Ανοιχτή επιστολή

Αγαπημένε μου αδελφέ Δημήτρη, περαστικά.
Δεν ξέρω αν πρέπει να έρθω γιατί αν συγκινηθείς μπορεί να σου κάνω κακό μα κι αν δεν έρθω ίσως νομίζεις πως δεν νοιάζομαι για σένα. Βέβαια Δημήτρη μου, έχεις γύρω σου την οικογένειά σου. Όμως να, εγώ φαντάζομαι και νομίζω πως με χρειάζεστε, όπως τότε, παλιά, που ήμουν η μεγάλη και σεις τα μικρά. Όλοι θα θέλαμε να είμαστε εκεί και να σου κάνουμε πλάκες. Και γιατί όχι, να μας κάνεις και συ.
Εγώ σήμερα αδελφούλη μου, όλη τη νύχτα έπαιζα κρυφτό με τις αναμνήσεις μας.
Πέντε χρονών εγώ σε κρατούσα από το χέρι γιατί ήθελες και συ να έρθεις στο σχολείο στο νηπιοτροφείο. Και γω σε έπαιρνα αγοράκι μου να πάμε. Και ύστερα ήθελες να γυρίσεις στη μαμά. Και γω η σεργιανιάρα άλλο που δεν ήθελα σε πήγαινα στη μαμά και γύριζα ξανά στο νηπιοτριφείο.
Από μικρός 4-5 χρονών κρατούσες σφεντόνα, δεν θυμάμαι όμως να σκότωσες πουλάκια.
Έπαιζες με τα αγόρια του Παπαγρηγορίου,και γω με την Ελένη του Κούρτη.
Ύστερα σου άρεσε τόσο η φύση οι δουλειές που κανένα από τα παιδιά της γειτονιάς δεν έκανε. Εσύ με το Γιώργο τον ξαδελφό μας εκάνατε φάρμα κουνελιών και περιστεριών σε ξένο χωράφι κοντά στο ποτάμι..
Πόσο έκλαψα που σε χτύπησε η μαμά μας. Και τότε μου έδωσε και μένα μια, για να κλαίω δίκαια, όπως μου είπε.
Μεγαλώναμε αδελφούλη και πάντα αγαπημένα όλα, όμως εγώ ήμουν κορίτσι και σας χάλαγα τα παιχνίδια.
-Τοτέ σου έλεγα, γιατί δεν με θέλετε;
-Σε θέλουμε και σε αγαπάμε, μα δεν ξέρεις μπάλα και χάνομε.
Πόσο όμορφα ήταν στην πόλη μας! Τα βράχια μας, οι μεγάλες πέτρες, που σαν ανεβαίναμε τρέχαν τα φίδια να κρυφτούν μας έτρεμαν.Και μεις δεν τα σκιαζόμασταν.Για να πω την αλήθεια εγώ δεν τα έβλεπα, γιατί στα παιχνίδια ξέχναγα τα γυαλιά μου και δεν έβλεπα. Μη τολμήσεις να με πεις στραβάδι ούτε γκαβή. Μια χαρά είμαι τώρα που για πρώτη φορά δεν χρειάζομαι γυαλιά. Ο γιατρός μου, κάνοντας μου εγχείριση στον καταρράκτη μου, μου έφκιαξε και τη στραβωμάρα μου. Τη μυωπία και αστιγματισμό μου.
Εκεί τότε αδελφούλη είχε όλες τις εποχές, τις ένοιωθες τις μύριζες, καθώς η γη άλλαζε τη στολή της. Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας. Και κάθε μια εποχή είχε με δικές της χάρες,με διακριτές όλες τους τις διαφορές. Η ομορφιά της γης, σε έναν τόσο μικρό τόπο. Άπαρτα βουνά, κάμποι, ποτάμι,το Κεφαλόβρυσο και πηγές τόσες πολλές, που δεν τις γνωρίζαμε όλες και κει στον κάμπο η λίμνη μας η Χότκοβα.Και όλα αυτά με μεγάλη ιστορία. Κωκκυτό λένε το ποτάμι μας το αρχαίο. Έλλα την αρχαίο πόλη μας. Κάστρα από όλες τις εποχές. Εκκλησιές μοναστήρια εκκλησάκια δείγματα σεβασμού των ελλήνων της ιδιαιτέρας μας πατρίδας στο Θεό μας και στους Αγίους του.
Παραμύθια με δράκους, κοντονούρηδες και μακρυνούρηδες, με στρατηγούς και άρχοντες που όριζε ο Βασιλιάς. Με αρχόντισσες καλές και κακές. Τον Αράπη στον πλάτανο ,,,,,Το μαγικό καρύδι του…..
θυμάμαι αδελφούλη μου, ένα Καλοκαίρι, που το περάσαμε σε διάφορα χωριά με τον πατέρα μας.
Θυμάσαι ένα Χειμώνα, τζάκι σχολείο μα και Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και τα Άγια Θεοφάνια. Γιόρταζε ο πατέρας μας ο Βασίλης, ο αδελφός μας ο Χρήστος και ο Φάνης μας.
Πως να μην χαίρεσαι το Χειμώνα, με το τζάκι τις γιορτές τις διακοπές από το σχολείο; Και παιχνίδια μικρά ασήμαντα ίσως, μα άγνωστα σε πολλά παιδιά. Και πάντα καινούρια ρούχα που μας τα έραβε η θεία η Γιωργίτσα με τη μαμά μας.
Αυτό το γράμμα αγάπη μου θα το διαβάσεις όταν γίνεις καλά και πιούμε καφέ στη θεία μας τη Γιωργίτσα.
Και την Άνοιξη που όλος ο κόσμος ήταν λουσμένος στην πρωινή δροσιά στης Άνοιξης τα χρώματα και τα αρώματα.
Το ξέρω πως τώρα είναι τα δύσκολά μας Δημήτρη μου, όμως θα περάσουν και θα βρεθείς ξανά στο σπίτι σου να σε αγκαλάζουν τα εγγονάκια σου και οι κόρες σου, με τη Βιργινία σου να σε ψιλομαλώνει γιατί ξεχνάς τα φάρμακά σου.
Όλοι προσευχόμαστε να γίνεις γρήγορα καλά. Είμαστε δυνατά σκαριά οι Παυλαίοι.
Ύστερα σε περιμένουν τα εγγονάκια σου όπως είπαμε, να τα πηγαίνεις βολτα και να τους παίρνεις ζαχαρωτά και παιχνιδάκια.Για τα παιδιά όχι για μας.
Θυμάστε βρε τα βατραχάκια που μας έφερνε ο μπαμπάς και τα βάζαμε στα παπούτσια μας και καθώς περπατούσαμε ακούγονταν ο θόρυβος. Εκείνα τα πουλάκια τα κόκκινα που σαν τα πιέζαμε κάνανε τσίου τσίου,,,,
Αγάπη μου θυμήσου τα Καλοκαίρια τα τρελα. Ένα μήνα στο χωριό της μάνας μας, ξεγνοιασιά, με τη σφεντόνα να τρέχεις με τα ξαδέλφια μας για πουλιά, και γυρίζατε με τις τσέπες γεμάτες κράνα και πετροκέρασα.
Αγαπημένε μου αδελφέ. Αγωνιστής ήσουν και είσαι. Πρέπει να νικήσεις και αυτή τη φορά.Είμαι σίγουρη πως θα νικήσεις.
Γεννηθήκαμε αγωνιστές και νικητές. Φέτος την Άνοιξη και το Καλοκαίρι θα προσέξεις, όπως κάνω εγώ. Πως θα έλεγε η μάνα μας. Τον φυλάει αυτή τον απαυτό της. Θα φυλάτε και σεις τον δικό σας απαυτό.
Γιατί σαν περάσει το Καλοκαίρι θα έρθει το φθινόπωρο. Και εσυ ως γνήσιο παιδί της γης θα τη σκάψεις να την ετοιμάσεις για τη σπορά. Όταν έρχονται τα παιδιά και τα εγγόνια σου να χαίρονται το περβολάκι σου. Τώρα εγώ σου λέω βάλε κάποιον για το σκάψιμο. Μετά εσύ τα φροντίζεις. Θυμάσαι όπως όλη την ημέρα είμασταν στο περβόλι του παππού μας του Παύλου και της γιαγιάς μας της Ελένης.Θυμάσαι, που μήτε να φάμε δεν πηγαίναμε στη μάνα μας, τρώγαμε στη γιαγιά μας πάντα.
Θυμάσαι που θέλαμε ακόμα και να κοιμώμαστε εκεί;
Είμαι η μεγαλύτερη από όλους σας. Πάντα ήμουν το σαραβαλάκι. Αντέχω. Θα αντέξεις και συ.
ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ έγραφε το κάδρο της γιαγιάς μας. Και αυτό θα περάσει.
Πολλά μας ήρθαν μαζεμένα. Μα είναι για όλον τον κόσμο. Πόση χαρά νοιώθω όταν όλοι μου λένε πόσο καλός είναι ο Δημήτρης τι καλόκαρδός τι δουλευτής΄.
Λοιπόν αγαπημένε μου αδελφέ προσεύχομαι να γίνεις καλά. Χρωστάμε στον εαυτό μας κάτι τα τρία τα μεγάλα, μια εκδρομή στα χωριά που υπηρέτησε ο πατέρας μας Από την Τσουκνίδα μέχρι την Ελευσίνα. Χρωστάμε να πάμε για καφέ στη Δραγουμή στο Παγκράτι, στο Ραχούλι. Να ανεβούμε όχι με τα πόδια αλλά με αυτοκίνητο στην Αγία Μαύρα στην Αγία Τριάδα και στο Λευτροχώρι, στην Κρυσταλλοπηγή που εμείς τη λέγαμε Κεφαλόβρυσο…Να πάμε στη Γλυκή στο μαγαζί του Νίκου που το έχει ο γυιος του ο Θωμάς. Προσκύνημα στο Σούλι γιατί και κει έβαλε τη σφραγίδα του ο πατέρας μας.
Αγάπη μου, προσεύχομαι να γίνεις γρήγορα καλά.Και μη σε νοιάζει ακόμα κι αν περπατάς με μπαστούνι.
Χρόνια παρέα μου είναι το μπαστουνάκι μου. Ωραίο είναι. Σε αγαπώ πολύ. Αγωνίσου δίπλα σου οι κορούλες σου η Βιργινούλα σου που είναι σπουδαίο παιδί και σπουδαία γιατρός,,,, τη Ματούλα με τα εγκονάκια σου…Τη γυναία σου,,, όλοι δίπλα σου είναι. Και μεις με την προσευχή μας.
Περαστικά αγάπη μου, ευχομαι σε λίγες μέρες να σου διαβάσουν αυτό το κείμενο. Γιατί όπως ξέρεις ποτέ δεν μπορώ με το στόμα να πω της καρδιάς μου τα αισθήματα και συναισθήματα.
Η μεγάλη σας αδελφή που όλα σας την ακούγατε ακόμη και όταν ήταν λάθος
Ξέρεις σε αυτήν την εκδρομή θα ψάξουμε να βρούμε μαθητές και μαθήτριες του πατέρα μας.
Να βρούμε τους μαθητές του, να μας μιλήσουν για το δάσκαλό τους, για τον πατέρα μας, για τον Βασίλη Π Παυλίδη.
Έχεις δίκιο ότι σήμερα είμαστε προδομένοι σαν λαός, από τα βλαστάρια που μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν και μας έφεραν σε αυτήν τη κατάσταση.
Μου μιλούσες για τη σύνταξη που στην κουτσούρεψαν κι ας είχες σαράντα και χρόνια εργασίας.
Και γω, ως συνήθως σου απαντούσα. Τι να κάνουμε; Είναι για όλον τον κόσμο. Δόξα τον Θεό.
Αδελφούλη μου έσω δυνατός.
Θυμάσαι που μικρό παιδί πήγες για πρώτη φορά σε δουλειά στην Αθήνα. Δεν ήσουν τότε ούτε δέκα πέντε χρονών.
Θυμάσαι πως ήσουν τρελαμένος που ο Μαυρίδης ο εργοστασιάρχης σου έδωσε πάνω απο το μεροκάματο;Παραγωγή το είπε.
Άντε λοιπόν να γίνεις γρήγορα καλά να παίξουμε και τάβλι. Έχει παραγίνει καλός ταβλαδώρος ο Φάνης.
Φιλιά. Περαστικά σου αγάπη μου.Ο Θεός μαζί σου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.