Τρεις γενιές παιδιά

Τούτη την ιστορία ήθελα να μην την γράψω.
Όμως σκέφτηκα πως οι άλήθειες δεν πείραξαν κανέναν.
Σήμερα στον καιρό της κρίσης πρέπει να πάρουμε μαθήματα επιβίωσης.
Ήταν πριν τον πόλεμο κάπου στα 1929. Εκείνη χήρα με δυο παιδιά. Αυτός χήρος με δυο παιδιά.
Μόλις δέκα έξη χρόνια είχε ο τόπος ελεύθερος.
Πείνα και δυστυχία. Το ψωμί ίσια που έφτανε. Η κοσάδα έπαιρνε όσο ήθελε παλιά. Τώρα ήταν Ελληνικό.
Μα κι αν ήρθε το Ελληνικό δεν γλύτωσαν από τις κλεψιές και τον φόβο. Πολλές ομάδες ληστών. Αυτές έκαναν γιουρούσι ως και στα κοτέτσια.
Ήθελε πολύ να φύγει, όπως πριν από το θάνατο της πρώτης του γυναίκας. Δεν τον κράταγε ο τόπος, όμως που να αφήσει τα παιδιά του.
Το σπίτι του, ήταν στην άκρη της πόλης. Είχε και κάποια χωράφια, μα δεν ήταν γεννημένος για τούτα.
Να τα πάρει κοντά; ήταν μικρά.Αν τα έπαιρνε μπελάδες στο κεφάλι του θα είχε. Μέσα στην φτώχεια και την ανημπόρια που να τα αφήσει;
Του είπαν να παντρευτεί.Δεν το σκέφτηκε πολύ, καλή ιδέα.
Ποια να τον έπαιρνε,κι ας ήταν και λεβέντης. Όλες ήξεραν πως θα έφευγε και δεν θα νοιάζουνταν για την οικογένεια που θα άφηνε πίσω τα παιδιά και φούρνος να μην καπνίσει.Αφού έτσι έκανε και με την πρώτη.
Έτσι την είδε σα σανίδα σωτηρίας. Δυνατή ήταν , μέσα στα δικά της παιδιά θα κοίταγε και τα δικά του.
Να παντρευτούμε του είπε μα θα κάτσεις μέχρι να κάνουμε παιδί. Γιατί αν φύγεις, τα σόγια σου θα με αμπώχνουν.
Ας κάτσω είπε μέσα του ένα δυο χρόνια, μετά όπου φύγει φύγει. Και έκατσε δυο χρόνια.
Έκαναν ένα παιδιά και έφυγε για τα ξένα.Μα εκείνη ματαέμεινε έγκυος. Έκανε και ένα αγόρι. Αυτός εφυγε και μήτε γράμμα έγραψε, μήτε γραφή. Ούτε μια καραμέλα για τα παιδιά που ήταν έξη δεν έστελνε… Δυο δικά της, δυο δικά του και δυο δικά τους.Είχε έδίωξει τις κουκουβάγιες από το σπίτι. Το έκανε σπίτι.
Ήθελε να κάνει καταντιό, και έκανε.
Κουράσθηκε, τι καταντιό να κάνεις σε ένα ρημαδιό που κάθε βράδυ φώναζαν οι κουκουβάγες.
Τα παιδιά του ήταν μεγάλα. Τα έστειλε στο σκολειό.
Τα απογεύματα τα έστρωνε στην δουλειά. Πότιζαν τα κηπάρια, βόσκαγαν την κατσίκα και πότε την άκουγαν πότε όχι.
Δεν ήταν η μάνα τους.
Τα δικά της την βάραγαν και δεν έκαναν τίποτε. Να έρθει ο άνδρας σου να δουλέψει της έλεγαν.
Τα δυο, τα μικρά ήταν στη σαρμανίτσα. Το μικρό ήταν για φευγιά της το έλεγαν οι δικές της βάβες.
Τι να κάνει ας πάρει κι ο Θεός.Μα δεν πήρε και μεγάλωσε.
Χάλεψε από έναν ξάδερφο τις βέργες, από αμπέλι και τις φύτεψε. Έπιασαν
Ήθελαν πότισμα το Καλοκαίρι. Το μικρότερο του άνδρα της της ζήτησε ένα φιλτνισένιο κουμπί και θα πότιζε το αμπέλι.
Παρακάλεσε και της έδωσε ο δάσκαλος ένα κουμπί φιλντισένιο και λιγο ζάχαρη για τα παιδιά,,,.
Και πότιζε, σέρνοντας τα πόδια του από την κούραση, κι από τη ζέστη.
Σε δυο χρόνια έφαγε σταφύλλια και ακόμα φύτεψε και μοναχός του και άλλες βέργες και μεγάλωσε το αμπέλι.
Ήρθε το 1940. Αυτή, έρημη ήταν με έξη παιδιά.. Από αυτά δεν γνώριζε. Ρώτησε το δάσκαλο τι να κάνει;
Ότι είναι να γίνει θα γίνει για όλους. Εσύ τα παιδιά σου. Τα μικρά τα βλέπω αδύνατα….
Να τους δίνεις αυγό και γάλα.
Δεν αφήνουν αυγά τα μεγάλα, τα παίρνουν και στα μαγαζιά…
Σε λίγα χρόνια ο μεγάλος έφυγε στην Αντίσταση
Αυτός ούτε κρίση ούτε λαλιά μήτε ένα γράμμα. Αλήθεια πού και πώς ζούσε;
Τα μικρά είχαν μεγαλώσει, πήγαιναν στο σχολείο.
Τα χωράφια έδιναν το ψωμί και λίγα φασόλια και πατάτες της χρονιάς.
Τις μέτραγε μια πατάτα ο ένας. Μια φέτα ψωμί ο ένας ζυγισμένη.
Το κρασί το πούλαγε, έκανε και ξύδι.Το τσίπουρο που έδινε στο μπακάλι, το άλλαζε με λάδι μια οκά τσίποουρο με μια οκά λάδι.
Γερμανοί, ιταλοί, τσάμηδες, όλο και περνούσαν στους δρόμους. Βαραγαν τις αρβύλες τους και κράταγαν τα όπλα τους.
Έκλειναν τα παραθύρια αν δεν έφευγαν σιακάτ χωρίς να κάνουν θόρυβο.
Δεν μιλούσαν κρύβονταν γιατί ο μεγάλος ήταν στην αντίσταση.
Έφυγε και ο μικρός του άντρας της…. Έμειναν τα δυο τα δικά της, και τα δικά τους.
Έκρυβε τις λίγες δραχμές κάπου στο χωράφι.
Μια γούρνα στην μεγάλη αχλαδιά και μέσα ένα κουτί μικρό ντενεκεδένιο.
Εκεί στα 1943 ο αφέντης ήρθε. Ο αφέντης… Ο άγνωστος, κύριος…
Η πείνα τον έριξε σε μεγάλη ανάγκη.Δεν έβρησκε στην Αθληνα μήτε να φάει.
Γύρισε με μια βαλίτσα ρούχα. Κουστούμια άσπρο , μαύρο, ριγέ. Πουκάμησα πέντε, και ρολόι μεγάλο της τσέπης και του χεριού.
-Λεφτά έφερες τον ρώτησε;
-Όχι.
-Πως θα ζήσεις;.
-Θα πάρω πέντε πρόββατα και θα τα βοσκάω.
Τον μούτζωσε τον τελεφούντα. Μωρέ για να ζήσεις θα πας και στα χωράφια και όπου χρειάζεται.
Πήγε στην αδελφή του. Θέλω πέντε αρνιά θηλυκά της είπε. Του διάλλεξε και του είπε μου τα πλερώνεις όταν μπορείς.
Κάπου στα χωράφια έκανε μια καλύβα. Ανέβαινε στο σπίτι της αδελφής του να φάει.
Αυτή του έκανε έναν ρεβυθοκαφέ και τον έστελνα να πάει να της φέρει φρέσκο νερό.
Στην καλύβα δίπλα από την εκκλησιά του άφηνε φα’ι’.
Πέρασαν τα δύσκολα
Οι εχθροί έφυγαν. Πήγε και έβγαλε τη σύνταξη του. Για κείνον όλα καλά. Έδινε στα παιδιά καραμέλες και τίποτε άλλο.
Τον πίεσε η αδερφή του, μα τίποτε. Ήταν σαν να μη ήταν δικά του, αυτά τα μικρά.
Ο γυιος του από την αντίσταση πέρασε στην χωροφυλακή.
Μια μέρα, τους έφεραν τα μαντάτα. Σκοτώθηκε στα Γρεβενά.
Και μια μέρα έφυγε και κείνος από τη ζωή.
Η κόρη του και ο γυιος του ο μικρός τον έκλαψαν.
Αυτή είπε. Γιατί τον κλαίτε. Που είδατε το καλό του;
Δεν της απάντησαν. Γνώριζαν πως είχε δίκιο. Μα ήταν ο πατέρας τους.
Πήρε τη συνταξή του αυτή, και έζησε τριάντα πέντε χρόνια ακόμα.
Σαν πέρναγαν τα χρόνια και ζούσε καλά, σκέφτηκε πως έπρεπε να του ανάβει και κανένα κερί….
Έφτασε κοντά στα 100. Πέρασε πολλά. Όμως η ζωή έχει τα δικά της. Κάποια μέρα θυμήθηκε τα χρήματα στην μεγάλη αχλαδιά.
Πήρε με προσοχή το κουτί αφού το ξέθαψε. Το πήγε στο σπίτι και ρώτησε το γυιο της τον μικρό που ήταν υπάλληλος στα δασικά ΄έργα.
Πόσα λεφτά έχω παιδί μου; Να τα πάω στο ταχυδρομείο.
Εκείνος γέλασε. Δεν έχουν καμιά αξία μάνα.
Πως δεν έχουν δεν είναι λεφτά;
Είναι κατοχικά δεν έχουν αξία. Θυμωμένη τα πήγε στο ρέμμα και τα πέταξε. Δεν τα είχε ανάγκη ας πάνε στο καλό.
Κάποια μικρά έτρεξαν να τα μαζέψουν να παίξουν.
Βάβω έχεις κι άλλα να μας δώσεις.
Τα πέταξα καμάρια μου. Δεν έχω άλλα.
Και μπήκε στο σπίτι γελώντας.
Ωρέ ούτε για τα παιδιά δεν ήταν αυτά.
Όταν της έδινε τη σύνταξη ο ταχυδρόμος του έδινε πέντε δραχμές και τον κέρναγε μπισκότες σφραγισμέες για τα παιδιά του.
Έτσι ήταν η ζωή, μια χορτάτοι μια νηστικοί. Μα ακόμη και νηστικοί κάτι θα μασούλαγαν έστω μια κορφή από γλυκάδια μια κληματσίδα.
Μα έβλεπαν τον ήλιο και έλεγαν.Δόξα Σοι, ο Θεός. Νύχτωνε κι έλεγαν καλό ξημέρωμα.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Leave a Reply