Στη βρυσοπούλα

Καλοκαίρι. Η μέρα μεγάλη. Οι δουλειές πολλές. Μα και ο χρόνος για έξω λίγος. Κάπου σε κάποια βρύση, σε κάποια σκαλοπάτια στήνονταν σαν κοσμικό δικαστήριο των πεπραγμένων της ημέρας, από τις γυναίκες της γειτονιάς.
Στη βρυσοπούλα στη μικρή πέτρα δίπλα στον πλάτανο και ενώ η βρύση έστελνε δροσιά κι αγέρα κάθουνταν σταυροπόδι οι νιες και οι βάβες, με τη ρόκα, το πλεχτό ή το κέντημα και έκαναν σχολαστική ανασκόπηση της ημέρας. Το μάτι και το αυτί τους άκουγαν και έβλεπαν τα πάντα.
Αφού πρώτα έλεγαν την καλησπέρα και για τα πονίδια τους στη μέση στα ποδάρια στο γοφό, άρχιζαν να μιλάν για τα δικά τους τα χα’ι’ρια, για τον κάματο της ημέρας, και μετά άρχιζαν το κουτσομπολιό.
Εγώ γυναικούλες μου τι να σας πω, δεν μου αρέσει το κουτσομπολιό, μα να την είδες την τάδε τη φουστάνι φόραγε; Είδες χάλια; Ξετσιπωσιά. Που είσαι κα’υ’μένη Λένη που να έβλεπες την και άρχιζε ο κύκλος της ανεξάρτητης και καλόπιστης κριτικής.
Πολλές φορές τις άκουγα και δεν καταλάβαινα τι χαρά έβρησκαν κάθε μέρα να μιλούν πότε για τη μια, πότε για τον άλλον.
Μετά η κουβέντα έφτανε στα πιο μικρά.
Εδώ έμπαινε σε άλλα μονοπάτια η κουβέντα.
Τι λες εσύ που έχεις στο σπίτι σου το τάδε παιδί; Οι γονιοί του τι σόι είναι;
Αυτό και όπως έλεγε η μια στην άλλη, να στέλουν την κοπέλα πότε για προζύμι, πότε για αλάτι να τη βλέπει το παιδί να λένε και καμιά κουβέντα. Σπίρτο με φωτιά, τα μάτια σου δεκατέσσερα αδελφούλα μου μη πάθουμε και καμιά ζημιά. Καλά θα κάνει, να, θα πάρει το γυμνασιόπαιδο, θα του δώκουν και προίκα να ζήσει καλά η τσούπρα. Και χαμογέλαγαν πονηρά. Είχαν βάλει στο μάτι τον γαμπρό.
Και άκουγε ο πλάτανος και άκουγαν και τα μικρά που κρύβουνταν στην κουφάλα του πλάτανου και γέλαγαν με τούτα τα χαμπέρια. Να πάμε και μεις στο γυμνάσιο έλεγε ο Μήτρος.
-Γέγεσαι από το γυμνάσιο ρολαγάς.
-Που να ξέρω.
-τότες δεν θα πάω γυμνάσιο. Δεν μου αρέσει και να διαβάζω.
-Γιατί χαμένε, σου αρέσουν να τρέχεις στα πρόβατα ή να σκάς στη ζέστα στα χωράφια.
Και κει σταμάταγε η κουβέντα μιας και δεν έβγαζαν άκρη. Αυτά ήταν τα βράδυα στη βρσοπούλα μας.
Ήταν όμως και κάτι πρωινά στη βρυσοπούλα, καθώς βάζανε δυο τρεις μαζί η μιά δίπλα στην άλλη τα καζάνια για τη μπουγάδα. Ακούμπαγαν τη σκάφη πάνω στο πέτρινο πεζούλι της βρύσης, άναβαν τη φωτιά και γέμιζαν το καζάνι νερό. Δίπλα σε μια μικρή κατσαρόλα έβραζε το νερό με στάχτη Οι σκάφες τότε ήταν ξύλινες. Πάνω στο πεζούλι ήταν ο κόπανος και ο τρίφτης ένα ξύλο με ραβδώσεις που το βάζανε στη σκάφη όταν έπλεναν τα βρώμικα σκουτιά.
Εκεί καθώς έτριβαν τα ρούχα με το πράσινο σαπούνι και το τρινάλ κάνανε και διάφορες κουβέντες.
Οι πιο πολλές είχαν να κάνουν με τη φαμίλια και τα πεθερικά, ακόμη με τους άνδρες τους.
Έπλεναν μα δεν άπλωναν εκεί. Η κάθε μια θα άπλωνε στο σπίτι της.
Περίεργο ήταν το ρίξημο της αλυσίβας, πάνω στα ασπρόρουχα και ύστερα τ λουλάκιασμα.
Εκείνο που ήταν θαυμάσιο που εγώ μικρό κορίτσι έβλεπα ήταν το λουλάκιασμα.
Όταν έβλεπα τα ρούχα τα λουλακιασμένα να τα φυσάει ο αέρας και καθώς έκαναν ένα λίκνισμα, πέρα- δώθε, πέρα- δώθε, ένοιωθα η αλλοπαρμένη σαν να ταξίδευα μαζί τους, σε κόσμους ξένους, μαγικούς.
Γινόμους πουλί, που πέταγα με τα χελιδόνια πέρα μακρυά εκεί που δεν υπάρχει κανένας πόνος. Στους μαγικούς παράδεισους που έχτιζα στα μικρά μου όνειρα. Όλα τα παραμύθια έχουν μαγικούς τόπους, έπλαθα και γω τους δικούς μου.
Και η γαλάζια σκάφη με το λουλάκι γίνουνταν ωκεανός, που χωρίς κύματα με πήγαινε σε μέρη ξωτικά. Πολλές φορές έκλεβα από τη μάνα μου ένα τετράγωνο κομμάτι λουλάκι το έλοιωνα σε ένα καζάνι και με το μικρό μου χάρτινο καράβι έψαχνα μαγεμένους τόπους με αρτόδενδρα, με φρούτα εξωτικά με λουλούδια μυρωδάτα μεγάλα σαν ένα δένδρο. Εκεί πάνω σε τέτοια λουλούδια θα έχτιζα το σπίτι μου με φύλλα από φοινικιές.
Τι έκανες εκεί ωρή αλαφρο’ι’σκιωτη;
Τίποτε μαμά.
Εσύ θέλεις ξύλο, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, να μαζευτείς.
Χαμογελούσα, ποιος θα μου έδινε ποτέ ξύλο;
Όταν έχεις τον παππού και τη γιαγιά δίπλα σου ποιος θα τολμήσει;
Πολλές φορές εκεί στη φωτιά έβαζαν το τζουβέ και έκαναν από μια τσίκα καφέ γιατί λιγώθηκαν από το πρωί.
Και σαν στέγνωναν τα ρούχα τα μάζευαν με προσοχή, τεντωμένα και τα σεντόνια γωνιά με αντικρυστή γωνία έτσι που όταν τα σιδερώνουν να είναι τέλεια.
Και αυτό δεν το καταλάβαινα όμως είχα και γω μια δουλειά που μου άρεσε.
Το σίδερο. Αυτό με τα κάρβουνα. Και επειδή ήμουν κοντή έστρωνα κάτω την κουβέρτα, έβαζα την πέτρα πάνω στην οποία ακουμπούσα το σίδερο και δίπλα ένα βαθύ πιάτο με νερό. Και κάθε τόσο να σηκώνομαι να κουνάω το σίδερο πέρα δώθε κούνια- μπέλα, κούνια- μπέλα, να ανάψουν τα κάρβουνα.
Και για να πω την αμαρτία μου πολύ μου άρεσε να σιδερώνω.
Και όταν μεγάλωσα, έπαψε να μου αρέσει, αλλά τι να έκανα σιδέρωνα.
Πέρασαν χρόνια, ο πλάτανός μας είναι εκεί, μα φαίνεται πως η μοναξιά τον σκοτώνει. Στην κουφάλα του δεν παίζουν παιδιά. Στα κλαδιά του δεν σκοτώνουν πουλιά με τις σφεντόνες τους αγόρια. Κορίτσια δεν τραγουδούν…
Η βρύση μας λυπημένη κυλάει το νεράκι της το λιγοστό. Τώρα κανένας δεν την καθαρίζει. Κανένας δεν πάει με το γκιούμι να πάρει νερό.
Το νεράκι της φεύγει χωρίς να ποτίζει δένδρα και κλαριά. Οι κήποι γύρω της ξεράαθηκαν. Λίγα δένδρα μονάχα και βάτα, πολλά βάτα. Έπνιξαν τούτα τα βάτα τη ήμερη ζωή για να ξεπηδήσουν κάτω από τα βάτα μανουσάκια και κρόκοι.
Ο Θεός τίποτε δεν αφήνει στην τύχη του. Πάντα παντού η ζωή ακομαχάει και αγωνίζεται να ξεπεράσει το ένα το άλλο. Να ξεπεράσει τη μοναξιά.
Μόνο να, κάποιος βάνδαλος έκλεψε την πέτρινη γούρνα της βρυσοπούλας, και στη θέση της έβαλε μια σιδεροσωλήνα.
Τώρα πολλές φορές βλέπω μπροστά μου τις μαυροφόρες γριές, να κοιτούν περιγελαστικά τον κόσμο ετούτο, που έχει πάντα στο νου του το φα’ι’ και τα ρούχα. Που ξεχνάει ο κακόμοιρος ο άνθρωπος πως το φαγητό είναι για να ζούμε, και τα ρούχα για να μην κρυώνουμε.
Μάθαμε πολλά γράμματα. Θαυμάσαμε τον εαυτό μας πίσω από γραφεία εξουσίας.
Φορέσαμε στολές. Απολαύσαμε τον θαυμασμό. Και μείναμε με τα χέρια μας άδεια από την αλήθεια της ζωής. Την αλήθεια που σημαίνει αγάπη, κόπο, κόπο, κόπο, παιδιά, εγγόνια. Φτάσαμε στην οικογένεια του κανενός παιδιού. Φτάσαμε στην απόλυτη μοναξιά. Όχι δίπλα μας είναι πολλοί. Αλήθεια σε πόσες αγκαλιές κουρνιάζομε; Σε πόσα μάτια βκέπουμε δάκρυα καθώς φεύγουμε. Πόσες αγκαλιές μας περιμένουν στο γυρισμό;; Γιατί τα σπίτια μας είναι κλειστά και τρώμε στα διάφορα μαγαζιά; Πολλές αλήθειες που δεν τις ακουμπάμε.Αν τις ακουμπήσουμε θα πονέσουμε πολύ.
Ήρθε η κρίση και θα ακεφτούμε πως για να μη χαθούμε πρέπει να γεννηθούν έλληνες. Και έλληνες γεννιούνται από έλληνες και όχι με απόδοση ιθαγένειας.
Παιδιά μας, εγγόνια μας σας ζητούμε συγνώμη. Εμείς σας μεγαλώσαμε. Εμείς είμαστε οι δάσκαλοί σας. Αν είναι κάτι να πούμε για σας, ας το πούμε στον εαυτό μας μπροστά στον καθρέφτη μας.
Ότι θυμάμαι χαίρομαι και στην κορφή κανέλα, θα έλεγε η μάννα μου γελώντας τρανταχτά. Αυτή όμως είχε πέντε παιδιά. Εγώ δυο. Είστε μαννούλες μας, οι άγιες της εποχής σας. Μιας εποχής με φτώχεια, με βάσανα με πολέμους. Μιας εποχής που ξέρατε πως οικογένεια, είναι τα παιδιά. Πως πλούτη, είναι τα παιδιά.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.