Το μπλε τετράδιο

Η απόφαση πάρθηκε. . Θα φεύγαμε τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου.
Αυτό το Καλοκαίρι μέχρι τον Σεπτέμβριο που θα φεύγαμε ήθελα να μπορέσω να κρατήσω πολλές στιγμές από το τελευταίο μας Καλοκαίρι στην πόλη μας. Ήταν σαν να τελείωνε η ζωή μου. Μεγάλα λόγια έφηβης. Ήταν πάντα μέσα μου ο πόνος της μετακίνησης, σε διάφορα μέρη.
Ήθελα τόσο να κάνω κάτι,ήθελα να μην χάσω ότι αγάπησα πάρα πολύ. Τον τόπο μου. Όταν φεύγεις δεν γυρίζεις πίσω,και όταν γυρίσεις, είναι αργά. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Τίποτε δεν σε κρατά, παρά οι αναμνήσεις σου, μα αυτές τις κουβαλάς μαζί σου, όπως το δέρμα σου, το αίμα σου, την ψυχή σου.
Παρακάλεσα τον πατέρα μου, να μου πάρει ένα μεγάλο μπλε τετράδιο με χοντρά εξώφυλλα. Τον παρακάλεσα επίσης να μπορώ να βγάλω κάποιες φωτογραφίες που ο πατέρας μου θα τις πλήρωνε. Υπήρχε ένας μαθητής μεγαλύτερος από μας που είχε χάσει πολλές χρονιές για λόγους υγείας. Αυτός είχε μια φωτογραφική μηχανή και έβγαζε φωτογραφίες σε μαθητές κερδίζοντας κάποια χρήματα για τα εξοδά του.
Ήταν ο Μιλτιάδης ο Λέττας.
Να βγάζεις, μου είπε ο πατέρας μου. Έβλεπε στα μάτια μου την θλίψη και τον πόνο. Δεν ήθελα να φύγω. Όμως αφού θα φεύγανε όλοι εγώ έπρεπε να πάω κοντά τους.Παρακάλεσα μια μέρα να μείνω με τη γιαγιά και τον παππού. Το άγριο βλέμμα του πατέρα μου κι η φράση, η μάννα σου σε χρειάζεται. Η ζώη μας άλλαζε ριζικά. Στην Αθήνα δεν θα είχαμε την κοπέλα που βοηθούσε τη μάννα μας, αυτό θα το έκανα εγώ. Δεν ήθελα, όμως έσφιξα τα δόντια μου, δεν είμαι άχρηστη, μπορώ και μπόρεσα.
Έγραψα στο τετραδιό μου αφού το έντυσα και έβαλα την ετικέτα.
Το Καλοκαίρι της φυγής.
Μια φωτογραφία από μια εκδρομή στο Καρυώτι. Θα φωτογράφιζε και ο Μιλτιάδης ότι θα ήθελα.
Ο Μιλτιάδης άκουσε τη μάννα μου να του λέει. Είπε ο Βασίλης βγάλε φωτογραφίες ότι σου πει η Αλεξάνδρα. Θα σε πληρώσει ο Βασίλης.
Ο πατέρας του Μιλτιάδη ήταν υποδιδάσκαλος.Για πολλά χρόνια έδινε αναφορά στον πατέρα μου που είχε τελειώσει το πεντατάξιο διδασκαλείο. Τότε είχαν τριών κατηγοριών δασκάλους. Υποδιδασκάλους αυτοί που ήταν από το Σχολαρχείο. Σε αυτήν τη κατηγορία ήταν και κάποιες δασκάλες, που απλά είχαν τελειώσει μόνο το γυμνάσιο. Οι δάσκαλοι που είχαν τελειώσει το διδασκαλείο και οι δάσκαλοι που τελείωσαν την Ακαδημία.Και κάποιοι που είχαν κάνει μετεκπαιδεύσεις.
Μέσα στο τετραδιό μου στην πρώτη σελίδα έγραψα.
Αυτή είναι η ζωή μου.Μεγάλα λόγια. Αν και η ζωή μου τα πρώτα χρόνια, είχε πόλεμο προσφυγιά,φόβο. Τα παιδιά όμως ξεχνάν γρήγορα ή κάνουν πως ξεχνάν.Το σήμερα είναι το μόνο που σκέπτονται και το μέλλον.
Και άρχισα να μαζεύω ένα – ένα τα απλά γεγονότα της καθημερινότητάς μου.
Ήταν μια μέρα, που ήμουν στο περβόλι του παππού μας.
Πήρα μια κουρελού, και την έστρωσα κάτω από την υπέροχη μεγάλη μουριά μας. Μόλις είχε τελειώσει η χρονιά.
Τούτο το Καλοκαίρι ήταν πικρό.
Εκεί πάνω στην κουρελού έκλαιγα. Η αλήθεια είναι πως βαρέθηκα να αλλάζω τόπο κάθε λίγο. Ρωτούσα τον εαυτό μου ποιες είναι οι φίλες σου, τις βλέπεις, τις θυμάσαι; σε θυμούνται; Που είναι οι φίλες που απέκτησες, αυτές που είχες στη ζωή σου; Και κείνο το τις θυμάσαι με πλήγωνε. Εγώ τις θυμάμαι, εκείνες με θυμούνται; Ίσως ναι ίσως όχι.
Και ο νούς μου έψαχνε να τις βρει, στα Γιάννενα, στην Κέρκυρα, στην πόλη μας στα χωριά μας.
Έψαχνα, μα δεν θυμώμουνα πρόσωπα, παιδιά που να είναι πολύ κοντά μου, να είμαι πολύ κοντά τους.Ήμουν ίσως το κακομαθημένο…Δεν ήμουν. Αυτό το ξέρω τώρα.
Είχα αδελφοποιητές μα είχα ξεχάσει τα ονόματά τους, τα πρόσωπά τους.
Πόσο περίεργο είναι να ξεχνάς τα παιδιά που έπαιζες κουτσό μαζί τους, που έπαιζες σκοινάκι, πεντόβολα, κρυφτό, και τόσα άλλα.
Εγώ, αντί να γράφω για τις περιπέτειες μας στο ποτάμι.Αντί να γράψω για τα παιχνίδια μας. Αντί να γράψω για ότι ήταν για μας τα παιδιά η ζωή, έγραψα την πρώτη μου ιστορία για μια γιαγιά, μια γριά.Την Κατέρω.
Βέβαια η ιστορία μου ήταν σχεδόν παιδική. Έβαλα μέσα ένα σωρό καλολογικά στοιχεία όπως μας έλεγαν οι καθηγητές μας.
Έτσι η ιστοριούλα μου περιέγραφε, την αυλή με τα πανέμορφα λουλούδια της γριάς μου. Μολόχες όλων των χρωμάτων, λύκους, γαρουφαλιές, τριανταφυλλιές, δυόσμους και βασιλικούς, ακόμα χιόνι, και τζίνιες και μερτζιούσια….
Η καλή γιαγιούλα, είχε πολύ αδυναμία στα λουλούδια, και στο να στολίζει το μικρό της σπιτάκι με ωραία κεντησμένα η υφασμένα μαξιλάρια
Μπαίνοντας στο σπίτι, που ήταν όλο κι όλο ένα μεγάλο δωμάτιο έβλεπες δυο ξυλοκρέββατα με καραμελωτές κόκκινες, είναι οι καραμελωτές δίχρωμες κουβέρτες με κρόσια καιπάνω στις κουβέρτς ήταν άσπρα μαξιλάρια κεντησμένα με ωραίο αζούρ και πλακε.
Πάνω από το τζάκι είχε τις φωτογραφίες όλων των ανθρώπων της. Πεθαμένων και ζωντανών.
Φορούσε πάντα μια φούστα πλεγμένη με το βελονάκι πορτοκαλί και το πάνω μέρος ήταν με ένα καρώ μαύρο άσπρο. Χειμώνα Καλοκαίρι φορούσε αυτά τα ρούχα. Όταν θα έβγαινε από το σπίτι της, τότε έριχνε από πάνω μια μαύρη ρόμπα από βαμβακερό ύφασμα.
Έγραψα για το τραπέζι στην άκρη του τοίχου με δυο τρεις καρέκλες βαμμένες μπλε. Το κόκκινο τραπεζομάντηλο με τα μπλε τριαντάφυλλα και γύρω μια μπλε νταντέλα, και ένα σταχτοδοχείο από γυιαλί…
Το βράδυ το έδωσα στον πατέρα μου.
Αφού το διάβασε μου είπε. Αυτό που έγραψες, το έγραψες με θέμα τη γιαγιά την Κατέρω ή περιέγραφες ένα ταπεινό σπιτάκι αγροτικό του χωριού μας;;;
Έγραψα για τη γιαγιά Κατέρω.
Ο πατέρας μου αφού διάβασε πάλι την έκθεσή μου ή το διήγημά, μου είπε. Κάθησε κοντά μου, αφού πάρεις ένα πρόχειρο.
Τον άκουσα και χαιρόμουνα πολύ, ήταν μια δική μου εργασία, κάθησα κρατώντας τετράδιο και μολύβι.
Έχεις γράψει 2200 λέξεις.
Για διήγημα είναι αρκετό. Θα μπορούσε να είναι και μεγαλύτερο. Έχεις γράψει 1600 λέξεις για την περιγραφή του χώρου της Κατέρως και 600 λέξεις μόνο για κείνη. Δε γράφεις τίποοτε για το μέρος που γεννήθηκε, πως μεγάλωσε πως ζει τι κάνει με τι ασχολείται. τι δουλειά κάνει αυτή η γυναίκα; Έχει αισθήματα, συναισθήματα;;;
Τι την πόνεσε στη ζωή της και τι της έδωσε χαρά. Ακόμη τι όνειρα έχει για το αύριο.
-Μπαμπά μου, τι όνειρα θα μπορούσε να έχει η Κατέρω; Αφού πια είναι γριά και μόνη της.
-Μικρό μου κοριτσάκι. Αν οι άνθρωποι πάψουν να ονειρεύονται παύουν να ζουν. Παθαίνουν κατάθλιψη και ή πάνε στο ψυχιατρείο ή πεθαίνουν.
-Μπαμπά δηλαδή η γιαγιά η Ελένη ονειρεύεται;
-Βεβαίως.
-Μα τι όνειρα μπορεί να κάνει η γιαγιά.
-Όταν παίρνει τον Παύλο μας αγκαλιά, τι του τραγουδάει;
-Του Παυλάκη μου το γάμο, Καλοκαίρι θα τον κάνω, θα καλέσω τα βιολιά, όλη την Παραμυθιά και τα γύρω της χωριά…
Η γιαγιά σου ονειρεύεται να παντρέψει τον αδελφό σου που είναι μόλις λίγων μηνών.
Αλεξάνδρα μου, έκανες μια ωραία περιγραφή του χώρου.
Τι ωραία περιγράγεις το μπλε μπουκάλι με τα λουλούδια τα φρέσκα που κάθε μέρα τα αλλάζει η γιαγιά Κατέρω και είναι τοποθετημένο πάνω στο τζάκι στο κεντημένο πετσετάκι και δίπλα στην μικρή εικόνα της Παναγιάς.
Λοιπόν όταν θέλεις γράψε με ίδιο θέμα ένα άλλο διήγημα. Μέχρι να φτάσεις να γράφεις θα περάσει καιρός.
-Εσύ πατέρα από πόσων χρονών έγραφες;
-Δεν θυμάμαι μου είπε. Μα εγώ δεν γράφω διηγήματα γράφω ιστορία και αυτή δεν σου επιτρέπει να γράφεις παρά με ακρίβεια τα γεγονότα.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Τα μαλλιά μου άσπρισαν. Οι ρυτιδες γέμισαν τα χέρια μου και το πρόσωπό μου.
Το μυαλό μου κουράσθηκε, δεν θέλει να μάθει. Είναι σαν να κλείδωσε για πάντα. Όμως εκεί που πίστευα πως τελείωσε αυτό που λέμε δημιουργία ξεπήδησαν οι αναμνήσεις μου, γέμισαν οι σελίδες του τετραδίου μου, και,, έγιναν πολλά τα τετράδια μου, πάρα πολλά, και ακούω τους δικούς μου να μου λένε πως είμαι δημιουργικός άνθρωπος..
Εγώ ξέρω καλά ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν και όλοι δημιουργούν όμως πολλοί φοβούνται να δείξουν τη ζωή τους την ψυχή τους….
Έτσι γεννήθηκαν οι γριές μου. Εκατόν τριάντα έξη ιστορίες τόσο διαφορτικές !!! Στο πρώτο βιβλίο μετα φόβου έβαλα τέσσερεις. Μετά στο Δεύτερο είκοσι επτά. Οι άλλες περιμένουν γιατί η κρίση τις κρατάει στα συρτάρια μου. Οι γριές μου, που κάποιοι τις αγάπησαν πολύ γιατί κάθε μια ήταν, μια μάννα, μια γιαγιά δικιά μου, δικιά σου, δικιά του.. Είναι οι γριές μου, αυτές που μου έδωσαν δυο πρώτα βραβεία από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών και τη Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.Είναι αυτές που η κυρία Ελένη Πάστση τους έδωσε πολλές σελίδες στον 26ο και 27ο τόμο της Εγκυκλοπαίδειας Λογοτεχνών, και πολλέ ακόμη διακρίσεις. Οι γριές μου που πολύ αγαπήθηκαν, συγκίνησαν…..
Ευχαριστώ όλες μου τις γριές, που μου άνοιξαν τις καρδιές τους.
Ευχαριστώ και όλους όσους είχαν έναν καλό λόγο για τα βιβλία μου……
Πατέρα σε ευχαριστώ. Δεν μου χάρισες μόνο τη ζωή, αλλά και όλα τα εφόδια για να αντιμετωπίσω τα γλυκά και τα πικρά της.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Comments are closed.