Ο Σαγματοποιός

Αγαπημένοι μου φίλοι, σήμερα αποφάσισα να σας γνωρίσω ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει πια.
Τον σαγματοποιό ή σαμαρά.
-Ένας φίλος μου γιατρός με ρώτησε κάποτε εκεί στα 2008 μ.Χ..
-Τι δουλειά έκανε ο πατέρα σου;
-Δάσκαλος του είπα, αλλά ήταν πολύ εργατικός και σπούδαζε μια ζωή,ήταν ακόμη ιστορικός και λαογράφος με περγαμηνές.
-Τον αγαπούσες τον πατέρα σου.
-Πολύ.
Ήμουν περήφανη για την οικογένειά μου. Φαντάζομαι πως αυτό συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους σε όλα τα παιδιά.
-Φαίνεται μου είπε.
Χαμογέλασα.
-Το ξέρω φίλε απάντησα, όλα τα δασκαλοπαίδια έχουμε κάτι… χαζομάρα το λες, ατολμία το λες, ότι θες πέστο. Μόλις δω δασκαλοπαίδι το γνωρίζω….
-Αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω. Φαίνεται στο πρόσωπό σου. Είσαι πολύ ηπίων τόνων άνθρωπος…έχεις κάτι δασκαλιτικο..Μα όταν μιλάς ή απαγγέλεις είσαι άλλος άνθρωπος φωτεινός.
Ευχαριστώ πολύ.Για καλό το λες αυτό;
Γέλασε με την καρδιά του, όπως μόνο τα μικρά παιδιά γελούν….
-Ο πατέρας μου ήταν Σαγματοποιός, με κοίταξε και συνέχισε. Ήταν έξυπνος, έντιμος και ένα φεγγάρι ήταν και δήμαρχος Μετσόβου..
Για να ήταν δήμαρχος σε τόσο δύσκολη περιοχή πρέπει να ήξερε γράμματα και να ήταν αγαπητός.
-Ήταν.
-Το γνωρίζω το επάγγελμα του σαγματοποιού φίλε και μου άρεσε πολύ….
-Σου άρεσε;;;
Δεν τον κοίταξα με απορία το γνώριζα το επάγγελμα. Ο παππούς ο Χρήστος που ήταν ζωέμπορος αλλά και τυρέμπορος μια και είχε πολλά τυροκομεία στην Λάκκα Σουλίου χρειάζονταν για τις δουλειές του ζώα….
Άντε και να είχες δουλειές, άντε και να αγόραζες ένα φορτηγό, ποιος θα το οδηγούσε και σε ποιους δρόμους θα το πήγαινες. Εδώ στον κατσικόδρομο Γιάννενα Παραμυθιά ήθελες έξη ώρες με το λεωφορείο. Στάση για φαγητό στην Βροσύνα, και έλεγχο για την φυλλοξήρα. Επίσης έλεγχο στς λευκές και μπλε ταυτότητες..
Για τις δουλειές του ο παππούς μου, είχε ένα μεγάλο κοπάδι από άλογα και μουλάρια. Άλλα φορτιάρικα άλλα ταξιδιάρικα.
Στα φορτιάρικα που ήταν άλογα και προ παντός μουλάρια, για να τα φορτώσεις έπρεπε να τα σαμαρώσεις. Στα ταξιδιάρικα που ήταν για δική τους χρήση του παππού και των θείων μου, έβαζαν σέλα. Σε πολλά ταξιδιάρικα έβαζαν σαμάρι μήπως τύχει και πρέπει κάτι να φορτώσουν.
Εμείς τα παιδιά τρέχαμε καβάλα στα άλογα χωρίς σέλα ή σαμάρι.
Τα σαμάρια όπως είπαμε τα κάνει ο σαμαράς. Που ο φίλος μου τους είπε σαγματοποιούς.
Αυτό το επάγγελμα το γνώριζα καλά.
Η Ξάνθη του Καλόγερου, μια εξαδέλφη του πατέρα μου είχε παντρευτεί έναν πολύ καλό παλληκάρι, και επαγγελματία σαμαρά, με μαγαζί δίπλα στου Μπότση αν θυμάμαι καλά. Ο καινούριος ξάδερφος του πατέρα μου ήταν σαμαράς.
Ήταν ένας γλυκομίλητος άνθρωπος που πολλές φορές τον παρακολουθούσα να κάνει την εργασία του, που ήταν μαγική.
Τα ξύλα για τα σαμάρια τα έφκιαχνε μόνος του και έπρεπε να είναι πολύ γερά.
Τους έδινε το σχήμα που ήθελε, ή μέσα στο νερό ή καίγοντάς τα ελαφρά.
Αφού έκανε το σκελετό, έβαζε άχερο δεν ξέρω από ποιο σιτηρό όμως μου έμοιαζε με βριζόχορτο.
Αυτά τα είχε σε μικρές χεριές και τα άβαζε με τέτοιο τρόπο που ο ξύλινος σκελετός να μην ακουμπάει στο σώμα του ζώου όταν θα του το φορούσαν, για να μην το πληγώνει.
Κατόπιν, χρησιμοποιούσε υφάσματα για να το ντύσει. Κάτω ένα βαμβακερό ή λινό γερό και μαλακό και πάνω ένα ύφασμα μάλλινο ή βαμβακερό, που ήταν ζωηρόχρωμο με ρίγες ή με σχέδια γεωμετρικά.
Το τελείωνε ράβοντας με κάτι τεράστιες βελόνες με γυρτές μύτες που πολλές φορές ήταν σταβές ακόμη και σαν αγκύστρια. τεράστιες. και οι βελονιές ήταν αόρατες.
Το μαγαζάκι ήταν μικρό. Πολλές φορές εργάζονταν έξω από το μαγαζί. Μέσα είχε ράφια με υλικά και μια μικρή βιτρίνα. όμως στη βιτρίνα έβαζε τα καινούρια σαμάρια μέχρι να έρθει να τα πάρει ο πελάτης.
Εκείνο που πρόσεχαν οι ιδιοκτήτες του ζώων, ήταν να εφαρμόζει καλά για να μην τα χτυπάει.
Κάποτε αν δεν είχαν εφαρμογή σωστή τα χτύπαγε και τα πλήγωνε.
Παροιμία. Σήκωσε το σαμάρι να δεις τις πληγές του αλόγου.
Να καθήσω λίγο θείε έλεγα.
Κάθησε Τσαντούλα μου.
Και έβλεπα τα χέρια του να παίρνουν τα ξύλα τα άχερα και σε κάποιες ώρες να βλέπεις ένα υπέροχο σαμάρι.
Όταν λιγόστεψαν τα άλογα τα μουλάρια και τα γα’ι’δουράκια τότε τα σαμάρια τα βάλαμε στα σπίτια μας σαν σκαμπώ.
Εκεί δίπλα στο τζάκι έμοιαζαν πολύ όμορφα.
Ήταν χαμηλά και η τάβλα βόλευε για ένα ουζάκι η καφέ.
Τα χρόνια πέρασαν. Σήμερα τα άλογα καλπάζουν ελεύθερα στα βουνά του Σουλίου του Μετσόβου και τις Δωδώνης.
Άγρια όμορφα ελεύθερα χωρίς σέλες χωρίς σαμάρια.. έτσι όπως ήταν πριν ο άνθρωπος τα εξημερώσει και τα κάνει φίλους και αδελφούς.
Να μην ξεχνάμε, πως τα άλογα έσερναν τις καρότσες με τα γεννήματα. Τα άλογα όργωναν το χωράφι.
Δεν μπορείτε να φανταστήτε με πόση αγάπη έβγαζαν το σαμάρι από την πλάτη του αλόγου ή του μουλαριού τους και το σκούπιζαν με ένα πανί γιατί ήταν ιδρωμένο.
Ήταν ο καλός τους φίλος και σύντροφος.
Τον καιρό εκείνο έκλεβαν πολλοί ζώα όλλων των ειδών από αρνιά και κατσίκια μέχρι βόδια και άλογα.
Αυτό είναι μια άλλη ιστορία και θα την γράψουμε μια άλλη φορά.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.