Ο πόλεμος

Σε γειτονιές αλαργινες πέρα μακριά
παιδιά, πετροβολούνε τ΄άστρα.
Πετροβολούν τη θάλασσα
κι όλης της γης τα κάστρα
Στις γειτονιές τις μακρινές
που ο ήλιος δεν τις βλέπει
αργοπεθαίνουν οι κα’υ’μοι
κι όλης της γης τα πρέπει.
Εκεί εγώ έθέριεψα στης λησμονιάς το χάδι,
και ύφανα στον αργαλειό το κόκκινο υφάδι.
Ζαρκαδι έγινε με μιας, και πάει για τον Άδη.
Εγώ δυο πέτρες έριξα μονάχα, στο λιβάδι,
δυο πέτρες από κρύσταλλο, κατάμαυρο λιθάρι.
Σε γειτονιές αλαργινές πέρα μακριά,
θεριά, τριαντάφυλλα πετούν, των λουλουδιών τα φύλλα.
Φοβάται ο χρόνος και η ζωή γυμνή τρεχοπατάει.
Τ΄αγκάθια δεν τη νοιάζουνε, τα φίδια, τα πατάει
Πατώ και γω και περπατώ μονάχη στα λιθάρια
να βρω σταυρό να κρατηθώ, σύννεφο να πετάξω,
Στης γης τ΄απομεσήμερο, να γύρω να κουρνιάσω.
Δε σε φοβάμαι εγώ θεριό, ούτε και δάκρυ βγάζω,
έχω στα μάτια μου φωτιά και όλο φλόγες βγάζω.
Μη κουραστείς σαν περπατείς, ο λόγγος σε γυρεύει,
σου έστρωσε χαμόκλαδα, λουλούδια μυρωμένα,
με περιμένει σαν ανθό, ζωής ξεκλωνισμένο
που έπεσε μαράθηκε στέγνωσε το κα’υ’μένο.
Μα εγώ, στο στήθος μου σταυρό έχω, αιματοποτισμένο
Είναι της γης το φυλαχτό, της μάνας μου κουβέντα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Comments are closed.