Ο Κρεμμύδας και ο Πουτέτσης

+Του Βασίλη Π Παυλίδη

Αληθινή ιστορία.

Με τρεμάμενα πόδια η Βάβω Ρήνα, η φτωχιά χήρα που δεν είχε κανέναν στον κόσμο, κουβαλούσε την βουτσέλα με το νερό από τη Γελαψού, στο καλύβι της στη Σέλλιανη, όταν είδε την κοσάδα νάρχεται από το Λευτροχώρι. Της κόπηκαν ντιπ τα πόδια και ακούμπησε σε μια πέτρα να ξαποστάσει.Εκεί την έφτασαν οι τούρκοι και ο τσιαούσης τη ρώτησε.
-Πούθε το είσαι ορή μπάμπω;
-Από τη Σέλλιανη γυιε μ΄
-Ωρή μπάμπω, εσύ που είσαι πλιάκα, με τόνα ποδάρι στον τάφο, να με πεις μιαν αλήθεια.
-Αχαχά . Να σου πω παιδί μου, αποκρίθηκε πρόθυμη η βάβω.
-Το κρεμμύδα το ξέρεις;
-Αά.
-Το Πουτέτση;
-Αχά. Έκανε πάλι η γριά.
-Που το είναι;
-Ελάτε κοντά μου, είπε η γριά, βρίσκοντας την ψυχραιμία της.
Μπροστά η γριά, πίσω ο τσιαούσης, ευλογώντας τον γιαραμπή που τον έβγαλε μπροστά στη γριά.Τη γριά που θα του έδειχνε τον Κρεμμύδα και τον Πουτέτση τους φοβερούς καπεταναίους, τους αρχικοκομίτες. Και αν τους έπιανε θα γίνουνταν αξιωματικός, ίσως και μιλιαζίμης, ίσως και γιούσμπασης, θάμενε στις πολιτείες και δεν θα έφερνε γύρα τα κρέκουρα. Πίσω του βάδιζε η κοσάδα αραιωμένη και με τα όπλα στα χέρια, σαν άκουσε πως θα πήγαινε για τον Κρεμμύδα και τον Πουτέτση.
Έφτασαν στο φτωχοκάλυβο της γριάς. Η Ρήνα ακούμπησε τη βουτσέλα με το νερό στο πεζούλι και είπε στους τούρκους.
-Περάστε μέσα να ξεκουραστήτε.
-Απόρεσε ο τσιαούσης.
-Το κρεμμύδα που είναι ωρή μπάμπω;
-Μέσα είναι, είπε ατάραχη η η γριά. Περάστε αγάδες μου, περάστε.
-Με τα όπλα προτεταγμένα και με το δάχτυλο στη σκανδάλη , όρμησαν μέσα στην καλύβα, πεν-έξη  τούρκοι. Κοίταξαν δεξιά, αριστερά, τίποτε. Ψυχή δεν είδαν εκτός από τη βάβω.
-Νάτα τα κρεμμύδια παρετήρησε η γριά, μ΄ένα βλακώδες και μισοκακόμοιρο ύφος, δείχνοντας τα σταλίκια από τα οποία κρέμονταν αρκετές αρμάθες κρεμμύδια και σκόρδα. Πάρτε παιδιά μου όσα θέλετε, πάρτε.
-Όχι τέτοιο μωρή. Το Κρεμμύδα. Το Πουτέτση το Πουτέτση.
-Κατάλαβα- κατάλαβα γυιε μ΄ξανάπε η βάβω και κάνοντας νόημα να την ακολουθήσουν διευθύνθηκε σε μια γωνιά της αυλής όπου είχε ένα μικρό λιθόκτιστο  κοτέτσι, σκεπασμένο με πλάκες και χαλασμένους ντενεκέδες.. Νάτο, το κοτέτσι, παιδιά μου, ξανάπε η γριά. Τι να το κάνετε; Δεν γεννάν οι μπουφιάρες, ένα φόλι είναι, αν το θέλετε, πάρτε το. Δεν έχω αυγά η μαύρη . Και κουνούσε τις πλάτες της κι έκανε φρου φρου το μισότριβο  και λερωμένο σεγκούνι της. Ήταν ένας τρόπος ξυσίματος, γιατί εκείνον τον καιρό, όλος ο ντουνιάς ήταν γεμάτος από ψείρες.
-Όχι μπάμπω είπε νευριασμένος ένας όμπασης. Το Κρεμμύδα το Πουτέτση το κλέφτης.
-Όχι μπιρ, όχι μπιρ έκανε η γριά κι άρχισαν να τρέχουν δάκρυα  από τα μάτια της. Δεν κλέφτω. Εγώ καρτερώ θάνατο, τι να κλέψω. Ποιος σας είπε τέτοια πράμματα , τέτοιες κουβέντες για μένα. Και βουρ τα δάκρυα, βρύσες  τρέχουνε από τα μάτια της.
-Άκου μπάμπω είπε αργά  και προσπαθώντας  να γίνει καταληπτός ο τσιαούσης. Το Κρεμμύδα και το Πουτέτσης το κλέφτης. Χα’υ’ντούτια…….
– Ούτε κοτέτσια, ούτε κρεμμύδια κλέβω. < Το χαβά της η γριά και τα δάκρυα τζουρνάρα.> Τα κρεμμύδια τα φύτεψα, τα σκάλισα.και τάμασα με τα χεράκια μου, από το μπαξέ μου. Δεν κλέφτω. Δεν τάκλεψα. Δεν τάκλεψα. Ρωτάτε και το μουχτάρη τον παππά τον Κονόμο, όποιον θέλετε ρωτάτε, όλοι με ξέρουν…
Ο τσιαούσης έκανε νόημα στους άνδρες του  να τον ακολουθήσουν και κίνησε κατά το χασιομέρι νευριασμένος. Μωρέ με τι χαζοπούλι έχανε τον καιρό του….. Κόντευε να σκάσει  με την γριά τη χαζή, τη μπανταλή, την ξοπαρμένη, το μπούφο, που δεν μπορούσε να καταλάβει ….Η  γριά γύρισε στο καλύβι της. Μπήκε μέσα κοίταξε από το παράθυρο την κοσάδα που έφευγε και όταν είδε πως έφτασαν στο χασομέρι, άρχισε να μουντζώνει τους τούρκους και με τα δυο της χέρια. Να, να, να . Ζαγάρια του κερατά.Ξύκι και πάστρα να γίνετε. Κακόν αναλημό, κακή ροπή να σας δώκει ο Θεός και η Αγία Τράδα καλημέρα της. Και έκανε το σταυρό της . Θα  πρόδινα εγώ τον  Πουτέτση και τον Κρεμμύδα τα νισιάνια μου, τα παλληκάρια μου, τους λεβέντες μου, που καρτερώ πότε να σας σκοτώσουν όλους, να βγάλω το γαίμα του παιδιού μου , που το σκοτώσατε , είκοσι χρονών παλληκάρι και αρραβωνιασμένο. Τον γέροντά μου  που πέθανε στα μπουντρούμια σας, στα σίδερα δεμένος. Τις γαίγες που μου τις φάγαταν…… Και ας μην είστε εσες , άλλα ζαγάρια  σαν και σας ήταν. Και έμεινα μοναχή  κούτσουρο δυο χούφτες κόκκαλα, να δουλεύω  στα γεράματα και να μου τρέμει το κλειτσί. Παληοζαγάρια που να σας πάρει κακή ροπή, Θεέ μου κι Αγία Τριάδα μου. Και έκανε το σταυρό της , Πανήγια μου  και ξανάπε Θεέ μου κι Αγία Τριάδα μου, κακή ροπή και γρήγορα. Να μην τον βρήτε το δρόμο να γυρίσετε στα σπίτια σας. Το περασμένο βράδυ,ο Πουτέτσης και ο Κρεμμύδας, κοιμώνταν στο παλιοκάλυβο της γριάς. Τους έστειλε   ο  παππα -Κονόμος, γιατί δεν είχε μικρά παιδιά  να μαρτυρήσουν. Σήμερα ταχιά-ταχιά νύχτα ακόμη, πήρε από τον Πουτέτση ένα χαρτί, τόπλεξε  στην κοτσίδα της μη τυχόν το βρουν τα παλιοζαγάρια οι αρβανίτες και το πήγε στο Δεσπότη- νάχει ο Θεός καλά την αφεντιά του, τον Ιερόθεο κάτω στην Παραμυθιά και τόδωσε. Ευχαριστήθηκε ο Δεσπότης πολύ και είπε στους παππάδες να της δώσουν της γριάς δυο λειτουργιές και λίγο λάδι.  αγάπαγε ο Δεσπότης τους Σελλιανίτες,  γιατί είχαν εκατό ντουφέκια, ξεφτέλισαν τόσες φορές τους Προνοιάτες, και ήταν διαλεχτά παλληκάρια.Μα πιο πολύ αγαπούσε τη γριά το μυστικό ταχυδρόμο του Κομιτάτου, που έκανε το παν για να ξεπληρώσει το γαίμα του παιδιού της του μονάκριβου. Όταν αντάμωσε η γριά την κοσάδα, οι καπεταναίοι έτρωγαν στου παππα Κονόμου. Και όσο να ξεμπλέξει η κοσάδα από τη γριά , παν τα πουλιά, πέταξαν, γλύστρησαν  κρυφά στο πλάι, να μην χτυπηθούν με τους αρβανίτες μέσα στι χωριό και γίνουν αιτία να καεί.

Βουτσέλα= βαρέλα νερού. Γελαψού= πηγή με άφθονο δροσερό νερό παρά την Σέλλιανη. Πλιάκα=αλβανική λέξη, πλακ, γραία. Γιαραμπής= ο ύψιστος. Μιλιαζίμης και γιούσμπασης = υπομοίραρχος και μοίραρχος. Σταλίκια =ξύλο δστη θέση του ταβανιού να κρεμούν καλαμπόκι. Πουτέτσης Κρεμμύδας =τα ονόματα των αρχηγού και υπαρχηγού του Ελληνικού Ηπειρωτικού Κομιτάτου. Χασομέρι= μεσοχώρι. Γαίγες= οι γίδες. Κλιτσί= το κότσι.

Comments are closed.