Αγαπημένα μου χωριά

Μικρή ήμουν πολύ μικρή τριών η τεσσάρων χρονών.
Έπαιζα με κάτι πετρούλες στην αυλή κάποιου σπιτιού. Δεν ξέρω που ήταν, οι γονείς μου δεν ζουν για να μου πουν.
Σαν ρωτούσα τη μάνα μου, μου έλεγε.
-Τι θυμάται το σκατό,,,, ποιος έχει την όρεξή της…
Μα εγώ είχα όρεξη και να παίξω και να βαρέσω την ξαδέρφη μου, που όλο ήθελε τα πράγματά μου.
Ίσως να ήμουνα σκατόπαιδο.
Ρώτησα και τη ξαδέρφη μου, που ήμασταν στην ίδια ηλικία και ζούσαμε μαζί στα χρόνια τα μικρά μας;
-Ωρή χαζή είσαι; Όπου μας πήγαιναν πηγαίναμε. Δεν ήταν μωρή πόλεμος τότε.
-Ήταν πόλεμος και πάντα ακούγαμαν πυροβολισμούς, όμως εμείς παίζαμε στις ρίπες στα πριγκόρια ή στη μεγάλη πέτρα;
-Άει στο καλό σου Αλεξάνδρα,, τι χαλεύεις. Τι θα αλλάξει στον κόσμο αν θυμηθείς τι κάναμε και που ζούσαμε τον παλιό καιρό.
Θυμάσαι μωρή τι έφαγες πριν ένα χρόνο σαν σήμερα;
-Αυτό δεν έχει σημασία.
-Και έχει σημασία! το που ήμασταν τότες, που δεν καταλαβαίναμε άλλο από το ότι θέλαμε νερό ή ψωμί..
Δίκιο μπορεί να έχεις, μα ψάχνω να βρω το σπίτι που ζούσαμε. Έχω κάτι αναλαμπές. Κάτι έγινε τότε.
Δεν ήταν ούτε το πατρικό στην Παραμυθιά, ούτε το σπίτι στο χωριό, ούτε κανενός μπάρμπα.
-Διάολε,πως ήταν αυτό το σπίτι θυμάσαι;
Μήπως έχεις πάει ποτέ σε χρόνους ύστερους;
-Σε ρώτησα κάτι, θυμάσαι;
-Το μόνο που θυμάμαι, είναι η αυλή με άσπρες πέτρες… ναι, είχε μια μεγάλη αυλή με μια τεράστια κρεββατίνα γεμάτη σταφύλλια.
-Αχού,,, μωρή, υπήρχε τότε σπίτι παλιά, που να μην είχε μια μεγάλη κρεββατίνα- κληματαριά και κανα- δυο πέργκολες για κρασί για ξύδι για τσίπουρο,,, δεν ήταν. Όλες οι αυλές μικρές μεγάλες είχαν κληματαριά.. Άλλο άλλο..
-Είχε μια ωραία άσπρη κατσίκα μαλτέζα που…
-Άσε, όλα τα σπίτια είχαν κατσίκα μαλτέζα, για γάλα για το κατσικάκι του Πάσχα, Των Χριστουγέννων και της Παναγιάς τρία με τέσσερα έκαναν αυτές, γιαυτό όλα τα σπίτι είχαν κατσίκα μαλτέζα…και για λίγο γιαούρτι…
-Είχε μπάσια από δω κι από κει στο τζάκι με κάτι μαυροκόκκινα χράμια από άχερο ή τζάφκες καλαμποκιού.Ένα γιούκο ψηλό σκεπασμένο με κόκκινο και άσπρο σεντόνι…
-Αστραπή και βροντή να σε βαρέσει μωρή ξαδέρφη, ,,είσαι καλά,,,
Αν δεν αποφασίσεις και αρχίσεις να μου λες πως πίσω είχε μια μουριά, πως είχε μια καρυδιά και κότες,άσε δεν θα το βρούμε, ξέρεις, τότε όλα τα σπίτια είχαν όσα λέμε παραπάνω.
Προσπάθησε να θυμηθείς και μη με σκας με τις παραξενιές σου..

Είχε δίκιο, κάπως έτσι ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά που έζησα εγώ. Όλα ήταν χτισμένα στην πλαγιά. είχαν κατώι χωρισμένο στα δυο από τη μια μεριά βάζανε τα ζώα μη τα κλέψουν οι κλέφτες,,, έκλεβαν πολύ τότες… και το άλλο μισό για να βάζουν τα γεννήματα…Καλαμπόκι κρεμμύδια, σκόρδα,ελιές τυρί και γαλοτύρι. Είχε μια πέτρινη σκάλα με πολλά σκαλοπάτια και χαγιάτι με τσίγκένια σκεπή.
-Καλά ψάξε να βρεις βελώνα στα άχερα,,χα χα χα,,
Και τότε προσπάθησα να βρω κάτι άλλο που να ήταν διαφορετικό.

Σας ορκίζομαι δεν είχαν. Μόνο μερικά που ήταν χτισμένα στο ίσιο δεν είχαν κατώι. Αυτά ήταν σαν να είχες τον όροφο. Αντί για κατώι είχαν πέτρινες καλύβες ή βριζοκάλυβα. Πολλές φορές το σπίτι ήταν μικρότερο από τα αχούρια τα πέτρινα που βάζανε τα βόδια, τα άλογα και γα’ι’δουράκια.
Όλα τα σπίτια είχαν πολλά παιδά, όλα τα σπίτια, είχαν μέσα γέρους και γριές.
Τότες στο ίδιο σπίτι ζούσαν γιαγιάδες, παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα…Και έμπαινε τσατμάς για ένα δωμάτιο ακόμη…
Είχαν αργαλειούς και αυλές ασπρισμένες που μοσχομύριζαν οι αλτάνες οι δυόσμοι οι λεβάντες και τα καρυοφύλλια.
Είχαν και τριανταφυλλιές,Μαί΄σιες, και άλλες χρωματιστές, μερτζούσια, ζίνιες και ντάλιες, μικρές και μεγάλες.
Είχαν έναν κήπο με λαχανικά. Απ΄ όλα έβγαζε ο τόπος και στα ψηλά και στα χαμηλά.
Στα παραθύρια είχαν ντενακέδες με βασιλικούς μυρωδάτους. Πολλούς βαριλικούς.
Σε όλα τα σπίτια δίπλα από τη σκάλα έξω,είχαν βουτσελοτόπι, για την βουτσέλα, δίπλα ήταν το γκιούμι οι στάμνες. Μέσα πάνω στο τραπέζι είχαν κανάτες, και χαλκό, για το νερό. Τα ποτήρια και οι κανάτες δεν έβγαιναν από το σπίτι γιατί έσπαγαν. Από το σπίτι έβγαινε η βουτσέλα που τη λέγανε και βαρέλα, το γκιούμι και η μπούκλα που ήταν μικρή, βολική.
Αγαπημένη μου πατρίδα. Είσαι τόσο ξεχωριστή.
Σε όσους τόπους κι αν πέρασα, σε όσους τόπους κι αν έζησα τη δική σου ομορφιά δεν τη βρήκα.Εσύ ήσουν η πιο όμορφη.
-Γιατί; Αυτό το είπε η ξαδέρφη μου…
Δεν της απάντησα, απάντησα στον εαυτό μου…
Γιατί χτύπησα στα βράχια σου. Γιατί μάτωσα το χώμα σου. Γιατί έκανα όνειρα τα βράδια βλέποντας τα άστρα να με προσκαλούν στο παραμύθι της ζωής.Και κάποτε ακούγοντας πότε τον αγέρα να φυσά,πότε το τίκ τάκ της βροχής,τις βροντές και τις αστραπές, που με τρόμαζαν μα δεν μιλούσα, τι σουλιώτισσα θα ήμουν τότε, αν έδειχνα το φόβο μου… Το ψιλόβροχο, τα σύννεφα που κρύβανε τα δάκριά μου,,, πολλές φορές καθώς κοιτούσα τα άστρα, και κείνα,,,ντυμένα μες τα ασημένια τους ρούχα μου, έστελναν δώρα, βραχιόλια, κοσμήματα που κανένας δεν μπορούσε να τα δει.Ήταν δικά μου… Τα άστρα μου, πάντα μου αντιλογιούνταν. Δεν με γέλασαν ποτέ. Πόσες φορές δεν ανταλλάξαμε σκέψεις….Τους χαμογελούσα και κείνα τρεμοπαίζοντας μου έκλειναν το μάτι…Γιατι πολλά πρωινά με ξύπναγαν πουλιά που καλούσαν τα ταίρια τους. Γιατί όπου κι αν πήγαινα άκουγα καλημέρα Τσαντούλα. Δεν θύμωνα με το Τσαντούλα. Γιατί γνώριζα κάθε πετρούλα κάθε δεντράκι. Γιατί ήταν δίπλα μου, όλα ότι αγαπούσα.
Γιατί; Γιατί;
Εκεί με είδα,,όχι στον καθρέφτη της ντουλάπας, μα στο νερό της μπουρίμας που την ήξερα και με ήξερε.Εκεί τάραζα τα νερά της και έβλεπα παράξενο το πρόσωπό μου. Είδα στον καθρέφτη της Μπουρίμας, να αλλάζω από μικρό παιδάκι σε κοπέλα μικροκαμωμένη αλλά κοπέλα, δεσποινίς.
Και άρχιζα να κάνω άλλα όνειρα.
Φαίνεται πως το μπόι δεν παίζει ρόλο στα όνειρα. Αυτά ήταν δικά σου καταδικά σου.
Γιατί!
Για κείνο το πλατσούρισμα ξυπόλυτη στην βρυσοπούλα που με άκουγε κι έκανε βουή να μην με ακούν οι άλλοι. Η βρύση δεν μου μιλούσε, εγώ όμως, έπαιρνα τα μηνύματα που μου έστελνε.Ήμουν αλαφρο’ι’σκιωτη…αυτό έλεγε η μάνα μου… Χαρές εγώ !!Καμάρωνα..
Αλαφρο’ι’σκιωτη, σαν τις νεράιδες του παραμυθιού. Δεν τους έμοιαζά το ξέρω, κι ας μην κοίταζα ποτέ μου τον καθρέφτη. Αυτός, θα έβλεπε μόνο την θωριά μου, μα εγώ ήθελα να ξέρει την ψυχή μου, την καρδιά μου.Όμως την ψυχή μου δεν την έβλεπε κανείς. Μόνο τα αστέρια ή η βροχή, σαν είχα δάκρυα στα μάτια. Τότε δεν τα έβλεπε κανείς έτσι η βροχή γίνονταν ένα με τα δάκριά μου και πλένανε μαζί το πρόσωπό μου την καρδιά μου, την ψυχή μου.
Δεν το βρήκα αυτό το χωριό των τριών μου χρόνων. Βρήκα όλα τα άλλα,ένα- ένα από τη γέννησή μου μέχρι τα δέκα έξη μου χρόνια που έφυγα για την Αθήνα.
Εκεί δεν βρήκα τις κοπέλες που φορούσα μαντήλι που σαν περνούσαν χαμήλωναν τα μάτια τους, που στα είκοσί τους χρόνια είχαν ένα παιδί στην αγκαλιά και ένα στην κοιλιά.
Εκεί βρήκα κορίτσια μοντέρνα που φορούσαν κοντά σορτσάκια και απλά μπουστάκια. Σήμερα δεν διαφέρουν πολύ τα κορίτσια από τα κορίτσια της εποχής εκείνης.

Εκεί άρχισε μια άλλη ζωή.
Και πόσο άγριο μου φαινότανε εκείνο το΄΄ να προσέχεις, εδώ δεν είναι η Παραμυθια΄΄.
Πόσο ήθελα να είμαι στην Παραμυθιά.
Μα αυτό με τη φυγή τελειώνει. Όταν φύγεις από ένα τόπο για πολύ, ξεριζώνεσαι και ριζώνεις εκεί που πας.
Πολλοί θα ζήλευαν τη ζωή μου, γιατί έζησα καλά. Έκανα ότι κάνουν όλοι άνθρωποι, οι τυχεροί. Έκανα οικογένεια με το δημοσιογράφο, λογοτέχνη, ποιητή και χρονογράφο Χρήστο Ι.Θωμά που μεγάλωσε στην Παραμυθιά και στην Παραμυθιά τελείωσε το Γυμνάσιο. με παιδιά και εγγόνια σπουδαία. Μάνα είμαι ότι θέλω λέω.
Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους Δούλεψα, με πολούς και έκανα κάποια από τα ονειρά μου πραγματικότητα.
Όμως εγώ νόμιζα πως δεν είχα γεννηθεί για όλα αυτά.
Ήμουν και είμαι μια χωριατούλα..
Μου ταίριαζε το χωριό, το χώμα, οι πέτρες, ο κήπος.
Αν ήμουν άξια για όλα αυτά;
ΟΧΙ
Για τούτο ο καλός Θεός μου έδωσε να κάνω, ότι μπορούσα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Comments are closed.