Κάποιο παράπονο

Στη βεράντα του σπιτιού μου
το πρωί της Κυριακής
έβλεπα το πρωινό της
στη χλωρΊδα της αυλής

Και πιο πέρα τα παιδιά μου
και τα δυο τους ξεγνοιασμένα
στης Βερυκοκκιάς τον ίσκιο
παίζανε ευτυχισμένα.

Είχε δέσει η μαμά τους
στο κλωνάρι μια τριχιά
και τους έκανε μια κούνια
για να παίζουν χαρωπά.

Κι όπως κούναγε η κούνια
πέρα δώθε τα παιδιά μου
εκουνήθηκαν και μένα
μέσα μου τα παιδικά μου.

Και ήρθαν χρόνοι στο μυαλό μου
χρόνοι πόσης κακουχίας,
πείνας, πίκρας και ορφάνιας
και μεγάλης δυστυχίας.

Μόνος μου μηχανευόμουν
τα παιχνίδια μου να φκιάξω,
σαν πουλάκι ονειρευόμουν
κάποια μέρα να πετάξω.

Να χορτάσω τα παιχνίδια
κάπου πέρα, μακρυά,
της μανούλας που μου λέγαν
ήτανε στην ξενητιά.

Μα τι ψέμα πούταν όλα
δεν τα βρήκα πουθενά
της μανούλας τα παιχνίδια
της μανούλας τη χαρά.

Και έτσι έμεινε και πάλι
μέσα το παράπονό μου,
πως δεν ένοιωσα ποτέ μου,
τη μανούλα στο πλευρό μου.

+Χρήστος Ιωάννου Θωμάς
συγγραφέας ποιητής δημοσιογράφος μέλος της Ενώσεως Περιοδικού Τύπου.
1932-2010

Comments are closed.