Μάνα πεινάω

Την ιστορία αυτή, μας την έλεγε η γιαγιά μου. Ήταν τότε το 1917.
Ιταλικές και αλβανικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Θεσπρωτία μας.
Για λίγο καιρό. Mα αν σκεφτεί κανείς, πως μόλις to 1913 είχαμε απελευθερωθει και πως ακόμα αφεντάδες στις περιουσίες, ήταν οι αγάδες, καταλαβαίνει τη φτώχεια των Ελλήνων και μάλιστα αυτών που ζούσαν σαν φαντάσματα στις άκρες της πόλης μας.
Πείνα μεγάλη έπεσε τον καιρό εκείνο στη Θεσπρωτία, μα και αρρώστεια κακιά.
Ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Τα πρόσωπα έγιναν ωχρά και τα μάτια μεγάλωσαν σα να ζητούσαν να βρουν σε λίγους άγριους σπόρους, τον Θεό.
Το παιδί ήταν τότε μόνο τριών χρονών.
Πείναγε πολύ. Όλοι πείναγαν. Νοικοκύρηδες ήταν. Μα τούτος ο καιρός έφερε χάλια πολλά.Η πείνα και η αρρώστεια χτύπησε όλες τις πόρτες των Ελληνων.
Οι άλλοι είχαν, κι αν δεν είχαν άρπαζαν, άρπαζαν από όπου έβρησκαν.
Μάνα πεινάω.
Στον κήπο είχαν φυτέψει απ όλα΄. Όμως μια χαλασιά, ένα κακό, τι να μολογήσουν. Ευτυχώς τα καμπρολάχανα έμειναν μεγάλωναν και θέριεψαν. Έτσι, η μάνα έκοβε φύλλα τα έβραζε στο κακάβι στη χόβολη και τα έβαζε μπροστά να φάνε. Τους έριχνε και λίγο λάδι.
Μάνα πεινάω.
Άπλωνε το χέρι της και του έδινε να φάει το βρασμένο λάχανο.
Δεν το ήθελε.
Έκλενε το στόμα του.
Μάνα πεινάω.
Τότε πήγε η μάνα στον κήπο έκοψε ένα ολόκληρο λάχανο, καθάρισε το κοτσάνι, και έμεινε το μέσα η ζουμερή καρδιά και το έδωσε στο παιδί της να φάει. Δεν το έφαγε.
Μάνα πεινάω.
Φάε παιδάκι μου, φάε, του είπε δακρυσμένη, φάε ετούτο το καλό..
Δεν θέλω άλλα κάκανα, θέλω τσιωμί θέλω τσιωμί.
Αυτό δεν είναι λάχανα, φάτο παιδάκι μου.
Δε θέλω κάκανα δεν θέλω τσιοκάνια. Θέλω τσιωμί.
Που να το βρει το ψωμί!
Σκέφτηκε να το σκιάξει. Έπρεπε να φάει από τα λάχανα, αλλοιώς θα της πέθαινε.
Το πήρε στην αγκαλιά της.
Αυτό νόμισε πως θα του δώσει ψωμί.
Την αγκάλιασε σφιχτά, δεν θέλω άλλα κάκανα, θέλω τσιωμί.
Βγήκε έξω με το παιδί στην αγκαλιά της.
Περπάτησε σιακάτ. Έφτασε μπροστά από ένα πηγάδι και δείχνοντας το πηγάδι, του είπε.
Θα φας λάχανα, αυτό έχουμε. Αλλοιώς θα σε ρίξω στο πηγάδι.
Έκανε πως το σπρώχνει στο πηγάδι.
Ούρλιαξε.
Σώπασαι παιδάκι μου, σώπασαι. Το έσφιξε πάνω της και γύρισαν στο σπίτι.
Τώρα θα φάμε ότι μας έδωσε ο Θεός.
Την κοίταξε με παράπονο.Δεν έφαγε.
Μέσα στην ψυχή του, απόμεινε ο φόβος. Η μάνα του ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι. Η μάνα του ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι.Μέσα στην ψυχή της απόμεινε ο φόβος, θα το χάσει το παιδί.
Τα χρόνια πέρασαν, ποιος δίνει σημασία στις πληγές των παιδιών. Σάμπως ξέρουμε πότε πληγώνουμε, ή πληγωνόμαστε;
Κάποτε σε μια γιορτή η μάνα πήγε κοντά στο παιδί της. Πόσο σε αγαπώ παιδάκι μου, του είπε.
Την κοίταξε αυστηρά. Δεν μ΄αγαπάς μάνα. Αν με αγαπούσες δεν θα πήγαινες να με ρίξεις στο πηγάδι.
Είχε ξεχάσει η ίδια το περιστατικό.
Πότε παιδάκι μου, εγώ σε αγαπάω. Τι είναι αυτά που λες;
Πήγες μάνα, πήγες να με ρίξεις στο πηγάδι. Παιδί ήμουν. Τα λάχανα μου έφερναν πόνο στην κοιλιά μου.
Με πήγες στο πηγάδι να με ρίξεις μέσα, να πνιγώ. Κι αν δεν έκλαιγα αν δεν φώναζα θα με είχες ρίξει.
Τι είναι αυτά που λες παιδάκι μου, απλά ήθελα να σε φοβήσω, να φας, να μη μου πεθάνεις, τώρα που είσαι μεγάλος το καταλαβαίνεις αυτό, έτσι δεν είναι;
-Ήθελες να με ρίξεις στο πηγάδι. Δεν με έριξες γιατί φοβήθηκες. Φοβήθκες όταν έκλαψα. Είσαι η μάνα μου. Σου χρωστάω τη ζωή μου, όμως, πήγες να με ρίξεις στο πηγάδι.
Πέρασαν τα χρόνια.Μια χρονιά φεύγοντας η μάνα, γριά πια, από την Αθήνα,έμειναν μεσοδρομής, τους έπιασε στο Ρίο θάλασσα άγρια. Δεκέμβρης μήνας ήταν.
Τα πλοία δεν μπορούσαν να περάσουν, ο κόσμος ήταν αναγκασμένος να μένει στο κρύο.
Έμαθαν από το πρακτορείο τα παιδιά της πως ούτε θα πήγαινε μπροστά, το αυτοκίνητο, ούτε μπορούσε να γυρίσει θα έμενε να περιμένει τον καιρό να κοπάσει.
Τέσσερα παιδιά είχε η βάβω. Κανένα δεν κουνήθηκε να πάει να δει τι κάνει η γριά.
Όλα είχαν τα δικά τους βάσανα.
Ο γυιος της αυτός που φώναζε πως ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι, πήρε το λεωφορείο και πήγε στο Ρίο. Έβγαλε δυο εισητήρια.
Μαζί του είχε ένα παλτό μάλλινο.
Όταν τον είδε στην πόρτα του φέρυ μπόουτ, έβαλε τα κλάματα. Είχε φοβηθεί πολύ. Και να, που ήρθε κάποιος να την πάρει.Ζεστάθηκε η καρδιά της.
-Έλα μάνα, πάμε στο σπίτι μας.
Έτρεμε από τη συγκίνηση. Δεν τον περίμενε. Το ήξερε πως ήταν άρρωστος βαριά. Κάποιον από τους άλλους περίμενε μα δεν ήλθαν.
Την πήγε στο σπίτι του στην Αθήνα.
Της έβαλαν ένα ντιβάνι δίπλα στο ΄τζάκι να ζεσταθεί.Να απλώσει τα πόδια της.
Κάτσε εδώ, της είπε η νύφη της, θα σου φέρω λίγο ζεστό γάλα να πιεις να ζεσταθείς.
Τι γυναίκα είναι τούτη η νύφη, την κοιτάει σα μάνα κι ας έχει τόσα παιδιά.
-Δεν ήθελα να σε ρίξω στο πηγάδι, του είπε.
-Ήθελες μάνα. Ίσως δεν άντεχες το κλάμα μου, ίσως δεν άντεχες να με βλέπεις να πεινάω.
-Δεν ήθελα παιδάκι μου.
-Ήθελες μα δεν κρίνεσαι, γιατί μάνα σε δύσκολους καιρούς,,, μες την ψυχή μας γίνεται χαλασμός, γίνεται πόλεμος. Ίσως δεν ήξερες, ίσως δεν άντεχες. Η πείνα μάνα σε αγριεύει.
Θυμάσαι μάνα, την άλλη πείνα το 1942. Ξερός ο κάμπος, σαψιαλιασμένος από τις φωτιές των οχτρών. Ο κάμπος δεν είχε στάχυ. Δεν είχε ρόκα καλαμποκιού. Όλοι έψαχναν μια ψάνα άγρια βρώμη, μια ψάνα στάρι ξεχασμένο. Τούτον τον καιρό στα μέρη μας μόνο λίγο λάδι είχε, μα ο οχτρός δεν άφηνε να μαζέψουν τον καρπό. Σα φαντάσματα τις νύχτες τα παιδιά μάζευαν όσες ελιές μπορούσαν. Άντε να βγάλεις λάδι στις πέτρες, μέσα στη σκάφη.
Θυμάσαι που δίναμε μια οκά λάδι για μια οκά καλαμπόκι;
Μπορούσες να χορτάσεις μάνα με λάδι και σταφίδες;
Αν δεν φας ψωμί, ότι να φας, δεν χορταίνεις. Όλο θα πεινάς.
Είχαμε λίγο λάδι, ψωμί δεν είχαμε. Είχαμε λίγες σταφίδες ψωμί δεν είχαμε.
Περνούσαν τα χρόνια μα δεν το ξέχασε ποτέ.
Η μάνα του, το έφερνε βαριά.
Και κείνος, είχε μια πληγή στα στήθεια.
Πέθανε πριν από τη μάνα του. Ήταν εκείνη εκεί και του χάυδευε τα λίγα μαλλιά του και το πρόσωπό του.
Η μάνα πέθανε μετά από χρόνια. Το πίστευε, το πίστευε μονολογούσε, το πίστευε πως ήθελα να το ρίξω στο πηγάδι. Ποια μάνα πετάει το παιδί της στο πηγάδι και μάλιστα αγόρι.
Φαντάζομαι πως τη διαφορά θα τη βρουν στον παράδεισο, γιατί οι βασανισμένοι εκεί πηγαίνουν. Το λέει και το Άγιο Ευαγγέλιο.
Αυτή την ιστορία, μου την είπε κάποτε η γιαγιά μου. Έγινε στην Παραμυθιά το 1917 από κατοίκους μόνιμους της Παραμυθιάς. Η πείνα ήρθε όταν οι ιταλοί είχαν αρπάξει πάλι την Θεσπρωτία μας, την πανέμορφη κόρη της Απείρου Χώρας, με το στέμμα της την Παραμυθιά που πολλές φορές έγινε πεδίο σκληρών μαχών.
Καλές γιορτές και .ολοι με τα μάτια μας στραμμένα στο Χριστό μας, στη Ταπεινή Του Φάντη, ας βρούμε το νόημα της ζωής, ας βρούμε το σχοινί του παραδείσου, να κρατηθούμε γερά από αυτό. Αυτό το κομπολόι των προσευχών. Το κομποσκοίνι της πίστης μας, που κάθε κόμπος του, είναι και μια προσευχή.
Κύριε Ελέησον.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.