Πρωτοχρονιά 1948

Είχαμε ένα χρόνια που είχαμε μαζευτεί στο σπίτι μας.
Ο πόλεμος και ο εμφύλιος ήταν που μας είχε σφραγίσει. Έδειχναν όλα πως τελείωνε μα ακόμη στα βουνά κρατούσαν. Χιλιάδες παιδιά σκοτώθηκαν για μια ιδέα για ιδανικά για ότι… Εμείς τα παιδιά, δεν νοιώθαμε παρά μόνο πως τώρα θα μένουμε κοντά στους παππούδες μας. Το σπίτι του παππού μας ήταν μεγάλο όμως υπήρχαν σπίτια κενά και συγγενείς μας είπαν να πάμε να μένουμε δίπλα δίπλα.
Πήγαμε. Έτσι σε κείνο το σπίτι τώρα που είμαι μεγάλη και το σκέφτομαι είμασταν ένα μικρό χωριό.
Οι οικογένειες ήταν επτά η οκτώ. Όμως όλες είχαν πολλά άτομα.
Η μάνα μου είχε μανία να κάνει πολλά γλυκά.
Πάντα όταν είχε κάποια στεναχώρια, έκανε πως γέλαγε και κλείνουνταν στην κουζίνα κάνοντας ψωμιά, γλυκά, πίτες.
Πάνω στο μεγάλο ξύλονο τραπέζι άπλωνε λαδόκολλες και ακουμπούσε τα καλάθια με τα γλυκά.
Καλάθια μεγάλα γέμιζε με κουραμπιέδες δίπλες σαλιάργια. Έκανε και κάτι κουλούρες για τα ζώα του πατέρα της που ήταν ζωέμπορος μα και τσέλιγκας.
Έκανε η μάνα μας αυτές τις κουλούρες για τα κοπάδια του παππού μας. Για το μάτι και την κακογλωσιά.
Πάνω κένταγε πολλά στολίδια που όλα είχαν το δικό τους σκοπό.
Κάθε που έβαζε αλεύρι στην ξύλινη σκάφη το σταύρωμε. Το ίδιο έκανε σε όλα.
Ετοίμαζε η μάνα μας και καλάθια με τρόφιμα. Μια κότα λίγο αλεύρι για φύλλα, μια ζάχαρη.
Αυτά για να μας τα δίνει ο Θεός διπλά. Δηλαδή μαμά αν δεν μας τα έδινε ο Θεός διπλά δεν θα τα δίναμε.
Τράβα στην γιαγιά να μου φέρεις…. ήταν ένα τρόπος να με διώξει.
Άντε να μάθεις στα παιδιά αυτό που λέτε στον παππού σας. Να τους μάθεις τα κάλαντα.
Ο πατέρας δεν ήταν στο σπίτι έρχονταν και έφευγε. Μα δεν ήταν και σε χωριό.. δεν ξέρω που ήταν.
Και πηγαίναμε στη γιαγιά μας. Ήμουν εγώ τότε έξη χρονών ο Δημήτρης τρία και ο Φάνης ένα.
Τα έβαζα στο μεγάλο κρεββάτι και τους έδειχνα τις εικόνες από το βιβλίο.
Ο Φάνης μας τότε μας είχε αρρωστήσει και το έπαιρνα αγκαλιά να το ανεβάσω ή να το κατεβάσω στην κουζίνα μας.
Πως δεν το σκότωσα τι να σας πω; και πως η μάνα μας δεν άρπαζε το παιδί από τα χέρια μου πάλι τι να σας πω.
Εκεί γινόμουνα η δασκάλα τους. Ότι ήξερα τους το μάθαινα.
Άνοιγα το βιβλίο με τα ωραία χρωματιστά φύλλα με τις ωραίες εικόνες και διάβαζα ότι έλεγε.
Πολλές φορές έκανα δικές μου ιστορίες με τη γιαγιά και τον παππού μας.
Αυτά που μαθαινα στο ΄΄σχολείο,΄΄ νηπειοτροφείο,το έλεγα και ο Δημήτρης δεν ήθελε. Ήθελε να παίξει με τον Γιώργο τον ξαδερφό μας που ήταν ίσια και κείνος τρία χρονών. Στη γωνιά μας κόκκινο το αναμμένο τζάκι. Τούφες χιόνι πέφτουνε στο παραθυράκι. Έλα συ που αρχάγγελοι σε ανυμνούν απόψε. Πάρε από την πίτα μας που ευωδιά και κόψε.
Και καθόμασταν φρόνιμα αφού στις γιορτές όταν κάθονται καλά τα παιδάκια ο Χριστούλης θα τους φέρει δωράκια.
Δεν ξέρω γιατί μα εκείνη τη χρονιά δεν είχαμ κέφι για τραγούδι.
Τι δώρα μας έφερε δεν θυμάμαι. Όπως δεν θυμάμαι αν ήταν ο πατέρας μας….
Πηγαίναμε μεις πολλές φορές στην διπλανή κυρα Σούλα που μας τραγουδούσε και μας έλεγε να κάτσουμε φρόνιμα.
Και καθόμασταν.
Στον αέρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Ακόμη δεν ξέρω το γιατί.
Όμως δεν θυμάμαι τα κορίτσια τις θείες μου να είναι μαζί μας.
Μαζί μας ήταν μόνο ο παππούς και η γιαγιά. Ο πατέρας που και που έρχονταν
Ήρθε το βράδυ της Πρωτοχονιάς, μα έφυγε ίσα που μας φίλησε. Η γιαγιά μας έφερε πίτες,έφερε και την κολοκυθόπιτα, που μέσα είχε ένα κέρμα.
Παίξαμε μονά-ζυγά, τι παίξαμε, απλά προσπαθούσαν να μας κάνουν χαρούμενα.
Φάγαμε πίτα από της γιαγιάς κρεατόπιτα, και κοτόπουλο σούπα να φάει το μωρό και ο παππούς μας.
Στον παππού μας άρεσε πολύ η σούπα και ο τραχανάς.
Κάναμε το σταυρό μας πριν αρχίσουμε το φαγητό και ο παππούς είπε να μην ξανάρθουν τέτοια χρόνια.
Το φλουρί δεν ξέρω που έπεσε. Αν δεν έπεφτε σε μένα θύμωνα αλλά δεν το έδειχνα έτσι νόμιζα…
Ήταν αυτή μια από τις τρεις Πρωτοχρονιές της ζωής μας που δεν κάναμε πρωτοχρονιά με γάλια τραγούδια και χαρές.
Που στο σπίτι μας δεν είχαμε ούτε έναν ξένο κάτι που σαν οικογένεια κάνουμε χρόνια. Πάντα δυο τρεις φίλοι είναι μαζί μας. .
Η γιαγιά σκούπιζε τα μάτια της και έλεγε πολύς καπνός σήμερα.. με τσούζουν τα μάτια.
Άντε μάνα μου να μας πείτε τα τραγουδάκια σας.
Και τα είπαμε.
Ταραταταμ ταρατατάμ με την τρομπέτα.
Και μας ξεκούφαναν τα αυτιά, βουλωσατέ τα.
Παντού χαρά να φιληθούμε εχθροί και φίλοι,
και θα σας πω τραγουδηστά τον Αη Βσίλη.
Απόψε γλέντια μας και δώρα και λαούτα.
Και το τραπέζι θα στρωθεί μ΄όλα τα φρούτα.
και ο παππούς τη βασιλόπιτα θα κόψει
και σ΄όποιον τύχει το φλουράκι θα προκόψει.
και σ΄όποιο τύχει το φλουράκι θα προκόψει..

Δεν ξέρω αν ήταν ακόμη το πένθος από τον θείο τον Μήτσιο και τον θείο μας Φώτο. Ξέρω ότι ήταν μια μαύρη Πρωτοχρονιά. Δεν μπορώ να ξέρω αν ήταν κάτι άλλο.
Άλλη μια τέτοια Πρωτοχρονιά ήταν του 1975. Ήταν πάλι μια μαύρη Πρωτοχρονιά αφού και τότε έλειπε από τη ζωή και το τραπέζι μας,ο αδελφός μας ο Χρήστος 20 χρονών παλληκάρι.
Ακόμη μια τέτοια πρωτοχρονιά ήταν και όταν το 2011 έλειπε από το τραπέζι ο Χρήστος μου.
Πολλοί άνθρωποι έλειψαν και λείπουν από τις γιορτές πολλές πρωτοχρονιές.
Ο Θεός τα κανονίζει όλα.
Τώρα οι πολλοί είναι μαζί στον Παράδεισο.
Θεέ μου γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά τούτες τις ημέρες…
Δεν ξέρω. Ένα ξέρω, πως η ζωή έχει πολλά που σε πληγώνουν και πολλά που σε κάνουν να χαίρεσαι.
Ας τα ζούμε με αγάπη, ας μην πικραίνουμε κανέναν δικό μας η ξένον. Ας δώσουμε στον εαυτό μας τη δυνατότητα να λέει, είμαι έστω και για λίγο καλός άνθρωπος.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.