ΟΙ ΕΠΙΓΟΝΟΙ

Στον άνυδρο τόπο, δεν φυτρώνουν λουλούδια

φυτρώνουν αγκαθεροί θάμνοι που στοιχειώνουν το σήμερα

και χτίζουν το αύριο.

Στον άνυδρο τόπο φυτρώνουν χωρίς να μεταλλάσσονται

λουλούδια άγριας νιότης.

Μαυριδεροί λιόκαφτοι καίγονται στη φωτιά και στο σίδερο.

Ανδρόνωνται  στην αγάπη του χτες

και ομολογούν στην ομηρία του σήμερα.

Παρασέρνοντας στο αύριο και το μεθαύριο.

Κάτω από το μεγάλο δένδρο ένα παιδί

χορεύει λεβέντικα και φέρνει στα πίσω.

Χωρίς όνομα, χωρίς μορφή, χωρίς χαρακτηριστικά.

Τα λαμπερά μάτια προσδοκούν το Θείο μεγαλείο.

Και όλοι μαζύ εργάτες του χτες χτίζουν το αύριο χωρίς μιζέρια.

Πιστοί στους υπότιτλους της Ιστορίας.

Οι κοπέλες χωρίς ποδιές και μαντίλες, χαίρονται τη γιορτή λάμπουν.

Η γριά με την ποδιά και το μαντίλι γκούσια γεμάτη ρυτίδες

απλώνει το ζαρωμένο χέρι, λικνίζοντας το σκελετωμένο κορμί. της.

—————————————-

Οι σκιές ανεβαίνουν από τον Άδη

και πλανώνται στα φύλλα της μεγάλης Δρυός.

Η γριά λάμπει και χρησμούς μουρμουρίζει.

Οι επίγονοι έπαθαν αμνησία,κανένας δεν ακούει.

Μερικοί χάθηκαν στις δρακολίμνες και στις καταβόθρες.

Άλλοι χάθηκαν στις τρύπες των κοντονούρηδων.

Άλλοι γλιστρισαν στα βρύα των βράχων και άλλοι πορευθέντες

χάθηκαν στην παράλληλη ευθεία της αμνησίας.

Τρομαγμένοι ήρωες, χορεύουν γύρω από τη φωτιά.

Τα όπλα σκούριασαν πεταμένα στο χώμα.

Και οι άνομοι ψάχνουν χάνδρες στους χαλαζίες των βράχων.

Οι επίγονοι χωρίς επίγνωση χαμογελούν,

δείχνοντας τα σαρκοβόρα δόντια της άγνωστης άγνοιας.

Η αύρα της ύλης, τραντάζεται στη φωτιά των στοιχειών.

Ορυμαγδός, αφαιρούν το τελευταίο φύλλο συκής,

που έκρυβε τη γύμνια της καρδιάς.

Η πέτρα έγινε ένα με τον άνθρωπο και ο άνθρωπος ένα με την πέτρα.

που ο αγέρας,  τα θρυμμάτισε σε σκόνη

και στριφογύρισε στις γροθιές των πνευμάτων.

Που χάθηκες που κρύφτηκες θάμνε της ζωή;

περικοκλάδα της νιότης αστραπή των ονείρων;

Η τελείωση των αισθημάτων συμπαρασέρνε ι στην  απώλεια

Το ακονισμένο μαχαίρι ακουμπά στην καρδιά.

Ατελείς ως άνθρωποι, τέλειοι ως θεοί οι επίγονοι που χάθηκαν,

κρίνουν τους απογόνους που κρίθηκαν, εγνωρίστηκαν

και αφέθηκαν να οδηγούν στον άνυδρο τόπο.

τον τόπο των βράχων και των κυκλώπων..

Το μεγάλο δένδρο χαμογελά, ο Θάνατος οδύρεται,

η γριά μουρμουρίζει χρησμούς, κάτω απ΄το μεγάλο δένδρο,

κάτω από τα φύλλα της ΔΡΥΟΣ.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

 

Comments are closed.