Ο ξυπόλυτος και η τραγιάσκα

Φώναξε ο δάσκαλος τον μπάρμπα Γιάννη.
-Κυρ Γιάννη το παιδί έχει μυαλό για γράμματα να το στείλεις στο γυμνάσιο.
– Εσύ τόσα χρόνια δεν τον έμαθες γράμματα; Τι τον μάθαινες τότενες;
-Να, εγώ σου λέω να γίνει δάσκαλος, να γίνει καθηγητής, τέτοια.
-Δάσκαλε να με σχωρνάς κιόλας, μα το παιδί πηγαίνει στα πρόβατα. Παίρνει τη φλογέρα του, και παίρνει και κείνα τα τετράδια του κερατά. Μη του σκιώνεις τα μυαλά.
Πήγε ο δάσκαλος στη μάνα του παιδιού.
Τούτος ο μικρός είναι αδύνατος δεν κάνει για χωράφια, μυαλό έχει, πες στον κυρ΄Γιάννη να τον στείλει στο γυμνάσιο. Έχασε δυο χρονιές στα πρόβατα.
Αμα βάλει η γυναίκα κάτι στο νού της, πες πως έγινε.
Πιάνει στον άνδρα της την γκρίνια το βράδυ.
-Παίρνεις σύνταξη;
-Παίρνω.
-Τόσα χρόνια που έλειπες στα ξένα μια τριάρα έφερες σε τούτα τα παιδιά;
Είχαν παντρευτεί σε δεύτερο γάμο και οι δυο. Είχε αυτός παιδιά από τον πρώτο γάμο, είχε και αυτή. Έκαναν και δυο, τρεις τσαρκιές παιδιά είχε το σπίτι. Όλα στην πλάτη της.
Σαν ήταν μικρά φώναζε,, Γιάννη- Γιάννη τρέξε τα παιδιά σου και τα παιδιά μου, βαράν τα παιδιά μας.. Τραγικό…
Και σαν έγιναν τρία χρόνια η Σόφω και δυο το τσίγκλαβο έφκες για τα ξένα. Τι έκανες εκεί;;;
Εσκυψε ο Γιάννης το κεφάλι και κείνη συνέχισε.
Ωρέ διαολισμένε έφερες λεφτά όταν γύρισες.
Τι να πει πως έφερνα, δεν τον έπαιρνε, φράγκο δεν έστειλε τόσα χρόνια. Φράγκο δεν έστειλε.
-Τώρα θα ξοδιάσεις να μάθει γράμματα το παιδί. Δυο χρονών το άφκες δώδεκα το βρήκες.
-Καλά θα το στείλωμε.
Παίρνει η μάνα τομάρια τα ράβει διπλά και τρίδιπλα με μάλλινες κάλτσες και κάνεις ας πούμε παπούτσια.
Το ντένει και με κάτι παλιά ρούχα από τα προγόνια της και με την ευχή της και ένα κομμάτι ψωμί το ΄΄εστειλε να δώσει εξετάσεις στο γυμνάσιο.
Πολύς ο δρόμος. Τα τομάρια σκίστηκαν και οι πατούσες του έμειναν γυμνές.
Μεγάλη η πόλη. Ψηλά τα σπίτια. Και τα μαγαζιά γεμάτα καραμέλες και μπισκότες. Άσπρο ψωμί στους φούρνους, και να μοσκομυρίζουν τα φαγιά από τα μαγαζιά.
Πήραν ένα κομμάτι πλαστάρι και ήταν ότι καλύτερο είχε φάει.
Πήγαν στο Γυμνάσιο.
Πέντε- πέντε τα πέρναγαν μέσα. Τους έβαζαν μια άσκηση κι αν την έλυνες τότε πέρναγες στα μαθηματικά. Μετά έγραφαν έκθεση και αν έπαιρναν πάνω από δέκα πέρναγαν
Μαζεμένο ντροπαλό μπήκε μέσα σαν άκουσε το όνομά του.
Στον πίνακα ήταν μια σύνθετη μέθοδο των τριών, με ποσά αντιστρόφως ανάλογα.
Άρχισε να λύνει την άσκηση χαρούμενος. Θα περάσει…
Τον σταματάει ο καθηγητής λέγοντάς του.
Μπράβο ξυπόλυτε.
Μέσα του βόγγηξε….
Τι να το κάνει το μπράβο. Αυτό το ξυπόλυτε τον έκανε κομμάτια.
Θα φύγω λέει στον πατέρα του.
Αυτός είχε μπλέξει στον καφενέ με ούζο και παρέα.
-Θα φύγουμε όταν τελειώσεις τις εξετάσεις σου.
Έγραψαν και την έκθεση.
Εντυπωσιασμένοι οι καθηγητές, φώναξαν το όνομα του παιδιού. Ήταν η δική του. Την διάβασαν στο πραύλιο σαν δείγμα των παιδιών που βγήκαν από τον πόλεμο, των παιδιών που πότε είχαν σχολείο και πότε όχι. Είχαν όμως καλό δάσκαλο τον Αγγελίδη…
Πήγαν τα παιδιά του χωριού στον πατέρα του Χρήστου και του είπαν το και το.
Έβαλε το σκουσμό. Πήρε το δρόμο κατά το σχολείο να καμαρώσει το παιδί του.
Αφού τα είπανε, τον ρωτάει ο κυρ΄ Γιάννης.
– Πες μου τώρα τι θες να σου αγοράσω.
Εκείνος ξέχασε τα ξυπόλυτα πόδια του και το ξυπόλυτε όσο κι αν τον είχε ταράξει.
Μια τραγιάσκα φώναξε με χαρά. Μια τραγιάσκα πατέρα.
Και πήρε την τραγιάσκα την φόρεσε και νόμιζε πως έγινε άλλος άνθρωπος. Ναι, πήρε και τα παπούτσια.
Δεν ήταν εύκολα τα χρόνια. Η φτώχεια η κατοχή ο πόλεμος τον είχαν σφραγίσει. Πάντα είχε ένα φόβο μέσα του, πως κάτι θα γίνει και η ζωή του θα αλλάξει.
Καλά τα κατάφερε. Εκείνο που ποθούσε το έκανε σπουδάζοντας και εργαζόμενος.
Ήταν ο ποιητής στο σχολείο, ήταν ο ποιητής της ζωής μου.
Βιάστηκε να φύγει, όμως έφυγε γεμάτος, ευτυχισμένος. Η ζωή του χάρισε ότι ποθούσε. Μια Μπίλω, ένα Γιάννη και εγγόνια.Τα βιβλία του έφτασαν σε πολλές χώρες του κόσμου. Ο ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ ΤΗΣ ΝΤΟΥΣΚΑΡΑΣ ΡΙΖΑΣ, βραβεύτηκε από την ΕΕΛ ΄΄Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών΄΄΄από το Πανεπιστήμιο της ΜΟΝΣ των Βρυξελών Από από πολλά Πανεπιστήμια΄΄, ήταν το χάρτινο παιδί μας. Τιμήθηκε και από την Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών΄΄
Τώρα ανοίγω τα ντεφτέρια της ζωής και είναι πολλοί αυτοί που βιάστηκαν να φύγουν. Οι φωτογραφίες μου μιλούν πάνω στα τραπέζια του σπιτιού μας.
Μιλούσε πολλές φορές για τις πληγές του παρελθόντος, και γω του κράταγα το χέρι χαμογελώντας. Πόσο παιδιά γινόμαστε.
-Τι τα θυμάσαι αυτά. Στο κάτω κάτω ήταν οι σπρωξιές που σε ανέβασαν σκαλί σκαλί.
-Εσύ δεν ξέρεις τίποτε από τη ζωή, μου έλεγε. Εσένα ο Θεός σου χαρίστηκε. Και έλεγε αλήθεια. Όταν έφυγε από κοντά μου, στις 28-3-2010 πάντα υπήρχαν δίπλα μου άνθρωποι να μου κρατάν το χέρι.
Και πάντα σκέπτομαι εκείνο το εσύ δεν ξέρεις τίποτε από τη ζωή. Η ζωή εσένα σου χαρίσθηκε…
Πρόσφατα άγνωστος που πήρε το βιβλίο του για το διδακτορικό του μου είπε. Αυτό δεν είναι ένα ποιητικό έργο αλλά η ιστορία σε άπταιστο δεκαπεντασύλλαβο.Άλλος άγνωστος μου έγραψε. Αγαπητή κυρία αν δεν ήταν ύβρις θα ‘ελεγα πως έχω στα χέρια μου το βιβλίο από τον Νέο Όμηρο.
Τους ευχαριστώ όλους.

Εκείνο που θα πω είναι πως τα τραύματα τα παιδικά ποτέ δεν γιατρεύονται, απλά γλυκαίνουν και γίνονται σκάλα για την υπόλοιπη ζωή..
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Comments are closed.