28 Οκτώβρη 1940

Ο μήνας Οκτώβρης, ήταν ο μήνας της δόξας, ο μήνας του Αγίου Δημητρίου.
Ασπρισμένες αυλές, στολισμένες με πολύχρωμα χρυσάνθεμα, κιτρινοπορτακαλιά ξυνά, έκαναν το Φθινόπωρο γοητευτικό, ρωμαντικό, καθώς τα χαλκοπράσινα φύλλα, στόλιζαν τη γη στους κήπους και το δάσος.
Γεννήθηκα στον πόλεμο. Οι μνήμες μου είναι από ακούσματα των γονιών μου και των παππούδων μου. Ήταν ακόμη, από τους λόγους, των δασκάλων μου, που είχαν το παράσημο στο στήθος και τη φλόγα στα μάτια. Μας εξυμνούσαν κάθε χρόνο, τούτη την ημέρα, ή μάλλον τούτο το τριήμερο, που ήταν ίδιο, σαν το τριήμερο της 25ης Μαρτίου.
Καθισμένη στο παραγώνι τα βράδυα πριν την ευλογημένη μέρα, ακούγαμε για το μεγάλο πανηγύρι της δόξας των Ελλήνων. Και κει, στη μικρή μας πόλη, είχαν πολλά να μας πουν. Πολλά στα οποία οι ήρωες της δόξας, ήταν οι δικοί μας άνθρωποι.
Ένας νέος, που χάρισε στην πατρίδα τα πόδια του, ζούσε εκεί, ανάμεσά μας, χαμογελούσε μέσα από το περίπτερό του.
Σε κάθε σπίτι υπήρχαν φωτογραφίες των παιδιών που έπεσαν πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Βορείου Ηπείρου. Παιδιά που για μοναδικό τους σάβανο είχαν το χιόνι.
Αυτές τις μέρες η γιαγιά μας κρατούσε το θυμιατό, ένα ωραίο μπρούτζινο θυμιατό και θύμιαζε το σπίτι κλαίγοντας που να ξέρω ποιους. Ακόμα οι ιστορίες και σαν μύθοι ακούμπαγαν την ψυχή μας.
Στο τάδε οχυρό, να, Μπροστά οδηγός, η ίδια η Παναγιά. Την είδα…. Την είδαμε να μας μιλάει.
Φορούσε μαύρα, είχε ένα πέπλο που μας σκέπαζε, μας χαμογελούσε, θα νικήσετε μας έλεγε….
Και όλοι φορούσαν κατάσαρκα το σταυρό και την εικόνα της μάννας Παναγιάς, τη φωτογραφία της γυναίκας,των παιδιών τους,ή την αγαπημένη τους.
Σε ένα γράμμα στη μάνα του λέει ο νέος στρατιώτης. Μάνα μου γράφεις μια γραφή και με ρωτάς τι κάνω. Στις Αλβανίας τα βουνά, στα χιόνια θα πεθάνω…….
Δεν με φοβίζουν μάνα μου, του εχθρού μας τα κανόνια, μα με φοβίζουν μάνα μου. της Πίνδου τα άγρια χιόνια.
Εκεί ακούγαμε τη γιαγιά, να μας λέει, πως με την αδερφή της και τη νύφη της [ τη μάνα μας ] κουβάλαγαν σφαίρες και ψωμί, ρούχα καθαρά, νερό, στους φαντάρους μας, στους δικούς τους. Το ίδιο και η γιαγιά η Γεωργία στο δικό της χωριό. Όλη αυτή η γραμμή των συνόρων ήταν σε πόλεμο γιατί στο δικό μας τόπο οι οχτροί ήταν τέσσερεις. Οι ιταλοί που αφού τους νικήσαμαν, ζήτησαν και ήρθαν βοηθοί τους,,, με όλη τη φοβερή πολεμική τους μηχανή,, οι γερμανοί. Σύμμαχοί τους οι βούλγαροι. Οι αλβανοί ήρθαν με τους ιταλούς στην αρχή. Οι αλβανοί βλέπεις από παλιά ιταλοί και αλβανοί ήταν σύμμαχοι.Μα τι περίεργο,,, αυτοί οι σύμμαχοι,,, όταν πήγαν στην Ιταλία εκεί στα 1991- τους έπνιξαν στη θάλασσα.
Μα ο πόλεμος για τα Ελληνόπουλα, ήταν γιορτή. Εμπρός της Ελλάδος παιδιά, τραγουδούσε η τραγουδήστρια της νίκης η Σοφία Βέμπο. Με το κορόιδο Μουσολίνη τα Καλουτάκια, στην πρώτη γραμμή όπως η Σοφία. Εκεί και μια άλλη τραγουδήστρια η μετέπειτα ηθοποιός Ρένα βλαχοπούλου και άλλοι και άλλες πολλές. Στρατιώτες, εκεί στις κορφές της Πίνδου ο Τσαρούχης ο Κωνσταντάρας, ο Παπαγιαννόπουλος, όλοι ήταν εκεί στην πρώτη γραμμή.
Έπεφταν οι σφαίρες γύρω τους, μα αυτές οι γυναίκες δεν φοβούνταν, τη δική σου δεν την ακούς έλεγαν.
Τον πόλεμο τον περίμεναν. Εκεί άνδρες, γυναίκες, παιδιά έκαναν τα πολυβολεία και μικρά οχυρά. Από μόνος του ο τόπος είναι οχυρό.
Ήταν μαζί τους τα δικά τους παιδιά, στρατιωτικοί. Ο Κατσιμήτρος ο ήρωας των ηρώων, Κωστάκης ο θρύλος, Ζώτος ο ατρόμητος, Λώλος ο λεβέντης, Νάκος, Πάκος, ποιον να θυμηθώ ο κατάλογος είναι μακρύς.
Και πολλοί παλιοί, αμέσως έκαναν ομάδες εθελοντών, αφού η πατρίδα δεν τους κάλεσε λόγο ηλικίας.
Και είχε έρθει ο πόλεμος τη βραδυά της 28ης Οκτωβρίου με τελεσίγραφό της Ιταλίας στον πρωθυπουργό μας Ιωάννη Μεταξά.
ΟΧΙ
ΌΧΙ είπε ο πρωθυπουργός, και αυτό το ΟΧΙ, το πήρε ο λαός και το έκανε σημαία, δίπλα στη γαλανόλευκη. Και σαν έφτασε πάνω στα άγρια χιονισμένα βουνά το έκανε φωνή το έκανε σύνθημα, ΑΕΡΑ και νίκησαν μα χάθηκαν και πολλοί όμως δεν δείλιασαν γιατί μπροστά τους ήταν τα λιοντάρια μας οι αξιωματικοί.
Ναι, ξεχύθηκαν νέοι, γέροι, στη φωτιά. Σαν έτοιμοι από καιρό. Γιατί τι να πούμε, αξιωματικοί ήταν οι ήρωες του 1913 του 1922 και η απόσταση από το 1922 ήταν μόνο 18 χρόνια. Σηκώθηκε όλη η γενιά που πολέμησε το 1909-1913 που η ίδια πολέμησε το 1920 και στάθηκε εθελοντής δίπλα στα παιδιά τους που τώρα ήταν ο στρατός του έθνους μας της Ελλάδας μας.
Και τώρα το 1950, παιδιά εμείς με τρεμάμενη ή δυνατή φωνή με το βλέμμα πέρα στον ουρανό να δούμε, να δούμε και μεις την Παναγιά, απαγγέλαμε τα ποιήματά μας με το στήθος γεμάτο περηφάνια.
Ήταν και ο πατέρας μου εκεί έλεγε το ένα, ήταν και ο παππούς μου, το άλλο. Εγώ δεν έχω πατέρα, έμεινε πάνω στο βουνό μουρμούριζε δακρυσμένο ένα άλλο.. Και δεν ήταν βουρκωμένα μόνο τα δικά του μάτια, ήταν και τα μάτια όλων, γιατί σε κάθε σπίτι έλειπε ένας, δυο, τρεις.
Μέρες ετοιμάζαμε τη γιορτή κουβαλώντας δάφνη να στολίσουμε τους ΗΡΩΕΣ μας, από τον παλιό καιρό, από τον καιρό της επανάστασης που έφερε τη Λευτεριά. Σε κάθε τάξη του σχολείου ήταν η εικόνα του Χριστού μας και οι ΗΡΩΕΣ. Όλοι ήταν εκεί.
Να κάνουμε τα στεφάνια που θα καταθέσουμε στο δικό μας Ηρώο των δικών μας Ηρώων.
Και τραγουδούσαμε τραγούδια για τη Σημαία μας και εμβατήρια.
Με το χαμόγελο στα χείλη….
Και το Τη Υπερμάχω Στρατηγώ….
Όλος ο κόσμος με τα καλά του πήγαινε στην εκκλήσιά μας, με πρόσφορα και κόλυβα για τους ήρωές μας.
Ακόμη τότε, στα δικά μου χρόνια, τραγουδούσαμε το Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα. Τραγουδούσαμε το έχω μια αδελφή, μικρούλα λυγερή τη λένε Βόρειο Ήπειρο, την αγαπώ πολύ. Τραγούδια για την Κύπρο μας.
Και σήμερα εμείς, που τότε ήμασταν τα παιδιά, που τα τραγουδούσαμε, ξεχάσαμε τα όνειρα της γενιάς μας. Ξεχάσαμε τα οράματα μας. Και περιμένουμε σαν κότες, γιατί όλα τα άλλα ζώα αμύνονται, τη σφαγή μας. Λες και θα ζήσουμε αιώνια. Αιώνια ζεις όταν η ζωή σου, έδωσε κάτι στο περασμάτης, στο τόπο σου, στην οικογένειά σου, στην πατρίδα σου.
Καλοζωισμένοι, σκεπτόμαστε τις ψησταριές, τους χορούς και τα πανηγύρια. Ξεχάσαμε πως αυτά πήγαιναν πάντα με τη Λευτεριά. Λες και μόνο φα’ι’ και γλέντι είναι η ζωή. Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ, τι είναι;
Θα κάνουν τα εγγόνια μας παρέλαση; θα τους πουν στο σχολείο τους για τις μέρες ΄δόξης τις λαμπρές, των παππούδων τους; Αν δεν το κάνουν οι άλλοι, ας το κάνουμε εμείς.
Ο Σουλτάνος Ερντογαν βρυχάται. Θυμάται την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Εμείς τι κάνουμε; Αφήνουμε τον εχθρό, πέμπτη φάλαγγα, να μπαίνει στην πατρίδα μας και να την ορίζει αντί να πει ένα ευχαριστώ. Φωνάζει για το φαγητό που δεν του αρέσει την ώρα που οι Έλληνες πεινάνε.
Για τα σπίτια που τους χαρίσαμε και που πολλοί Έλληνες δεν έχουν.
Ο Θεός ας φυλάξει την πατρίδα μας. Ο Θεός που οι άθεοι τον έδιωξαν από τα σχολεία μας, και προσπαθούν να τον διώξουν και απο΄τις ψυχές μας..
Μα εκεί στα σχολεία υπάρχουν ήρωες δάσκαλοι.Κάποιοι θα μιλήσουν.
Η παρέλαση τότε, οι σχολικές γιορτές ήταν το παραμύθι που θα λένε οι νέοι στα παιδιά τους μόνο αν ξυπνήσουμε.
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή.
σε γνωρίζω από την όψη
που με βια μετράει τη γη.
Απ τα κόκκαλα βγαλγμένη,
των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε Ω χαίρε Ελευθεριά.
Και όλα αυτά κάτω από την ευλογία της εκκλησίας μας. Που ήταν και αυτή εκεί να ευλογάει τα όπλα των παλλικαριών μας.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ο Άγιος Δημήτριος ας είναι βοηθός μας μαζί με την Κυρά την Παναγιά μας
Σε όσους γιορτάζουν Χρόνια Πολλά και στον αδελφό μου το Δημήτρη.
Κάποιοι από την πόλη μας την Παραμυθιά μεγάλοι σε ηλικία έφτασαν όπου η πατρίδα είχε ανάγκη.
Ο Χρήστος Κούρτης έφτασε ως την Κρήτη όπου αγωνίσθηκε γεναία, ο Παύλος Χ Παυλου ο παππούς μου έκανε τον Ιερό Λόχο να σκοτωθούν μέχρι ενός και μετά να περάσουν οι γερμανοί.
Άκουγα πως σε μια μεγάλη ήττα των ιταλών στη Σκάλα οι παραμυθιώτες τραγουδούσαν.
Βγήκαν οι ιταλοί στη Σκάλα,/ με μαντολίνα και φτερά,/ και κόψανε και μια φευγάλα,/ βρε Βερτινίη κερατά /[μασκαρά]
Κορόιδο Βερτινόη,/ κρίμα στο πρώτο μπόι,/ καρδια λαγού σαν έχεις, /πρέπει πάντα να προσέχεις ,/ ξέρεις είσαστε δειλοί.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Comments are closed.