μόνο που η δικιά μου ήταν και άνδρας και γυναίκα αγωνίστρια νταλιάνα, η δική σου καλή είναι μα δεν κάνει για πόλεμο.
-Τι θα ήθελες να ακούσεις κυρά μου;
-Γυρίζεις τα βουνά. Σου μίλησαν; Σου είπαν παραμύθια;
-Πολλά, πάρα πολλά.
-Μη μου πεις και συ μόνο για το Πόποβο, όπως κάνει ο πατέρας μου, που λέει μόνο για τη Σέλλιανη.
-Χρήστο θα σας κουράσω τους άλλους αν σας πω μια παλιά, πολύ παλιά ιστορία;
Όλοι μουγκάθηκαν. Είχε πολλά ενδιαφέροτα να μας πει ο μπάρμπα Σπύρος.Σε τούτον τον φτωχό τον τόπο κάποτε υπήρχαν μοναστήρια μεγάλα με καλοτα’ι’σμένα κοπάδια με χωράφια καλόγερους καλόγριες και ψυχοπαίδια άρχισε να λέει….
Ήταν ένα μοναστήρι η Λαμποβήθρα.
Από τούτο το μοναστήρι πήρε και ο Λάμποβος, το όνομά του. Είναι το μεγαλύτερο πανηγύρι της περιοχής. Ήταν ένα μεγάλο παζάρι μια ζωεμποροπανήγυρη, σαν σήμερα, μόνο που σήμερα τα ζώα λιγοστεύουν.
Ο Λάμποβος γίνονταν στις αρχές του Οκτώβρη. Άρχιζε Σάββατο και τελείωνε Σάββατο.Στην Παραμυθιά στο Λάμποβο,μαζεύουνταν κόσμος ντουνιάς. Πραματευτάδες, αλογομούλαρα,γύφτοι,σφαχτά, τι να σας πω.
Στο Λάμποβο εκτός που κατέβαιναν για ψώνια,ροβόλαγαν σιακάτ΄απ΄τα χωριά, τσούπρες, παιδιά, μικρά και μεγάλα. Στολισμένες οι τσούπρες με τα καλά τους βεργολιγερές, και με τις κόσες ως τον κώλο, να, για να τις δουν τα αγόρια να τις χαλέψουν για νύφες… Και όπως γνωρίζετε ο Λάμποβος γιορτάζεται και τώρα όπως τα παλιά τα χρόνια.
Γιατί ο λαός, στην πλάτη του κουβαλάει τις μνήμες του, τα χούγια του,τις παραδόσεις του. Μυστήριος λαός, πάντα χαρούμενος και πάντα θυμωμένος. Πολλές φορές λειτουργεί χωρίς μυαλό.
Γέμιζε τότε η Παραμυθιά με κόσμο. Γύφτους,<<ζυγιές με όργανα >> σφαχτά, ωραία πράγματα, και από την Πόλη και από τα ξένα κράτη. Γιόμιζε στολίδια και προικιά, μετάξια και ατλάζια η πόλη μας.Μεγάλο πράμα, τι να σας πρωτοπώ τι να σας μολογήσω. Τα μάτια ζηλεύανε, κοιτάγανε μα λίγοι αγοράζανε…
Α! για το μοναστήρι την ξεκίνησα την κουβέντα.
Χαμογελασα, αχ βρε μπάρμπα Σπύρο, διδάσκεις δάσκαλε….
Παλιό, αρχαίο μοναστήρι,και τι δεν είχε, αμπέλια και κρεββατίνες κήπους,περβόλια, αυτά τα είχε στου Κούτρου. Μελίσσια, κατσίκια, πρόβατα, φορτιάρικα, όλα τα ζώα τα είχε στη Γκουλιουμή. Άλλα αλλού. Και τι δεν είχε το αρχαίο αυτό μοναστήρι! Από αυτό το μοναστήρι πήρε όπως είπαμε το όνομα ο Λάμποβος της Παραμυθιάς η μεγαλύτερη ζωοεμποροπανήγυρη.Να μην το ξεχνάμε.
Σε τούτο το μοναστήρι η γουμένισσα ήταν κόρη βασιλιά, ήταν βασιλοπούλα.
Μαύριζε το βουνό από τα κοπάδια, τους καλόγερους τις καλόγριες και τους βοσκούς.
-Μα μπάρμπα Σπύρο, υπήρχαν μοναστήρια μικτά; Νομίζω δεν υπήρχαν.
-Αυτό λέει το παραμυθι πως υπήρχαν. Τότε εγώ δεν ζούσα.
-Πάψε να ακούσουμε, μου λέει ο Χρήστος μου.
-Να σας την πω καλύτερα εγώ, είπε ο Δήμος.
-Μας τη λες εσύ άλλη φορά, του είπα.
Σηκώθηκε πήρε το φορτηγό του και έφυγε θυμωμένος.
Κάθε χρονιά τον τρυγητή συνέχισε ο Σπύρος, έκαναν στο μοναστήρι της Παναγιάς το γλέντι.Κόσμος και ντουνιάς μαζεύονταν για να τιμήσουν την Παναγιά μας και να γλεντήσουν.
Λένε, εγώ δεν το είδα, το άκουσα και το πίστεψα, πως κιναγε από την κορφή του βουνού ένα ελάφι μεγάλο, όμορφο, περήφανο,και έρχουνταν στην πόρτα του μοναστηριού. Εκεί περίμενε ήσυχα ήσυχα…
Εκεί μπροστά στην πόρτα λοιπόν περίμενε το σχόλασμα της λειτουργίας.Σαν τελείωνε η λειτουργία, οι παπάδες έβγαιναν έξω στη θύρα που το ελάφι περίμενε υπομονετικά. Τότε ο παπάς το έσφαζε και το μοίραζε στον κόσμο.
Παράξενο πράγμα παιδιά μου, σαν τον αρχαίο καιρό που έστελναν οι θεοί τα ζώα της θυσίας.Γιόρτααν όπως παλιά ήξεραν.
Άρχιζαν το τραγούδι, το καλό το παλιό τραγούδι, και όλοι μαζί γλεντούσαν σαν μια οικογένεια.Μετά τα τραγούδια του τραπεζιού άρχιζαν τα τραγούδια του χορού.
Άρχιζε ο χορός και το γλέντι. Αυτοί οι άνθρωποι εκείνου του καιρού γλένταγαν με πάθος σαν να μη γνώριζαν το αύριο τι τους φέρνει.Εύκολα χάνονταν οι άνθρωποι παλιά.
Ο θάνατος έρχουνταν και από έναν πόνο στην κοιλιά, από ένα κρύωμα….
Πέρασαν χρόνια και καιροί….Το Μοναστήρι μέσα στην λάμψη του, στη δόξα του.

Μα ήρθε καιρός κακός, δίσεκτος. Πόλεμοι, θεομηνίες,θανατικά. χαλασμός,,πείνα,,φωτιές,,..Χάλασαν πόλεις καταστράφκαν χωριά και ρήμαξαν χωράφια πύργοι εκκλησιές και μοναστήρια.
Τότες χάλασε και το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμποβήθρας
Αυτή είναι Αλεξάνδρα και Χρήστο παιδιά μου, η ιστορία της Παναγιάς της Λαμποβήθρας..
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Κάθε μέρα και χειρότερα

Το κάθε πέρσυ και καλύτερα έχει ξεπερασθεί.
Τώρα ισχύει το κάθε χθές και καλύτερα αφού η ζωή μας χειροτερεύει με ταχύτητα πυραύλου.
Κάθε μέρα στην πατρίδα μας που δεν μπορεί ούτε ψωμί να προσφέρει στους ΄Έλληνες που άνεργοι δυστυχώς πεινούν, ούτε γάλα πολλοί δεν έχουν για τα μωρά τους, ούτε ζέστη ούτε ούτε …
Στη χώρα μας λοιπόν κάθε μέρα έρχονται λαθρομετανάστες. Έρχονται και λίγοι πρόσφυγες.
Η Ε.Ε κάνει πως δεν ακούει και δεν βλέπει.
Οι Έλληνες είναι σε κατάσταση μελαγχολίας που δεν έχει <<εξήγηση.>>
Αντί να ξεσηκωθούμε μοιρολογάμε την τύχη μας, ενώ τα νιάτα πετούν για άλλες πατρίδες.
Φεύγουν τα δικά μας νιάτα και στη θέση τους έρχονται οι λαθρομετανάστες που πολλοί είναι γέροι, άρρωστοι και βασανισμένοι.
Ποια χώρα μπορεί να τους περιθάλψει;
Η Ελλάδα μας.
Με ποιους πόρους;
Η καταχρεωμένη μας πατρίδα δεν έχει το ψωμί των παιδιών της που πολλά πεθαίνουν αβοήθητα στα πεζοδόμεια των σκοτεινών δρόμων των βρώμικων πόλεών μας.
Αυτούς της Ε.Ε στην οποία συμμετέχουμε με 30% και που τα χρήματα τα παίρνουν οι ΜΚΟ γερμανικές γαλικές εβρα’ι’κές κλπ κλπ κλπ δεν τους νοιάζει τίποτε. Σφυρίζουν αδιάφορα, καταπίνοντας την περιουσία των Ελλήνων και της Ελλάδας μας..
Μέσα λοιπόν στον πόνο και στην καταστροφή εμείς πίνουμε το καφεδάκ μας και φιλολογούμε.
Είναι και κείνα τα ραδιόφωνα που αντί για ειδήσεις μας πασάρουν κουτσομπολιά και αντί για πατρίδα από το πρωί ως το βράδυ ξένη μουσική.
Τα δικά μας πολυφωνικά τραγούδια, τα υπέροχα ακριτικά, κρηρικά, ποντιακά, είναι μόνο για το Καλοκαίρι σε κάποια θέατρα. Έτσι για να κάνουμε κάποια πανηγύρια χωρίς πολιτισμό.
Και μεις, όσοι πιάνουμε την πένα, ξεχνάμε πως πατρίδα είναι πολλά πράγματα.
Η γλώσσα μας, τα ήθη και τα έθιμά μας, η θρησκεία μας.
Ξεχνάμε ή κάνουμε πως ξεχνάμε; Μήπως εθελοτυφλούμε στο Ωχαδελφικό κίνημα των απάτριδων;
Οι νέοι μας ξέχασαν και το αλφάβητο γράφουν με λατινικούς χαρακτήρες.Δεν πάνε στην Εκκλσία. Δεν επισκέπτονται τα Μουσεία μας. Δεν γνωρίζουν την Ελλάδα μας. Έτσι χάνεται η πατρίδα μας,στις ρωγμές της αμνησίας των καιρών.
Ας ξυπνήσουμε από τον λήθαργο αν θέλουμε να ζήσει η Ελλάδα μας. Αυτή που πριν λίγα χρόνια, πότισαν με το αίμα τους οι πατεράδες μας, με το χαμόγελο στα χείλη. Εκεί η Πίνδος μάρτυρας στέκει, στα άταφα κόκκαλα ηρώων γονιών μας παππούδων και προσπαππούδων..
Ας θυμηθούμε τα λόγια του ποιητή.
Και αν είναι να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
Θεία ειν η δάφνη μια φορά κανείς πεθαίνει.

Βρε που πάμεεεεε

Καταστροφή στη Σαμοθράκη. Ευτυχώς δεν είχαμε θανάτους. Οι Έλληνες είναι μαθημένοι από τούτα.
Τα εργοστάσια κλείνουν.
Οι επενδύσεις πάνε στο εξωτερικό.
Θα τους έλεγα καλό ταξείδι, όμως αυτόν τον καιρό έχουμε δυσκολίες οικονομικές.
Πάμε στον πάτο στην παραγωγή.
Όλα πάνε κατά ανέμου. Μόνο τα ΣΥΡΙΖΑΚΙΑ ζουν ευτυχισμένα ως σύμβουλοι υπουργών και βοηθών υπουργών καθώς και στελέχη στο Δημόσιο. Με τι γνώσεις….. Μα με πλαστό πτυχίο από κάποιο ΤΕΙ
Και να ήταν μόνο αυτά;
Καταστροφή περιβάλλοντος; Και;
Εδώ έχουμε ευτυχισμένους μετανάστες.
Πως έρχονται;
Με κότερα με τι θες να έρχονται.
Σας μαύρισα την ψυχή!
Συγνώμη αλλά αυτή είναι σήμερα η πατρίδα μας.
Ποια χαρά έχουμε;
Δεν τα ξέρετε τα νέα;;;;
Βγάλαμε τους φονιάδες, τους παιδεραστές, τους εμπόρους ναρκωτικών από τις φυλακές.
Ποιους αφήσαμε μέσα;
Αυτούς που δεν πληρώνουν τους φόρους.
Αν τιμωρήθηκε ο αδελφός του πρωθυπουργού για τις πλαστογραφίες, χα χα χα,,,
ΟΧΙ σιγά για μια πλαστιογραφθιούλα κάνετε έτσι;

Αλήθεια, τι μας συμβαίνει

Δεν θέλουμε αξιολόγση.
Δεν θέλουμε ελέγχους.
Δεν μας αρέσουν οι εργασίες που θέλουν πολύ κάπο.
Ζητάμε 1600 επιστήμονες γιατρούς για τα κέντρα υγείας.
Αιτήσεις 600 .
Ζητάμε μια δημόσιο υπάλληλο σε Δήμο στη γραμματεία.
Αιτήσεις εξήντα.
Ας πάρουμε πρώτα αυτούς που θέλουν ή δε θέλουν εργασία.
Πρόσληψη γιατρού, μισθός 1250 ευρώ το μήνα. Σπουδές είκοσι δύο χρόνια. Έξοδα σπουδών 80.000 ευρώ και πάνω.
Γραμματέας σε Δήμο έτη σπουδών δώδεκα. Μισθός 850 ευρώ. Έξοδα σπουδών 3000 για φροντηστήρια αφού δεν ήθελε να διαβάσει.
Δεν θέλουμε ελέγχους στα κυλικεία που τρέφουν τα παιδιά μας, ποιος νοιάζεται για αυτό;
Οι γονείς! Μα αν νοιάζονταν οι γονείς για τα παιδιά τους,, τα παιδιά θα είχαν το κολατσιό τους από το σπίτι τους.
Δεν θελουμε την αξιολόγηση των υπαλλήλων. Γιατί να τη θέλουμε. Να μας αξιολογήσουν τα συριζόπουλα και θα μας κόψουν τον κώλο για να ανεβάσουν τα δικά τους παιδιά! Μπριτς.
Τι λέτε ρε ! Κάνουν τέτοια πράγματα οι δημοκράτες της αριστεράς!
Λυπάμαι αλλά στο Δημόσιο λίγοι εργάζονται οι πιο πολλοί σφυρίζουν αδιάφορα. Είναι όμως δυναμικοί στο να αγωνίζονται για το κόμμα τους.
Άντε για θα τα ξαναπούμε.

Μια φορά κι έναν καιρό

Παραμυθιά 1886
Γεννήθηκα στο χωράφι.

Μια φορά κι έναν καιρό πάνε τώρα 70 χρόνια, όταν καθισμένη στη γωνιά,στο σπίτι της γιαγιάς μας της Γεωργίας στο Λιβιάχοβο που τώρα το λένε Άγιο Ανδρέα, με τα ξαδέρφια μου και τα μικρά μου αδέλφια άκουγα τα παραμύθια της γιαγιάς μου της Γεωργίας.
Δεν μου άρεσαν τα παραμύθια της γιαγιάς της Γεωργίας τότε. Μα σαν μεγάλωσα κατάλαβα πως η γιαγιά Γεωργία δεν μας έλεγε παραμύθια μα την ιστορία του τόπου μας σε συνέχειες.
Ήταν τότε πιο παλιά η γιαγιά της γιαγιάς Γεωργίας που τη λέγανε Λένη. Αυτή η Λένη ζούσε στο χωριό δίπλα στο Μοναστήρι.
Από τη χαρα’ι’ ξεκίναγε για τα ζώα, για το κλάρισμα, αφού είχε παστρέψει το σπίτι. Τι σπίτι δηλαδή μια καλύβα πέτρινη χωρισμένη στα δυο.
Κουζίνα σαν να λέμε και κρεββατοκάμαρα ή σαλόνι ή καθιστικό ήταν ένα και το αυτό.
Στη μέση είχε μια γωνιά για την στια, και γύρω γύρω μπάσια από λιναρένιο ύφασμα χοντρό υφασμένο από τη μάνα της στον αργαλειό γεμισμένα με τζάφκες καλαμποκιού..
Σε τούτο το σπίτι που μοσχοβόλαγε ασβέστη κοιμώντουσαν οχτώ νοματαίοι και που και που, κανένας ξένος.
Οι δουλειές ήταν μοιρασμένες. Άλλος στο λόγγο, άλλος στο χωράφι άλλος στα ζώα που ήταν γιδιπρόβατα.
Έκανε πολλά παιδιά η Λένη, άλλα δικά της, άλλα του Θεού.
Τη μάνα μου τη γέννησε στο χωράφι καθώς σκάλιζε. Χωρίς βοήθεια. Έβαλε το πλετσουνάρικο μικρό στην ποδιά της και με το αίμα να κυλλάει έφτασε στο σπίτι της μάνας της.
Άντε να την καμαρώσεις και νύφη, της είπε η μάνα της και έκανε τα πρέποντα για τη λεχώνα και το παιδί.
Του έκοψε τον αφαλό και τον έδεσε. Μετά το έβαλε στο βυζί της μάνας του για να της έρθει το γάλα.
Και ύστερα την πήρε η βάβω της και της πασπάλισε τον αφαλό με σμέρτο ξεραμένο και στουμπηγμένο από πέρα το μέρος που το λένε Μοναστήρι.
Του έριξε και σκρούμπο από μαλλί της γίδας είναι το καλύτερο, καλό είναι και το πρόβειο μα το γιδίσιο είναι καλύτερο….
Σταύρωσε ξανά μάνα και παιδί και ευχήθηκε ξανά. Και νυφούλα καμαρωμένη να τη δούμε.
Άναψε και θυμίαμα να θυμιάσει το σπίτι από τον έξω απέδω
Έσκυψε η κόρη και φίλησε το χέρι της μάνας που ήταν και μάνα και μαμή και γιατρός.
Τότε έτσι γένναγαν όλες οι γυναίκες στα χωράφια στα πρόβατα, στο ποτάμι που έπλεναν.
Γιατρούς δε είχαμαν τότε.
Κάθε χωριό είχε τη μαμή του. Μα που να ξέρει η κάθε μια τους, πότε θα γεννήσει;
Άλλα παιδιά αφήνουν μέρες, άλλα παίρνουν, που να ξέρεις πότε θα έρθει η ώρα;
Τούτη η τσούπρα όπως και άλλες τρεις που ήρθαν δεν έμαθαν γράμματα.
Τότες μόνο τα αγόρια αν είχε το χωριό σχολείο μάθαναν γράμματα, και αυτά λίγα.
Μην σας φαίνεται πως αυτές οι γυναίκες που δεν ήξεραν την Αλφα Βήτα ήταν αμόρφωτες.
Δεν ήταν.
Ήταν πρώτες σε πολλές επιστήμες.
Στην υφαντική, στο πλέξιμο, στο κέντημα, τη ρόκα, τους αγρούς, στην ιατρική, στα φάρμακα…
Σαν άντρες έκοβαν ξύλα για τη στια ή το φούρο. Αυτές κένταγαν τις ποδιές που καμαρώνουμε και τις πενταραδήσιες κάλτσες.
Αυτές θα μάζευαν και θα έφκιαχναν κεραλοιφές για όλα. Αυτές θα μάζευαν τα βότανα για τις αρρώστειες του Χειμώνα.
Τέτοια γυναίκα έγινε η βάβω μας που γεννήθηκε στο χωράφι την ώρα του σκάλου.
Και γω μια μέρα έτσι γεννήθηκα μας είπε, μα στο σπίτι.
Και στο σπίτι όλα έγιναν κανονικά. Και η μάνα μου έκανε τηγανήτες να στείλει τα συχαρίκια, να γλυκάνει η γειτονιά.
Έτσι ήταν τότες. Και οι γειτόνισσες όσο καιρό ήταν έγκυος της έστελναν φαγητό να μην ζηλέψει και γαννηθεί το παιδί με μπάλωμα, μεγάλη αμαρτία….
Βοήθαγε ο κόσμος, μα που να βρεθούν κάποιοι στην δύσκολη ώρα όταν έβρησκαν τη γυναίκα τα κίνδυνα σε μέρη απόμακρα….
Κίνδυνα λέγανε τους πόνους της γέννας. Τότες η γυναίκα που ήταν έγκυος πολλές φορές πέθαινε μαζί με το μαξούμι.
Μα και σαν ήρθε ο γιατρός της Νομαρχίας στα δικά μας χρόνια μετά που έγινε Ελληνικό, και τότες οι γυναίκες δεν πήγαιναν στο γιατρό, είχαν αντροπή χαντακωμάρα.
Να τη λέτε τούτη την ιστορία. Θα σας πω και πως πορευόμασταν. Σαν τα ζούδια της γης χορταίναμαν την πείνα μας.
Οι τσούπρες για να έχουν καλή τύχη έπρεπε να είναι λιγόφαγες.
Αυτά και άλλα πολλά μας είπε η γιαγιά η Γεωργία που εμάς δεν μας άρεγαν και θέλαμε να παίξουμε αφήνοντας τα μωρά στην σαρμανίτσα να κλαίνε.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότες. Τούτα τα χάλια ξεχάσθηκαν.
Και πολλές φορές οργή διακατέχει τον κόσμο που δεν μπορεί να έχει να έχει να έχει.
Έτσι αποφάσισα να σας γράψω κάποια πράγματα που γίνουνταν μια φορά κι έναν καιρό στην πατρίδα μας.
Κόρη της γιαγιάς της Γεωργίας, είναι η μάνα μου, που κι αυτή χωρίς να τρέχει στα χωράφια, από το κομμωτήριο ήρθε σπίτι μα στη σκάλα έκανε τον αδελφό μας.
Αλεξάνδρα ΠΑαυλίδου Θωμά.