Αχ μάννα μου

Καθισμένη στο πλατύσκαλο της σκάλας που πήγαινε κατά το κατώι, κοίταγε την μεγάλη πορτοκαλιά μας και μουρμούριζε.
Αχ μάννα μου, αχ μάννα μου.Μήτσιο μου Μήτσιο μου παιδάκι μου. Φύλαγε τις ώρες να μην την ακούσει ο παππούς μας.
Την κοίταγα πάντα με αγάπη κι ας μην την καταλάβαινα. Ήταν κοντούλα, από κείνη πήρα το μπόι μου το μαργαριταρένιο, χα, από κείνη έκλεψα την υπομονή και το χαμόγελο που πάντα το είχε καρφωμένο στο στόμα της κι ας την έτρωγαν χίλια φείδια.Ο Πάυλος μαράθκε έλεγε και σκούπιζε τα μάτια της.
Την κοίταγα και πίστευα πως η γιαγιά μου ήταν μεγάλη πολύ μεγάλη δηλαδή γριά. Φορούσε μαύρα ρούχα, με σούρα ή πιέτες, μαντήλι γκούσια, μια ποδιά με δυο τσέπες,μαύρη ήταν και η ποδιά. Στις τζέπες είχε το μαντήλι της, ένα άσπρο σιδερωμένο καθαρό κεντημένο και με μπιμπιλιασμένο, κι ένα μπάλωμα στριφωμένο σκούρο. Και στην άλλη τσέπη της είχε τις μέντες για κέρασμα στο δρόμο, στην μεγάλη πέτρα, στη βρύση, στον πλάτανο. και τα χέρια της ηταν πολύ μα πολύ βασανισμένα.Στα ξύλα πήγαιναν με τη μάνα μου, όταν μπορούσαν. Στο σπίτι έκανε όλες τις δουλειές. Η Αθηνά έκανε δοτλειές η Γιωργίτσα δεν είχε πλύνει ούτε τα βρακί της. Ήταν χειρότερη από μένα μα δεν το μαρτυράγαμε. Είχε τη δουλειά της, τη σχολή, δεν ήταν για τέτοια. Μα όταν πεντρεύτηκε έγινε για τέτοια και για χειρότερα,, έμαθε από όλα και ήταν σαν να είχε μεγαλώσει, στη σκάφη και στις μπουγάδες..
Θηρίο είναι ο άνθρωπος και .όλα τα μαθαίνει.
Τα μαλλιά της γιαγιάς μου ήταν κάτασπρα σαν μπαμπάκι, έμοιαζαν ασημένιο και κατσαρό. Το προσωπό της όμως ήταν σαν μια μεγάλης κοπέλας.Στα υπέροχα γαλάζια μάτια της καθρευτίζουνταν ο κόσμος της ψυχής της. Η καρδιά της.
Πάντα σαν το ζιζάνιο χωνόμουνα στην αγκαλιά της και όταν ήταν κουρασμένη δεν της μίλαγα. Το καταλάβαινα σαν έκανε ένα ωχ, ωχ, ωχ, Πανήγια μου Κυρά μου, κι αφέντη μου Χριστέ μου.
Προσευχή έκανε, ΄έλεγα μέσα μου, μα γιατί στη σκάλα και γιατί όταν μοιρολόγαγε το Μήτσιο της.
Το προσωπό της όμως κάτασπρο κι αρρυτίδαστο έδειχνε σαν να ήταν νέα. Ήταν η γιαγιά μου τότε 55 χρονών.
Άνοιγε τη τσέπη της, έβγαζε το ντενεκεδένιο κουτάκι με τις πράσινες μέντες και έλεγε πάρτε να γλυκάνει το στόμα σας γυναίκες μου, γιατί πολύ- πολύ μας βασάνισε ο χάρος.
Η γιαγιά μου στα μοιρολόγια της έλεγε νταντέματα στο θείο μου. Πιο κάτω μια γειτόνισσα μάλωνε με το χάρο και του έλεγε.
Αν είχες χάρε δυο παιδιά θα σούπαιρνα το ένα, να σου μαράνω την καρδιά σαν έκαψες κι εμένα.
Ζύμωνε η γιαγιά μου ψωμάκι, έφκιαχνε φαγάκι κι όλο δόξα τον Θεό έλεγε.
Κάναμε χίλιες ζαβολιές, μα ήταν σαν να μην τις έβλεπς.
-Μάλωσέ τα κάπου κάπου, μαμά, της έλεγε ο πατέρας μας.
-Τι κάνουν παιδάκι μου, αυτά είναι ευλογημένα παιδάκια.
-Και μεις τότε ντρεπόμασταν, και τρέχαμε να τη φιλήσουμε, και να την αγκαλιάσουμε. Εκείνη μας φιλούσε τα μαλλάκια μας τα γραμμένα όπως μας έλεγε..
Τα χρόνια πέρασαν. Μεγαλώσαμε. Ήρθαν κι άλλα μέλη στην οικογένεια και άλλα παιδιά.
Εκείνη η γιαγιά μας γερασμένη στέκουνταν ορθή. Είχε χάσει τον παππού μας.
Αυτός αναπαύκε έλεγε και ένα δάκρυ χάραζε γραμμή στο προσωπό της που όμως ακόμα ήταν αρρυτίδιαστο.
Με τα παιδιά στις διακοπές τρία αυτοκίνητα φτάναμε στη μικρή μας πόλη.
-Γιαγιά θα πάμε να φάμε έξω.
-Ήρθαν τα παιδιά μου, και θα φάνε έξω.
Τι τα θέλω τα ξάλμα έλεγε για τα χέρια της, αν δεν μπορούν να κάνουν μια πίτα για τα παιδιά μου. Και έκανε την κριγιασόπιτα,στο μεγάλο σινί και την έψηνε στη γάστρα. Και πάνω στην πυρουστιά, στη φωτιά, έβαζε το κακκάβι να κάνει και μπαρμπουνοφάσουλα λουβιά φρέσκα από τον κήπο.Έβγαζε και τυρί μπόλικο από τον ντενεκέ. Οι ντομάτες είναι από την Σταυραινα μας έλεγε.Το πήρα από το Ζορκάδι το τυρί, το έχει από τον τάδε τέτοιο τυρί δεν έχει η Αθήνα. Κασέρι και γραβιέρα έπαιρνε από τα παιδιά του Κωλέτση νομίζω..
Εντάξυ όμως αύριο θα φάμε έξω. Και το μεσημέρι και το βράδυ.
-Κάνει πολύ το αυτοκίνητο να μας πάει στη Γλυκή;
-Όχι σαν να πάς με τα πόδια στο Ραχούλι και λιγότερο.
-Ε΄τότες να με πάτε στο Νίκο, να φάμε εκεί, να δω και την ξαδέρφη μου, να δω και τους κουμπάρους μας, τους Τσιαλαίους.Πέταγε η καρδιά της και με τη μάννα μου ήταν σε ευθεία γραμμή. Ότι έλεγε η γιαγιά μας το πισθάγκωμε η μάννα μας.
Και πηγαίναμε. Μα η μάννα μας το πρωί έστελνε τον αδελφό μου τον Παύλο να πει στο Νίκο να έχει ψητό κατσίκι από το Σούλι.
Και κείνος είχε και φρέσκα ψάρια από το ποτάμι. Και καλαμπόκια που θα τα έψηνε στη φωτιά όταν αποσώζαμε το φαγητό.
Της άρεσαν της γιαγιάς τα ψάρια. Της μάννας μας τα γεμιστά. Και μόλις φτάναμε έμπαινε στην κουζίνα με τη θεια και έξω ένα τραπέζι με τριάντα άτομα.Και πέρναγαν γνωστοί και το τραπέζι μεγάλωνε.
Και όσο να κόψουν το κατσίκι το τραπέζι γέμιζε λουκάνικα ψημένα, τυρί και ομελέτες.
Να και γω στα καλαμπόκια να μαζέψω βλίτα, εγώ το βλίτο. Και να τα πλύνω στο ποτάμι και να τα βράσω για σαλάτα.
Μάζευα και μια τσάντα τρυφερά και στύφνο και αντράκλες με μπόλικο άνηθο να κάνουμε λαχανόπιτα με τυρί.
Ετούτη Λένη σου μοιάζει, της έλεγαν και η γιαγιά έλεγε τη μάννα της μοιάζει, είναι προκομέμη.
Γιατί πότε έμαθε να κάνει δουλειές; Έλεγε η μάνα μου.
Ξέρει άλλα νυφούλα μου.
Η μάννα μου, που ήταν μια δυνατή, δυναμική γυναίκα. Δεν μπορούσε να καταλάβει το δεν μπορώ.
-Όλα τα μπορεί ο άνθρωπος, θεριό είναι ο άνθρωπος έλεγε. Έσκαψα τη γη με τα χέρια μου να θάψω το μαξούμι μου και γύρω έπεφταν τα βόλια και οι μπόμπες.
Η μάννα μου πάντα κοίταγε να μην στεναχωρήσει τα πεθερικά της. Ήταν καλοί άνθρωποι. Τους είχε μεγάλο σεβασμό.
Η μάννα μας ήταν από άλλη γενιά, τρανή. Φαίνουνταν κι ας τη γνώριζες για πρώτη φορά. Ήταν σαν να είχε άστρο.
Είχε τα χαρακτηριστικά λαδιά μάτια της μάννας της που τα είχε από τη γιαγιά της ,με καφετιές βούλες μέσα.
Έτσι σαν αστέρι λαμπερό έζησε στο τόπο μας. Μα κι όταν ξετοπίσαμαν και πάλι έλαμπε, περίεργο πράγμα.
Μέχρι σαν έβγαζε λόγο η αγράμματη μάννα μου της τετάρτης δημοτικού, όλοι την άκουγαν με προσοχή.Τη χειροκροτούσαν και ξεσήκωνε ένα μικρό χαμό… Ο λόγος της ήταν κοφτός και σταθερος.
Πολλά μεγάλα και μικρά περνάει ο άνθρωπος. Εκείνο που του γλυκαίνει τα στερνά είναι η αγάπη και η γιαγιά μας την είχε όπως και η μάννα μου.
Η γιαγιά μου στα στερνά της ήταν στη θεία μου τη Γιωργίτσα και έφυγε πλήρης ημερών.
Η Γιωργίτσα πρώτη νοσοκόμα.
Η μάννα μου που είχε το ίδιο καρφί στην καρδιά της με τη γιαγιά μου αφού και κείνη έχασε το Χρήστο μας στα είκοσί του χρόνια.Είχε χάσει όμως πολλά παιδιά μικρά δυο τριών χρονών….
Πίκρες που έχει η ζωή, και βάσανα μεγάλα.
Έχει και χαρές πολλές. Μα την έλλειψη του παιδιού δεν την ξεχνάς ποτέ.
Η γιαγιά μου πάντα συμμερίζονταν τη μάννα μου. Έχασε τόσα παιδιά έλεγε. Πικρό λόγο δεν μου είπε, κι ας ήτανε φαρμάκι από το θάνατο η καρδιά της.
Αυτά τα λίγα λόγια, γράφτηκαν σαν μια προσευχή στη μνήμη της μάννας μου και της γιαγιάς μου.
Μπορεί και για τον εαυτό μου, που με ευλόγησε ο Θεός με καλά παιδιά κι εγγόνια.
Μου λένε είσαι τυχερή. Και είμαι. Αφού μένω με τα παιδιά μου που με σέβονται και με αγαπούν. Και γω τα αγαπώ πολύ και να δεις που σκέφτομαι πότε θα τελειώσει ο Παναγιώτης μου να παντρευτεί με την κοπέλα του να δω και δισέγγονα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Comments are closed.