Καλατζιήςςςςς καλατζιήςςςς

Ήταν Άνοιξη, πριν το Πάσχα. Μόλις είχαν κλείσει τα σχολεία.
Οι δουλειές για το Πάσχα πολλές, και η μάνα μας με την Ασήμω την κοπέλα του σπιτιού, φρόντιζαν στις γιορτές όλα να είναι ωραία.
Από βραδύς η μάνα μας είπε στη γιαγιά μας.
Μάνα άκουσα τον καλατζή που έρχεται από τις Φιλιάτες, τι λες, μαζεύπουμε τα αγκειά στο πηγάδι σαν περάσει να τον φωνάξω να τα γανώσει;
Αφού έχουμε και στο παζάρι γιατί να τα δώσουμε σε ξένο;
Πέρσυ σε κείνον τάδωσα και μούκανε καλή δουλειά. Ύστερα που να κουβαλάω σιακάτ τόσα χάρχαλα και τζουμπλέκια.
Καλά στείλτον μετα και σιαπάν. Καλύτερα φέρτον εσύ στη βρυσπούλα θα τα έχω μαζωμένα στο πεζούλι της καρυδιάς.
Την άλλη μέρα σαν άκουσε η μάνα μας τον καλαντζη να φωνάζη καλατζιής καλατζιής τον φώναξε.
Έλα σιαπάν κατα δω….και άνοιξε την οξώπορτα.
Η μάνα μου είχα αναμμένη φωτιά εκεί που έβαζε μπουγάδα.
Είχε κατεβάσει και ένα κούτσουρο να κάθεται ο καλατζής, που τον λέγανε και γανωτζή και γανωματή.
Έβγαλε και τα αγκειά και μεις κάτσαμαν να δούμε πως θα τα καλα’ι’σει.
Ήταν τόσο όμορφα καλα’ι’σμένα και λαμπερά, καλύτερα από καθρέφτες.
Είχε βγάλει η μάνα μας όλα να ντεψιά τα σινιά τους νταβάδες τα κακάβια τα τηγάνια τα σαγάνια και την πλαδαρή κατσαρόλα που έκανε τους ντολμάδες. Δίπλα σε ένα κατσαρολάκι είχε τα κουταλοπείρουνα.
Ρώτησε η μάνα μας τον καλατζή, πρώτα να φας ή θα πιεις καφέ;
-Κάνε καφέ και λίγο ψωμοτύρι γιατί βλέπω πολλά και δεν ξέρω αν προλάβω να φωνάξω να βρω κι άλλη δουλειά.
-Δεν θα φωνάξεις, του είπε η μάνα μου. Σαν τελειώσεις θα σε πάω στης πεθεράς μου το σπίτι, μόνο να τα προσέχεις πέρσυ ένα σινί χάλασε γλήγορα.
-Καλά κυρά Βέργω μπορεί να έτυχε.
-Πήρε ένα σινί με μια λαβίδα και έριξε μέσα κάτι, το γύρισε να πάει παντού. Μετά έριξε μια σκόμη και έτριψε το σινί αρκετά δυνατά.
Τα μάτια μας, ήταν καρφωμένα πάνω του.
-Αεί μανάρι μου φέρε μου λίγο νερό.
Έτρεξα να φέρω ένα χαλκό νερό και κάθησα να βλέπω.
Μετά έριξε κάτι άλλο που το είπε νησιαντήρι και το σκούπιζε να πάει παντού.. Μετά άμα ρίξεις αυτό κολλάει καλά το καλάι και γίνεται σωστή η δουλειά..
Σαν σκούπισε το νησιαντήρι έριξε το καλάι. Το καλάι το είχε λοιωμένα σε ένα χάλκωμα δικό του στην άκρη της φωτιάς.
Αυτό το έφερε γύρω γύρω όπως και τα άλλα, μετά με ένα μεγάλο πανί σαν πατσαβούρι που το έφερνε γύρω γύρω πολ΄λές φορές το τελείωνε..
Όλα αυτά τα έκανε πάνω από την φωτιά. Δε καιγότανε, ούτε ιδρωνε…
Εμείς καθήσαμε ακόμη πιο μακρυά όμως αυτός τίποτε εκεί πάνω από την φωτιά….
Αφού τελείωνε κάθε σκεύος το έριχνε στις μεγάλες λεκάνες με νερό από το πηγάδι που έριχνα εγώ κάθε τόσο,να είναι κρύο το νερό.
Σε μια κατσαρόλα η μάνα μου έβραζε πύτουρα με νερό και με αυτό το νερό έπλενε τα καλα’ι’σμένα η Ασήμω….
Τότε τα είδη της κουζίνας στα χωριά μας ήταν από χαλκό. Αυτά οξυδώνονταν και πάθαινες δηλητηρίαση, που πέθαινες.
Για να είναι καλά τα κατσαρολικά, να μην οξυδώνονται, τα καλά’ιζαν ή όπως έλεγε ο παππούς μας, τα επικασσιτέρωναν,,, άστο μεγάλη λέξη τα καλάιζαν.
Τα χαλκώματα στα χωριά μας τα λένε και μπακίρια.
Πολλές φορές, ο καλατζιής φώναζε, μπακίριαααα γανώνωωωω μπακίριαααα γανώνωωωω ο γανωτήηηηης ή ο γανωτζήηηηης
Σπάνια τρύπαγε κανένα χάλκωμα τότε ο καλατζής του έβαζε κομμάτι και μετά το καλάιζε.
Φαίνεται πως θα ήταν ακριβά.
Υπάρχει δε μια παροιμία που λέει. Θέλει κώλο κι άλλο κώλο και φελί, <ή κομμάτι > από άλλο κώλο. δηλαδή είναι άχρηστο δεν μπαλώνεται άλλο.
Μόλις βάφτιζε η νονά το παιδί το πρώτο που του έκανε δώρο ήταν ένα χάλκωμα. Όσο κι αν σας φανεί παράξενο στα προικιά τα χαλκώματα ήταν στην πρώτη θέση. Πολλές φορές τα ζύγιαζαν και έλεγαν οι γονείς. Της δώκαμαν και τριάντα οκάδες μπακίρια.. Γιατί σε κάποιες κοπέλες δίνανε και μαγγάλι χαλκωματένιο χαλκωματένιο, ακόμη και χαλκωματένια σίτα που δεν χάλαγε ποτές.
Σαν τελείωσε τα δικά μας ο καλατζης, έφαγε πλαστάρι με ψωμί ελιές και αυγά τηγανισμένα που του έβαλε η μάνα μας.
Μετά τον πήγε στη γιαγιά να καλα’ι’σουν και της γιαγιάς. Το πιο δύσκολο ήταν τα πειρουνάκια.
Τα χαλκώματα ήταν τόσο γυαλιστερά σαν ασήμι και μέσα τους έβλεπες το πρόσωπό σου.
Έτσι έλεγε η μάνα μου, μα εγώ δεν το είδα μέσα στο σινί η στο κακάβι το προσωπό μου ποτέ.
Τον άνθρωπο αυτόν το βρήκα στο Μενίδι μετά από τριάντα χρόνια ίσως και πιο πολλά.
Ήταν πατέρας της γυναίκας ενός φίλου μας μηχανικού αυτοκινήτων.
Το έφερε η κουβέντα και τον παρακάλεσα αν μπορεί να μου καλα’ι’σει ένα σινί και έναν νταβά.
Τον ρώτησα για τα υλικά πυ έβαζε και ο άνδρας μου του είπε. Μη της λες τίποτε αυτή μπορεί να σου κλέψει την δουλειά.
Μακάρι κάποιος να την κλέψει γιατί αυτή η δουλειά θα χαθεί.
Λοιπόν μπαρμπα Φώτη ποια είναι τα μυστικά της καλής δουλειάς.
Το κέφι και η αγάπη για την δουλειά.
Τι ήταν τα υλικά σου. Μου τα λες με την σειρά.
Ωρέ διάολε δουλειά έχεις μη μου πεις πως θες να γίνεις και καλατζιής.
Έβγαλα το τετραδιάκι μου και έγραψα.
Πρώτα βάζω σπίρτο.
Τι σπίρτο;
Έτσι το λένε σπίρτο.. Μετά το τρίβω με κορασάνι. μετά, ρίχνω μέσα το νησιαντήρι και μετά το καλάι
Αυτά είναι τα μυστικά μα το πιο μεγάλο μυστικό είναι το μεράκι για την δουλειά.
Γύριζα πόλεις και χωριά. Κοιμούμουν όπου έβρησκα. Έτρωγα ότι μου έδιναν στα σπίτια που δούλευα και μάζευα τον κούμπο για το σπίτι μας.
Πενήντα λίρες προίκα έδωκα σε κάθε μια τσούπρα μου και είχα τρεις του Θεού.
Καλά ήταν. Μου έφκιαξαν δίπλα στο σπίτι τους ένα τσιοτόρι και ζω με την βάβω μου. Μας λενε να πάμε μέσα στο δικό τους σπίτι όμως αυτοί μιλάνε φωνάζουν και μεις μάθαμε στην ησυχία δεν τα μπορούμε αυτά. Δεν μπορούμε ούτε τις φωνές.
Ύστερα γέροι είμαστε μας φεύγει και καμιά,,, άσε, σπίτι μας, μοναχοί μας, αντρεπώαστε εμείς με την βαβούλα μου…
Καφέ κάνουμε το πρωί και τρώμε και μπισκότες. μετά πάω στο φούρνο και παίρνω ψωμί φρέσκο που το τρώμε με χαλβά. Δεν έχουμε ζάχαρο. και το βράδυ τρώμε το Χειμώνα τραχανά το Καλοκαίρ γιαούρτι. Το μεσημέρι τρώμε στην μεγάλη κόρη μας.
Και ανάμεσα φκιάνει η βάβω τηγανήτες ή τρώμε μπανάνες που είναι μαλακές.
Και μπισκότες έχουμε και μεγάλο ψυγείο. Ένα μεράκι έχω μα δεν το λέω. Να πάω να πεθάνω στο χωριό μου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.