Τα δάση που φυτέψαμε εμείς

Μεγάλωσα στην πατρίδα μου την Ήπειρο, στην πόλη της Παραμυθιάς και στα γύρω της χωριά.
Ήταν τότε μετά τον πόλεμο.
Τότε δεν θα βλέπατε χαρούμενους ανθρώπους, γελαστους.
Θα βλέπατε ανακουφισμένους ανθρώπους που ύστερα από τόσα χρόνια, εννιά το όλον, έτρωγαν γλυκό ψωμί Είχε φύγει ο φόβος, και το ψωμί έγινε γλυκό στο στόμα τους.
Σε πολλά σπίτια, έλειπαν τα παιδιά τους, οι γονείς ,τα αδέλφια τους.Είχαν πάει στο πάνθεο των ηρώων. Και ήταν πολλοί.
Όμως τα μικρά παιδιά της γειτονιάς, τα παδιά, τούτα τα ακούν, τα νοιώθουν, μα δεν τα καταλαβαίνουν.
Τότε τα παιδιά, είχαν την ξεγνοιασιά που τους δίνει η ηλικία τους, αλλά και το παιχνίδι στο ύπαιθρο.
Τότε στα χωριά μας, γύρω από την πόλη μας ως τα πλάγια των βουνών ήταν άδενδρα, με μεγάλες θεόρατες πέτρες. Οι πέτρες βράχοι,στα μάτια μας ήταν σαν βουνά μεγάλα. Πολλές πέτρες ήταν και μέσα στην πόλη μας.Πολλές φορές άκουγα να λένε οι μεγάλοι. Αχ μωρές δόλιες κυράδες, με κανέναν πάγο, θα μας έρθουν στα κεφάλια.
Και συμπλήρωναν όλες μαζί, να μην δουν χα’ι’ρι και προκοπή, κακός νταμπζιάς να τους βαρέσει.
Εμάς δεν μας βάραγε κανείς, κι αυτόν τον νταμπτζιά δεν τον γνωρίσαμε ποτές.
Εγώ πάλε θες γιατί ήμουν σκάνταλο κατά τη θεία τη Γιωργίτσα, θες γιατί ήμουν άγγελος κατά τον παππού έιχα μια απορία που κανείς όσο ήμουν μικρή δεν μου την έλυνε.
Γιατί εμείς και πολλοί παραμυθιώτες είχαμε υπέροχα περβόλια με δέντρα; Γιατί αυτά δεν τα είχε ο κάμπος μήτε το βουνό μας ο Γκορύλας που σήκωνε το ανάστημα του τόσο ψηλά που να αγναντεύει τη θάλασσα.
Γιατί τα ξωτικά και οι νεράιδες του, κρυμμένες στις σπηλιές, σαν έβγαιναν τα βράδυα και στήνανε χορό θέλαν να βλέπουν και τη θάλασσα να μιλούν με τους γλάρους και τους φάρους.
Πολλές φορές μάγευαν και κανένα παλληκάρι σαν το έβρησκαν τη νύχτα μοναχό να παίζει στη φλογέρα του πανέμορφους μαγικούς σκοπούς.
Και τότες τα παλιά τα χρόνια, πολλά παληκάρια σαν έβλεπαν τις νεράιδες τις αγάπαγαν και κόλπα έκαναν πολλά για να τις αποκτήσουν.
Εγώ το έψαχνα το θέμα, μα δεν, στούρνος, μέχρι που άκουσα την γιαγιά μου πάλε να καταριέται κάποιους να τους βαρέσει κακός νταμπτζιάς.
Και ρώτησα ποιοι είναι γιαγιά μου;
Οι εχτροί τσαντούλα μου, οι ξορκισμένοι, έκαψαν τρεις βολές τα χωράφια τα δένδρα, τα καλύβια τις εκκλησιές και τα σπίτια των χωριών μας.
Πήγες στην Πάνω Σέλλιανη με τον πατέρα σου; τι είδες;
Το χωριό γιαγιά μου το έκαψαν και το βομβάρδισαν οι γερμανοί, είπε ο πατέρας μας, και αυτοί οι γερμανοί, ήταν εχθροί μας.
Έτσι είναι, μου είπε η γιαγιά και ξανάβριζε τους ξορκοσμένους.
Και νόμισα πως αυτοί οι εχθροί μας σκότωσαν και τον θείο μου τον Μήτσιο και δεν ξαναρώτησα.
Τότε όλα τα παιδιά του σχολείου φυτεύαμε από ένα δένδρο που το ποτίζαμε ένα χρόνο.
Το δένδρο, μας το έδινε δωρεάν το δασαρχείο. Είχαμε δασαρχείο στην πόλη μας.
Αυτά μεγάλωσαν. Και άλλα στόλισαν δημόσια κτήρια όπως σχολεία και άλλα. Μας έδωσαν δε και το υπέροχο δάσος του Γαλατά.
Και πέρασαν τα χρόνια και μεις γεράσαμε και αποχτήσαμε παιδιά κι εγγόνια.
Το δάσος στέκει περήφανο και μεις καμαρώνουμε.
Οι πλαγιές του βουνού παρά την ξύλευση έχει ωραία δάση, ενώ οι πλαγιές προς την ανατολή είναι γεμάτες πυκνά δάση έλατοδάση.
Όλες οι πλαγιές προς τη δύση, έγιναν ελαιώνες. Πριν έρθουν όμως οι τρισκατάρατοι στην πατρίδα μας,όλος ο κάμπος και οι πλαγιές ήταν κατάφυτες….
Γιατί τότε ο κάμπος αυτός από την Γλυκή, μέχρι την Παραμυθιά, ήταν ένας τεράστιος ελαιώνας.
Τώρα τι με έπιασε.Ξέρω και γω; Φοβάμαι για τον τόπο μας.
Όσα κάναμε με κόπο με στοργή για να γίνει το δάσος μας, να γίνουν τα δένδρα μας, θα γίνουν στάχτη. Σε λίγο δεν θα υπάρχουν.
Έκλεισαν συμβόλαιο πώλησης οι ανάξιοι που μας κυβερνούν να χαρίσουμε τον υπόγειο πλούτο μας σε μια εταιρεία.
Θα δώσουν λέει δουλιές.
Για τις δουλειές που θα κλείσουν δεν μας λένε τίποτε.
Αφού τα φουρνέλα θα μπαίνουν κάθε εξήντα μέτρα τι θα μείνει από άγρια ζωή στον τόπο μας.
Όταν λείψει η άγρια πανίδα σε λίγο θα λείψει και η κτηνοτροφία.
Μα θα υπάρχει η κτηνοτροφία μας λένε, ναι αυτή των ζώων, που εκτρέφονται όπως σε χώρες της Ε.Ε.ακούνητα.
Μα εμείς θέλουμε τα δικά μας ελεύθερα ζώα που θα τρων βότανα και μυρωμένα χόρτα που θα περπατούν που θα είναι φυσιολογικά μεγαλωμένα.
Δεν θέλουμε να τρώμε κάθε μέρα κρέας. Θέλουμε όλα να έχουν τη γεύση τους.
Μα θα γίνουν και τα λάχανα δηλητήριο. Το τσάι του βουνού δεν θα μας συντροφεύει τα βράδυα του Χειμώνα.
Και με την αποψίλωση, δάση γιοκ.
Οι εταιρείες δεν τα θέλουν.
Δεν θέλουν δάση, δεν θέλουν τη ζωή, δεν θέλουν λουλούδια και ζώα άγρια και ήμερα.
Τι θέλουν;
ΛΕΦΤΑ
Και τα καμπαναριά στις εκκλησιές, θα μείνουν ορφανά από τα λελέκια τους.Και τα λελέκια χωρίς τους φίλους τους τα χελιδόνια…
Παιδιά χαρούμενα δεν θα τραγουδούν.
Λέλεκα χατζή- χατζή, πούντα χίλια πρόβατα;
Κάτω στα λακκώματα. Τρώει ο λύκος χαίρεται και η αλεπού μαραίρεται…
Και κείνα τα σπουργίτια, οι κοκκινολαίμηδες, τα αηδόνια, οι καρδερίνες, τα κοτσύφια, όλα θα χαθούν στο μνημείο των Ευρώ κακή του ώρα.
Θα αρχίσουν από το Ζάλογγο οι εξορύξεις, μετά δίπλα στη Βροσύνα, Πολύδωρο κλπ.
Τυχαία άραγε που πεθαίνουν τα πλατάνια τα θεόρατα του Καλαμά; Αυτά που έκρυβαν τις αχτίνες να διαβούν…

Και ξύπνησαν, οι γίγαντες, σηκώθηκαν περήφανοι, λάμπουν στα χρυσά ντυμένοι περήφανοι και όπως νομίζουν παντοδύναμοι…
Ποθούν να μας αρπάξουν την Περσεφώνη και την Δήμητρα. Είναι δυνατοί λάμπουν και προσδοκούν να κάνουν τρύπες να φτάσουν στον ΑΔΗ… να βάλουν σκάλες, βαθειά στη γη. Ακόμα υψώνουν κι άλλες να φτάσουν την Δωδώνη,και άλλες να φτάνουν στα ουράνια,να αρπάξουν τις δικές μας θεές, Μάνα και κόρη, να τις κλείσουν στα παλάτια τους
Ξεχνούν πως η Πίνδος και η Δωδώνη είναι η περιοχή του Διός η ΑΠΕΙΡΟΣ ΧΩΡΑ.
Ας γυαλίζουν τα κοντάρια τους κι ας ετοιμάζουν τα όπλα τους τα μυστικά, ο Οδυσσέας είναι εδώ.Ακόμη το όπλο του υπάρχει. Η Πημελόπη και κείνη είναι εδώ…
Οι μνηστήρες θα φύγουν νικημένοι.
Δεν έχουμε όπλα σαν τα δικά τους.
Έχουμε όμως τα όπλα, όλα όσα μέσα στο χρόνο μας άφησαν οι αγωνιστές της λευτεριάς μας.
Αγάπη για τον τόπο μας. Αγώνα χωρίς τέλος. Και ψηλά το κεφάλι.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.