Ο Σαγματοποιός

Αγαπημένοι μου φίλοι, σήμερα αποφάσισα να σας γνωρίσω ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει πια.
Τον σαγματοποιό ή σαμαρά.
-Ένας φίλος μου γιατρός με ρώτησε κάποτε εκεί στα 2008 μ.Χ..
-Τι δουλειά έκανε ο πατέρα σου;
-Δάσκαλος του είπα, αλλά ήταν πολύ εργατικός και σπούδαζε μια ζωή,ήταν ακόμη ιστορικός και λαογράφος με περγαμηνές.
-Τον αγαπούσες τον πατέρα σου.
-Πολύ.
Ήμουν περήφανη για την οικογένειά μου. Φαντάζομαι πως αυτό συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους σε όλα τα παιδιά.
-Φαίνεται μου είπε.
Χαμογέλασα.
-Το ξέρω φίλε απάντησα, όλα τα δασκαλοπαίδια έχουμε κάτι… χαζομάρα το λες, ατολμία το λες, ότι θες πέστο. Μόλις δω δασκαλοπαίδι το γνωρίζω….
-Αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω. Φαίνεται στο πρόσωπό σου. Είσαι πολύ ηπίων τόνων άνθρωπος…έχεις κάτι δασκαλιτικο..Μα όταν μιλάς ή απαγγέλεις είσαι άλλος άνθρωπος φωτεινός.
Ευχαριστώ πολύ.Για καλό το λες αυτό;
Γέλασε με την καρδιά του, όπως μόνο τα μικρά παιδιά γελούν….
-Ο πατέρας μου ήταν Σαγματοποιός, με κοίταξε και συνέχισε. Ήταν έξυπνος, έντιμος και ένα φεγγάρι ήταν και δήμαρχος Μετσόβου..
Για να ήταν δήμαρχος σε τόσο δύσκολη περιοχή πρέπει να ήξερε γράμματα και να ήταν αγαπητός.
-Ήταν.
-Το γνωρίζω το επάγγελμα του σαγματοποιού φίλε και μου άρεσε πολύ….
-Σου άρεσε;;;
Δεν τον κοίταξα με απορία το γνώριζα το επάγγελμα. Ο παππούς ο Χρήστος που ήταν ζωέμπορος αλλά και τυρέμπορος μια και είχε πολλά τυροκομεία στην Λάκκα Σουλίου χρειάζονταν για τις δουλειές του ζώα….
Άντε και να είχες δουλειές, άντε και να αγόραζες ένα φορτηγό, ποιος θα το οδηγούσε και σε ποιους δρόμους θα το πήγαινες. Εδώ στον κατσικόδρομο Γιάννενα Παραμυθιά ήθελες έξη ώρες με το λεωφορείο. Στάση για φαγητό στην Βροσύνα, και έλεγχο για την φυλλοξήρα. Επίσης έλεγχο στς λευκές και μπλε ταυτότητες..
Για τις δουλειές του ο παππούς μου, είχε ένα μεγάλο κοπάδι από άλογα και μουλάρια. Άλλα φορτιάρικα άλλα ταξιδιάρικα.
Στα φορτιάρικα που ήταν άλογα και προ παντός μουλάρια, για να τα φορτώσεις έπρεπε να τα σαμαρώσεις. Στα ταξιδιάρικα που ήταν για δική τους χρήση του παππού και των θείων μου, έβαζαν σέλα. Σε πολλά ταξιδιάρικα έβαζαν σαμάρι μήπως τύχει και πρέπει κάτι να φορτώσουν.
Εμείς τα παιδιά τρέχαμε καβάλα στα άλογα χωρίς σέλα ή σαμάρι.
Τα σαμάρια όπως είπαμε τα κάνει ο σαμαράς. Που ο φίλος μου τους είπε σαγματοποιούς.
Αυτό το επάγγελμα το γνώριζα καλά.
Η Ξάνθη του Καλόγερου, μια εξαδέλφη του πατέρα μου είχε παντρευτεί έναν πολύ καλό παλληκάρι, και επαγγελματία σαμαρά, με μαγαζί δίπλα στου Μπότση αν θυμάμαι καλά. Ο καινούριος ξάδερφος του πατέρα μου ήταν σαμαράς.
Ήταν ένας γλυκομίλητος άνθρωπος που πολλές φορές τον παρακολουθούσα να κάνει την εργασία του, που ήταν μαγική.
Τα ξύλα για τα σαμάρια τα έφκιαχνε μόνος του και έπρεπε να είναι πολύ γερά.
Τους έδινε το σχήμα που ήθελε, ή μέσα στο νερό ή καίγοντάς τα ελαφρά.
Αφού έκανε το σκελετό, έβαζε άχερο δεν ξέρω από ποιο σιτηρό όμως μου έμοιαζε με βριζόχορτο.
Αυτά τα είχε σε μικρές χεριές και τα άβαζε με τέτοιο τρόπο που ο ξύλινος σκελετός να μην ακουμπάει στο σώμα του ζώου όταν θα του το φορούσαν, για να μην το πληγώνει.
Κατόπιν, χρησιμοποιούσε υφάσματα για να το ντύσει. Κάτω ένα βαμβακερό ή λινό γερό και μαλακό και πάνω ένα ύφασμα μάλλινο ή βαμβακερό, που ήταν ζωηρόχρωμο με ρίγες ή με σχέδια γεωμετρικά.
Το τελείωνε ράβοντας με κάτι τεράστιες βελόνες με γυρτές μύτες που πολλές φορές ήταν σταβές ακόμη και σαν αγκύστρια. τεράστιες. και οι βελονιές ήταν αόρατες.
Το μαγαζάκι ήταν μικρό. Πολλές φορές εργάζονταν έξω από το μαγαζί. Μέσα είχε ράφια με υλικά και μια μικρή βιτρίνα. όμως στη βιτρίνα έβαζε τα καινούρια σαμάρια μέχρι να έρθει να τα πάρει ο πελάτης.
Εκείνο που πρόσεχαν οι ιδιοκτήτες του ζώων, ήταν να εφαρμόζει καλά για να μην τα χτυπάει.
Κάποτε αν δεν είχαν εφαρμογή σωστή τα χτύπαγε και τα πλήγωνε.
Παροιμία. Σήκωσε το σαμάρι να δεις τις πληγές του αλόγου.
Να καθήσω λίγο θείε έλεγα.
Κάθησε Τσαντούλα μου.
Και έβλεπα τα χέρια του να παίρνουν τα ξύλα τα άχερα και σε κάποιες ώρες να βλέπεις ένα υπέροχο σαμάρι.
Όταν λιγόστεψαν τα άλογα τα μουλάρια και τα γα’ι’δουράκια τότε τα σαμάρια τα βάλαμε στα σπίτια μας σαν σκαμπώ.
Εκεί δίπλα στο τζάκι έμοιαζαν πολύ όμορφα.
Ήταν χαμηλά και η τάβλα βόλευε για ένα ουζάκι η καφέ.
Τα χρόνια πέρασαν. Σήμερα τα άλογα καλπάζουν ελεύθερα στα βουνά του Σουλίου του Μετσόβου και τις Δωδώνης.
Άγρια όμορφα ελεύθερα χωρίς σέλες χωρίς σαμάρια.. έτσι όπως ήταν πριν ο άνθρωπος τα εξημερώσει και τα κάνει φίλους και αδελφούς.
Να μην ξεχνάμε, πως τα άλογα έσερναν τις καρότσες με τα γεννήματα. Τα άλογα όργωναν το χωράφι.
Δεν μπορείτε να φανταστήτε με πόση αγάπη έβγαζαν το σαμάρι από την πλάτη του αλόγου ή του μουλαριού τους και το σκούπιζαν με ένα πανί γιατί ήταν ιδρωμένο.
Ήταν ο καλός τους φίλος και σύντροφος.
Τον καιρό εκείνο έκλεβαν πολλοί ζώα όλλων των ειδών από αρνιά και κατσίκια μέχρι βόδια και άλογα.
Αυτό είναι μια άλλη ιστορία και θα την γράψουμε μια άλλη φορά.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Σκιές από το παρελθόν

Γεννήθηκα στον πόλεμο. Και ο πόλεμος στην πατρίδα μου κράτησε πολύ. Κράτησε μέχρι το 1949.
Στον οικογενειακό μου κύκλο, έβλεπα άνδρες συνήθως, που αν δεν γνώριζες τις θέσεις τους στη ζωή, αν αφαιρούσες από το λόγο τους κάποιες λέξεις, δεν έβλεπες καμιά διαφορά.
Καθώς μεγάλωνα οι διαφορές ήταν πιο ορατές. Στη μια πλευρά όταν έλεγαν δίκιο ενοούσαν το δίκιο όπως το καθόριζε η δική τους δημοκρατία. Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια.
Και ήταν κάποτε, πολύ δυνατός λόγος.
Μα κανένας δεν μιλούσε για ισότητα από αυτούς.
Για την ισότητα ο μόνος που μιλούσε ήταν η εκκλησία μας.
Δεν υπάρχει για τον Θεό, πλούσιος ή φτωχός, δεν υπάρχει γυναίκα ή άνδρας. Για το Θεό όλοι είμαστε ίσοι.
Βέβαια στην άλλη πλευρά μιλούσαν για ισότητα και δικαιοσύνη. Αλλά όχι για θρησκεία, όχι σε πατρίδα, όλη η γη μια πατρίδα. Και μόλις χθες είχε τελειώσει ο πόλεμος.είχαν και τάση καλοζωίάς και καταπάτησης,,,να αρπάζουν χωρίς να ρωτούν ότι ήταν όλης της οικογένειας. Απλά τα έπαιρναν….
Αυτό σε μας τα παιδιά δεν άρεσε. Άρεσε σε κάποιους που απλά ήθελαν λεφτά, λιγότερο κόπο, και το ότι δεν διάβαζαν για να πάνε όπου ονειρεύονταν.Έτσι δεν τα κατάφερναν και έφταιγε η καταραμένη δεξιά.
Πως να το πιστέψεις όταν βλέπεις τα παιδιά που διάβαζαν πλούσια ή φτωχα να μπαίνουν και να βγαίνουν από τα πανεπιστήμια και να διορόζονται, να ανοίγουν γραφεία ή ιατρεία,,,…..
Βέβαια υπήρχε πρόβλημα για τους νέους που ήταν ενταγμένοι στον ΕΛΑΣ.
Εδώ η πολιτεία ήταν σκληρή. Αλλά ήταν αμέσως από ένα αιματηρό πόλεμο αδελφών και πολλών ακροτήτων στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα.
Τα χρόνια πέρασαν και οι Έλληνες ξέχασαν τα ιδανικά, όμως δεν ξέχασαν το μίσος.
Νομίζω πως είναι ο καιρός να θυμηθούμε τα ιδανικά και να λογοδοτήσουμε στους εαυτούς μας για τα λάθη που κάναμε.
Μάθαμε τα παιδιά μας να πορεύονται δίνοντας αξία στο χρήμα, στις θέσεις, με όποιο τρόπο κι αν κατακτηθούν.
Γίναμε η χώρα του ρουσφετιού… των κλητήρων. Πιο πολλοί κλητήρες παρά λογιστές καθηγητές κλπ

Θυμάμαι με πόση ευλάβεια τραγουδούσαμε τα βράδια το απολυτίκια των Αγίιων μας και τα κοντάκια.
Θυμαμαι πολλές φορές να μιλάνε οι μεγάλοι για τους Σουλιώτες και όλους τους ήρωες της επανάσταση.
Μαθαίναμε ποιήματα και δημοτικά τραγούδια λεβεντιάς.
Και πόσες φορές δεν τραγουδούσαμε τον Εθνικό Ύμνο.
Και σαν πρώτα αντριωμένη,
Χαίρε Ω χαίρε Ελευθεριά.
Εμείς αυτούς τους δρόμους τους δείξαμε στα παιδιά μας;;;
ΟΧΙ.
Τα πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία;
ΟΧΙ.
Πολλά τα δικά μας όχι. Πολλά τα λάθη μας. Έτσι ξεχάσθηκαν οι λόγοι που θύμιζαν την σκλαβιά και σκλαβωθήκαμε σε πράγματα ανούσια. Σε λόγους χωρίς αξίες.Σε φίρμες ρούχων και πραγμάτων. Τώρα δε έχουμε τυφλωθεί στο νου και στα αυτιά,,,έχουμε γίνει σκλάβοι των κινητών και των υπολογιστών.
Και γίναμε μοντέρνοι Ευρωπαίοι. Μόνο που οι άλλοι μείναν γάλλοι γερμανοί ιταλοί κλπ και μεις χωρίς πατρίδα γιατί τώρα την ξεπουλάνε κάποιοι από αυτούς που μας κυβερνούν.Άπό τους διεθνιστές που για αυτούς δεν υπάρχει πατρίδα αλλά ο κόσμος όλος.
Και έχουν μεροίδιο όπως και παλιά στην σφαγή,,, των από δω,,,, και των από εκεί.
Μην ψάχνετε από που ήρθαν. Από τις γειτονιές μας.
Και είναι αυτοί οι μονάντεροι μονοφάγοι που είχαν μπροστά τους κάποια ας πούμε ιδανικά. Μα δεν είχαν. Απλά εκμεταλλεύονταν αυτούς που είχαν κρυμμένα ιδανικά,,σε κάποια σημεία του μυαλού τους,, αυτά τα ξεπερασμένα τα χαζά ….Εγώ μόνη μου θέλω να φωνάξω
Ζήτω η πατρίδα μου.
Ζήτω το έθνος των Ελλήνων.
Κάτω από τη Σημαία με το Σταυρό ορκίζομαι να το φωνάζω όσο ζω.
Αχ πατρίδα μου γλυκειά πόσο πόσο σε αγαπώ.

Τρεις γενιές παιδιά

Τούτη την ιστορία ήθελα να μην την γράψω.
Όμως σκέφτηκα πως οι άλήθειες δεν πείραξαν κανέναν.
Σήμερα στον καιρό της κρίσης πρέπει να πάρουμε μαθήματα επιβίωσης.
Ήταν πριν τον πόλεμο κάπου στα 1929. Εκείνη χήρα με δυο παιδιά. Αυτός χήρος με δυο παιδιά.
Μόλις δέκα έξη χρόνια είχε ο τόπος ελεύθερος.
Πείνα και δυστυχία. Το ψωμί ίσια που έφτανε. Η κοσάδα έπαιρνε όσο ήθελε παλιά. Τώρα ήταν Ελληνικό.
Μα κι αν ήρθε το Ελληνικό δεν γλύτωσαν από τις κλεψιές και τον φόβο. Πολλές ομάδες ληστών. Αυτές έκαναν γιουρούσι ως και στα κοτέτσια.
Ήθελε πολύ να φύγει, όπως πριν από το θάνατο της πρώτης του γυναίκας. Δεν τον κράταγε ο τόπος, όμως που να αφήσει τα παιδιά του.
Το σπίτι του, ήταν στην άκρη της πόλης. Είχε και κάποια χωράφια, μα δεν ήταν γεννημένος για τούτα.
Να τα πάρει κοντά; ήταν μικρά.Αν τα έπαιρνε μπελάδες στο κεφάλι του θα είχε. Μέσα στην φτώχεια και την ανημπόρια που να τα αφήσει;
Του είπαν να παντρευτεί.Δεν το σκέφτηκε πολύ, καλή ιδέα.
Ποια να τον έπαιρνε,κι ας ήταν και λεβέντης. Όλες ήξεραν πως θα έφευγε και δεν θα νοιάζουνταν για την οικογένεια που θα άφηνε πίσω τα παιδιά και φούρνος να μην καπνίσει.Αφού έτσι έκανε και με την πρώτη.
Έτσι την είδε σα σανίδα σωτηρίας. Δυνατή ήταν , μέσα στα δικά της παιδιά θα κοίταγε και τα δικά του.
Να παντρευτούμε του είπε μα θα κάτσεις μέχρι να κάνουμε παιδί. Γιατί αν φύγεις, τα σόγια σου θα με αμπώχνουν.
Ας κάτσω είπε μέσα του ένα δυο χρόνια, μετά όπου φύγει φύγει. Και έκατσε δυο χρόνια.
Έκαναν ένα παιδιά και έφυγε για τα ξένα.Μα εκείνη ματαέμεινε έγκυος. Έκανε και ένα αγόρι. Αυτός εφυγε και μήτε γράμμα έγραψε, μήτε γραφή. Ούτε μια καραμέλα για τα παιδιά που ήταν έξη δεν έστελνε… Δυο δικά της, δυο δικά του και δυο δικά τους.Είχε έδίωξει τις κουκουβάγιες από το σπίτι. Το έκανε σπίτι.
Ήθελε να κάνει καταντιό, και έκανε.
Κουράσθηκε, τι καταντιό να κάνεις σε ένα ρημαδιό που κάθε βράδυ φώναζαν οι κουκουβάγες.
Τα παιδιά του ήταν μεγάλα. Τα έστειλε στο σκολειό.
Τα απογεύματα τα έστρωνε στην δουλειά. Πότιζαν τα κηπάρια, βόσκαγαν την κατσίκα και πότε την άκουγαν πότε όχι.
Δεν ήταν η μάνα τους.
Τα δικά της την βάραγαν και δεν έκαναν τίποτε. Να έρθει ο άνδρας σου να δουλέψει της έλεγαν.
Τα δυο, τα μικρά ήταν στη σαρμανίτσα. Το μικρό ήταν για φευγιά της το έλεγαν οι δικές της βάβες.
Τι να κάνει ας πάρει κι ο Θεός.Μα δεν πήρε και μεγάλωσε.
Χάλεψε από έναν ξάδερφο τις βέργες, από αμπέλι και τις φύτεψε. Έπιασαν
Ήθελαν πότισμα το Καλοκαίρι. Το μικρότερο του άνδρα της της ζήτησε ένα φιλτνισένιο κουμπί και θα πότιζε το αμπέλι.
Παρακάλεσε και της έδωσε ο δάσκαλος ένα κουμπί φιλντισένιο και λιγο ζάχαρη για τα παιδιά,,,.
Και πότιζε, σέρνοντας τα πόδια του από την κούραση, κι από τη ζέστη.
Σε δυο χρόνια έφαγε σταφύλλια και ακόμα φύτεψε και μοναχός του και άλλες βέργες και μεγάλωσε το αμπέλι.
Ήρθε το 1940. Αυτή, έρημη ήταν με έξη παιδιά.. Από αυτά δεν γνώριζε. Ρώτησε το δάσκαλο τι να κάνει;
Ότι είναι να γίνει θα γίνει για όλους. Εσύ τα παιδιά σου. Τα μικρά τα βλέπω αδύνατα….
Να τους δίνεις αυγό και γάλα.
Δεν αφήνουν αυγά τα μεγάλα, τα παίρνουν και στα μαγαζιά…
Σε λίγα χρόνια ο μεγάλος έφυγε στην Αντίσταση
Αυτός ούτε κρίση ούτε λαλιά μήτε ένα γράμμα. Αλήθεια πού και πώς ζούσε;
Τα μικρά είχαν μεγαλώσει, πήγαιναν στο σχολείο.
Τα χωράφια έδιναν το ψωμί και λίγα φασόλια και πατάτες της χρονιάς.
Τις μέτραγε μια πατάτα ο ένας. Μια φέτα ψωμί ο ένας ζυγισμένη.
Το κρασί το πούλαγε, έκανε και ξύδι.Το τσίπουρο που έδινε στο μπακάλι, το άλλαζε με λάδι μια οκά τσίποουρο με μια οκά λάδι.
Γερμανοί, ιταλοί, τσάμηδες, όλο και περνούσαν στους δρόμους. Βαραγαν τις αρβύλες τους και κράταγαν τα όπλα τους.
Έκλειναν τα παραθύρια αν δεν έφευγαν σιακάτ χωρίς να κάνουν θόρυβο.
Δεν μιλούσαν κρύβονταν γιατί ο μεγάλος ήταν στην αντίσταση.
Έφυγε και ο μικρός του άντρας της…. Έμειναν τα δυο τα δικά της, και τα δικά τους.
Έκρυβε τις λίγες δραχμές κάπου στο χωράφι.
Μια γούρνα στην μεγάλη αχλαδιά και μέσα ένα κουτί μικρό ντενεκεδένιο.
Εκεί στα 1943 ο αφέντης ήρθε. Ο αφέντης… Ο άγνωστος, κύριος…
Η πείνα τον έριξε σε μεγάλη ανάγκη.Δεν έβρησκε στην Αθληνα μήτε να φάει.
Γύρισε με μια βαλίτσα ρούχα. Κουστούμια άσπρο , μαύρο, ριγέ. Πουκάμησα πέντε, και ρολόι μεγάλο της τσέπης και του χεριού.
-Λεφτά έφερες τον ρώτησε;
-Όχι.
-Πως θα ζήσεις;.
-Θα πάρω πέντε πρόββατα και θα τα βοσκάω.
Τον μούτζωσε τον τελεφούντα. Μωρέ για να ζήσεις θα πας και στα χωράφια και όπου χρειάζεται.
Πήγε στην αδελφή του. Θέλω πέντε αρνιά θηλυκά της είπε. Του διάλλεξε και του είπε μου τα πλερώνεις όταν μπορείς.
Κάπου στα χωράφια έκανε μια καλύβα. Ανέβαινε στο σπίτι της αδελφής του να φάει.
Αυτή του έκανε έναν ρεβυθοκαφέ και τον έστελνα να πάει να της φέρει φρέσκο νερό.
Στην καλύβα δίπλα από την εκκλησιά του άφηνε φα’ι’.
Πέρασαν τα δύσκολα
Οι εχθροί έφυγαν. Πήγε και έβγαλε τη σύνταξη του. Για κείνον όλα καλά. Έδινε στα παιδιά καραμέλες και τίποτε άλλο.
Τον πίεσε η αδερφή του, μα τίποτε. Ήταν σαν να μη ήταν δικά του, αυτά τα μικρά.
Ο γυιος του από την αντίσταση πέρασε στην χωροφυλακή.
Μια μέρα, τους έφεραν τα μαντάτα. Σκοτώθηκε στα Γρεβενά.
Και μια μέρα έφυγε και κείνος από τη ζωή.
Η κόρη του και ο γυιος του ο μικρός τον έκλαψαν.
Αυτή είπε. Γιατί τον κλαίτε. Που είδατε το καλό του;
Δεν της απάντησαν. Γνώριζαν πως είχε δίκιο. Μα ήταν ο πατέρας τους.
Πήρε τη συνταξή του αυτή, και έζησε τριάντα πέντε χρόνια ακόμα.
Σαν πέρναγαν τα χρόνια και ζούσε καλά, σκέφτηκε πως έπρεπε να του ανάβει και κανένα κερί….
Έφτασε κοντά στα 100. Πέρασε πολλά. Όμως η ζωή έχει τα δικά της. Κάποια μέρα θυμήθηκε τα χρήματα στην μεγάλη αχλαδιά.
Πήρε με προσοχή το κουτί αφού το ξέθαψε. Το πήγε στο σπίτι και ρώτησε το γυιο της τον μικρό που ήταν υπάλληλος στα δασικά ΄έργα.
Πόσα λεφτά έχω παιδί μου; Να τα πάω στο ταχυδρομείο.
Εκείνος γέλασε. Δεν έχουν καμιά αξία μάνα.
Πως δεν έχουν δεν είναι λεφτά;
Είναι κατοχικά δεν έχουν αξία. Θυμωμένη τα πήγε στο ρέμμα και τα πέταξε. Δεν τα είχε ανάγκη ας πάνε στο καλό.
Κάποια μικρά έτρεξαν να τα μαζέψουν να παίξουν.
Βάβω έχεις κι άλλα να μας δώσεις.
Τα πέταξα καμάρια μου. Δεν έχω άλλα.
Και μπήκε στο σπίτι γελώντας.
Ωρέ ούτε για τα παιδιά δεν ήταν αυτά.
Όταν της έδινε τη σύνταξη ο ταχυδρόμος του έδινε πέντε δραχμές και τον κέρναγε μπισκότες σφραγισμέες για τα παιδιά του.
Έτσι ήταν η ζωή, μια χορτάτοι μια νηστικοί. Μα ακόμη και νηστικοί κάτι θα μασούλαγαν έστω μια κορφή από γλυκάδια μια κληματσίδα.
Μα έβλεπαν τον ήλιο και έλεγαν.Δόξα Σοι, ο Θεός. Νύχτωνε κι έλεγαν καλό ξημέρωμα.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Σώστε την Ήπειρο μας

Τί κάνουμε για την πατρίδα μας
ΤΙΠΟΤΕ
Χρόνια τώρα, μας έχουν μπλέξει από τον καιρό που ο ΓΑΠ, μας έβαλε στα μνημόνια.
Τότε, κάτω από το βάρος των μέτρων, των απολύσεων από τις δουλειές, το κλείσιμο καταστημάτων και βιοτεχνών, σαν τα ξετορνιασμένα κοτόπουλα, μένουμε να κοιτάμε και να μην μπορούμε να κατανοήσουμε, να αντιδράσουμε. Να κάνουμε κάτι για μας ή για τους φίλους μας, για τα χωριά και για τις πόλεις μας.
ΑΡΧΗ να μην αφήσουμε κανέναν Σταθάκη η Μανιάτη να ξεπουλάν κάτι που δεν τους ανήκει.
Η Ήπειρος, η ιδιαιτέρα μας πατρίδα, δεν είναι μια έρημος προς πώληση και διωγμό των κατοίκων της.
Η Ήπειρος εδώ και λίγα χρόνια ζωντανεύει. Κι αν ξυπνήσει μέσα στην καρδιά του Ηπειρώτη το αίσθημα Ηπειρωτική Αγάπη θα δούμε το μεγάλο θαύμα.
Ο Σταθάκης και ο Μανιάτης αν θέλουν να πουλήσουν κάτι ας πουλήσουν τα σπίτια τους, τα χωριά τους.
Όσο για τους Ηπειρώτες Βουλευτές, Περιφερειάρχες, Δημάρχους, και συμβούλους στα σπίτια τους.
Α νάξιοι αφού ψηφίζουν χωρίς να ακούσουν να μάθουν λένε ξεκάρφωτα ΝΑΙ. Τι ναι ρε κόπανοι και το ΝΑΙ γιατί δικός σας είναι ο τόπος;
Διαβάσατε, ακούσατε ειδικούς, μάθατε; Δεν μπορούσατε πριν πείτε το ΝΑΙ να τρέξετε στα μέρη που έχουν πετρέλαια να δείτε πως ζουν οι ΛΑΟΙ;;;Ζουν καλά. Ο τόπος δεν καταστρέφεται; Πως σαν τα πρόβατα είπατε ΜΠΕΕΕΕΕΕΕ.
Μήπως κάπως βρέθηκαν γη πολλή γη στα χέρια κάποιων περιέργως;;; !!!!! ΈΤΣΙ να πάρουν χρήμα μπόλικο για τα κτηματά τους, τα δάση τους, τα λιβάδια τους,,,των .΄΄.Π.Ε.Ρ.Ι,Ο,Υ,Σ,Ι,Ω,Ν΄΄΄΄ τους
Δεν τους έβαλε ο λαός, στην ακριβοπληρωμένη θέση τους, για να μας ξεπουλήσουν΄΄ Χώμα, Αέρα, Ανθρώππους με τα χωριά φια τους τα ζώα τους τα δάση τους΄΄. Αν τώρα δεν πάρουν θέση, ΟΧΙ ΣΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, σε όποιο κόμμα κι αν ανήκουν. Στα σπίτια του, στα σπίτια τους.
Υπάρχει τρόπος να τους αναγκάσουμε να φύγουν. Εμείς αποφασίζουμε να τους βάζουμε ψηλα, να τρων, να πίνουν, να κοκκορεύονται, να εργάζονται για το καλό μας,, Χα, χα, χα, χα, χααααα, αλλά, όχι και να μας πουλήσουν.
Η Ήπειρος, με τα απέραντα δάση που σκεπάζουν τα άγρια βουνά της,τα δάση της, με τα νερά της, τις λίμνες της, την σπάνια πανίδα και χλωρίδα της, τα γεφύρια της, τα μοναστήρια και τις εκκλησιές της, την ιδιαίτερη χρήση της πέτρας και των σπιτιών της, πρέπει να ζήσει.
Κύριοι της κεντρικής εξουσίας ότι έχετε και δείχνεται στον κόσμο είναι η ΑΡΧΑΙΟ, προίκα των αρχαίων μας προγόνων.
Ότι νέο έχουτε το χρωστάτε στους Ηπειρώτες ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ που στις διαθήκες τους γράφουν ΟΤΙ όταν ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ η Ήπειρος τα χρήματα ΠΟΥ ΑΦΗΝΟΥΝ να γίνουν έργα στην Ήπειρο.
Τόσα χρόνια τι είδατε να γίνεται στον τόπο μας.
Και για το ευχαριστώ, μας αρπάζουν τη γη μας, τα απέραντα δάση μας, για να τα ερημώσουν, και έτσι να παίξουν παιχνίδια—— ίσως και ΑΝΤΕΘΝΙΚΑ…..
Από βλακεία; Από συμφέρον; αυτό, οι πουλητάδες γνωρίζουν.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ανθρωπιά σε τιμή ευκαιρίας.

Στο Σινά σήμερα κάποια τέρατα έβαλαν εκρηκτικά σε ένα τέμενος και σκότωσαν πολλούς. Δεν τους έφτασε όμως, γιατί μετά όσους έβγαιναν τρομαγμένοι ή τραυματισμένοι, οι τρομοκράτες τους θέριζαν με τα όπλα τους.
Σήμερα κανένας δεν θα βάλει τη Σημαία της Αιγύπτου στο πρόσωπό του.
Σήμερα θα πουν λίγα λόγια κάποιοι και αυτό ήταν όλο.
Αυτό το μέρος που είναι ιερό γα όλες τις θρησκείες του κόσμου γίνεται άντρο τρομοκρατών.
Θεέ μου, πως επιτρέπεις τόσο πόνο.
Είναι γιατί χάσαμε το δρόμο Σου.

Παραμυθιά 1954 Τα πολυβραβευμένα κρασιά του Βα’ι’μάκη

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Ο νους μου, χωρίς τάξη πετά πότε στο ένα, πότε στο άλλο
Μέσα στο Νοέμβρη που φεύγει θυμήθηκα έναν περίπατο με τον πατέρα μου στο οινοποιειο του φίλου κυριού Βα’ι’μάκη.
Κάθε μέρα πήγαινα στο φούρνο για ψωμί και πολλές φορές το φαγητό για ψήσιμο. Εκεί έπαιρνα και το κομμάτι πλαστάρι για να φάω στο σχολείο, με λίγες ελιές πράσινες με μάραθο.
Ήταν δυο πολύ ευγενικά αδέλφια και εντύπωση μου έκανε που μου μιλούσαν σαν να ήμουν μεγάλη.
Μια Κυριακή ο πατέρας μου είπε. Σήμερα θα κάνουμε μια εκδρομή στο χρόνο.
Ας μην μιλήσω, είπα, αλλά μέσα μου έκανα ένα Ωχ
Όταν ο πατέρας έλεγε εκδρομή στο χρόνο, συνήθως εννοούσε θα μάθουμε κάποιο κεφάλαιο ιστορίας ή μυθολογίας.
Και όλα καλά μα να θυμούμαστε και τις χρονολογίες πάει πολύ.
Καθόμουνα φρόνιμη- φρόνιμη μπας και ξεχάσει το μάθημα.
Στις πέντε μου λέει.
-Έτοιμη για την εκδρομή στο χρόνο;
-Έτοιμη μπαμπά.
-Τα παπούτσια σου τη ζακέτα σου και πάμε.
Άκουσα με χαρά το νέο. Άρα θα πάμε εκδρομή.
Και πήγαμε στο φούρνο στο φούρνο του Βα’ι’μάκη. Απ΄έξω που μας περίμενε ο κύριος Βα’ι’μάκης.
Καλησπέρα σας, του είπαμε.
Στα χέρια του κρατούσε κατι κλειδιά τεράστια. Από αυτά που έκαναν οι σιδεράδες με την τρύπα στη μέση που όταν γύριζαν άκουγες κραακ κραακ.
Δεν θυμάμαι που ακριβώς πήγαμε. Εκεί ήταν ένας μεγάλος ψηλός χώρος που σε αγρίευε.
Σε όλο το χώρο υπήρχαν τεράστια καζάνια μεγάλα βαρέλια και νταμιζάνες. Έπαιρνε φως από ψηλά.Περισσότερα δεν θυμάμαι.
Μια τεράστια μηχανή με μια βίδα μεγάλη και χοντρή ήταν στο κέντρο του χώρου, που ήταν ψηλός και μεγάλος τεράστιος.. Γύρω της η βίδα, είχε ένα τεράστιο παξιμάδι που με ένα μοχλό κατέβαινε κατέβαινε κι έλλοιωνε τα σταφύλλια…..
Από κει άρχισε το μάθημα. Αυτή η βίδα καθώς κατεβαίνει πατάει τα σταφύλλια.Από αυτές τις κάνουλες τρέχει ο μούστος μέσα στα τεράστια καζάνια. Από εκεί θα πάει στα βαρέλια να βράσει και όταν γίνει κρασί θα μπει στα μπουκάλια.
Ωραία σκέφτηκα πολύ ωραία.
Το κρασί το γλυκό, που το λένε μαυροδάφνη είναι αυτό, που ο παπάς χρησιμοποιεί, στην Θεία Κοινωνία.
Ο κύριος Βα’ι’μάκης συνέχισε. Μετά το κρασί θα μπει να παλιώσει στα μπουκάλια.
Τα μπουκάλια έχουν τη φίρμα μας.
Κατέβασε δυο τρία διαφορετικά και μου έδειξς τα βραβεία τα πρώτα που είναν πάρει, όχι μόνο στην έκθεση της Θεσσαλονίκης αλλά και στην Ιταλία και την Γαλλία.Ξέρω ότι είχε πάρει πάρα πολλά βραβεία…
Λίγο πιο κάτω σε βαρέλια είχαν τα τσίπουρα. Αυτά σε λίγες μέρες θα τα έβραζαν σε ειδικό καζάνι για να βγάλουν ρακί.
Ήταν ένα μεγάλο κόκκινο καζάνι με ένα περίεργο καπάκι με σωλήνα.
Αυτό πατέρα τον πρόλαβα λειρτουργεί όπως η ατμομηχανή μόνο που εμείς θέλουμε το τσίοουρο και όχι τη δύναμη του ατμού.
Αντέ, είπα μέσα μου. Στο δρόμο, θα πάρω ένα μπράβο και μια πάστα στο Γούσια. Ο κύριος Βα’ι’μάκης συνέχισε.
Το κρασί έχει 13-14 βαθμούς οινόπνευμα, το τσίπουρο 20-24.
Δάσκαλε, θα σου δώσω δυο μπουκάλια καλό κρασί για το γάμο της Αλεξάνδρας και γέλασαν, ενώ εγώ έγινα κόκκινη σαν μπατζάρι.
Πριν φύγουμε είδα εκτός από τα τεράστια βαρέλια και την μηχανή του τσίπουρου, κάτι περίεργα γυάλινα δοχεία. κάτι μετρητές κάτι πλάστιγγες και μικρές ζυγαριές σαν του φούρνου.
Όταν βράζει ο μούστος Αλεξάνδρα,είπε καθώς κλείδωνε την πόρτα ο κύριος Βα’ι’μάκης, δεν μένουμε μέσα στο εργαστήριο. Δεν έχει οξυγόνο. Άρα πεθαίνουμε
Γιατί, χωρίς οξυγόνο δεν υπάρχει ζωή.
Σαν ευχαριστήσαμε τον κύριο Βα’ι’μάκη φύγαμε για το σπίτι μας.Ούτε πάστα ούτε καν σοκολάτα.
-Θυμάσαι φαντάζομαι ποιος είναι ο Θεός του κρασιού.
-Μπαμπά είμαι μεγάλη,είναι ο Διόνυσος- Βάκχος που περπτάει χαρούμενος ανάμεσα στις κουστωδείες
των σάτυρων, των μαινάδων, που δίπλα του είναι μεθυσμένος ο γέρος Σειληνός όλοι υποβασταζόμενος στο γομαράκι του,,, μαινάδες σάτυροι κρατώντας θυρσούς και στεφανωμένοι με κισσους χορεύουν τρελά γεμάτοι κέφι.
-Είναι σχεδόν εκτός λογικής μιας και πίνουν συνεχώς κρασί.
-Αφού ο Διόνυσος έμαθε τους ανθρώπους να καλλιεργούν τα κρασοστάφυλλα και να κάνουν το κρασί ‘ήταν και ο θεός του κρασιού…
Μα με τούτο το κρασί, σε κάποιο μεθύσι, έγινε αιτία να χαθεί ο Ορφέας που σε ένα βράχο έπαιζε τη λύρα του θλιμένος που είχε χάσει τη καλή του Ευρυδίκη.
Τον σκότωσαν οι μαινάδες γιατί δεν χόρευε μαζί τους…
Για τη γέννηση του Διόνυσου δεν μου είπε πολλά, μα τα είχα διαβάσει. Αμάν πια αυτός ο Δίας μην έβλεπε γυναίκα. Τι να σου κάνει και η Ήρα η τρισκερατωμένη,,, Από που να φυλαχθεί δεν είχε το θεό του ο Θεός Δίας.

Και άλλες μέρες με τον πατέρα μου, πήγαμε να δούμε κι άλλους επαγγελματίες που έκαναν θαυμάσια πράγματα.
Και είχε τότε η Παραμυθιά πολλές οικοτεχνίες και βιοτεχνίες, πολλά μαγαζιά..
Θα δούμε πως έκαναν τα σαμάρια οι σαγματοποιοί. Τα παπούτσια οι τσαγκάρηδες, τα αλέτρια οι σιδεράδες και πολλά άλλα.
Αγαπημένοι φίλοι. Σας ευχαριστώ από καρδιάς που κάνατε τις αναμνήσεις μου αγαπημένο σας κείμενο.
Ευχαριστώ το Χρήστο τον Γκορέζη που θέλησε και με έπεισε να γράψω αυτά τα απλά πράγματα που φαίνεται δεν είναι μόνο στη δική μου ψυχή, μα και στη δική σας.
Προσεύχομαι να με αξιώσει ο Θεός να βρεθώ κοντά σας να μιλήσουμε για τις γυναίκες του τόπου μας.
Πολλές από αυτές μου μίλησαν και έτσι γεννήθηκαν 10 βιβλία από τα οποία έχουν εκδοθεί τα δυο.
΄΄Μπίρον -Μπίρον Λέλημ -Λέλημ΄΄ και ΄΄Γρίες και Άγριες΄΄. Τα άλλα είναι ανέκδοτα.
Υπάρχουν Έλληνες σε μακρυνές χώρες που τα αγάπησαν.Κάποιοι τα βράβευσαν με πρώτα βραβεία. Και κάποιοι κάποια τα μετέφρασαν. Όλους τους ευχαριστώ.
Ελπίζω να τα αγαπήσετε και σεις.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ένας χρόνος χωρίς τον Απόστολο

Στις 22 /11 /2016 έφυγε από την ζωή ένα μοναδικός άνθρωπος ένας σπουδαίο φίλος.
Απόστολος Ι Πάσχος
Πέρασε ένας χρόνος και μας λείπει πολύ.
Λείπει σε αυτούς που γνώριζαν το σημαντικό του έργο ως γιατρού ως συγγραφές και ποιητού μα πάνω από όλα ως ανθρώπου.
Παντού ήταν ο γιατρός. Παρά τη συνταξή του εργάζονταν χωρίς ΕΥΡΩ για όλους.
Σε πολλούς πήγαινε και τα φάρμακα μα και βοηθούσε όπου έβλεπε πως έπρεπε και μπορούσε.
Όταν πέθανε ο Χρήστος μου, στο έμφραγμά μου και στον δύσκολο καρκίνο μου, ήταν δίπλα μου.
Περήφανος ο ίδιος δεν ήθελε να τον βλέππουν στην πτώση του.
Είχε πλήρη γνώση ακόμα και του πότε.
Ήμουν πάλι στο νοσοκομείο όταν και κείνος έφυγε για το μεγάλο ταξίδι σεμνά ταπεινά, και με εντολές όχι λουλούδια όχι πολλοί μόνο μετρημένοι. Κάποιοι που τους είχε υπαλλήλους και τους πλήρωνε και κάποιους που αγαπούσε.
Οι αναγνώστες μας θα βρουν στο ΧΕΙΜΑΡΡΟ ΝΤΟΥΣΚΑΡΑΣ ΡΙΖΑΣ πολύ από το έργο του.
Αύριο εμείς που πάντα τον σκεπτόμαστε στην εκκλησία του τόπου μας σεμνά θα κάνουμε το ετήσιο μνημόσυνο ενός πολύ αγαπημένου μας φίλου του Απόστολου Ι, Πάσχου
Δρς Δρς της Ιατρικής Αθηνών και Ιωαννίνων.
Συγγραφέας ποιητήε ιατροδιατροφολόγος.
ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Αυτό ήταν ο Απόστολος που άφησε ένα συγγραφικό έργο, πολλά βραβεία, μετάλλεια, ένα τεράστιο έργο και ελπίζω πως τα σημαντικά βιβλια του θα πάνε σε όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου. Ελπίζω να μην πάνε σε καμιά χωματερή…
Εγώ όσα είχα τα έστειλα. Ελπίζω και αυτά που υπάρχουν να σταλούν παντού.
Αιωνία σου η μνήμη Απόστολε. Τώρα τα λες με τον Χρήστο μου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Δημοτικό Συμβούλιο Παραμυθιάς

Παραμυθιά
Στις 20 /11 /2017 και ώρα 18 μ.μ θα συγκληθεί το Δημοτικό Συμβούλιο της Δευτέρας.
Πρωτο Θέμα
Εκτέλεση Προγράμματος Γεωφυσικών ΣΕΙΣΜΙΚΩΝ Ερευνών στην Περιοχή Ηπείρου και άδεια Πρόσβασης σε Δημοτικές και Δασικές εκτάσεις.
Παρακαλώ όσους μπορούν να παρευρεθούν στο Δημοτικό Συμβούλιο διότι παίζεται η ύπαρξη του τόπου μας της Ηπείρου μας
Τώρα που τα Ζαγόρια Άνοιξαν τον δρόμο της άρνησης, ας το κάνουν και οι άλλοι Δήμοι.
Σεισμικές Έρευνες
Πάει ο νους σας σε τι;
Σε φουρνέλα που θα αναστατώσουν κάθε εξήντα μέτρα την περιοχή την όποια περιοχή.
Τι θα μείνει στην πανέμορφη πατρίδα μας όταν μπουν εταιρείες που μόνο στόχο έχουν το χρήμα.
Και οι εταιρείες την δουλειά τους κάνουν την οποία και σεβόμαστε. Και μεις όμως φίλοι μου θα κάνουμε τη δικιά μας δουλειά που είναι η προστασία του περιβάλλοντός της Ηπείρου μας. Έτσι όπως μας την άφησαν οι γονείς μας.
Θα μπαίνουν τα φουρνέλα και θα μείνουν όρθια τα πάρα πολλά μνημεία του τόπου μας από γεφύρια και κάστρα μέχρι μοναστήρια και άλλες πολλές αρχαιότητες.
ΠΕΡΙΟΧΗ ΗΠΕΙΡΟΥ έτσι απλά όλη η Ήπειρος στα χέρια τους….

Νόμος 4495/2017

Ήρθαν έτοιμοι από καιρό.
Μας έπιασαν στον ύπνο.
Στους φακέλους και στα ντεφτέρια τους είχαν το Ο.Κ της κυβέρνησης που άσκοπα, άσκεπτα, και με ελαφριά καρδιά έδωσαν τα πετρέλαια Ηπείρου και Ιονίου για ένα κομμάτι μπομπότα.
Θα γκρεμίσουν βράχια, πέτρες, βουνά. Θα κόψουν δάση, θα γκρεμίσουν κάστρα και τοξοτά πέτρινα γιοφύρια, θα χαλάσουν εκκλησιές κι αρχαία μοναστήρια. Θα ορφανέψουν χωριά πολύχρονα. Μοναδικός Θεός των πετρελαιάδων το χρήμα
Τίποτε δεν τους συγκινεί ούτε το κλάμα των δασών, ούτε το λυπημένο τραγούδι των πουλιών, ούτε ο αγέρας που περνάει μέσα από τις πευκοβελώνες, στους σχοίνους, στις μυρτιές, και φέρνει χιλιάδες αρώματα, χιλιάδες μυρουδιές.
Αγέρας μυρωμένος απ΄ του βουνού μας τα λουλούδια. Αγέρας λυπημένος από τα αγριοπούλια που θα νοιώσουν την ερημιά, την μοναξιά στα έρημα τα ξένα.
Και μεις στεκόμαστε αντίκρυ.
Δεν θέλουμε να σας δώσουμε τη γη μας.
Δεν θέλουμε να φύγουμε από τον τόπο μας.
Αυτή τη γη, την πότισαν με το αίμα τους, οι πατεράδες μας, το 1940
Και να που το μεγάλωμα του σπιτιού μας χωρίς άδεια μπορεί να μας το σώσει από τα νύχια των πετρελαιάδων.
Νόμος 4495/2017
Απαγορεύεταικαι κρίνεται άκυρη η όποια μεταβίβαση ακινήτου που έχει παρανομία[ δηλαδή δεν έχει νομιμοποιήθει
Εκεί θα πρέπει αν μας ζορίσουν πολύ να πατήσουμε…
Φίλοι μου όλοι μαζί να σώσουμε την Ήπειρο την πατρίδα μας.

Τα δάση που φυτέψαμε εμείς

Μεγάλωσα στην πατρίδα μου την Ήπειρο, στην πόλη της Παραμυθιάς και στα γύρω της χωριά.
Ήταν τότε μετά τον πόλεμο.
Τότε δεν θα βλέπατε χαρούμενους ανθρώπους, γελαστους.
Θα βλέπατε ανακουφισμένους ανθρώπους που ύστερα από τόσα χρόνια, εννιά το όλον, έτρωγαν γλυκό ψωμί Είχε φύγει ο φόβος, και το ψωμί έγινε γλυκό στο στόμα τους.
Σε πολλά σπίτια, έλειπαν τα παιδιά τους, οι γονείς ,τα αδέλφια τους.Είχαν πάει στο πάνθεο των ηρώων. Και ήταν πολλοί.
Όμως τα μικρά παιδιά της γειτονιάς, τα παδιά, τούτα τα ακούν, τα νοιώθουν, μα δεν τα καταλαβαίνουν.
Τότε τα παιδιά, είχαν την ξεγνοιασιά που τους δίνει η ηλικία τους, αλλά και το παιχνίδι στο ύπαιθρο.
Τότε στα χωριά μας, γύρω από την πόλη μας ως τα πλάγια των βουνών ήταν άδενδρα, με μεγάλες θεόρατες πέτρες. Οι πέτρες βράχοι,στα μάτια μας ήταν σαν βουνά μεγάλα. Πολλές πέτρες ήταν και μέσα στην πόλη μας.Πολλές φορές άκουγα να λένε οι μεγάλοι. Αχ μωρές δόλιες κυράδες, με κανέναν πάγο, θα μας έρθουν στα κεφάλια.
Και συμπλήρωναν όλες μαζί, να μην δουν χα’ι’ρι και προκοπή, κακός νταμπζιάς να τους βαρέσει.
Εμάς δεν μας βάραγε κανείς, κι αυτόν τον νταμπτζιά δεν τον γνωρίσαμε ποτές.
Εγώ πάλε θες γιατί ήμουν σκάνταλο κατά τη θεία τη Γιωργίτσα, θες γιατί ήμουν άγγελος κατά τον παππού έιχα μια απορία που κανείς όσο ήμουν μικρή δεν μου την έλυνε.
Γιατί εμείς και πολλοί παραμυθιώτες είχαμε υπέροχα περβόλια με δέντρα; Γιατί αυτά δεν τα είχε ο κάμπος μήτε το βουνό μας ο Γκορύλας που σήκωνε το ανάστημα του τόσο ψηλά που να αγναντεύει τη θάλασσα.
Γιατί τα ξωτικά και οι νεράιδες του, κρυμμένες στις σπηλιές, σαν έβγαιναν τα βράδυα και στήνανε χορό θέλαν να βλέπουν και τη θάλασσα να μιλούν με τους γλάρους και τους φάρους.
Πολλές φορές μάγευαν και κανένα παλληκάρι σαν το έβρησκαν τη νύχτα μοναχό να παίζει στη φλογέρα του πανέμορφους μαγικούς σκοπούς.
Και τότες τα παλιά τα χρόνια, πολλά παληκάρια σαν έβλεπαν τις νεράιδες τις αγάπαγαν και κόλπα έκαναν πολλά για να τις αποκτήσουν.
Εγώ το έψαχνα το θέμα, μα δεν, στούρνος, μέχρι που άκουσα την γιαγιά μου πάλε να καταριέται κάποιους να τους βαρέσει κακός νταμπτζιάς.
Και ρώτησα ποιοι είναι γιαγιά μου;
Οι εχτροί τσαντούλα μου, οι ξορκισμένοι, έκαψαν τρεις βολές τα χωράφια τα δένδρα, τα καλύβια τις εκκλησιές και τα σπίτια των χωριών μας.
Πήγες στην Πάνω Σέλλιανη με τον πατέρα σου; τι είδες;
Το χωριό γιαγιά μου το έκαψαν και το βομβάρδισαν οι γερμανοί, είπε ο πατέρας μας, και αυτοί οι γερμανοί, ήταν εχθροί μας.
Έτσι είναι, μου είπε η γιαγιά και ξανάβριζε τους ξορκοσμένους.
Και νόμισα πως αυτοί οι εχθροί μας σκότωσαν και τον θείο μου τον Μήτσιο και δεν ξαναρώτησα.
Τότε όλα τα παιδιά του σχολείου φυτεύαμε από ένα δένδρο που το ποτίζαμε ένα χρόνο.
Το δένδρο, μας το έδινε δωρεάν το δασαρχείο. Είχαμε δασαρχείο στην πόλη μας.
Αυτά μεγάλωσαν. Και άλλα στόλισαν δημόσια κτήρια όπως σχολεία και άλλα. Μας έδωσαν δε και το υπέροχο δάσος του Γαλατά.
Και πέρασαν τα χρόνια και μεις γεράσαμε και αποχτήσαμε παιδιά κι εγγόνια.
Το δάσος στέκει περήφανο και μεις καμαρώνουμε.
Οι πλαγιές του βουνού παρά την ξύλευση έχει ωραία δάση, ενώ οι πλαγιές προς την ανατολή είναι γεμάτες πυκνά δάση έλατοδάση.
Όλες οι πλαγιές προς τη δύση, έγιναν ελαιώνες. Πριν έρθουν όμως οι τρισκατάρατοι στην πατρίδα μας,όλος ο κάμπος και οι πλαγιές ήταν κατάφυτες….
Γιατί τότε ο κάμπος αυτός από την Γλυκή, μέχρι την Παραμυθιά, ήταν ένας τεράστιος ελαιώνας.
Τώρα τι με έπιασε.Ξέρω και γω; Φοβάμαι για τον τόπο μας.
Όσα κάναμε με κόπο με στοργή για να γίνει το δάσος μας, να γίνουν τα δένδρα μας, θα γίνουν στάχτη. Σε λίγο δεν θα υπάρχουν.
Έκλεισαν συμβόλαιο πώλησης οι ανάξιοι που μας κυβερνούν να χαρίσουμε τον υπόγειο πλούτο μας σε μια εταιρεία.
Θα δώσουν λέει δουλιές.
Για τις δουλειές που θα κλείσουν δεν μας λένε τίποτε.
Αφού τα φουρνέλα θα μπαίνουν κάθε εξήντα μέτρα τι θα μείνει από άγρια ζωή στον τόπο μας.
Όταν λείψει η άγρια πανίδα σε λίγο θα λείψει και η κτηνοτροφία.
Μα θα υπάρχει η κτηνοτροφία μας λένε, ναι αυτή των ζώων, που εκτρέφονται όπως σε χώρες της Ε.Ε.ακούνητα.
Μα εμείς θέλουμε τα δικά μας ελεύθερα ζώα που θα τρων βότανα και μυρωμένα χόρτα που θα περπατούν που θα είναι φυσιολογικά μεγαλωμένα.
Δεν θέλουμε να τρώμε κάθε μέρα κρέας. Θέλουμε όλα να έχουν τη γεύση τους.
Μα θα γίνουν και τα λάχανα δηλητήριο. Το τσάι του βουνού δεν θα μας συντροφεύει τα βράδυα του Χειμώνα.
Και με την αποψίλωση, δάση γιοκ.
Οι εταιρείες δεν τα θέλουν.
Δεν θέλουν δάση, δεν θέλουν τη ζωή, δεν θέλουν λουλούδια και ζώα άγρια και ήμερα.
Τι θέλουν;
ΛΕΦΤΑ
Και τα καμπαναριά στις εκκλησιές, θα μείνουν ορφανά από τα λελέκια τους.Και τα λελέκια χωρίς τους φίλους τους τα χελιδόνια…
Παιδιά χαρούμενα δεν θα τραγουδούν.
Λέλεκα χατζή- χατζή, πούντα χίλια πρόβατα;
Κάτω στα λακκώματα. Τρώει ο λύκος χαίρεται και η αλεπού μαραίρεται…
Και κείνα τα σπουργίτια, οι κοκκινολαίμηδες, τα αηδόνια, οι καρδερίνες, τα κοτσύφια, όλα θα χαθούν στο μνημείο των Ευρώ κακή του ώρα.
Θα αρχίσουν από το Ζάλογγο οι εξορύξεις, μετά δίπλα στη Βροσύνα, Πολύδωρο κλπ.
Τυχαία άραγε που πεθαίνουν τα πλατάνια τα θεόρατα του Καλαμά; Αυτά που έκρυβαν τις αχτίνες να διαβούν…

Και ξύπνησαν, οι γίγαντες, σηκώθηκαν περήφανοι, λάμπουν στα χρυσά ντυμένοι περήφανοι και όπως νομίζουν παντοδύναμοι…
Ποθούν να μας αρπάξουν την Περσεφώνη και την Δήμητρα. Είναι δυνατοί λάμπουν και προσδοκούν να κάνουν τρύπες να φτάσουν στον ΑΔΗ… να βάλουν σκάλες, βαθειά στη γη. Ακόμα υψώνουν κι άλλες να φτάσουν την Δωδώνη,και άλλες να φτάνουν στα ουράνια,να αρπάξουν τις δικές μας θεές, Μάνα και κόρη, να τις κλείσουν στα παλάτια τους
Ξεχνούν πως η Πίνδος και η Δωδώνη είναι η περιοχή του Διός η ΑΠΕΙΡΟΣ ΧΩΡΑ.
Ας γυαλίζουν τα κοντάρια τους κι ας ετοιμάζουν τα όπλα τους τα μυστικά, ο Οδυσσέας είναι εδώ.Ακόμη το όπλο του υπάρχει. Η Πημελόπη και κείνη είναι εδώ…
Οι μνηστήρες θα φύγουν νικημένοι.
Δεν έχουμε όπλα σαν τα δικά τους.
Έχουμε όμως τα όπλα, όλα όσα μέσα στο χρόνο μας άφησαν οι αγωνιστές της λευτεριάς μας.
Αγάπη για τον τόπο μας. Αγώνα χωρίς τέλος. Και ψηλά το κεφάλι.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά