Τα σχολεία του 1950 στα χωριά της Παραμυθιάς

Δεν ξέρω αν θυμάστε αλλά μια από τις πρώτες εκθέσεις που μας έβαζαν οι δάσκαλοι στις μικρές τάξεις ήταν.
Μια μέρα στο Σχολείο
Ας πούμε, πως είναι μια έκθεση που θα έπρεπε να γράψουμε όλοι μας. Αλήθεια ας πούμε εμείς οι κάποιας εποχής ότι όλοι μας, πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο με τον ίδιο δάσκαλο. Τι λέτε, η έκθεσή μας θα ήταν ίδια ή δεν έμοιαζε καθόλου του ενός με τον άλλο συμμαθητή;
Ο Γιάννης θα έγραφε. Ήρθαμαν στο σχολείο. Πριν μπούμε για το μάθημα χτύπαγε τρεις φορές το σήμαντρο. Με τα τσιμπολόγια στην πλάτη φτάναμε στην αυλή. Εκεί έβραζε το σκονόγαλο με το κακάο και τη ζάχαρη. Μπαίναμε στη σειρά, και πλώναμε τα κύπελα μας, να μας γεμίσει ο δάσκαλος γάλα και μια μάνα από τις μάνες μας άλλη κάθε μέρα,να μας δώκει γαλέτες ή σταφιδόψωμο, τυρί. Τα τρώγαμε γρήγορα γρήγορα, τόσο νόστιμα ήταν που γλύφαμαν και τα δάχτυλά μας. Ύστερα όμως ο δάσκαλος μας έδινε μουρουνόλαδο που βρώμαγε μα που έπρεπε να το καταπιούμε αλλοιώς αύριο δεν θα μας έδινε σοκολατένιο γάλα και σταφιδόψωμο.
Σαν τρώγαμε χτύπαγε πάλε τρεις φορές το σήμαντρο και μπαίναμαν στην τάξη.
Όρθια μπροστά στα θρανία μας και ο δάσκαλος στην έδρα φώναζε ένα παιδί να πει την προσευχή. Και κάναμαν προσευχή.
Κάθε μέρα κι άλλος μαθητής έλεγε το Βασιλεύ Ουράνιε ή το Πάτερ Ημών.
Μετά βγάζαμε τα τετράδιά μας και τα βιβλία μας όσοι είχαν. Και δεν είχαν όλα τα παιδιά.
Μπροστά ήταν τα παιδιά της Πέμπτης και της Έκτης που έκαναν μαζί τα μαθήματα. Πίσω τα παιδιά της Τετάρτης και της Τρίτης που και κείνα έκαναν τα ίδια μαθήματα και πίσω τα μικρά, Πρώτη και Δευτέρα που κάνανε μαζί τα μαθήματα.
Φανταστήτε τα πρωτάκια και τα δευτεράκια μαζί. Τα δευτεράκια γνώριζαν να γράφπυν γνώριζαν και αριθμούς να μετράν.
Ο δάσκαλος μας έπρεπε να μπορέσει να μάθουν τα μικρά χωρίς να φοβηθούν, από τα μεγαλύτερα που ήξεραν.
΄Έτσι τους δυο πρώτους μήνες ο δάσκαλος στο μάθημα ρωτούσε τα δευτεράκια ενώ με τρόπο στα μικρά έδινε λέξεις η γράμματα σαν παιχνίδι.Στην αριθμητική ήταν πιο εύκολα. Μα τότε τα παιδιά βοήθαγαν το ένα το άλλο. Ήθελαν πολύ να μάθουν.
Πολλές φορές άκουγες, όταν ο δάσκαλος ρωτούσε κάποιο παιδί της πέμπτης και της έκτης κάτι στην ιστορία ή στα θρησκευτικά και αν αργούσε να απαντήσει, κάποιο από τα πρωτάκια έδινε την απάντηση. Αφού, όταν ο δάσκαλός τους, δίδασκε το μάθημα αυτό, αυτά ήταν στην τάξη και παρακολουθούσαν.
Πως θα σας φαίνονταν σήμερα να λέτε τον κανόνα του ειδκού βάρους΄΄΄΄ Ειδικόν βάρος σώματος ονομάζουμε το πηλίκον της διαιρέσεως του όγκου ενός σώματος δι΄ ίσου όγκου ύδατος απεσταγμένου τεσσάρων βαθμών κελσίου…
Και το καταλαβαίναμε γιατί κολυμπούσαμε μια μεγάλη πέτρα από το ποτάμι, σε μια κατσαρολίτσα γεμάτη νερό, κάτω από τη καττσαρολίτσα ήταν ένα ταψάκι το νερό από το κατσαρολάκι έπεφτε στο ταψάκι… Το νερό που έπεφτε, ήταν ο διαιρέτης, το βάρος της πέτρας ο διαιρετέος, και το πηλίκον το ειδικόν βάρος.
Τη διαίρεση ο δάσκαλός μας δεν την έκανε, γιατί εμείς, είχαμε καταλάβει.
Πολλές φορές μας έβαζε να γράψουμε κάτι πολύ απλό΄,που όμως θα ήταν γραμμένο έτσι, που να αποκτά ενδιαφέρον για τον αναγνώστη.
Μεγάλη σημασία έδινε στα κόμματα τελείες άνω τελείες θαυμαστικά ερωτηματικά.
Αυτά κάνουν τον λόγο κατανοητό μας έλεγε. Αυτά πρέπει να τα διαβάζετε…
Ακούγαμε όλα αυτά, μα πιο πολυ μας άρεσε η αριθμητική. Απλή μέθοδος των τριών, σύνθετη μέθοδος των τριών, μερισμός σε μέρι ανάλογα, τόκοι και ανατοκισμός. Στα μαθήματα των θρησκευτικών, της ιστορίας, και της γεωγραφίας κάποιοι διάβαζαν πιο πολύ κάποιοι ποιο λίγο. Πολλές φορές, το ότι δεν διάβαζαν ήταν γιατί δεν πρόλαβαν να γράφουν το μάθημα από τον πίνακα που τους τα έγραφε ο δάσκαλός τους. Άλλα παιδιά γιατί στο σπίτι οι γονείς δεν τα άφηναν κι ας είχαν μεράκι να μάθουν.Για τα κορίτσια τα πράγματα ήταν δυσκολότερα.
Όταν έκαναν μάθημα οι μεγάλοι τα μικρά διάβαζαν χωρίς να μιλούν από μέσα τους.
Ίσως ήταν οι μοναδικές ώρες που διάβαζαν. Όταν θα πήγαιναν στο σπίτι τα περίμεναν οι δουλειές στα ζώα ή στο ποτάμι για νερό. Ακόμη για κουβάλημα πότε τς ελιάς, πότε της πατάτας, πότε το βόσκημα των λίγων προβάτων, πάντα κάποια εργασία τα περίμενε.
Έτσι χωρίς βιβλία, με ήρωες δάσκαλους, έμαθαν τα παιδιά γράμματα. Έτσι κάποτε με πάθος έκαναν οι άνθρωποι τις δουλειές τους. Από αγάπη.

Παρακολουθώντας τη ζωή αυτών των δασκάλων αρνήθηκα να πάω στην Ακαδημία που με έργαψε ο πατέρας μου.
Θεώρησα πως αυτό το λειτούργημα ήταν το πιο σπουδαίο από όλες τις εργασίες. Και φοβήθηκα πως δεν θα ήμουν άξια της τιμής.
Ο πατέρας μου, με έγραψε χωρίς εξετάσεις.
Τότε υπήρχαν μόρια για τα παιδιά κάποιων κατηγοριών στις Ακαδημίες. 15% Είχαν τα παιδιά των δασκάλων. Άλλα 15% τα παιδιά των πολυτέκνων. Άλλα 15% στους έχοντας θύμα πολέμου.15% σε όσους δασκάλους υπηρέτησαν σε παραμεθόριες .
περιοχές. Είχα όλα αυτά τα μόρια. Έτσι μόνο με το ενδεικτικό μου με έγραψε ο πατέρας μου χωρίς να με ρωτήσει. Δεν πήγα. Φοβήθηκα πως θα είμαι ανάξια ενός τέτοιου λειτουργήματος.
Ακόμα έχω ένα σεβασμό μεγάλο στους δασκάλους, Γιατί τις αρχές τις βάσεις για το αύριο τις βάζουν οι δάσκαλοι. Οι καθηγητές παίρνουν μεγάλα παιδιά και τα καθοδηγούν.
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τα παιδιά πάνε σχολείο χωρίς σεβασμό στον άνθρωπο που θα τα διδάξει, στο βιβλίο που θα είναι ο σύντροφός τους στη μάθηση… Και όταν δεν υπάρχει σεβασμός από τη μια,, και έπνευση από την άλλη,,, δεν υπάρχει μάθηση. Ακόμη όλοι δεν είμαστε για όλα. Πολλές φορές ακολουθούμε λαμπερά επαγγέλματα που όμως δεν γεμίζουν τη ζωή μας, την ψυχή μας.
Μια φορά κι έναν καιρό τα γράμματα ήταν η σκάλα για την αναβάθμιση του τόπου μας. Και ύστερα τα σχολεία σιγά σιγά έγιναν κέντρα ανάξια της αποστολής τους.
Μια φορά κι έναν καιρό μάθαιναν γράμματα ξυπόλυτα με τα χεράκια τους γεμάτα χιονίστρες που τα έβαζαν στα χιλιομπαλωμένα σακκάκια τους να ζεσταθουν. Και που ο δάσκαλος τα έστελνε λίγα- λίγα να ζεσταθούν την ξυλόσομπα. Μια φορά κι έναν καιρό,κοιτάξτε στα μάτια τους εβδομηνταπεντάριδες, ρωτήστε τους, θα σκύψουν το κεφάλι τους για να μην δείτε τα δάκρυά τους, ήταν αυτοί σε κείνα τα καλύβια που τα λέγαμε σχολεία, σε κείνα τα καλύβια που έμπαινε ο αέρας από τα πατώματα κι από τα παραθύρια. Σε κείνα τα σχολεία που ο πόλεμος τα ρήμαξε.Και κει έμαθαν γράμματα. Και κει άκουσαν από τα παραμύθια μέχρι την ιστορία του τόπου μας. Τότε οι δάσκαλοι ήταν δάσκαλοι όλη την ημέρα και όλη την εβδομάδα. Και την Κυριακή πήγαιναν τα παιδιά τους στην εκκλησία να τα ακούσει να λένε το Πάτερ ημών και το Πιστευω. Μια φορά κι έναν καιρό….
Αφιερωμένο στον πατέρα μου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.