Τα μπάνια. Παραμυθιά 1952

Χήρα με πέντε παιδιά.
Σπίτι μια κάμαρα που ήταν καθιστκό, σιγά μην ήξερε τι θα πει.
Της είπαν να πάει στα τούρκικα αλλά δεν ήθελε σκιάζουνταν πολύ τα φαντάσματα…
Έτσι έμενε στο δικό της που το είχε φκιάξει ο αφέντης της.
Έτσι έμενε στην κάμαρά της. Ήταν και ζεστά το Χειμώνα, μια χαρά..Είχε και κοτούλες, κήπο, και μια κατσίκα.
Δυο τρεις ελιές, και μια συκιά που όλη μέρα βόσκαγαν από κάτω οι κότες και η κατσικούλα.
Απ τη μια γωνιά του σπιτιού κουμούνταν αυτή με τα κορίτσια από την άλλη τα παιδιά. Τα κορίτσια ήταν τα μεγάλα. Την τύχη της θα είχαν. Η μεγάλη ήταν κιόλας στα δέκα οχτώ, μα δεν την χάλεψε ακόμα κανένας και ήταν και όμορφη, έμοιαζε του πατέρα της.
Στην κάμαρα κουζίνα, καθιστικό, υπνοδωμάτιο, απ όλα ήταν τούτο το σπιτάκι… αυτή το ήξερε και το έλεγε μαγεριό. Και είχε κρεμασμένο πάνω από το τζάκι τη γωιά δηλαδή γιατί τζάκι δεν υπήρχε, ένα σιδερένιο τηγάνι.
Πίσω από την πόρτα τα αγγειά, και έξω στο βουτσελοτόπι την βουτσέλα και τη μπούκλα. Μέσα είχε και ένα γκιούμι να μην βγαίνουν έξω τη νύχτα που έρχονται τα φαντάσματα…
Στην μπολίτσα τη δεξιά είχε ένα μισόλιτρο λάδι.
Έτσι καί έρχουνταν ξένος, έβαζε το τηγάνι στην πυροστιά, έριχνε μια τσίκα λάδι και τηγάνιζε δυο αυγά. Τα κοίταζαν τα παιδιά μα δεν χάλευαν. Ήξεραν πως ήταν για τους ξένους.
Έστρωνε στην τάβλα ένα πανί και ακούμπαγε το μπομποτόψωμο, και δίπλα το χαλκό με το νερό.
Δεν έβαζε πιάτο, όπως ήταν με το τηγάνι και ένα πειρούνι καλα’ι’σμένο από τα φυλαγμένα.
Ήταν 50 χρονών.Μεγάλη παντρεύκε, μεγάλη έκανε τα παιδιά και μεγάλη χήρεψε. Ούτε είκοση χρόνια χρόνια δεν είχε παντρεμένη.
Έκατσε και κείνη δίπλα στα παιδιά και κουβέντιαζε με τον συγγενή της.
-Σε βλέπω που περπατάς σκυφτά, πονάς.
-Είναι από τα ζαλίκια με συμπάει ένας πόνος την μέση που δεν μπορώ να ανασκιωθώ. Αλλά αν δεν έχω ένα δυο ζαλίκια το Σαββάτο στο παζάρι δεν θα έχουμε μήτε ψωμί.
-Να πας στο γιατρό της Νομαρχίας έρχεται κάθε πέντε του μήνα.
-Θέλει λεφτά;
-Όχι ωρή, αφού είναι τση νομαρχίας.
Στις πέντε του μήνα, πάει στο γιατρό της νομαρχίας. Κάθεται στην σειρά και καρτεράει.
Σαν ήρθε η σειρά της μπαίνει μέσα χαιρετάει το γιατρό με τη φράση. Καλημέρα αφέντη.
-Τι έχεις δεν σε ξέρω, από δω είσαι;
-Απο δω είμαι, μα δεν έρχουμαν νόμιζα πως χρειάζονται λεφτά. Να φέρω και τα παιδιά, γιατί από τον πόλεμο τα μικρά είναι χάλια, ασκάραντα.
Τα παιδιά να τα πηγαίνεις στο ΠΙΚΠΑ είναι για παιδιά.
Που πονάς της λέει ο γιατρός.
-Πίσω πάνω από τα γκουφά.
Τη πατάει ο γιατρός πάνω από τα ρούχα, εδώ, εδώ, ούι- ούι- ούι κάνει σε μια στιγμή.
Βάλε το σιεγκούνι σου και κάτσε στην καρέκλα.
-Είμαι βαριά γιατρέ μου;
-Όχι, βαριά δεν είσαι, αλλά για να γειάνεις πρέπει να κάνεις μπάνια.
-Χαντακώθκε αλλά ψέλλισε. Κάνω πάνια το Σάββατο και σήμερα έκανα.
Όχι τέτοια μπάνια, μπάνια στα Καμμένα Βούρλα.
-Εύκολο είναι, να μου πεις πως θα τα κάνω. Νόμισε πως θα έκανε κανένα φάρμακο από βούρλα που θα τα έκαιγε, γεμάτο ήταν το ποτάμι…
-Θα πας το Καλοκαίρι στα Καμμένα Βούρλα και θα κάνεις 20 μπάνια.
-Δεν κατάλαβε καλά, αλλά πάντως στο ποτάμι, δεν θα πήγαινε… θα γένω καλά.
-Για ένα χρόνο ναι μετά θα ξαναπηγαίνεις.
-Χρειάζονται λεφτά εκεί;
-Χρειάζονται.
Άστο να πονάει, λεφτά δεν έχω ούτε για ψωμί.
Καλός άνθρωπος ο γιατρός μα ποιον να πρωτοβοηθήσει. Ήταν μεγάλη η φτώχεια και τα βάσανα πολλά.
Ακόμη και να της έλεγε μην κουβαλάς στην πλάτη σου βαρέλα ή ξύλα ποιος θα της τα έφερνε αφού τον άντρα της ένα λεβέντη τον σκότωσαν έτσι για πλάκα οι γερμανοί.
Είχε βρει κάτι γκόρτσα ο έρμος και τα πήγαινε στο σπίτι, να φαν τα παιδιά. Τον νόμισαν αντάρτη και τον σκότωσαν.
Αυτή την ιστορία μου την είπε η κόρη της που είναι 85 χρονών.
Το και το, σιγά μη πιστέψω στους γιατρούς, άσε μωρέ και που γερνάς βάσανα έχεις.
Για να κόψω αυτήν την κουβέντα την ρώτησα;
-Τι μαγείρεψες στα εγγόνια;
-Σπανακόπιτα και μπατσαριά.
-Να είσαι καλά.
-Θες να σου στείλω,,,, με ποιον μωρή να σου στείλω που δεν κουνιέμαι από τον τόπο μου…
-Τι θα τους κάνεις αύριο;
-Κοτόπιτα την τρώνε πολύ.
Έχω πονίδια σε όλο το κορμί τον έχω ζαλικωμένο.
-Ποιον έχεις ζαλικωμένο;
-Σου είπα τον πόνο. Έκατσε στη μέση και στα ποδάρια και δεν μπορώ να σκαλώσω στη σκάλα ντιπ.
-Τότε μην κουράζεσαι.
-Και τι να κάνω, να καρτεράω το χάρο, όπως κάνεις εσύ στο παραθύρι;
-Αυτό κάνω εγώ.
-Πιάστον απ τα κέρατα και βάλτον κάτω.
-Ποιον;
-Τον πόνο μωρή τον πόνο, ούι έξυπνη γυναίκα ούι πρόσεχε μη χαζέψεις….
Όλες παθαίνουν αυτόν τον που δεν θυμιούνται…
Γειά σου, να είσαι καλά και να χαίρεσαι.
-Άει,,,,, θα κάψω την πίτα…
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά για την καταγραφή.

Comments are closed.