Εγώ ο πρόεδρος και κάτι άλλα σιάφαρα

Αγαθός είναι ο Γιώρης. Έχει τις γιδούλες του την κυρά του μια γυναίκα μεγαλύτερη αλλά δυνατή που κρατάει το σπίτι στις πλάτες της;. Σε μικρό χωριό της Παραμυθιάς ζούσαν και πορεύονταν όπως όλος ο κόσμος μια χορτάτος μια νηστικός.
Στην πόλη της Παραμυθιάς αν και ήταν κοντά δεν πάγαινε. Εκεί χωρίς λεφτά δεν κουνιέσαι ντιπ.
Στο χωριό κάθεσαι στο μεσοχώρι, έρχονται και οι άλλοι και στήνουν την κουβέντα μέχρι να σουρουπώσει να πάνε για φα’ι’ και ύπνο.
Πήγαινε όμως σαν ήθελε κανένα εργαλείο γερό γύφτικο. Τουες καλύτερους σιδεράδες είχε η Παραμυθιά. Ότι μανταλοί΄δι ήθελες σου το έσιαχναν.
Μια μέρα πλησίαζε κι ο Λάμποβος καληώρα, και αποφάσισε να πάει για ψώνια.
Κόκκινη κλωστή καινούριο κασάρι. Μπλε κλωστή φαρίνα για καμιά πίτα. Κίτρινη κλωστή σπόρια για το περβόλι τα δικά τους τα έφαγε ο κόπιτσας κακό χρόνο να έχει. Την ουρά τση αλπούς στο ντροβά να πάει στην Αστυνομία να πάρει το χάρισμα. Κάθε που έπιαναν τα δόκανά του αλπού χαρές στο σπίτι. Θα τους έφερνε και μισή οκά λουκούμια από τα καλά με τσίγαλο.
Έβαλε λίγα τα λεφτά στην τσέπη και πέντε φορές είπε στη γυναίκα του τι θα της φέρει κοιτώντας τις κλωστές.
Περνάει από την Αστυνομία πρώτα να δώσει την ουρά να πάρει το ρεγάλο.
Μετά ντουγρού για τον σιδερά. Κουλάντρισε και τα άλλα, άφησε το σακκούλι σε ένα μαγαζί και πάει για βόλτα.
Δεν πήγαινε ποτέ κάτω στο πηγάδι. Τι να δει εκεί. Εκεί κάτι δόλιες πούλαγαν λάχανα τυρί αυγά να πάρουν όπως και κείνος τα χρειούμενα.
Και τα πιο χρειαζούμενα ήταν το αλάτι, τα σπίρτα, το πετρόλαδο, οι κλωστές κλπ…
Άρχισε να γυρίζει και να χαζεύει. Κόσμος πολύς. Σε λίγες μέρες θα είχε η Παραμυθιά Λάμποβο. Αυτός στο Λάμποβο δεν έρχουνταν. Ποτές δεν είχε έρθει. Το Λάμποβο σε γελάν για να σου πάρουν τον παρά σου.
Το τι παρά είχε ο κόσμος τότε, άσε μαύρα μου χάλια. Χειρότερα από σήμερα….
Σε μια στιγμή ακούει το όνομά του.
Γιώρ΄ βάρα δώθε στο καφενείο κερνάω ούζο.
Ήταν ο πρόεδρος του χωριού τους.
Βάρεσε κατά το καφενείο < βαράω το δρόμο =περπατάω τον δρόμο τώρα γιατί βαράνε το δρόμο τι να σας πω>.
Εκεί σε λίγο ήρθαν και κάτι γνωστοί του προέδρου, παραμυθιώτες.
Είπαν πολλά, έμασε η μέρα και αφού χαιρετίσθηκαν πήγαν να πάρουν τα σακκούλια τους και για τα χωριά τους.
Σήμερα ο Γιώρς ήταν περήφανος. Έκατσε με τον πρόεδρο στον καφενέ και του μίλησε για όλα, ως και για τις νέες εκλογές.
Ο Γιώρς τάχασε, τόσο πολύ τον υπολόγιζε ο πρόεδρος, πολύ, του τόπε χωρίς τις δικές σου ψήφους, βγαίνει ο Τάσσης που δεν είναι και σόι σου.
Τούδωκε το λόγο. Χρόνια τον ψηφίζουν στο σπίτι του όλοι. Γιατί να αλλάξουν;.
Μόλις φτάνει στον χωριό αφήνει τα πράγματα στο σπίτι και μπρος για τον καφενέ.
Είχε να πει για τα ψώνια, για τον καραγκιώζη που ήταν στο πάνω καφενείο του Καρκαμισιού, για όλα.
Μαζώχκαν όλοι γύρω του και τον ρώταγαν τι ψώνισε, αν είχε κόσμο η Παραμυθιά, αν του έδωσαν τα λεφτά στην αστυνομία για την ουρά της αλεπούς. Για τα λουκούμια και το πλαστάρι που έφερε δεν είπε τίποτε.Αυτοί ήταν ικανοί να περάσουν απ΄το σπίτι να θέλουν λουκούμι και πλαστάρι. Του τόπε η Γιώραινα. Μη πεις για τούτα θα έρθουννα μας τα φαν. Και για τούτα δεν είπε ούτε λέξη.
Τα άλλα, τα είπε όλα καταλεξής.
Μετά στάθκε σοβαρός και πήρε ύφος βαρύ.
Ο καφετζής κατάλαβε ώρα για το πείραγμα.
-Δε μου λες Γιώρ΄ποιον είδες στην Παραμυθιά, ποιους αντάμωσες. Έκατσες σε καφενέ;
Βομβαρδισμός ερωτήσεων.
-Έκατσα στον καφενέ και πήρα ένα ρακί αψύ αδερφάκι μου.
-Ποιος ήταν στην παρέα σου, ρωτάει περίεργα ο καφετζής;.
Και ο Γιώρς σοβαρά σοβαρά.
Εγώ, ο πρόεδρος, και πέντε έξη σιάφαρα. <σιάφαρα= σκουπίδια,>
Βέβαια ο πρόεδρος είχε μιλήσει για την συνάντηση.
Τα σιάφαρα ήταν γνωστοί έμποροι από την Παραμυθιά και η κουβέντα τους για τις εκλογές.
Από τότε η φράση λέγεται συχνά σαν παραλογισμός.
Εγώ ο πρόεδρος και κάτι άλλα σιάφαρα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Comments are closed.