Ποιήματα Θεοφάνη Παυλίδη – Καθηγητή Α.Π.Θ.

1.ΜΑΤΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Τις δύσκολες μέρες αναζητούσα στα μάτια σου

τις ομορφιές του κόσμου,

διάττοντες αστέρες οι σκέψεις μου διέσχιζαν το άπειρο,

μα τα κέρινα φτερά μου λιώσανε, χάθηκαν και πνίγηκαν,

στο πέλαγος της άθλιας καθημερινότητας,

αφήνοντας την καρδιά μου να πλανιέται στο κενό.

Σε παρακαλώ άφησέ με να γείρω την ψυχή μου στα χέρια σου.

2. ΕΡΙΝΥΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Εκδικητικές τιμωροί οι Ερινύες σκέψεις μου,

με καλούν στο δύσκολο ανηφορικό δρόμο του καλού,

κλείνοντας, σε κάθε ξεστράτισμα, την πόρτα της ευτυχίας.

Αποκοιμούνται μαζί μου, οδοιπορώντας στον δρόμο του καλού,

αφήνοντας την αγάπη να με κυριεύσει.

Κοφτερά μαχαίρια οι αναμνήσεις με γυρίζουν στην ευτυχία,

των αθώων ευτυχισμένων παιδικών μου χρόνων,

δείχνοντάς μου το δρόμο.

3.ΦΙΛΙΑ

Με ρωτούν τι είναι φιλία

και γω τους δείχνω το Βαγγέλη, το Βάκη,

το Γιώργο, το Θανάση και το Ντίνο.

Μου ζητούν τον ορισμό της και πάλι τους δείχνω

το Βαγγέλη, το Βάκη, το Γιώργο,

το Θανάση και το Ντίνο,

γιατί αν οι ψυχές του Βαγγέλη, του Βάκη

του Ντίνου του Θανάση και του Γιώργου

δεν είναι η φιλία, τότε δεν υπάρχει.

4. ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΠΑΤΡΩΑΣ ΑΓΑΠΗΣ

Έπαυσε η αγάπη για την πατρίδα?

Οι ορμέφυτες καταβολές της ράτσας των ελλήνων

ναρκωμένες με τις ουσίες της ευδαίμονης αφθονίας,

δεν ορούν τις ασύμμετρες απειλές των εξωτερικών,

μα φευ, των εσωτερικών εχθρών?

Σύγχρονοι Εφιάλτες αφήνουμε τον Ξέρξη να διαβεί

χωρίς να ξυπνά ο Λεωνίδας μέσα μας,

ανοίγοντας Κερκόπορτες, στους βάρβαρους

Μωάμεθ της αντίπερας όχθης,

να εάλουν την πόλη,

λησμονώντας το λυτρωτή μαρμαρωμένο βασιλιά,

που περιμένει μέσα μας,

χύνοντας δείλια δάκρυα.

Είναι καιρός να ξεθάψουμε τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη,

Τον Περικλή, τον Επαμεινώνδα,τον Αλέξανδρο,

τον Ηράκλειο, τον Βασίλειο, τον Παλαιολόγο,

τον Ωριγένη, τον Κοραή, το γέρο του Μωριά,

τον Καραϊσκάκη, τον Κουντουριώτη,

τον Πλαστήρα, το Δαβάκη, τον Ελύτη,

μα πιότερο να ξυπνήσουμε τον έλληνα που κυλά στις φλέβες μας

ανασταίνοντας τον φοίνικα της φυλής μας.

5. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΤΟΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Πηγαίνοντας, με χιονισμένο κεφάλι,

στα εδάφη σου πατρίδα,

σφίγγεται η καρδιά μου,

σαν πρωτόγνωρη εξομολόγηση έρωτα.

Ο κόμπος της συγκίνησης με συνεπαίρνει

και αμφισήμαντα συναισθήματα με κυριεύουν,

χαρά, θυμός, λαχτάρα, λύπη,

προσδοκία και αδήλωτη προσμονή,

να συναντήσω αυτά που άφησα,

αυτά που ξέχασα, αυτά που έχασα,

Ψάχνω το σπίτι, που αντήχησε το πρώτο μου κλάμα,

Ψάχνω – αναπολώ τους γονείς μου,

τη γιαγιά τον παππού,

Ψάχνω το σχολιό και τους δασκάλους μου,

που έπλασαν το ζυμάρι μου με νερό και αλάτι,

Ψάχνω τους ήχους του κεραυνού

και της βροντής σου πατρίδα,

μα δεν τους βρίσκω, δεν τους βλέπω,

δεν τους ακούω,

μόνο ο χτύπος του ρολογιού, μου ζέστανε την καρδιά,

Ψάχνοντας, απάντησα στην αυλόθυρα της γενιάς μου,

τον πατέρα μου να μου χαμογελά δείχνοντας την καρδιά μου,

ότι εκεί σπάρθηκαν, εκεί υπάρχουν όσα αποζητώ.

Βαθειά αυτοκριτική με συνεπήρε στο γυρισμό μου,

για τους καρπούς που έσπειρα, για όσους δεν έσπειρα

και έκλαψα.

 

Comments are closed.