Μια φορά κι έναν καιρό

Παραμυθιά 1886
Γεννήθηκα στο χωράφι.

Μια φορά κι έναν καιρό πάνε τώρα 70 χρόνια, όταν καθισμένη στη γωνιά,στο σπίτι της γιαγιάς μας της Γεωργίας στο Λιβιάχοβο που τώρα το λένε Άγιο Ανδρέα, με τα ξαδέρφια μου και τα μικρά μου αδέλφια άκουγα τα παραμύθια της γιαγιάς μου της Γεωργίας.
Δεν μου άρεσαν τα παραμύθια της γιαγιάς της Γεωργίας τότε. Μα σαν μεγάλωσα κατάλαβα πως η γιαγιά Γεωργία δεν μας έλεγε παραμύθια μα την ιστορία του τόπου μας σε συνέχειες.
Ήταν τότε πιο παλιά η γιαγιά της γιαγιάς Γεωργίας που τη λέγανε Λένη. Αυτή η Λένη ζούσε στο χωριό δίπλα στο Μοναστήρι.
Από τη χαρα’ι’ ξεκίναγε για τα ζώα, για το κλάρισμα, αφού είχε παστρέψει το σπίτι. Τι σπίτι δηλαδή μια καλύβα πέτρινη χωρισμένη στα δυο.
Κουζίνα σαν να λέμε και κρεββατοκάμαρα ή σαλόνι ή καθιστικό ήταν ένα και το αυτό.
Στη μέση είχε μια γωνιά για την στια, και γύρω γύρω μπάσια από λιναρένιο ύφασμα χοντρό υφασμένο από τη μάνα της στον αργαλειό γεμισμένα με τζάφκες καλαμποκιού..
Σε τούτο το σπίτι που μοσχοβόλαγε ασβέστη κοιμώντουσαν οχτώ νοματαίοι και που και που, κανένας ξένος.
Οι δουλειές ήταν μοιρασμένες. Άλλος στο λόγγο, άλλος στο χωράφι άλλος στα ζώα που ήταν γιδιπρόβατα.
Έκανε πολλά παιδιά η Λένη, άλλα δικά της, άλλα του Θεού.
Τη μάνα μου τη γέννησε στο χωράφι καθώς σκάλιζε. Χωρίς βοήθεια. Έβαλε το πλετσουνάρικο μικρό στην ποδιά της και με το αίμα να κυλλάει έφτασε στο σπίτι της μάνας της.
Άντε να την καμαρώσεις και νύφη, της είπε η μάνα της και έκανε τα πρέποντα για τη λεχώνα και το παιδί.
Του έκοψε τον αφαλό και τον έδεσε. Μετά το έβαλε στο βυζί της μάνας του για να της έρθει το γάλα.
Και ύστερα την πήρε η βάβω της και της πασπάλισε τον αφαλό με σμέρτο ξεραμένο και στουμπηγμένο από πέρα το μέρος που το λένε Μοναστήρι.
Του έριξε και σκρούμπο από μαλλί της γίδας είναι το καλύτερο, καλό είναι και το πρόβειο μα το γιδίσιο είναι καλύτερο….
Σταύρωσε ξανά μάνα και παιδί και ευχήθηκε ξανά. Και νυφούλα καμαρωμένη να τη δούμε.
Άναψε και θυμίαμα να θυμιάσει το σπίτι από τον έξω απέδω
Έσκυψε η κόρη και φίλησε το χέρι της μάνας που ήταν και μάνα και μαμή και γιατρός.
Τότε έτσι γένναγαν όλες οι γυναίκες στα χωράφια στα πρόβατα, στο ποτάμι που έπλεναν.
Γιατρούς δε είχαμαν τότε.
Κάθε χωριό είχε τη μαμή του. Μα που να ξέρει η κάθε μια τους, πότε θα γεννήσει;
Άλλα παιδιά αφήνουν μέρες, άλλα παίρνουν, που να ξέρεις πότε θα έρθει η ώρα;
Τούτη η τσούπρα όπως και άλλες τρεις που ήρθαν δεν έμαθαν γράμματα.
Τότες μόνο τα αγόρια αν είχε το χωριό σχολείο μάθαναν γράμματα, και αυτά λίγα.
Μην σας φαίνεται πως αυτές οι γυναίκες που δεν ήξεραν την Αλφα Βήτα ήταν αμόρφωτες.
Δεν ήταν.
Ήταν πρώτες σε πολλές επιστήμες.
Στην υφαντική, στο πλέξιμο, στο κέντημα, τη ρόκα, τους αγρούς, στην ιατρική, στα φάρμακα…
Σαν άντρες έκοβαν ξύλα για τη στια ή το φούρο. Αυτές κένταγαν τις ποδιές που καμαρώνουμε και τις πενταραδήσιες κάλτσες.
Αυτές θα μάζευαν και θα έφκιαχναν κεραλοιφές για όλα. Αυτές θα μάζευαν τα βότανα για τις αρρώστειες του Χειμώνα.
Τέτοια γυναίκα έγινε η βάβω μας που γεννήθηκε στο χωράφι την ώρα του σκάλου.
Και γω μια μέρα έτσι γεννήθηκα μας είπε, μα στο σπίτι.
Και στο σπίτι όλα έγιναν κανονικά. Και η μάνα μου έκανε τηγανήτες να στείλει τα συχαρίκια, να γλυκάνει η γειτονιά.
Έτσι ήταν τότες. Και οι γειτόνισσες όσο καιρό ήταν έγκυος της έστελναν φαγητό να μην ζηλέψει και γαννηθεί το παιδί με μπάλωμα, μεγάλη αμαρτία….
Βοήθαγε ο κόσμος, μα που να βρεθούν κάποιοι στην δύσκολη ώρα όταν έβρησκαν τη γυναίκα τα κίνδυνα σε μέρη απόμακρα….
Κίνδυνα λέγανε τους πόνους της γέννας. Τότες η γυναίκα που ήταν έγκυος πολλές φορές πέθαινε μαζί με το μαξούμι.
Μα και σαν ήρθε ο γιατρός της Νομαρχίας στα δικά μας χρόνια μετά που έγινε Ελληνικό, και τότες οι γυναίκες δεν πήγαιναν στο γιατρό, είχαν αντροπή χαντακωμάρα.
Να τη λέτε τούτη την ιστορία. Θα σας πω και πως πορευόμασταν. Σαν τα ζούδια της γης χορταίναμαν την πείνα μας.
Οι τσούπρες για να έχουν καλή τύχη έπρεπε να είναι λιγόφαγες.
Αυτά και άλλα πολλά μας είπε η γιαγιά η Γεωργία που εμάς δεν μας άρεγαν και θέλαμε να παίξουμε αφήνοντας τα μωρά στην σαρμανίτσα να κλαίνε.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότες. Τούτα τα χάλια ξεχάσθηκαν.
Και πολλές φορές οργή διακατέχει τον κόσμο που δεν μπορεί να έχει να έχει να έχει.
Έτσι αποφάσισα να σας γράψω κάποια πράγματα που γίνουνταν μια φορά κι έναν καιρό στην πατρίδα μας.
Κόρη της γιαγιάς της Γεωργίας, είναι η μάνα μου, που κι αυτή χωρίς να τρέχει στα χωράφια, από το κομμωτήριο ήρθε σπίτι μα στη σκάλα έκανε τον αδελφό μας.
Αλεξάνδρα ΠΑαυλίδου Θωμά.

Comments are closed.