Δημήτριος Ι. Καραμπελάς

Ο Τάκης ο Καραμπελάς είναι φίλος και συνεργάτης παλιά της εφημερίδας μας, ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ ΝΤΟΥΣΚΑΡΑΣ ΡΙΖΑΣ.
Δάακαλος και συγραφέας με δυνατό παιδευτικό λόγο.
Σοβαρός αξιοπρεπής, με μια πολλή ωραία οικοπγένεια.
Σαν πήρε τη σύνταξή του ασχολήθηκε με την συγγραφή ως συντάκτης της εφημερίδας ΠΟΛΥΔΩΡΙΤΙΚΑ ΝΕΑ μαζί με τον αείμνηστο Χρήστο Θωμά.
Κάθε φράση του σε κάθε άρθρο του κάθε κομμάτι λαογραφικό έδινε και δίνει στον αναγνώστη διδάγματα σπουδαία. Αγάπη ηθική, εργατικότητα, αλληλεγγύη.
Τρία βιβλία μου έφερε ο Τάκης έτσι τον φωνάζουμε οι φίλοι του.
α) Τα κόκκινα τριαντάφυλλα
β) Ιστορίες από τη ζωή
γ) Ο προικοθήρας
Ωραίος λόγος, καθαρός διδακτικός, με εικόνες από το χθες με ζωντανές περιγραφές με ζωή, που είχε κόπο μόχθο αγάπη και όνειρα.
Ναι, ο δάσκαλος πήρε την καθημερινή αληθινή ζωή, την ιστορία κάποιων ανθρώπως, όχι πάντα ιδανικών,και μας την έδωσε στα βιβλία του, για να μας διδάξει.
Αγαπητέ φίλε Τάκη. Μακάρι τα βιβλία σου να τα διάβαζαν νέοι. Μέσα από τις ωραίες εικόνες και συναισθήματα που ξεχυλίζουν στα βιβλία σου θα έβρησκαν δρόμους που οδηγούν στην αληθινή ζωή.

Μα ο Δημήτρης Ι Καραμπελάς είναι και ποιητής.

Οι τριανταφυλλιές
Φύτεψα τριανταφυλλιές,το άρωμα να δρέψω,
και θέλω να φουντώσουνε, όπως θα το πιστέψω.
Ο τόπος εκοκκίνισε μύρωσε ο αέρας,
γέμισε απ΄τη μυρωδια ακόμα κι ο αιθέρας.
Ευφραίνεται ο οφθαλμός, αγάλλεται η ψυχή σου
και η καρδιά σου χαίρεται η ιδέα ειναι δική σου.
Είναι έργο των χειρών σου,με δικό σου κόπο
δικαιώθηκε η ιδέα σου οι κόποι πιάσαν τόπο.
Τι ευτυχία είν αυτή! το περιβόλι να βλέπεις,
το κόκκινο ν΄απλώνεται,τη μυρωδιά να δρέπεις.
Δ.Ι.Κ
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ο ΠΑΙΔΟΝΟΜΟΣ

Παραμυθιά 1956. Η πόλη μας σφίζει από ζωή, όλα είχαν μπει σε τάξη και οι ρυθμοί αποκατάστασης της τραυματισμένης μας πόλης είχε ολοκληρωθεί.
Πολλά είναι αυτά που γίνονται κάθε μέρα σε μια κοινωνία. Στις μικρές όμως κοινωνίες το ελάχιστο είχε μεγάλη σημασία, έπαιρνε διαστάσεις τρομερού συμβάντος, με επακόλουθο το κουτσομπολιό, την τραγικότητα, το παραμύθι.
Στη μικρή μας πόλη, στα ανηφορικά της γκαλντερίμια, ανεβοκατέβαιναν νέοι- νέες παιδιά, γέροι και νοικοκυρές. Κυράδες, κυρές, βάβες και κυρίες, ήταν ο γυναικόκοσμος μας.Οι άνδρες είχαν λιγότερο μερίδιο στους δρόμους, γιατί ή ήταν στις δουλειές τους ή ήταν στο καφενείο τα εντευκτήρια των συζητήσεων και των παιγνίων ταβλίου, και χαρτιών.
Υπήρχαν και οι εργαζόμενες γυναίκες στην μικρή μας πόλη, μα η εργασία τους ήταν μέσα στα σπίτια τους μοδίστρες, κυράδες που έντυναν κουμπιά, κομμώτριες, υφάντρες πλέκτρες με πλεκτομηχανές εργάζονταν σε ένα χώρο του σπιτιού δίπλα στην οικογένειά τους. Η ρόκα το κέντημα το πλέξιμο ήταν σεργιάνι το παίρνεις και το πας όπου πας.
Κάθεσαι με τις ώρες στο πεζούλι της βρύσης ή στον αυλόγυρο του σπιτιού πότε της μιας και πότε της άλλης με τον καφέ που μπορεί να μην ήταν καφές αλλά ρεβύθι ή κριθάρι, και λέγανε και λέγανε ενώ η τουλούπα έφτανε στο τέλος της ή η κάλτσα έκλεινε στη φτέρνα..
Εκείνες που γύριζαν έξω σοβαρές, καλοντυμένες, σικάτες, με τα τακούνια τους τις τσάντες τους και τις μεταξωτές τους κάλτσες, ήταν οι δασκάλες. Καθηγήτριες τότε δεν είχαμε. Είχαμε εκτός από τις δασκάλες, νηπιαγωγούς, και τις δασκάλες της οικοκυρικής σχολής.
Οι κυρίες [ δασκάλες ] και οι κυρίες [ παντρεμένες ] μπορούσαν με φίλες τους να πάνε βόλτα, Καρκαμήσι- Γαλατά και πίσω. Μόνες γυναίκες στα μαγαζιά δεν έβλεπες για καφέ η για γλυκό, έπρεπε να έχουν κοντά τους έναν άνδρα να τις συνοδεύει.
Βέβαια καποιες, μπορεί να είχαν φλέρτ αλλά αυτές απλώς τις κουτσομπόλευαν, μα τους μαθητές και τις μαθήτριες τους πέρναγαν από τη σίτα την ψιλή. Αν τους έβλεπε ο παιδονόμος, τους περίμενε λαχτάρα. Αυτός τους περίμενε να στραβοπατήσουν. Ήταν τυπικός στο καθήκον του. Γιατί τον είχαν τον παιδονόμο, για τα μαύρα μάτια; Ο παιδονόμος σήμερα θα ήταν σαν εξωγήινος, εξωπραγματικός. Μια φορά έγραψε στο μικρό του ντεφτέρι, ότι ο Γιάννης φόρεσε[ ο μαθητής είκοσι χρονών,είχε ακόμη μαθητές από αυτούς που έχασαν χρονιές λόγο του πολέμου,] ]στραβά το καπέλο του με την κουκουβάγια, για μαγκιά. Αυτό σήμαινε αποβολή μιας ημέρας και παρατήρηση. Να έρθει και ο κηδεμόνας. Και αν ο κηδεμόνας είναι και ξένος αν είσαι από μακρυά, άντε να σε δικαιολογήσει πως να έρθει η μάνα ή ο πατέρας από την άκρη της γης, όπου άκρη της γης είναι το Φιλιάτι, η Βροσύνα κλπ.
Άσκοπα μπορούσαν να βγαίνουν στα χασομέρια οι γριές να μολογάνε τα καθημερινά και να ξεσκολίζουν όποιον ή όποια είχε την τύχη να πέσει στο στοματάκι τους.
Και τα δικά τους μυστικά, δεν ήταν μυστικά, τα μολόγαγαν και έπαιρναν και τις συμβουλές και αφού τα έλεγαν άκουγες την επωδό, κοίτα μη σου ξεφύγει τίποτε μωρ σκύλα του Κερατά ή κιαρατά.
Τώρα γιατί άνδρες γυναίκες όταν χαιρετιούνταν έλεγαν ο ένας στον άλλο, τι κάνεις ωρέ σκυλί του κερατά, μη με ρωτήσετε δεν ξέρω να σας απαντήσω σας ορκίζομαι.
Είχαν όμως έναν κανόνα, όλων τη γνώμη να ακούς και από τη δική σου να μην βγαίνεις.
Την τροφή του κουτσομπολιού τους την έπαιρναν από τα γυμνασιόπαιδα και τις μικρές που έτσι και συναντούσαν κάποιον να πουν καλημέρα αλοίμονό τους.
Τη γλέπεις, τα γλέπεις, ακόμα δεν βγήκαν απ το αυγό, κοιτα- κοίτα χαντακωμάρες, κοίτα ο διάολος κοίτα.
Σε μια τόσο μικρή πόλη, που τα παιδιά τα γνώριζαν όλοι ένα, ένα, είχαμε παιδονόμο.
Τι έκανε ο παιδονόμος; Ήταν ο χωροφύλακας των μαθητών, όλη την ημέρα.
Πρόσεχε τα σχολιαρόπαιδα, ποιος έχει το καπέλο στραβά. Ποιος μπαίνει σε καφενείο. Ποιος αγοράζει τσιγάρα, λες και είχαν λεφτά για τσιγάρα, τρία τέσσερα αγόραζαν χύμα από την κούτα παπαστράτος, κι αν είχαν την τύχη να έχουν βρει ένα πακέτο τα έβαζαν μέσα και πολλές φορές δεν τα κάπνιζαν τα έβαζαν στο αυτί σαν κόσμημα. Ακόμα ο παιδονόμος πράσεχε ποιος κρατάει την ομπρέλα μάγκικα τώρα μη με ρωτήσετε πως κρατάς μια ομπρέλα μάγκικα. Και το μέγα αμάρτημα ποιος κάπνισε, που και πότε, και τότε να αποβολή μια ολόκληρη εβδομάδα.
Μη πείτε χαρές- χαρές, θα χάσουμε και τα μαθήματα, χα, αυτό ήταν τραγωδία, γιατί με μια ή δυο αποβολές έξω από το σχολείο για πάντα.
Αυτά τα τρομερά παραπτώματα είχαν συνέπειες.
Παιχνίδι σε καφενείο, έστω και χιλιόμετρα μακρυά από την Παραμυθιά αποβολή από όλα τα γυμνάσια της Ελλάδος και διαγωγή κοσμία.
Αυτήν τη ιστορία την έζησα και είναι αλήθεια πως ήταν μια μεγάλη αμαρτία.
Άντε να πεις στη μάνα και στον πατέρα σου, ότι σε έδιωξαν γιατί τις διακοπές των Χριστουγέννων έπαιξες ξερή με το δάσκαλο του χωριού στο μοναδικό καφενείο του χωριού και είχες την ατυχία να κερδίσεις το δάσκαλο.
Και κείνος θυμωμένος πήγε και σε κάρφωσε στο γυμνασιάρχη. Έπαιξες, θα πληρώσεις.
Τίποτε δεν μπορούσες να πεις, μα και πως να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα; Αφού ήταν στα καταστατικά των σχολείων, διαγωγή αρίστη ή κοσμιωτάτη αλλοιως να σε κλαιν οι ρέγγες.
Εκεί υπήρχαν κάποιοι που έβαλαν τα παιδιά και το μέλλον τους πάνω από την ξερή.
Ο δάσκαλος αναγκάσθηκε γιατί δεν μετάνοιωσε, να πει πως δεν είπε ποτέ, ότι τα παιδιά έπαιξαν στο καφενείο…… μεγάλη ιστορία, πολύ μεγάλη.
Ο παιδονόμος είχε καθήκον ιερόν να πει αυτά που έκαναν, οι αλήτες!!!!!!!!!!!!!!.
Δεν είχε υπηρεσία μόνο τις ώρες του σχολείου και των διαλλειμάτων, αλλά όλη την ημέρα. Αυτά που ήταν στο οικοτροφείο δεν τα πρόσεχε ο παιδονόμος, μα οι κύριοι του οικοτροφείου.
Οι μαθήτριες, αυτές ήταν πολύ πιο προσεκτικές, μη τους βγει και το όνομα και άντε βρεις γαμπρό, άντε να πεις πως έχεις δικαίωμα να μιλάς, να γελάς, να τραγουδάς, να πεις πως είσαι αθώα πως το γέλιο, τα τραγούδι, η χαρά, είναι δικαίωμα είναι υποχρέωση της κοινωνίας μας.
Γιατί στάθηκες και μίλησες; Γιατί, και από που τον γνωρίζεις; Αφού ζούμε στα ίδια τετραγωνικά, στα ίδια σπίτια πλάι πλάι. Και ήταν τότε ο καιρός που στα νιάτα, ξυπνάνε οι καρδιές, χωρίς να ξέρουν το γιατί. Ήταν και κείνος ο κινηματογράφος ή τα βιβλία ή τα περιοδικά με τους τρυφερούς έρωτες. Έρωτες άγουρους χωρίς σημασία, μα που τότε ίσως έδειχναν τεράστιοι και μοναδικοί. Οι ηρωίδες, αγαπούσαν με πάθος, περίμεναν, υπέμεναν. Για κοίτα να θες να δίνεις και απλώς να περιμένεις πότε ο αφέντης θα σου ρίξει μια ματιά..έρωτας λέει!!
Κανένας δεν θα σε πίστευε ποτέ, αν σε έβλεπάν μόνο να χαιρετάς ένα παιδί, [όπου παιδί αγόρι ] πως δεν είχες τίποτε μαζύ του πως δεν τον αγαπούσες πως είστε φίλοι. Εδώ σιγομουρμούριζαν, μπενζίνα και σπίρτο κάνουν φωτιά. Μη βάζεις το σπίρτο κοντά στο φυτίλι θα ανάψει. Ακόμη κι αν τον αγαπούσες το έκρυβες κανείς να μη το δει. Κανείς να μην το μάθει. Μήπως και συ ήξερες από τούτα; Μπορεί να αγαπούσες ναι, μπορεί και όχι, ίσως ήταν το άγουρο ξύπνημα. Μα τούτο ήταν δικό σου, χωρίς ο άλλος να ξέρει και γιατί να ξέρει;. Και τι να ξέρει; Και γιατί να σε πιστέψουν αφού εσύ δεν πιστεύεις στον εαυτό σου;; Αν όλοι πιστεύουν τον κάθε ένα, τότε με τι θα ασχολούνται ο κόσμος [ το κουτσομπολιό προσφέρει υπηρεσίες ] έτσι λέγανε και το πιστεύανε.;;; Και να έχεις μεγαλώσει μόνο με αγόρια και να μη σκύβεις τα μάτια όταν μιλάς, να μην έχεις το βλέμμα της κόρης, που επειδή κοιτάει κάτω είναι σεμνή και συ που μιλάς σαν αγόρι έστω και μπασμένο αγόρι, να μην είσαι.
Ήθελε τέχνη να είσαι γυναίκα εκείνης της εποχής. Ακόμα και το κοκκίνισμα των παρειών ήταν προσόν, σεμνότητας, ( μια μέρα φίλος καλό μου είπε θα παντρευόμουνα μόνο μια γυναίκα που κοκκινίζει και σκύβει τα μάτια της όταν σε κοιτάει.)
Και γι΄αυτό έμεινες ανύπανδρος, ανύμφευτος.
Και προσοχή στο βάδισμα, σεμνά, ταπεινά, μη κουνιέσαι αδελφάκι μου.
Μα εγώ θέλω να είμαι αγριοκάτσικο, εγώ έτσι μεγάλωσα, θα με αλλάξετε;
Όχι, αλλά θα ψάχνεις για γαμπρό και δεν θα βρήσκεις.
Μα στη μικρή μας πόλη ήταν και τα προξενιά. Εκεί η εξωτερική εικόνα σου ήταν αυτή που θα έκρινε την τύχη σου. Αν ήσουν αρραβωνιασμένος ή αρραβωνιασμένη τότε αφού είχες την ευχή των γονέων μπορούσες να βγαίνεις και να πας και κινητατογράφο στα κατάλληλα και όπου επέτρεπε το σχολείο.
Και οι καθηγηταί μας όμως, μας έκαναν ελέγχους. Όταν τους βλέπαμε τους χαιρετούσαμε με κλήση της κεφαλής μας εις ένδειξην σεβασμού. Όχι σε στάση προσοχής, τα αγόρια έβγαζαν το καπέλο κι έκαναν μια ελαφρά υπόκλιση. Αν σε έβλεπαν έξω από το σπίτι μετά τις οκτώ, από τη Άνοιξη με το μεγάλωμα της ημέρας, ή από τις έξι και μετά το Χειμώνα κάηκες νομίζω πως αυτές ήταν οι ώρες. Ο παιδονόμος έγραφε σε ένα χαρτί όνομα, ώρα και που ήσουν.
Όχι δεν σε βάραγε με τη ζωστήρα του, νομίζω πως κράταγε κάτι σαν καμουτσίκι αλλά μπορεί και να μην θυμάμαι καλά.
Βέβαια θυμάμαι πως τα αγόρια φόραγαν το καπέλο συνεχώς. Αν σε τσάκωνε ο παιδονόμος χωρίς το καπέλο σου, στη σωστή του θέση, κάηκες. Το καπέλο έπρεπε να είναι ίσια βαλμένο. Η κουκουβάγια να είναι μεσόφρυδα, και όχι στραβά. Και τα κορίτσια φορούσαν φορέματα κόσμια και τα μαλλιά τους μαζεμμένα ή κοτσίδες και όσες είχαν κοντά μαλλιά, να τα έχουν μαζεμένα με κορδέλα ή με κοκκαλάκια η κότσο ή ουρά που τη λέγανε, αλογοουρά.
Τα ρούχα μας έτσι και αλλοιώς ήταν σεμνά, βλέπεις ακόμα δεν υπήρχε το παντελόνι, το μίνι τα σχιστά μέχρι πάνω τα διάφανα, αυτά ήταν για τις…… Ακόμα ήταν στο[ και σηκώθηκε το ποδοφουστανό της και της φάνηκε ο ποδαστραγαλός της.] Αυτά όλα στην Παραμυθιά, γιατί στην Αθήνα κάτι κοντά και κάτι καφτά σόρτς που φορούσαν οι μαθήτριες, άλλο πράγμα.
Εμείς στη γυμναστική φοράγαμε κάτι φουφούλες πολύ φαρδιές και μακρυές κάτω από το γόνατο.Στην Αθήνα σόρτς.Αν δείτε ταινίες εποχής θα το διαπιστώσετε.
Βέβαια ο κινηματογράφος ήταν απαγορευμένος και μόνο με το σχολείο πηγαίναμε να δούμε ταινία ή με τους γονείς μας, μόνο σε κατάλληλες.
Έτσι ήταν τότε και όσο κι αν ήταν αυστηρά, όσο κι αν ένοιωθες την ανάγκη επανάστασης, πάντα πίσω σου τον παιδονόμο με το ντεφτέρι του. Και τα όνειρά μας έφταναν μακρυά σας ατίθασα άλογα. Όση αυστηρότητα κι αν υπάρχει, όσα μάτια κι αν σε περιεργάζονται, σε τούτα τα όνειρα, κανένας δεν μπορεί να σου βάλλει χαλινάρι. Μα στην Παραμυθιά γνώριζαν όλοι, όλους.
Δύσκολο σε τούτη τη μικρή πόλη να μην νοιώσεις άβολα. Όμως στα όνειρά σου κανένας δεν μπορεί να μπει, είναι δικά σου, είναι μπροστά σου, είναι δικά σου, καταδικά σου.
Πόσο θράσος θέλει, να είσαι δέκα πέντε χρονών να διαβάζεις ποιήματά σου στον ……. και να μην ντρέπεσαι.Αλήθεια θέλει θράσος μα και ενθάρρυνση.
Εκείνον το καιρό, υπήρχαν πολλές φήμες για φαντάσματα και γυναίκες που καλούσαν τις νύχτες τους έξω από δω, για να κάνουν μάγια κι άλλες χαζομάρες.Οι μαύρες κότες και τα κοκκαλάκια ή νύχια νυχτερίδας είχαν μεγάλη ζήτηση, σε αγράμματους μα και γραμματισμένους.
Ήταν πολλές οι γυναίκες μα και οι άνδρες,[[ βλέπεις ο έρωτας είναι προνόμιο και των δυο] ] που έκαναν μάγια και βοτάνια[ όχι βότανα αυτά είχαν το όνομα τσάι ]Ακούγαμε τις γριές να μιλούν για μια οικογένεια γιαχωβάδων και έλεγαν πως μαζεύουν τους διαόλους κάθε βράδυ με τα αστέρια χωρίς φεγγάρι και τους δέρνουν και…και…και. ..Αχ αυτό το φεγγάρι, αχ αυτό το φεγγάρι… που πάνω του, έχει πολλές σελίδες γραμμένες με μυστικά και προβλέψεις του μέλλοντος μας…
Όταν πηγαίναμαν παλιά γύρω στα 1950 -1952 κατά τον Αγιώργη με τα αδέλφια μου να ανάψουμε τα καντήλια, πηγαίναμε από πάνω φοβόμασταν το αίμα, φοβόμασταν τα φαντάσματα, τους βρυκολάκκους… φοβόμαστε τους ήχους της ζωής, της φύσης.
Μια μέρα μου είπαν παλιά ήμουν τότε μικρή γύρω στα δέκα, να πάω να φωνάξω τη θεία μου τη Γιωργίτσα που μάθαινε μοδίστρα στη Φανούλα, στους γιαχωβάδες, και από τότε δεν τους ξαναφοβήθηκα γιατί ήταν πολύ καλοί άνθρωποι και στο σπίτι τους τίποτε περίεργο δεν είχαν και ούτε έλεγαν τίποτε σε κανέναν. Σήμερα δεν μπορώ να πω αν ήταν ή δεν ήταν γιαχωβάδες μα κι αν ήταν δικό τους καπέλο. Όπως δικό μου να είμαι ΧΟ και να το λέω ομολογώντας την πίστη μου.
Ήταν η Φανούλα ένα ωραίο σεμνό κορίτσι και όλη η μικρή τους οικογένεοα ήταν χαριτωμένη.
Είπα πως θα σας μιλήσω για τον παιδονόμο, όμως τίποτε δεν είναι μόνο του αποκομμένο, όλα είναι ένα μαζύ, όλα είναι την ίδια ώρα την ίδια στιγμή στον ίδιο χώρο.
Ο παιδονομός ήταν η ασφάλεια των μαθητών. Ήταν εκείνος που θα φρόντιζε να μην παραπατήσουμε!!!!! όσο είμασταν μαθητές, όσο θα είμασταν στο σχολείο. Δεν ξέρω πόσο τον πλήρωναν, όμως θα έπρεπε να δίνει το Γυμνάσιο και παπούτσια στον παιδονόμο μας, γιατί βρε παιδάκι μου, από τη μια μεριά της πόλης τον έβλεπες στην άλλη και από πάνω, έφτανε ως κάτω στου Μαρέτα φάντης μπαστούνι. Συγχωρέστε με που δεν θυμάμαι τα ονόματα όλων, όμως έφυγα μικρή από την πόλη μας,ύστερα έζησα σε πολλά μέρη έζησα στα Γιάννενα τρία χρόνια στην Κέρκυρα τρία και στα γύρω χωριά.
Η βάση μου ήταν η Παραμυθιά και αφετηρία μου το σπίτι της γιαγιάς μου.
Σκεφθήτε ένα παιδί να τρέμει αν του φωνάξει ιο παιδονόμος έστω και για καλησπέρα.
Και το έκανε πολλές φορές έτσι να έχουν το φόβο του όπως έλεγε, ή ότι ο φόβος φυλάει τα έρημα.Και τα φύλαγε.
Έτρεμαν τότε οι μαθηταί γιατί τα γράμματα θα ήταν η ζωή τους, το μέλλον τους και ο παιδονόμος είχε κι αυτός μοιράδι στη ζωή του..
Έτσι ήταν τότε η πόλη μας, μια πόλη με το δικό της πρόσωπο που ήταν έντονο δυναμικό και είχε τη σφραγίδα των ανθρώπων της.Είχε έναν πολιτισμό αυτή η πόλη, που δεν έμοιαζε με τον πολιτισμό της Κέρκυρας μα είχε το δικό του ηχόχρωμα τη δική του πολυχρωμία.
Άφησαν οι κάτοικοι της Παραμυθιάς, οι παραμυθιώτες και οι νέοι κάτοικοι που ήρθαν από τα γύρω χωριά, τη σφραγίδα τους στην ιστορία της περιοχής μας. Ελπίζω πως μια τέτοια σφραγίδα άφησαν ο πατέρας μου και ο παππούς μου.Δίνετε και σε μένα την ευκαιρία να βάλω ένα λιθαράκι σε τούτη την ιστορία.Ευχαριστώ. Μου αρέσει που βάζετε φωτογραφίες από το παρελθόν.Είδα σε πολλές τον πατέρα μου και τη μάνα μου, ήταν σαν ένα άλλο μνημόσυνο.
Μου αρέσει που μέσα στα πολύτιμα που κουβαλάω στην ψυχή μου, στην καρδιά μου, είναι τα γκαλντερίμια της πόλης μας, οι ήχοι της, τα πουλιά της, τα ζαμπάκια και τα κίτρινα κρινάκια του Μάρτη το σαφράν,τα πατήματα των αλόγων πάνω στα γαλντερίμια, η ζωή που τα Σάββατα γίνουνταν ορμητικό ποτάμι, τα νερά που με νανούριζαν το βράδυ καθώς κελάριζαν στις βρύσες και στο κατώι του σπιτιού του παππού μας, εκεί, είχε μια μπουρίμα, με πολύ νερό.
Αν δεν στέγνωναν τα δάκρυα στα μάτια μου, μια μπουρίμα δακρύων θα είχα δίπλα μου, κάθε φορά που γράφω για τον τόπο μας, τη Σέλλιανη, την Παραμυθιά τον Γκουρύλα..τον Κωκκυτό και τα χωριά του που και κει πέρασα κομμάτια της ζωής μου.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς γιατί τα δικά μου όνειρα, ήταν και είναι, μολύβια, πένες, στυλό. Το μολύβι που τώρα δεν μπορώ να το κρατήσω στα χέρια μου, αντικατέστησε ο υπολογιστής μου. Μου δίνει τη δύναμη να γράφω, να γράφω, να γράφω….
Τα βιβλία μου είναι καθρέφτης μια ευρύτερης περιοχής
Τα διηγήματά μου είναι ολοκληρωμένες ιστορίες αληθινές.Ιστορίες του τόπου μας..
Δεν μπορώ να γνωρίζω αν τόσα ποτάμια μνήμης θα ήταν μέσα στην ψυχή μου, αν ζούσα αλλού και με διαφορετικό τρόπο.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΕΥΤ. ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ Πρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ….
ΣΥΝΤΑΓΜΑ.
ΑντιΣυνταγματικοι παραΛογισμοί.
Η αλήθεια για την σημερινή αντισυνταγματική κατάσταση της Ελλάδος.
Από το ΠΑΡΟΝ της Κυριακής 4-5-2014μΧ.
Γράφει ο κύριος Νικόπουλος που η Εφημερίδα ονομάζει Νέο Τσερτσέτη ότι ο λαός δεν είναι αφέντης στον τόπο του στο οποίο κανένας δεν μπορεί να μπει χωρίς την άδειά του. Ο λαός έχει τεθεί στην πάντα.Η Ελλάδα δεν έχει πλέον το κυριαρχικό δικαίωμα, το οποίον έχει εξ ορισμού κάθε ανεξάρτητο Κράτος να διαχειρίζεται όπως αυτή θέλει τον όποιο εθνικό της πλούτο, αλλά ως υποτελής πλέον χώρα οφείλει να ακολουθεί τις εντολές των δανειστών της, οι οποίοι είναι οι οικονομικώς αλλά και πολιτικώς κυρίαρχοι αυτού του τόπου.
Η Κυβέρνηση λειτουργεί ως εντολοδόχος της ΤΡΟΪΚΑΣ που είναι ο εφιάλτης και ο μπαμπούλας της. Ο Ελληνικός λαός δεν είναι αφέντης του σπιτιού του
Όλες οι Συμβάσεις είναι νομικώς ανυπόστατες. Η Ιστορία δεν θα συγχωρήσει ποτέ το κατάπτυστο και επονείδηστο ΝΑΙ στους οικονομικούς εισβολείς.
Το Σύνταγμα για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου γνώρισε τέτοια περιφρόνηση. Είναι ξεκάθαρη η συνταγματικη εκτροπή.
Το βιβλίο είναι πολυσέλιδο.
ΚΕΦΑΛΑΙΑ.
Οι παραβιάσεις της Εθνικής μας κυριαρχίας στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης.

Οι παραβιάσεις του Συντάγματος ως προς την επικύρωση των δανειακών συμβάσεων.

Αντισυνταγματική η παρουσία της ΤΡΟΙΚΑ στην Ελλάδα ως αντικυριαρχική.

Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία-Άρθρο 1 και 3 του Συντάγματος. Ο εμπαιγμός του λαού……….

Γενικές παρατηρήσεις.
Να σημειώσουμε ότι ο κύριος Βασίλειος Νικόπουλος επελέγει πρόεδρος του Αρείου Πάγου το 2007 από την τότε Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Είχε, δε, διατελέσει επί σειρά ετών μέλος του διδακτικού προσωπικου της Εθνικής Σχολής Δικαστών.

Εμείς νομίζουμε πως αυτά τα βιβλία πρέπει όχι να μπουν στις βιβλιοθήκες μας αλλά να διαβαστούν και να μελετηθούν με προσοχή ας πάνε από χέρι σε χέρι.
Φαινεται πως η οικογένεια το έχει να βγάζει μπροστάρηδες, όπως τη Χαρά Νικοπούλου.
ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ

ΑΠΟΡΙΕΣ.

Μια ζωή έτρεχα να συναντήσω τις επιθυμίες σου. Μια ζωή έτρεχα να βρώ τα βότανα να θρέψω τις πληγές της ψυχής σου. Και γινόμουν χαλί στα σκαλοπάτια της αυλής σου. Και περνούσες και γω έψαχνα στα μάτια σου τους ήλιους που τα φώτιζαν ή τα σκοτάδια που τα θόλωναν.Και πέρασαν τα χρόνια όπως περνάνε και δεν μπορείς να καταλάβεις πως; Και γιατί; Και κει που σκέπτεσαι και ψάχνεις τα αχνάρια της θάλασσας,και του νερού, εκεί ξεφυτρώνει ο πόνος. Απορείς πως μπορεί να βόσκει τόσος πόνος στην καρδιά σου; Και προσπαθείς να ξεδιαλύσεις το όνειρο που τα βράδυα σε κατατρόμαξε. Μα τώρα είναι προυνό και συ περιμένεις το βράδυ και λες πως αυτό το βράδυ θα είναι της ησυχίας. Θα είναι ίσως ένα βράδυ που θα βάλει τέλος στον πόνο. Και όλο αναζητάς τους χαμένους παραδείσους σου. Τότε που σαν βλαστάρι ένα τόσο δα παιδί γέμιζες με το κλάμα σου το σπίτι και γω εκεί να δω τι έχει η ψυχούλα μου. Πέρασαν τα χρόνια και ήρθαν δύσεκτοι καιροί μα δεν ήταν οι καιροί δύσεκτοι ίσως ήταν κακία που έχει πρόσυμο το συν.Εγώ συνεχίζω να ψάχνω στα ήλιοχώραφα της νιότης μου τα αγριόκρινα της Παναγιάς. Και κει ανάμεσα στα κρίνα το υπέροχο λευκόκρινο δίπλα μου στην αυλή της ψυχής μου. Τώρα που σύννεφα καλύπτουν τη ζωή μου, τώρα που οι άρπαγες σε πήραν μακρυά μου προσεύχομαι να είσαι καλά. Θέλω ολόψυχα να σε δω εκεί στο μικρό εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων.Καμια πραγματικότητα δεν είναι τόσο σκληρή όσο η άδικη τιμωρία των καιρών. Στα ήλιοχώραφα του δειλινού μου σε ψάχνω σε αραχνούφαντο πέπλο που δεν το κέντησαν νεράϊδες και θεές μα τα δάκρυά μου και η αγάπη μου για σένα.Οι απορίες μου πάντα θα υπάρχουν και ένα μεγάλο γιατί θα πλανιέται στον ορίζοντα.
Θυμάμαι συνεχώς όταν σου τραγουδούσα τα νανουρίσματα που είχα από το χωριό μου. Νανουρίσματα που έλεγαν πως τα γίνεις ένας τρανός ήρωας να λευτερώσεις και την άλλη μισή πατρίδα μας. Και ονειρεύουμαν να σε βλέπω από του Παραδείσου τις στοές και τους κήπους, λεβέντη να διαφεντεύεις τον κόσμο σου. Το δικό σου κόσμο που μπορεί να μοιάζει μικρός, μα είναι μέγας μια και περικλείει την αγάπη, την οικογένεια, τα ιδανικά.Σου λέω κάθε βράδυ καληνύχτα μα εσύ δεν με ακούς γιατί σε πλάνεψαν οι σειρήνες της δόξας. Και έχεις δίκιο. Το χρήμα πολλοί εμίσησαν τη δόξα ουδείς. Αν και στους καιρούς του χαλασμού και το χρήμα έχει για τους ανόητους περισσότερη αξία από τη δόξα. Θα ήθελα να σε δω μα δεν είναι στο χέρι μου. Είναι στο χέρι το δικό σου.Σταρίθρα και ανθόκρινε, μην αφήσεις να σε πληγώσουν της ζωής τα παραμύθια, γιατί παραμύθια είναι όλα όσα μας περιτριγυρίζουν.
Καληνύχτα θησαυρέ μου και όνειρα γλυκά. Η Παναγιά μας να σε σκέπει και να είσαι ευτυχισμένος.
Μα θα έχω την απορία, γιατί; Μπορεί η απάντηση για μερικούς που κάνουν με το νoυ τους ανώγια και κατώγια να είναι απλή μα τίποτε δεν είναι απλό όταν ζεις στις χαράδρες του Βίκου και μαζεύεις φύλλο φύλλο των βικογιατρών τα βότανα. τα βάζεις στα σακουλάκια της αυγής και τρέχεις στης νύχτες τις ασέληνες να βρεις τα τρίστρατα της φυγής η του ερχομού. Σήμερα η νύχτα είναι σκοτεινη τη σκεπάζουν τα μαυρα σύννεφα της Άνοιξης μιας Άνοιξης που δεν έχει αρχή και τέλος. Είναι η δική σου Άνοιξη είναι η δική σου ευτυχία. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά. Να θυμάσαι το νανούρισμα που κάθε βράδυ σου τραγουδούσα και όταν μεγάλωσες μου έλεγες μη με νανουρίσεις είμαι μεγάλος τώρα. Είσαι μεγάλοςθησαυρέ μου. Αλήθεια πόσο γρήγορα μεγάλωσες….Μα εγώ κρυφά θα σε νανουρίζω και θα σε προσέχω σα να είσαι μωρό.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Στην αξέχαστη Πηνελόπη Δέλτα.

Της εθνικής συνείδησης γλυκόλαλη καμπάνα

τα οράματα συντρόφιαζες, επότιζες σα μάνα

του Έλληνα που πάσχιζε σε δίσεκτους καιρούς

της λευτεριάς του να γευτεί τους άχραντους καρπούς.

Γαλούχησες με ιδανικά Ελληνικές γενιές

μες΄από τα βιβλία σου, στου κόσμου τις γωνιές.

Στάλαζες μέσα στις καρδιές αγάπη στην πατρίδα

πάντα σε δύσκολες στιγμές έσπερνες την ελπίδα.

Τις αρετές του Έλληνα, την πίστη στην Ελλάδα

φώτιζε πάντα λαμπερή του πνεύματος σου δάδα

με λόγια απλά που στάλαξαν το μέλι και το γάλα

με γέλιο, με συναίσθημα στου λογισμού τη σκάλα.

Ανέβαζες στους ουρανούς τον κάθε αναγνώστη,

τα ελληνικά ιδανικά στου κόσμου τον εξώστη.

Στον ήλιο πάντα ζέσταινες Ελληνικές καρδιές

στις τρικυμίες σκόρπιζες ελπίδας ευωδιές.

Έγραφες για ανθρώπινες αξίες κορυφαίες

Αλληλεγγύη σύμπνοια, αιώνιες ιδέες

αγάπης για τη λευτεριά, ανάγκη για ειρήνη.

Ποτέ δεν τροφοδότησες του μίσους το καμίνι.

Ασθένεια σε χτύπησε ανίατη, κυρία

μα τους αγώνες έδινες πάντα με καρτερία.

Δεν έσκυψες υπόδουλη στη μοίρα το κεφάλι

το σώμα εξασθένησε, το πνεύμα όμως θάλλει.

Κι όταν οι μπότες των Ναζί μόλυναν την Αθήνα

δεν άντεξες, αδούλωτη πανώρια γερακίνα

μια ηρωίδα έδειξες πως ζει και πως πεθαίνει

παράδειγμα αμίμητο στην ιστορία μένει.

Είχες τον τρόπο να ΄φευγές να πας αλλού να ζήσεις

όμως αυτά που δίδαξες δε θα ποδοπατήσεις.

Με δηλητήριο πικρό τέλειωσες τη ζωή σου

κι άφησες ανεξίτηλη σ΄όλους τη θυμησή σου.

22-2-2014.

Γιώργος Γιακουμινάκης ..Βαγιωνάς—

Στις 27-4-1941 η Πηνελόπη Δέλτα αυτκτονεί παίρνοντας δηλητήριο και η μεγάλη της ψυχή ταξίδεψε για τους ουρανούς λίγες ημέρες αργότερα στις 2-5-1941.

————————————————————–

ΕΣΤΙΝ.

Έλληνες γηγενείς ποιηταί

της οικουμένης  εστί φωτισταί

Ελληνορθόδοξοι πιστοί αγάπης δομηταί,

ειρήνης, ελευθερίας κόσμου δωρηταί.

Εστίν  η εορτομνήμη ποιητών

καθήκον των νεωτέρων τιμητών,

ματά τιμής ευγνωμοσύνης,

αγάπη Χριστού καλωσύνης.

Ο τιμών τους ποιητάς τολμών,

ελευθέρας βουλήσεως έστι δομών

άνθρωπος συνειδητής αληθείας

ψυχής ευγενείας θείας.

Χριστέ μου του κόσμου ποιητής

και γένους των Ελλήνων ανορθωτής,

γενού αντιλήπτωρ και διασώστης,

πάσης κρίσεως ημερών σώστης,

αφού ειλικρινώς μετανοήσωμεν,

εις εαυτούς ερχόμενοι κατανοήσωμεν,

ότι η πίστης Χριστού διασώζει μεν,

αεί ποτέ τους Έλληνας σώζει.

15 -3-2014.

Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, γιορτή ποιητών, Ακαδημία 50 Αθήνα.

Πάσχος Απόστολος του Ιωάννου.

Δρ Δρ

Παθολόγος Πηρυνικός Ιατρός.

Συγγραφέας Ιστορικός Ποιητής.

Κεντρική Πλατεία Μετσόβου

ΤΚ 44200

ΤΗΛ FAX 2656041273.

KIN 6944745303.

 

 

ΟΙ ΕΠΙΓΟΝΟΙ

Στον άνυδρο τόπο, δεν φυτρώνουν λουλούδια

φυτρώνουν αγκαθεροί θάμνοι που στοιχειώνουν το σήμερα

και χτίζουν το αύριο.

Στον άνυδρο τόπο φυτρώνουν χωρίς να μεταλλάσσονται

λουλούδια άγριας νιότης.

Μαυριδεροί λιόκαφτοι καίγονται στη φωτιά και στο σίδερο.

Ανδρόνωνται  στην αγάπη του χτες

και ομολογούν στην ομηρία του σήμερα.

Παρασέρνοντας στο αύριο και το μεθαύριο.

Κάτω από το μεγάλο δένδρο ένα παιδί

χορεύει λεβέντικα και φέρνει στα πίσω.

Χωρίς όνομα, χωρίς μορφή, χωρίς χαρακτηριστικά.

Τα λαμπερά μάτια προσδοκούν το Θείο μεγαλείο.

Και όλοι μαζύ εργάτες του χτες χτίζουν το αύριο χωρίς μιζέρια.

Πιστοί στους υπότιτλους της Ιστορίας.

Οι κοπέλες χωρίς ποδιές και μαντίλες, χαίρονται τη γιορτή λάμπουν.

Η γριά με την ποδιά και το μαντίλι γκούσια γεμάτη ρυτίδες

απλώνει το ζαρωμένο χέρι, λικνίζοντας το σκελετωμένο κορμί. της.

—————————————-

Οι σκιές ανεβαίνουν από τον Άδη

και πλανώνται στα φύλλα της μεγάλης Δρυός.

Η γριά λάμπει και χρησμούς μουρμουρίζει.

Οι επίγονοι έπαθαν αμνησία,κανένας δεν ακούει.

Μερικοί χάθηκαν στις δρακολίμνες και στις καταβόθρες.

Άλλοι χάθηκαν στις τρύπες των κοντονούρηδων.

Άλλοι γλιστρισαν στα βρύα των βράχων και άλλοι πορευθέντες

χάθηκαν στην παράλληλη ευθεία της αμνησίας.

Τρομαγμένοι ήρωες, χορεύουν γύρω από τη φωτιά.

Τα όπλα σκούριασαν πεταμένα στο χώμα.

Και οι άνομοι ψάχνουν χάνδρες στους χαλαζίες των βράχων.

Οι επίγονοι χωρίς επίγνωση χαμογελούν,

δείχνοντας τα σαρκοβόρα δόντια της άγνωστης άγνοιας.

Η αύρα της ύλης, τραντάζεται στη φωτιά των στοιχειών.

Ορυμαγδός, αφαιρούν το τελευταίο φύλλο συκής,

που έκρυβε τη γύμνια της καρδιάς.

Η πέτρα έγινε ένα με τον άνθρωπο και ο άνθρωπος ένα με την πέτρα.

που ο αγέρας,  τα θρυμμάτισε σε σκόνη

και στριφογύρισε στις γροθιές των πνευμάτων.

Που χάθηκες που κρύφτηκες θάμνε της ζωή;

περικοκλάδα της νιότης αστραπή των ονείρων;

Η τελείωση των αισθημάτων συμπαρασέρνε ι στην  απώλεια

Το ακονισμένο μαχαίρι ακουμπά στην καρδιά.

Ατελείς ως άνθρωποι, τέλειοι ως θεοί οι επίγονοι που χάθηκαν,

κρίνουν τους απογόνους που κρίθηκαν, εγνωρίστηκαν

και αφέθηκαν να οδηγούν στον άνυδρο τόπο.

τον τόπο των βράχων και των κυκλώπων..

Το μεγάλο δένδρο χαμογελά, ο Θάνατος οδύρεται,

η γριά μουρμουρίζει χρησμούς, κάτω απ΄το μεγάλο δένδρο,

κάτω από τα φύλλα της ΔΡΥΟΣ.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

 

Κριτική παρουσίαση του ποιητικού έργου “ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ” της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη από τον λογοτέχνη και απόφοιτο ανθρωπιστικών σπουδών Αλέξανδρο Ακριτίδη

Τα ρόδα του χρόνου – Μαρία Κολοβού – Ρουμελιώτη (Ωρίωνας)

 Ποίηση – Εκδόσεις Ωρίωνας
«Τα ρόδα του χρόνου» της Μαρίας Κολοβού – Ρουμελιώτη είναι από τα καλύτερα ποιητικά έργα που έχω διαβάσει. Μια εργασία πάνω στην ίδια τη ζωή, δοσμένη με έναν πραγματικά υπέροχο τρόπο.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια άρτια ποιητική ενότητα, μέσα στην οποία περιγράφονται τα συναισθήματα μιας γυναίκας στη δύση της ζωής της. Η Περσεφόνη θυμάται, νοσταλγεί και κάνει τον απολογισμό της ζωής της. Της χαμένης νιότης, των οικογενειακών στιγμών, των έντονων ερώτων. Ένα ταξίδι αυτογνωσίας και προβληματισμού για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Η Περσεφόνη ενσαρκώνει στον χαρακτήρα της όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν μια εύθραυστη προσωπικότητα. Γεμάτη ευαισθησίες, ονειροπόληση, νεανική αφέλεια. Η ζωή όμως είναι πραγματική. Έχει σάρκα και οστά και ξέρει να αποκαθηλώνει τα όνειρα, να φθείρει τους έρωτες, να ροκανίζει τα θέλω μας… Η τυφλή αγάπη που γίνεται εγκλωβισμός και το πρόσωπο του έρωτα, που το μεταλλάσσει η καθημερινότητα.
Με διάφορα λεκτικά τρικ, η ποιήτρια αποδίδει με γλαφυρότητα τους μονολόγους της ηρωίδας, πότε με αλλαγές προσώπου αφήγησης και πότε με κάποιους αμυδρούς ιδιωματισμούς. Η Μαρία Κολοβού – Ρουμελιώτη, ζώντας στη Δυτική πλευρά της Ελλάδας, είναι εμφανώς επηρεασμένη από την Επτανησιακή ποίηση. Χωρίς ιδιαίτερο κόπο αποδίδει με πιστότητα ολόκληρες ποιητικές ενότητες, κάνοντας χρήση μέτρου και ομοιοκαταληξίας. Μα το κάνει με έναν δικό της ξεχωριστό τρόπο, που ειλικρινά σε καθηλώνει. Νοσταλγική, τρυφερή, μελωδική και αλληγορική, συνθέτει ένα ποιητικό έργο ανεπανάληπτο. Δημιουργεί τέλεια πορτραίτα ανθρώπων και πλούσιες σκηνές, που θαρρείς πως τις βλέπεις μπροστά σου. Ιδιαίτερα η περιγραφή της νιότης γίνεται με εικόνες πολύχρωμες και έντονες, σχεδόν Διονυσιακές. Τέλος, θα μπορούσα άνετα να παραλληλίσω το έργο, σε οργάνωση,  μορφή και ύφος, με το καταπληκτικό Days Of Future Passed των Moody Blues
Δεν θα σας κουράσω άλλο. «Τα ρόδα του χρόνου» είναι ένας γλυκός αποχαιρετισμός της νιότης, ένας ειλικρινής ανθρώπινος απολογισμός για όσα επιτεύχθηκαν και όσα έμειναν ουτοπικά. Και τι εκπληκτική εικόνα! Η ονειροπόλα ηλικιωμένη γυναίκα, κλείνει την εξιστόρησή της κρατώντας την παιδική της κούκλα σφιχτά στα χέρια της.  Έτσι ακριβώς όπως ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα στη ζωή.
Δεν εντυπωσιάζομαι συχνά από μια ποιητική συλλογή, όμως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου ήταν μια έξοχη και αξέχαστη εμπειρία. Τα θερμά μου συγχαρητήρια στην ποιήτρια.

Ποιήματα Θεοφάνη Παυλίδη – Καθηγητή Α.Π.Θ.

1.ΜΑΤΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Τις δύσκολες μέρες αναζητούσα στα μάτια σου

τις ομορφιές του κόσμου,

διάττοντες αστέρες οι σκέψεις μου διέσχιζαν το άπειρο,

μα τα κέρινα φτερά μου λιώσανε, χάθηκαν και πνίγηκαν,

στο πέλαγος της άθλιας καθημερινότητας,

αφήνοντας την καρδιά μου να πλανιέται στο κενό.

Σε παρακαλώ άφησέ με να γείρω την ψυχή μου στα χέρια σου.

2. ΕΡΙΝΥΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Εκδικητικές τιμωροί οι Ερινύες σκέψεις μου,

με καλούν στο δύσκολο ανηφορικό δρόμο του καλού,

κλείνοντας, σε κάθε ξεστράτισμα, την πόρτα της ευτυχίας.

Αποκοιμούνται μαζί μου, οδοιπορώντας στον δρόμο του καλού,

αφήνοντας την αγάπη να με κυριεύσει.

Κοφτερά μαχαίρια οι αναμνήσεις με γυρίζουν στην ευτυχία,

των αθώων ευτυχισμένων παιδικών μου χρόνων,

δείχνοντάς μου το δρόμο.

3.ΦΙΛΙΑ

Με ρωτούν τι είναι φιλία

και γω τους δείχνω το Βαγγέλη, το Βάκη,

το Γιώργο, το Θανάση και το Ντίνο.

Μου ζητούν τον ορισμό της και πάλι τους δείχνω

το Βαγγέλη, το Βάκη, το Γιώργο,

το Θανάση και το Ντίνο,

γιατί αν οι ψυχές του Βαγγέλη, του Βάκη

του Ντίνου του Θανάση και του Γιώργου

δεν είναι η φιλία, τότε δεν υπάρχει.

4. ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΠΑΤΡΩΑΣ ΑΓΑΠΗΣ

Έπαυσε η αγάπη για την πατρίδα?

Οι ορμέφυτες καταβολές της ράτσας των ελλήνων

ναρκωμένες με τις ουσίες της ευδαίμονης αφθονίας,

δεν ορούν τις ασύμμετρες απειλές των εξωτερικών,

μα φευ, των εσωτερικών εχθρών?

Σύγχρονοι Εφιάλτες αφήνουμε τον Ξέρξη να διαβεί

χωρίς να ξυπνά ο Λεωνίδας μέσα μας,

ανοίγοντας Κερκόπορτες, στους βάρβαρους

Μωάμεθ της αντίπερας όχθης,

να εάλουν την πόλη,

λησμονώντας το λυτρωτή μαρμαρωμένο βασιλιά,

που περιμένει μέσα μας,

χύνοντας δείλια δάκρυα.

Είναι καιρός να ξεθάψουμε τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη,

Τον Περικλή, τον Επαμεινώνδα,τον Αλέξανδρο,

τον Ηράκλειο, τον Βασίλειο, τον Παλαιολόγο,

τον Ωριγένη, τον Κοραή, το γέρο του Μωριά,

τον Καραϊσκάκη, τον Κουντουριώτη,

τον Πλαστήρα, το Δαβάκη, τον Ελύτη,

μα πιότερο να ξυπνήσουμε τον έλληνα που κυλά στις φλέβες μας

ανασταίνοντας τον φοίνικα της φυλής μας.

5. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΤΟΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Πηγαίνοντας, με χιονισμένο κεφάλι,

στα εδάφη σου πατρίδα,

σφίγγεται η καρδιά μου,

σαν πρωτόγνωρη εξομολόγηση έρωτα.

Ο κόμπος της συγκίνησης με συνεπαίρνει

και αμφισήμαντα συναισθήματα με κυριεύουν,

χαρά, θυμός, λαχτάρα, λύπη,

προσδοκία και αδήλωτη προσμονή,

να συναντήσω αυτά που άφησα,

αυτά που ξέχασα, αυτά που έχασα,

Ψάχνω το σπίτι, που αντήχησε το πρώτο μου κλάμα,

Ψάχνω – αναπολώ τους γονείς μου,

τη γιαγιά τον παππού,

Ψάχνω το σχολιό και τους δασκάλους μου,

που έπλασαν το ζυμάρι μου με νερό και αλάτι,

Ψάχνω τους ήχους του κεραυνού

και της βροντής σου πατρίδα,

μα δεν τους βρίσκω, δεν τους βλέπω,

δεν τους ακούω,

μόνο ο χτύπος του ρολογιού, μου ζέστανε την καρδιά,

Ψάχνοντας, απάντησα στην αυλόθυρα της γενιάς μου,

τον πατέρα μου να μου χαμογελά δείχνοντας την καρδιά μου,

ότι εκεί σπάρθηκαν, εκεί υπάρχουν όσα αποζητώ.

Βαθειά αυτοκριτική με συνεπήρε στο γυρισμό μου,

για τους καρπούς που έσπειρα, για όσους δεν έσπειρα

και έκλαψα.

 

Mοιρολόγια. Του Χρίστο Θωμά.

Πρόλογος.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου στον ήλιο, όταν τα αυτιά μου έμαθαν να ξεχωρίζουν τους ήχους,ένα τραγούδι μου έγινε συνήθεια αγαπημένη. Το  ΜΟΙΡΟΛΟΪ

Τα μοιρολόγια, τραγούδια που η γιαγιά μου η βάβω- Λένη τα τραγουδούσε για το χαμό του Μήτσου της. Δεν ήταν προσευχή. Δεν ήταν μνήμη.Ήταν ο κόμπος στο σχοινί που κράταγε ενωμένους τους δυο κόσμους. Το δικό μας, τον υλικό και του άλλου κόσμου, τον άυλο.

Μέχρι που φύγαμε από το χωριό, τα μοιρολόγια στο γάμο, στην κηδεία,  ήταν δίπλα μας, μέσα μας.Οι μαυροφορεμένες γυναίκες, με τα μαυρομάντηλα γκούσια, ποιήτριες της ξενητειάς και του θανάτου. Να τραγουδούν για τους αγαπημένους.Η μνήμη ξαναγυρίζει χρόνια τώρα, όποτε διαβάζω τα μοιρολόγια του Χρίστου Θωμά, του αδερφού μου.Τα διαβάζω και γυρίζει η εικόνα της μάνας μας στα σκαλοπάτια να μοιρολογάει.Μες στα χέρια κρυμμένο το πρόσωπό της, δάκρυα που τρέχαν ως το λαιμό, το στήθος.Γυρίζει η εικόνα της λύτρωσης μέσα από το τραγούδι και το κλάμα, όταν κατέληγε κάθε φορά, κάθε πρωί.

Άντε γιε μου, τα είπαμε και σήμερα, ας πάω γιατί θα έρθει και αυτός ο δόλιος για μια μπουκιά, θάρθει και ο Παύλος από το σχολείο.

Αυτά μου φέρνουν στο νου τα μοιρολόγια  του Χρίστου Θωμά,του αδελφού μου. Στρωμένα με υπέροχο δεκαπεντασύλλαβο, τραγουδούν τους φίλους του που χάνει έναν έναν αλλά και τη μοναξιά μας κάθε φορά που ο μικρόκοσμός μας λιγοστεύει.

Μοιρολογάει για να κρατάει γερά τον κόμπο στο σκοινί, του Κάτω Κόσμου με τον πάνω.

Μοιρολογάει γιατί η ψυχή και η καρδιά του κρύβουν αγάπη και πόνο για τη ζωή και το τέρμα της, Μυστήριο Μέγα.

Κάθε φορά που διαβάζω τα μοιρολόγια σου αδελφέ μου κλαίω και χαίρομαι, – κλαίω για κείνους που έφυγαν και χαίρομαι που το μολύβι σου τους κρατά στη ζωή. Κλαίω και χαίρομαι την αρχαία χαρμολύπη του Γένους.

Θεσσαλονίκη 23 Ιουνίου 2009

Θεοφάνης Παυλίδης, Καθηγητής ΑΠΘ.

Στην Παρασκευή  Δημητρίου Πάκου.

Ώρα καλή Παρασκευή

Μελένια μου ξαδέρφη.

Καλότροπη αρχοντική

του κόπου καλομάνα.

Ο δρόμος είναι ανοιχτός

σπαρμένος με λουλούδια,

για να περάσεις λεύτερα

Παραδεισένιες Πύλες.