Χειμωνιάτικα Βράδυα

Παραμυθιά 1950
Θεέ μου, πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια.
Σαν είμασταν παιδιά, ο χρόνος κυλούσε αργά, δεν βιάζονταν, γιατί τότε ήταν το Καλοκαίρι της ζωής μας.
Και ύστερα Φθινόπωρο, και ύστερα Χειμώνας.
Εδώ, στο Χειμώνα, οι μέρες είναι μικρές δεν προλαβαίνεις να τις δεις και από το μούχρωμα της Αυγής, φτάνουμε στο μούχρωμα της Νύχτας.
Καλημέρα και καλό νύχτωμα σε λίγες ώρες.
Στις ώρες της νύχτας, που ήταν πολλές στα σπίτια μας, χωρίς φωτισμό τις πιο πολλές φορές, μόνο με ένα λαδοκάντηλο και τις φλόγες του τζακιού να πυρώνουν τα πρόσωπα και να κάνουν τα μάτια, πότε να κλαίνε από τον καπνό και πότε να λάμπουν από τις φλόγες της φωτιάς, και πότε από τα κρυφά μας όνειρα.
Γύρω από την φωτιά σε μεγάλα στρώματα από άχερα ή ξασμένα φύλλα από τζάφκες καλαμποκιού ή πάνω σε μεγάλα μάλλινα υφαντά μαξηλάρια, όλοι γίνονταν μια οικογένεια.
Ο παππούς έδινε το σύνθημα της βραδυάς.
Η γιαγιά στο νεύμα του, τον ρώταγε τι να βάλει στην φωτιά, για να περάσουν το βράδυ.
Τραχανά, τσάι ή κοκκόσιες [ πρίτσες,πρατσαλίγγες κλπ- ποπ κορν το λένε τώρα] και όλοι έλεγαν, ότι θες εσύ κυρά.Οι πιο πολλοί χαίρονταν την παρέα και δεν μίλαγαν. Στη φωτιά έμπαινε ότι ήταν πιο εύκολο για εκείνη, αυτήν την ώρα. γιατί όλες οι ώρες δεν ήταν ίδιες….
Οι πρώτες κουβέντες ήταν για το πως πέρασαν την ημέρα. Τις δουλειές τους, γιατί μπορεί ο Χειμώνας να μη έχει πολλές δουλειές έχει όμως δύσκολες δουλειές. Τα ζώα στην βοσκή αν πέφτει τσάφνη δεν βρήσκουν χόρτα να φαν. Αν βρέχει που να τα πας…
Ακόμη πολλές φορές τελείωναν τα τσάκνα[ προσανάματα ή για το κάψιμο του φούρνου ] και άντε να πας για πουρνάρια μέσα στο κρύο… Εδώ όμως η ζωή είχε κανόνες και δεν μπορούσες να αλλάξεις ούτε ένα και.
Ο παππούς μας είχε την φροντίδα του περβολιού και το μαγαζί.
Ένα βράδυ ο παππούς μας, έφερε μέσα στο χειμωνιάτικο, την κατσίκα μας, την Μαρίκα.
Άσπρη μεγαλώσωμη μαλτέζα, ήσυχη που εμείς την κάναμε και άλογο.
Έστρωσε η γιαγιά ένα μεγάλο τσουβάλι σε μια γωνιά στο χειμωνιάτικο και της έβαλε να ξαπλώσει..
Η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη θα μας έκανε κατσικάκια.
Της έβαλε η γιαγιά και λίγο καλαμπόκι και έβαλε να βράσει τον τραχανά.
Παππού, άντε τελειώνετε οι μεγάλοι, θέλουμε παραμύθι.
Τα παραμύθια θα τα πούμε σε λίγο, είπε ο παππούς μας.
-Λένη νομίζω πως σε λίγο τα παιδιά πρέπει να πάνε μέσα, είπε ο παππούς, έχετε και κει το τζάκι έτοιμο;
-Έτοιμο είναι είπε η Γιωργίτσα και γω μέσα θα πάω δεν μπορώ να βλέπω.
Με έπιασε η περιέργεια και παρακάλεσα τον παππού να μείνω να βλέπω.
Άλλαξε μια ματιά με τη γιαγιά και είπε να βλέπεις; Ας μείνει.
Δεν πέρασε παρά λίγη ώρα και η Μαρίκα έβγαλε μια δυνατή φωνή, μπεεεεε και σηκώθηκε όρθια.
Η γιαγιά πήγε κοντά της και την χά’υ’δευε.
Πριν περάσου λίγα λεπτά, ένα άσχημο σακκουλάκι βγήκε από την Μαρίκα που η γιαγιά μου κάτι του έκοψε. Έκλεισα τα μάτια δεν ήθελα να βλέπω.
Πήγαινε μέσα, μου είπε ο παππούς και έφυγα ευχαρίστως.Δεν ήθελα πια να βλέπω.
Σε λίγη ώρα, μας φώναξαν να πάμε όλοι μαζί να δούμε και να φάμε τραχανά και τηγανήτες.
Η Μαρίκα μας κουρασμένη έγλυφε τα τέσσερα υπέροχα κατσικάκια. Άσπρα σαν τη μάνα τους.
Πότε ήταν όρθια και έσπρωχνε πότε το ένα και πότε το άλλο να φάνε και πότε ξάπλωνε έτσι που τα μωρά της να μπορούν να πίνουν γάλα….
Βλέπετε μας λέει ο παππούς. Τα ανθρωπάκια όταν γεννιούνται θέλουν μήνες να σηκωθουν να περπατήσουν να μιλήσουν.
Τα κατσικάκια όπως αμέσως όρθια.
-Και δεν πάνε και σχολείο είπε ο Δημήτρης, που τότε πήγαινε στο νηπειαγωγείο..
-Δημήτρη μου όλες οι κατσικούλες είναι δασκάλες.
Και γω ήθελα να πω όχι δεν είναι, αφού δεν πάνε σχολείο, όμως ο παππούς ήξερε, και κάποτε θα μας τα μάθαινε και μας. Πριν γίνει αξιωματικός ήταν δάσκαλος.
Βέβαια υπάρχουν και πολλά άλλα ζωάκια συνέχισε ο παππούς που γεννιούνται αδύναμα. Να τα χελιδονάκια και όλα τα πουλιά θέλουν χρόνο να βγάλουν φτερά και να δυναμώσουν τα φτερά τους, για να μπορούν να πετάξουν. Ακόμη σε μακρυνές χώρες υπάρχουν ζώα με μάρσυπο. Αυτό είναι ένα σακκούλι στην κοιλιά τους, που βάζουν τα αδύναμα μωρά τους μέχρι να μεγαλώσουν και να βγουν στην ζώη.
Θυμάται κάποιο πως τα λένε;
Καγκουρώ με πρόλαβε ο Φάνης και γω, ήμουν χαρούμενη γιατί ήμουν η δασκάλα του. Ήταν δεν ήταν τότε τριών χρονών.
Έτσι, εκείνο τον Χειμώνα, είδαμε το θαύμα της ζωής.
Βέβαια η εκπαίδευση δεν τελείωσε. Όταν κάποτε ήρθαμε στην Αθήνα, ο πατέρας μας, μας πήγε στο Εθνικό Μουσείο και κει είδαμε τον τοκετό στην αρχαία εποχή. Τα μικρά πύλινα αγαλματάκια που ήταν με τάξη ταχτποποιημένα πάνω σε ένα ράφι,έδειχναν την έγκυο,το μωρό, τον γιατρό την μαία και τα όργανα των δύσκολων τοκετών όπως κουτάλες…..
Έτσι περνούσαν τα χρόνια των παιδικών μας χρόνων.
Και πότε τα βράδυα περνούσαν με παραμύθια και ιστορίες, και κάποτε με απρόοπτα όπως ο τοκετός της Μαρίκας μας.
Την άλλη μέρα η γιαγιά έκανε πίτα με το πρωτόγαλο που το λένε γκουλιάστρα και δεν ξέρω γιατί το λένε έτσι. Εγώ δεν έφαγα γιατί μου μύριζε οι άλλοι την έτρωγαν ευχαρίστως. Η Γιωργίτσα ούτε να τη δει. Ήταν η καλομαθημένη μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Leave a Reply