Παραμυθιά 1954 Τα πολυβραβευμένα κρασιά του Βα’ι’μάκη

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Ο νους μου, χωρίς τάξη πετά πότε στο ένα, πότε στο άλλο
Μέσα στο Νοέμβρη που φεύγει θυμήθηκα έναν περίπατο με τον πατέρα μου στο οινοποιειο του φίλου κυριού Βα’ι’μάκη.
Κάθε μέρα πήγαινα στο φούρνο για ψωμί και πολλές φορές το φαγητό για ψήσιμο. Εκεί έπαιρνα και το κομμάτι πλαστάρι για να φάω στο σχολείο, με λίγες ελιές πράσινες με μάραθο.
Ήταν δυο πολύ ευγενικά αδέλφια και εντύπωση μου έκανε που μου μιλούσαν σαν να ήμουν μεγάλη.
Μια Κυριακή ο πατέρας μου είπε. Σήμερα θα κάνουμε μια εκδρομή στο χρόνο.
Ας μην μιλήσω, είπα, αλλά μέσα μου έκανα ένα Ωχ
Όταν ο πατέρας έλεγε εκδρομή στο χρόνο, συνήθως εννοούσε θα μάθουμε κάποιο κεφάλαιο ιστορίας ή μυθολογίας.
Και όλα καλά μα να θυμούμαστε και τις χρονολογίες πάει πολύ.
Καθόμουνα φρόνιμη- φρόνιμη μπας και ξεχάσει το μάθημα.
Στις πέντε μου λέει.
-Έτοιμη για την εκδρομή στο χρόνο;
-Έτοιμη μπαμπά.
-Τα παπούτσια σου τη ζακέτα σου και πάμε.
Άκουσα με χαρά το νέο. Άρα θα πάμε εκδρομή.
Και πήγαμε στο φούρνο στο φούρνο του Βα’ι’μάκη. Απ΄έξω που μας περίμενε ο κύριος Βα’ι’μάκης.
Καλησπέρα σας, του είπαμε.
Στα χέρια του κρατούσε κατι κλειδιά τεράστια. Από αυτά που έκαναν οι σιδεράδες με την τρύπα στη μέση που όταν γύριζαν άκουγες κραακ κραακ.
Δεν θυμάμαι που ακριβώς πήγαμε. Εκεί ήταν ένας μεγάλος ψηλός χώρος που σε αγρίευε.
Σε όλο το χώρο υπήρχαν τεράστια καζάνια μεγάλα βαρέλια και νταμιζάνες. Έπαιρνε φως από ψηλά.Περισσότερα δεν θυμάμαι.
Μια τεράστια μηχανή με μια βίδα μεγάλη και χοντρή ήταν στο κέντρο του χώρου, που ήταν ψηλός και μεγάλος τεράστιος.. Γύρω της η βίδα, είχε ένα τεράστιο παξιμάδι που με ένα μοχλό κατέβαινε κατέβαινε κι έλλοιωνε τα σταφύλλια…..
Από κει άρχισε το μάθημα. Αυτή η βίδα καθώς κατεβαίνει πατάει τα σταφύλλια.Από αυτές τις κάνουλες τρέχει ο μούστος μέσα στα τεράστια καζάνια. Από εκεί θα πάει στα βαρέλια να βράσει και όταν γίνει κρασί θα μπει στα μπουκάλια.
Ωραία σκέφτηκα πολύ ωραία.
Το κρασί το γλυκό, που το λένε μαυροδάφνη είναι αυτό, που ο παπάς χρησιμοποιεί, στην Θεία Κοινωνία.
Ο κύριος Βα’ι’μάκης συνέχισε. Μετά το κρασί θα μπει να παλιώσει στα μπουκάλια.
Τα μπουκάλια έχουν τη φίρμα μας.
Κατέβασε δυο τρία διαφορετικά και μου έδειξς τα βραβεία τα πρώτα που είναν πάρει, όχι μόνο στην έκθεση της Θεσσαλονίκης αλλά και στην Ιταλία και την Γαλλία.Ξέρω ότι είχε πάρει πάρα πολλά βραβεία…
Λίγο πιο κάτω σε βαρέλια είχαν τα τσίπουρα. Αυτά σε λίγες μέρες θα τα έβραζαν σε ειδικό καζάνι για να βγάλουν ρακί.
Ήταν ένα μεγάλο κόκκινο καζάνι με ένα περίεργο καπάκι με σωλήνα.
Αυτό πατέρα τον πρόλαβα λειρτουργεί όπως η ατμομηχανή μόνο που εμείς θέλουμε το τσίοουρο και όχι τη δύναμη του ατμού.
Αντέ, είπα μέσα μου. Στο δρόμο, θα πάρω ένα μπράβο και μια πάστα στο Γούσια. Ο κύριος Βα’ι’μάκης συνέχισε.
Το κρασί έχει 13-14 βαθμούς οινόπνευμα, το τσίπουρο 20-24.
Δάσκαλε, θα σου δώσω δυο μπουκάλια καλό κρασί για το γάμο της Αλεξάνδρας και γέλασαν, ενώ εγώ έγινα κόκκινη σαν μπατζάρι.
Πριν φύγουμε είδα εκτός από τα τεράστια βαρέλια και την μηχανή του τσίπουρου, κάτι περίεργα γυάλινα δοχεία. κάτι μετρητές κάτι πλάστιγγες και μικρές ζυγαριές σαν του φούρνου.
Όταν βράζει ο μούστος Αλεξάνδρα,είπε καθώς κλείδωνε την πόρτα ο κύριος Βα’ι’μάκης, δεν μένουμε μέσα στο εργαστήριο. Δεν έχει οξυγόνο. Άρα πεθαίνουμε
Γιατί, χωρίς οξυγόνο δεν υπάρχει ζωή.
Σαν ευχαριστήσαμε τον κύριο Βα’ι’μάκη φύγαμε για το σπίτι μας.Ούτε πάστα ούτε καν σοκολάτα.
-Θυμάσαι φαντάζομαι ποιος είναι ο Θεός του κρασιού.
-Μπαμπά είμαι μεγάλη,είναι ο Διόνυσος- Βάκχος που περπτάει χαρούμενος ανάμεσα στις κουστωδείες
των σάτυρων, των μαινάδων, που δίπλα του είναι μεθυσμένος ο γέρος Σειληνός όλοι υποβασταζόμενος στο γομαράκι του,,, μαινάδες σάτυροι κρατώντας θυρσούς και στεφανωμένοι με κισσους χορεύουν τρελά γεμάτοι κέφι.
-Είναι σχεδόν εκτός λογικής μιας και πίνουν συνεχώς κρασί.
-Αφού ο Διόνυσος έμαθε τους ανθρώπους να καλλιεργούν τα κρασοστάφυλλα και να κάνουν το κρασί ‘ήταν και ο θεός του κρασιού…
Μα με τούτο το κρασί, σε κάποιο μεθύσι, έγινε αιτία να χαθεί ο Ορφέας που σε ένα βράχο έπαιζε τη λύρα του θλιμένος που είχε χάσει τη καλή του Ευρυδίκη.
Τον σκότωσαν οι μαινάδες γιατί δεν χόρευε μαζί τους…
Για τη γέννηση του Διόνυσου δεν μου είπε πολλά, μα τα είχα διαβάσει. Αμάν πια αυτός ο Δίας μην έβλεπε γυναίκα. Τι να σου κάνει και η Ήρα η τρισκερατωμένη,,, Από που να φυλαχθεί δεν είχε το θεό του ο Θεός Δίας.

Και άλλες μέρες με τον πατέρα μου, πήγαμε να δούμε κι άλλους επαγγελματίες που έκαναν θαυμάσια πράγματα.
Και είχε τότε η Παραμυθιά πολλές οικοτεχνίες και βιοτεχνίες, πολλά μαγαζιά..
Θα δούμε πως έκαναν τα σαμάρια οι σαγματοποιοί. Τα παπούτσια οι τσαγκάρηδες, τα αλέτρια οι σιδεράδες και πολλά άλλα.
Αγαπημένοι φίλοι. Σας ευχαριστώ από καρδιάς που κάνατε τις αναμνήσεις μου αγαπημένο σας κείμενο.
Ευχαριστώ το Χρήστο τον Γκορέζη που θέλησε και με έπεισε να γράψω αυτά τα απλά πράγματα που φαίνεται δεν είναι μόνο στη δική μου ψυχή, μα και στη δική σας.
Προσεύχομαι να με αξιώσει ο Θεός να βρεθώ κοντά σας να μιλήσουμε για τις γυναίκες του τόπου μας.
Πολλές από αυτές μου μίλησαν και έτσι γεννήθηκαν 10 βιβλία από τα οποία έχουν εκδοθεί τα δυο.
΄΄Μπίρον -Μπίρον Λέλημ -Λέλημ΄΄ και ΄΄Γρίες και Άγριες΄΄. Τα άλλα είναι ανέκδοτα.
Υπάρχουν Έλληνες σε μακρυνές χώρες που τα αγάπησαν.Κάποιοι τα βράβευσαν με πρώτα βραβεία. Και κάποιοι κάποια τα μετέφρασαν. Όλους τους ευχαριστώ.
Ελπίζω να τα αγαπήσετε και σεις.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.