ΑΠΟΡΙΕΣ.

Μια ζωή έτρεχα να συναντήσω τις επιθυμίες σου. Μια ζωή έτρεχα να βρώ τα βότανα να θρέψω τις πληγές της ψυχής σου. Και γινόμουν χαλί στα σκαλοπάτια της αυλής σου. Και περνούσες και γω έψαχνα στα μάτια σου τους ήλιους που τα φώτιζαν ή τα σκοτάδια που τα θόλωναν.Και πέρασαν τα χρόνια όπως περνάνε και δεν μπορείς να καταλάβεις πως; Και γιατί; Και κει που σκέπτεσαι και ψάχνεις τα αχνάρια της θάλασσας,και του νερού, εκεί ξεφυτρώνει ο πόνος. Απορείς πως μπορεί να βόσκει τόσος πόνος στην καρδιά σου; Και προσπαθείς να ξεδιαλύσεις το όνειρο που τα βράδυα σε κατατρόμαξε. Μα τώρα είναι προυνό και συ περιμένεις το βράδυ και λες πως αυτό το βράδυ θα είναι της ησυχίας. Θα είναι ίσως ένα βράδυ που θα βάλει τέλος στον πόνο. Και όλο αναζητάς τους χαμένους παραδείσους σου. Τότε που σαν βλαστάρι ένα τόσο δα παιδί γέμιζες με το κλάμα σου το σπίτι και γω εκεί να δω τι έχει η ψυχούλα μου. Πέρασαν τα χρόνια και ήρθαν δύσεκτοι καιροί μα δεν ήταν οι καιροί δύσεκτοι ίσως ήταν κακία που έχει πρόσυμο το συν.Εγώ συνεχίζω να ψάχνω στα ήλιοχώραφα της νιότης μου τα αγριόκρινα της Παναγιάς. Και κει ανάμεσα στα κρίνα το υπέροχο λευκόκρινο δίπλα μου στην αυλή της ψυχής μου. Τώρα που σύννεφα καλύπτουν τη ζωή μου, τώρα που οι άρπαγες σε πήραν μακρυά μου προσεύχομαι να είσαι καλά. Θέλω ολόψυχα να σε δω εκεί στο μικρό εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων.Καμια πραγματικότητα δεν είναι τόσο σκληρή όσο η άδικη τιμωρία των καιρών. Στα ήλιοχώραφα του δειλινού μου σε ψάχνω σε αραχνούφαντο πέπλο που δεν το κέντησαν νεράϊδες και θεές μα τα δάκρυά μου και η αγάπη μου για σένα.Οι απορίες μου πάντα θα υπάρχουν και ένα μεγάλο γιατί θα πλανιέται στον ορίζοντα.
Θυμάμαι συνεχώς όταν σου τραγουδούσα τα νανουρίσματα που είχα από το χωριό μου. Νανουρίσματα που έλεγαν πως τα γίνεις ένας τρανός ήρωας να λευτερώσεις και την άλλη μισή πατρίδα μας. Και ονειρεύουμαν να σε βλέπω από του Παραδείσου τις στοές και τους κήπους, λεβέντη να διαφεντεύεις τον κόσμο σου. Το δικό σου κόσμο που μπορεί να μοιάζει μικρός, μα είναι μέγας μια και περικλείει την αγάπη, την οικογένεια, τα ιδανικά.Σου λέω κάθε βράδυ καληνύχτα μα εσύ δεν με ακούς γιατί σε πλάνεψαν οι σειρήνες της δόξας. Και έχεις δίκιο. Το χρήμα πολλοί εμίσησαν τη δόξα ουδείς. Αν και στους καιρούς του χαλασμού και το χρήμα έχει για τους ανόητους περισσότερη αξία από τη δόξα. Θα ήθελα να σε δω μα δεν είναι στο χέρι μου. Είναι στο χέρι το δικό σου.Σταρίθρα και ανθόκρινε, μην αφήσεις να σε πληγώσουν της ζωής τα παραμύθια, γιατί παραμύθια είναι όλα όσα μας περιτριγυρίζουν.
Καληνύχτα θησαυρέ μου και όνειρα γλυκά. Η Παναγιά μας να σε σκέπει και να είσαι ευτυχισμένος.
Μα θα έχω την απορία, γιατί; Μπορεί η απάντηση για μερικούς που κάνουν με το νoυ τους ανώγια και κατώγια να είναι απλή μα τίποτε δεν είναι απλό όταν ζεις στις χαράδρες του Βίκου και μαζεύεις φύλλο φύλλο των βικογιατρών τα βότανα. τα βάζεις στα σακουλάκια της αυγής και τρέχεις στης νύχτες τις ασέληνες να βρεις τα τρίστρατα της φυγής η του ερχομού. Σήμερα η νύχτα είναι σκοτεινη τη σκεπάζουν τα μαυρα σύννεφα της Άνοιξης μιας Άνοιξης που δεν έχει αρχή και τέλος. Είναι η δική σου Άνοιξη είναι η δική σου ευτυχία. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά. Να θυμάσαι το νανούρισμα που κάθε βράδυ σου τραγουδούσα και όταν μεγάλωσες μου έλεγες μη με νανουρίσεις είμαι μεγάλος τώρα. Είσαι μεγάλοςθησαυρέ μου. Αλήθεια πόσο γρήγορα μεγάλωσες….Μα εγώ κρυφά θα σε νανουρίζω και θα σε προσέχω σα να είσαι μωρό.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Comments are closed.