Ημέρα μνήμης του Τάσσου Παπαδόπουλου

Ημέρα μνήμης του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου, προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας σαν σήμερα έκανε το διάγγελμα στον Κυπριακό λαό και σε όλον τον κόσμο

Μάνα πεινάω

Τα χρόνια ήταν δύσκολα και μελαγχολικά.Το σπίτι ήταν μικρό δυο κάμαρες. Δυο κάμαρες με μια σκάλα πέτρινη που κατέβαινε στο κατώι. Αυτό το σπίτι πρέπει να το είχε ο αγάς για τους υπηρέτες του.
Άργησαν να κατεβούν στην Παραμυθιά. Δεν ήρθε και κανένας από το χωριό τους. Όλοι τράβηξαν κατά τα Γιάννενα.
Πριν γεράσει ο πατέρας της, βοήθαγε και κείνη και η μάνα της και έβαναν κάρνα και τα πήγαινας στα Γιάννενα στα μαγαζιά. Τώρα όλα τα ερήμωσε ο πόλεμος. Πόσες φορές, δεν είδαν τα χωριά τους να καίγονται; Πόσες φορές δεν κρύφκαν κάτω από σπέλες και από πάνω πέρναγαν οι οχτροί. Γερμανοί Ιταλοί, Τσάμηδες. Και ύστερα, οι δικοί μας οχτροί μεταξύ τους ήταν και αυτοί. Εχθροί ήταν όλοι. Και καλά οι ξένοι, μα και οι δικοί τους. Ναι και οι δικοί τους.Τους άρπαζαν το ψωμί, μα που να μιλήσεις. Χωριανοί τους ήταν και οι απο δω και οι απο κει. Έτσι στον εμφύλιο ήρθαν στην Παραμυθιά. Καλά ήταν. Ο κόσμος όλος γράφκε στα ντεφτέρια. Το χωριό τους δεν είχε καεί. Έτσι δεν μπορούσαν να πάρουν φράγκο. Είχαν και πατέρα στα ξένα χαμένον.Ούτε γράμμα ούτε γραφή.
Και η Παραμυθιά ήταν πολύ όμορφη,έτσι που ήταν χτισμένη στην πλαγιά,όπως το χωριό τους. Και οι δρόμοι είναι γκαλντερίμια έτσι είναι τα χωριά που είναι σε πλαγιά. Και στο χωριό τους, τα σπίτια είναι δίπατα και τρίπατα όπως του Μάντζιου και του Σαράκη. Δεν είναι όμως κάστρα, όπως των αγάδων. Τι κάστρα δηλαδή γκρεμισμένα καταστραμμένα σε πιάνει φόβος σαν διαβαίνεις μπροστά.
Το κατηφορικό έδαφος τους ανάγκαζε να κάνουν κατώγια και γκουμπέδες.. Μέσα στο κατώι έβαζαν τα λίγα ζωντανά τους, μια κατσίκα και λίγες κοτούλες το γομάρι και τα πρόβατα. Οι αγάδες σίγουρα σε τούτα τα τεράστια σπίτια δεν βάζανε ζώα κάπου θα είχαν υποστατικά όπως είχαν και κάποιοι στο χωριό τους.
Κλειδωναν καλά το κατώι και έβαζαν σε μια τρύπα που είχαν στον τοίχο για να βγάζουν τις κότες μια μεγάλη πέτρα και μια πλάκα. Μέσα έβαζαν σε μια γωνιά χωρισμένη με τσατμά το λίγο τυρί που έκαναν από την κατσικούλα τους. Κάθε τρεις μέρες μάζευαν το γάλα οι τρεις γειτόνισσες και ΄εβαζαν τυράκι.Μια μέρα η μια, μια μέρα η άλλη και την πριάλη μέρα η τρίτη.
Έτσι το γάλα ήταν περισσότερο και γένουνταν μια τσαντίλα τυρί ίσα με μια οκά..Το τυρόγαλο δεν το πέταζαν,με αυτό έκαναν γκίζα που την έβαζαν μέσα σε τομάρι από κατσίκι, το ασκί.
Την γκίζα την έκαναν και ξερή όπως τώρα τη μυζήθρα για μακαρόνια. Ήταν τόσο αρμυρά που δεν γλωσσιάζονταν.
Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν, μα όπως άκουγα από τις γειτόνισσες εκείνη τη χρονιά έχασαν το λίγο στάρι που είχαν σε μια σποριά τόπο. Πριν το θερισμό έπεσε χαλάζι θιάμα ίσα με λεφτόκαρο Έπεσε πείνα μεγάλη. Πολλές οικογένειες ζήταγαν βοήθεια από τη Μητρόπολη. Δεν γνώριζαν κανέναν, που να πήγαιναν.
Ετούτη η πείνα έμοιαζε με της κατοχής. Τα βράδυα έκαναν ζεματήρα. Νερό με λίγες σταγόνες λάδι και μέσα λίγο ψωμί να φουσκώσει και πολύ καφτερό κόκκινο πιπέρι. Το μοίραζε η μάνα με το ξύλινο χουλιάρι.. Μια κουταλιά δική της δυο του παιδιού του ασκάραντου και μια και μισή της τσούπρας.
Ήταν μεγαλύτερη. Κοίταγε με θυμό τη μάνα της. Και κείνη πεινάει κι ας μη φωνάζει πεινάω, όπως το ασκάραντο.
Ο Χρήστος πήρε το τσιμπολόι με το βιβλίο και το τετράδιο, και πήγε για το σχολείο. Δεν πρόλαβε να φτάσει στο σχολειό τα πόδια του λύγισαν,τα ματάκια του έκλεισαν και έπεσε καταγής.
Έτρεξε μια γυναίκα και φώναξε, ουι χαλασιά μου, πέθανε το παιδί τση Μπίλως..
Αλαφασμένες έτρεξαν να της πάνε το χαμπέρι. Ο Χρήστος έπεσε κει σιακάτου μπα’ι’λντισμένος.
Έτρεξε κουτρουβαλώντας στα γκαλντερίμια.Με τα ποδάρια της απόδετα.
Το άρπαξε το έβαλε στην αγκαλιά της και άρχισε να το μοιρολογάει. Χρήστο μου παιδάκι μου.
Σκάσε, της είπε η αδερφοπτή της. Σκάσε, το παιδί δεν έχει τίποτε.
– Άντε μη σου πω καμιά κουβέντα βαριομέζα που το παιδί δεν ανοίγει τα μάτια να με δει, και συ λες πως δεν έχει τίποτας.
Μέσα στην ποδιά της, καθώς το ζέσταινε, άκουσε να της λέει, μάνα ψωμί και ξανάκλεισε τα ματάκια του.
Ήταν δώδεκα χρονών και χώραγε στην ποδιά της.
Κοίταξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Αντράπκε, άκουσαν όλοι το παιδί να λέει μάνα ψωμί, μάνα πεινάω.
Μπορεί να πείναγαν όμως δεν ήθελε να το ξέρει ο κόσμος. Είχε μπάλα. Ποτέ δεν ζήτησε τίποοτε και το μόνο που ζήταγε ήταν δουλειά, μα δεν την έπαιρναν. Ήταν γριά στα εξήντα της χρόνια.
Η αδερφοπτή της, την κοίταξε με πόνο. Σύρτο στη μητρόπολη να του δώσουν αλεύρι και τυρί γάλα και ρούχα, να του δώσουν λεφτά τώρα που είναι άρρωστο, σύρτο.
Δεν είμαι γραμμένη, το ξέρεις τι μου λες.
Σύρε να τα’ι’σουν το παιδί και μετά θα μπορέσεις να γραφτείς.
Πάνω από το κεφάλι της ήταν μια κυρία καλοντυμένη. Φορούσε και μια άσπρη ποδιά λουλουδάτη γυρισμένη σιαπάνου, κάτι είχε μέσα.
Πήρε παράμερα την αδερφοπτή της μάνας και της έδωσε ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί. Είχε και ένα ντενεκεδάκι με γάλα.
Αύριο εδώ τους είπε.
Την άλλη μέρα στο ίδιο μέρος, η μάνα περίμενε τη γυναίκα. Δεν ήταν ξένη την ήξερε από το χωριό. Ένοιωθε ντροπή, μα το παιδί της ήταν σε κίνδυνο.
Ήρθε και της έδωσε γάλα και ψωμί. Κοιτα να δίνεις στο παιδί και ένα αυγό…… Ξέρω- ξερω, όμως το παιδί έχει αδενοπάθεια, χρειάζεται καλή τροφή. Στο χωριό μας δεν έχετε κανέναν;
Χουχλουβάγιες θα λαλάν στο σπίτι μας,έχουμε χρόνια που γυρίζουμε σαν τους γύφτους. Πότε στα Γιάννενα πότε στα χωριά. Και τώρα εδώ λέμαν να στήσουμε κορωνιό.
Όσο είστε εδώ εγώ θα κοιτάω το παιδί, όμως στο χωριό θα μπορείς να βάνεις και ένα μποστάνι, λίγο λιανό, λίγα καλαμπόκια. Σύρε το παιδί θέλει καλό φα’ι’.
Άνοιξε το σχολειό και στο χωριό μας. Είναι δάσκαλος ο Αγγελίδης. Να δεις πως θα είναι καλύτερα στο χωριό.
Σε λίγες μέρες έμασε το καταντιό του σπιτιου έδεσε την κατσίκα με μια τριχιά και ανηφόρισε κατά τη σκάλα.
Το παιδί γκότσι.
Πως να ανεβείς τούτη την ανηφοριά δύσκολο. Το παιδί πότε κοιμούνταν και πότε ζήταγε λίγο ψωμί. Μάνα πεινάω. Δίπλα της η τσούπρα της, ανέβαινε τραβώντας την κατσίκα ενώ σε ένα σακκούλι στην πλάτη είχε δυο κότες. Τις άλλες τις πούλησαν.
Εκεί στο χωριό τα πράγματα πήγαν καλά. Έδιωξε τις χουχλουβάγιες από το σπίτι. Παρακάλεσε τα σόγια να της δώσουν κάνα θυλικό κατσικάκι η προβατάκι, να το μεγαλώσει να πιάσει κοπάδι, και άλλο κανένα ζώο και να τους το γυρίσει άμα πιάσει μαγιά.. Πήγαινε όπου είχαν σκάλο, θέρο, παντού. Έτρεχε στις δέσες για το νερό. Κόπος πολύς.
Ανάπιακε το νοικοκυριό της. Σε δυο χρόνια ξανά στην Παραμυθιά να πάει το παιδί στο γυμνάσιο.
Τώρα είχε είκοσι πρόβατα και μια γίδα. Έβανε μποστάνι, καλό καλαμπόκι και λιανό. Θα πούλαγε τα αρνια ένα το μήνα θα μάζευε και ότι μπορούσε να μάθει γράμματα το παιδί. Η τσούπρα ήταν κουφή, αυτή ήταν για τα χωράφια θα έμενε στο χωριό. Ακουγε δηλαδή μα δεν άκουγε καλά και έτσι τη φώναζε όλο το χωριό η κουφή..
Και πήγαν στην Παραμυθιά πολλά παιδιά απ΄πο το χωριό τους.
Και νοίκιασαν ένα δωμάτιο ο Χρήστος, ο Μέλτος, και ο Θόδωρος. Ήταν σόι τα τριά παιδιά από το χωριό δυο αδέλφια και κείνος. Τότε για να πας γυμνάσιο έδινες εξετάσεις και μπήκαν με την πρώτη και οι τρεις. Και πήγαιναν σκολειό με τα καπέλα τους με παπούτσια τους έστω και μπαλωμένα.
Έφερναν οι μάνες ψωμί κάθε Σάββατο και ξύλα στην πλάτη να τα πουλήσουν στο παζάρι να πάρουν ότι χρειάζονταν τα παιδιά, μα και αλάτι και βαφές για τις φλοκιάρες.
Έφερναν και τα ρούχα καθαρά, ασιδέρωτα, που σίδερο στο χωριό τότε. Τα έβαζαν κάτω από το κρεβάτι να στρώσουν.
Τη δεύτερη χρονιά ο Χρήστος λιγοθύμησε. Τρόμαξαν τα παιδιά. Φώναξαν βοήθεια.
Πήγαν σκιαγμένα γρήγορα στον τηλέγραφο να πουν στο χωριό τα χαμπέρια.Ο τηλέγραφός δεν έπιανε. Ποιος να πάει και ποιος θα μείνει, έριξαν σπορτίτσα.Θα πάει ο Μέλτος. ο Μέλτος τρομαγμένος μα έπρεπε να πάει ήταν φίλοι πάντα. Εφτά ώρες περπάταγε. Έτρεμε το φυλλοκάρδι του όταν άκουγε σκυλιά μα έφτασε στο χωριό…Ο μέλτος και ο Χρήστος, έτσι έμειναν ως το θάνατό τους φίλοι.Σαν είδε η μάνα το Μέλτο τση κόπιε η ανάσα.
Και πήραν το δρόμο για την Παραμυθιά. Έφτασαν. Είχε περάσει μια ολόκληρη μέρα. Η δόλια η μάνα έτρεμε ήθελε να μάθει για το παιδί. Της είπαν πως πήγε ο γιατρός μόνος του να το δει.
Διάγνωση, μεγάλη αδενοπάθεια. Συνταγή, φάρμακα μα και καλό φαγητό.Βούτυρο, γάλα αυγό και κρέας.
Γεμάτη απόγνωση το πήρε καβάλα στο γομάρι του Σωτήρη για το χωριό. Τώρα ήταν μεγάλος δεν ήταν σαν τότε που τον πήγε στην ποδιά και γκότσι. Αλήθεια τώρα ήταν μεγάλος ή τότε ήταν πιο γερή;
Όταν έφτακε στο σπίτι, έβαλε το σκουσμό. Τώρα τούτο το παιδί είναι σακάτικο. Μπορεί να μην ξαναπάει στο γυμνάσιο.
Λύθκε το κορμί της ετούτο ήταν η απαντοχή της, τα άλλα έφκαν για την Αθήνα, έπιακαν δουλειά, τούτο ήταν άρρωστο πα να πει φθισικό. Της είπε ο γιατρός ο στραβοτσιάγουλος, πως άμα του δίνει να τρώει θα γένει καλά και θα πάει ξανά στο γυμνάσιο.
Χάρκε, και έβγαλε το σκασμό, μετά ανασκουμπόθκε και έβαλε τα δυνατά της, μέχρι πλάκες έστηνε, στο σώχωρο να πιάνει τσιρούλια να τα ψένει να τρώει το παιδί.
Πήγαινε για τα πρόβατα και μάζευε μπόρπολα να του ψήνει να τρώει. Μέχρι σκατζόχερι έσφαξε για το παιδί της.Έτρωγαν και οι άλλοι στο χωριό τους.
ο γιατρός όταν περνούσε κατά τα χωριά, πέρναγε να δει το παιδί. Τα μάγουλά του άρχισαν να κοκκινίζουν. Πάχυνε,ψήλωσε, και η μάνα καμάρωνε πως έκανε το τυρί τους χωρίς βούτυρο. Το βούτυρο το έβγαζε στη βλάντα για το παιδί της, να το βάνει σε λίγο ψωμί.
Του έφερε ο γιατρός βιβλία από την Παραμυθιά, δικά του βιβλία, να διαβάζει να μη χάσει τη χρονιά.
Και διάβαζε και έπαιζε φλογέρα και έγραψε το πρώτο του βιβλίο με πατριωτικά ποιήματα.
Σε έξη μήνες και ενώ το σχολείο τελείωνε πήγε για να δώσει εξετάσεις. Αν έγραφε θα του χάριζαν τις απουσίες. Και έγραψε.
Βέβαια τα παιδιά του χωριού που ήταν στο γυμνάσιο, στις γιορτές που ήρθαν, τον βοήθησαν πολύ.
Πήγε έδωσε εξετάσεις και πέρασε.
Αυτό ήταν. Από τότε τα αδέλφια του νοιάστικαν αφού μια χρονιά σχεδόν έλειπε και κατάφερε να περάσει θα τον βοηθήσουν.
Ένα παλιό δικό τους ρούχο, μια κονσέρβα γάλα, λίγο σταρένιο αλεύρι λίγες δραχμές.
Τελείωσε το γυμνάσιο, πήγε φαντάρος, τελείωσε και τη σχολή δημοσιογραφίας και έγινε ένας διακεκριμένος πολίτης.
Η γυναίκα που του έδινε ψωμί στην Παραμυθιά, ήταν η μάνα του Στέφανου του Σαράκη.Η πεθερά της Ιφιγένειας.
Με τόση φτώχεια, αυτά τα παιδιά, με τόσα βάσανα κατάφεραν να ανοίξουν τους δρόμους της ζωής τους. Και ήταν πάντα έτοιμοι για θυσίες.Άνοιγαν δρόμοι πολλοί τότε μπροστά τους. Ποιον θα ακολουθούσε ο κάθε ένας, ήταν δικός του λογαριασμός. Όλοι ‘ήθελαν να φύγουν, όλοι ήθελαν κάπου να παν. Σαν να μη τους χώραγε ο τόπος τους.
Ήταν όμως και το πάθος, να έρθουν στην Παραμυθιά από τα χωριά, από την Παραμυθιά να πάνε στα Γιάννενα, από τα Γιάννενα στην Αθήνα, στην Αυστραλία, στην Αμερική και την Ευρώπη. Να δουν κόσμους, να κυριέψουν κόσμους.
Για να σπουδάσουν τα παιδιά,οι μάνες έφερναν στην Παραμυθιά καλούδια για πούλημα.
Στην πλάτη τα έφερναν, ζαλικωμένες τα κουβάλαγαν από το Σαλονίκη, τη Ρίζα και τα χωριά της Σκάλας.Ξύλα, φουσκή, αυγά, κότες, μποστανικά.
Έτσι αυτοί που πήγαν κοντά, γύρισαν πίσω στα χωριά τους. Έμειναν σιακάτ΄ όσοι έφυγαν κατά τη θάλασσα. Κάποιοι γύρισαν πίσω στα χωριά τους, για να φύγουν σε λίγο οι νέοι, και να μείνουν μαυροφορεμένες οι γυναίκες σαν κουκουβάγιες, να μοιρολογάν τη μοίρα τους τη μαύρη. Χωρίς άντρες χρόνια, χωρίς δικό τους κουμάντο, κάτω από μια σκλήρή πεθερά πέρασαν τα χρόνια τους. Και τώρα έμειναν να περιμένουν τα Καλοκαίρια και τις Πασχαλιές να δουν στο σπίτι τους τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Και ως να έρθουν να φύγουν και να μείνουν πίσω με τον πόνο στα χουλιάρι της καρδιάς.
Και αν τους έλεγαν να πάνε στα ξένα ακόμω και στην Αθήνα, δεν ήθελαν, πως θα ζήσουν χωρίς αέρα στην Αθήνα,, χωρίς κήπο, χωρίς τα χωράφια τους. Πως θα ζήσουν χωρίς τη ρόκα τους,χωρίς να ακούν τον κότσυφα να λαλάει,τον κούκο να φέρνει την Άνοιξ
η, την κουκουβάγια να φέρνει το θάνατο, πως θα ζήσουν χωρίς να ακούν το αηδόνι και την καρδερίνα;
Εδώ θα πεθάνουν οι γέροι, κουράσθηκαν, είναι πολλά τα χρόνια κι ας περάσαν γρήγορα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.
Του Χρήστου Θωμά

Η Πατρίς και τα νεκρά παιδιά της
.
Ω Ελλάς γλυκειά Πατρίς μας
εσύ είσαι η ελπίς μας.
Έλα ζύγωσε κοντά μας
εδώ σιμά στα μνηματά μας.

Δες το χώμα το αγοασμένο,
πούναι μ΄αίμα ζυμωμένο.
Πως σκεπάζει τα κορμιά μας,
που δοξάσαν τη γενιά μας.

Πάρ΄αμάραντο στεφάνι,
κι έλα να μας στεφανώσεις,
σάβανα από χρυσάφι
τα κορμιά να σαβανώσεις.

Χρήστος Ιωάννου Θωμάς
1950 μαθητής έκτης τάξης
Γυμνασίου Παραμυθιάς.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

ΟΝΕΙΡΟ

Μέσα στης μέρας τη χαρά,
αγάπη, δεν χωρούσες.
Τη νύχτα δανειζόμουνα,
για να σε συναντήσω.
Κάπου στα μεσοπέλαγα,
στων άστρων τα λημέρια,
στων γαλαξίων τα φτερά,,
που λάμπουνε ξεφτέρια..
Σα φάρος μεσιπέλαγα,
που θάλασσες φωτίζει,
που κλέβει φως απ΄τη ζωή,
που σε καλωσορίζει.
Εκεί τη νύχτα ήμουνα,
το όνειρο ποθούσα,
το όνειρο στην κουπαστή,
να είμαι γω η μούσα.
Και συ λυράρης μουσικός
για με να παιζεις λύρα,
να με ζηλεύουν τα πουλιά,
για την καλή μου μοίρα.
Και μες τη νύχτα τη βαθειά,
και μέσα στο σκοτάδι,
να λουλουδίζει η χαρά,
να πρασσινίζουν κάμποι.
Εκεί έρχόμουνα εγώ,
στης νύχτας το ταξίδι
το ήταν όνειρο γλυκό,
η μέρα μου, ήταν ξύδι.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Αμύντορες Λαοφόροι

Τα εγκαίνια του πολιτιστικού χώρο ΄΄ΦΡΑΝΣΙΚΟ ΝΤΕ ΜΙΡΑΝΤΑ΄΄ έγιναν την 10 /2 /2016 με την έκθεση ΄΄ΑΜΥΝΤΟΡΕΣ ΛΑΟΦΟΡΟΙ΄΄ το εικονοστάσι του αποικιοκρατικού αγώνα, με τα έργα των ζωγράφων Γιάννη Γίγα -Πέγκυ Κούβαρη Χάρητος 6 Κολωνάκι.
Βιογραφικό σημείωμα.
Οι εικαστικοί Γιάννης Γίγας και Πέγκυ Κούβαρη αποφοίτησαν στις αρχές της δεκαετίας του 90 από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Είναι σύντροφοι στη ζωή ήδη από τότε.
Συμμετείχαν σε επιλεγμένες ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Το σύνολο του κοινού τους έργου είναι απεικόνιση του αγώνα ΄΄για ελευθερία και γλώσσα΄΄ συμπεριλαμβανομένων των αγιογραφήσεων. Εργάζονται τα τελευταία 12 χρόνια δημιουργώντας ένα σύνολο έργων που αποσκοπεί στην ανάδειξη του οικουμενικού χαρακτήρα του Ελληνισμού και του τρόπου που οι αξίες τις οποίες παρέδωσε στον κόσμο επέστρεψαν ως αντιδάνεια για να επαναπροσδιορισθούν στην πηγή της οικουμενικής Ελληνικότητας και να παραδοθούν και πάλι.
΄΄Συνεχίζουμε βράδυ πρωί να λιώνουμε μολύβι για την τιμή και για τη λευτεριά΄΄
Γιάννης Γίγας
Η έκθεση θα είναι ανοικτή κάθε μέρα εκτός Σαββάτου και Κυριακής και για τις ώρες 9πμ-5μμ
Φωτογραφίες, στο fb χειμαρρος εφημερίδα

Έκθεση “Αμύντορες Λαοφόροι”

Screen shot 2016-02-09 at 5.57.16 PM

Η Πρεσβεία της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας στην Ελληνική Δημοκρατία, θα εγκαινιάσει τον πολιτιστικό χώρο του «Francisco de Miranda» στη Χάρητος 6, Κολωνάκι, την Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου, στις 19.00.

Με την ευκαιρία των εγκαινίων του πολιτιστικού χώρου, οι καλλιτέχνες Πέγκυ Κούβαρη, Γιάννης Γίγας θα μας παρουσιάσουν μια αποκλειστική ενότητα με πορτρέτα από ήρωες και κοινωνικούς ακτιβιστές της παγκόσμιας ιστορίας, με τον τίτλο «Αμύντορες Λαοφόροι: Το εικονοστάσι του αντιαποικιοκρατικού αγώνα».

Με την ευκαιρία των εγκαινίων, θα γίνει και η επίσημη παρουσίαση της πρώτης έκδοσης του δίγλωσσου περιοδικού (ισπανικά και ελληνικά) «Chávez vive» (“Ο Τσάβες ζει”), με άρθρα για την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία, τις διεθνείς σχέσεις, τον πολιτισμό, και τον τουρισμό, μεταξύ άλλων, και θα απευθύνεται τόσο στο κοινό της Βενεζουέλας και της Λατινικής Αμερικής, το οποίο ζει στην Ελλάδα, καθώς και στο ελληνικό κοινό.

Ο Πρέσβης, Farid Fernandez, θα απευθύνει ένα σύντομο χαιρετισμό προς τους καλεσμένους, ενώ θα προσφερθεί ποτό και μπουφές στους παρευρισκόμενους.

ΙΣΩΣ

Ήμουν δυνατή,
γιατί μπορούσα να κρύψω τα δάκρυά μου,
πίσω από το νερένιο καταράκτη της πηγής τους.
Ήμουν δυνατή
γιατί τις κραυγές του πόνου μου, τους έκανα τραγούδι.
Ένα τραγούδι δημοτικό, μια άρια τραγική.
Ήμουν δυνατή
γιατί τις σφιγμένες γροθιές του θυμού μου,
τις έκανα πολύχρωμα κουβάρια μοντέρνας τέχνης,
Ήμουν δυνατή
γιατί αυτό μου είπαν και τους πίστεψα.
Έτσι κουβαλούσα στην αδύναμη πλάτη μου
όλους τους πόνους, όλων όσων αγαπώ.
Μήπως η δυναμή μου ήταν η ΑΓΑΠΗ;
ΙΣΩΣ
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Η ΖΩΗ

Στους λαβυρίνθους σου ζωή περπάτησα,
κρατώντας δάφνη και κλαδιά από κέδρο μυρωδάτο
στις δρακότρυπες και στις δρακοσπηλιές κοιμήθηκα,
όνειρα γλυκά δεν είδα, μα ούτε εφιάλτες με τάραξαν.
Άνέμιζα πάπυρο με άγνωστη γραφή, αδιάβαστη.
Έβαλα φωτιά στα φύλλα της συγνώμης και του ελέους.
Προσπάθησα να μαντέψω το αύριο σε χρόνο σημερινό.
Με εμπόδιζαν οι νυχτερίδες της πάλης του κακού.
Απόμεινα εκεί στα κροκαλόφκιαχτα βουνά σου ζωή.
Άκουσα τον αντίλαλο του χθόνου να με ρωτά, γιατί;
Δεν είχα απάντηση, το μόνο που είχα ήταν η υπομονή.
Άφησα τον κέδρο και τη δάφνη, δώρο ακριβό στους Θεούς.
Θεούς ανθρώπινους,γεμάτους αδυναμίες, γεμάτους πάθη.
Με έρωτες που μόνο κοινοί θνητοί μπορούν να νοιώσουν.
Έμαθα τον εξαγνισμό στην πηγή της Αρτέμιδος.
Ήταν μακρυά και γω δεν μπορούσα να βγω απ΄τη δρακότρυπα,
δέσμια με κρατούσε η υπομονή, η επιμονή, και το λάθος.
Προσπάθησα να βγω από τα νύχια σου υπομονή.
Με κρατούσες σφιχτά, θήραμα αθήρευτο, ανίκανο,φυγής.
Εκεί στους λαβυρίνθους της υπομονής, της θυσίας,
απέμεινα με κρυμμένο το δάκρυ της και το χαμόγελοτης,
χωρίς τριγμούς οδόντων, χωρίς βλέμμα απόγνωσης,
μονάχα με τη ζέστη της στάχτης μια παρελθούσας ζωής.
Εκεί πάντα, πάνω στη στάχτη χάραζα με τη μασιά,
δρόμους φυγής, δρόμους απέραντης ελευθερίας.
Δρόμους στη στάχτη, που τους έσβηνε ένα απλό φύσημα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Η ΠΟΔΙΑ

Αν ήταν εδώ η μάνα μου θα με σταύρωνε και θα έλεγε, τούτο το τσουπρί, είναι αλαφρο’ι’σκιωτο, ότι θυμάται χαίρεται. Και γω η χαζοχαρούμενη θα της απαντούσα πως σήμερα όλο το βράδυ σκεπτόμουν την ποδιά της γιαγιά μου της Γεωργίας, ραμμένη από πράσσινο ατλάζι ντυμένη με ένα αέρινο ύφασμα βαμβακερό σαν γάζα για να μην φαίνονται οι κόμποι από τα κεντήδια, και κεντημένη με περίτεχνα λουλούδια σαν μα’ι’σιο στεφάνι που τα τριαντάφυλλα είχαν τον πρώτο λόγο, δίπλα σε άσπρες μαργαρίτες και σε γαλάζια χρυσάνθεμα. Όταν ήμουν στο χωριό, τη φορούσα και καμάρωνα σα γύφτικο σκαπάρνι.Η θεία μου η Αλέξαινα φοβόνταν μην την καταστέψω όπως και το ζαγορίσιο μαντήλι της, που ήταν υφασμένο στο Ζαγόρι μαύρο με τραντάφυλλα μωβ, κόκκινα, άσπρα, σε μια περίεργη αρμονία και λεπτό πολύ λεπτό σαν γάζα και τούτο ήταν στο χέρι. Τι υπομονή και τι μεράκι έπρεπε να έχει ο υφαντής των υφασμάτων αυτών!!!!Το κοι τάω γιατί εγώ είμαι η κληρονόμος όλων των παλιών, και πνίγομαι στις αναμνήσεις.
Αλλά τι την ήθελαν την ποδιά και γιατί είχαν τόσες πολλές; Ποδιές μαύρες μεγάλες με μεγάλες τσέπες. Ποδιές καρώ μικρότερες και ποδιές άσπρες βαμβακερές κεντημένες που τις χρησημοποιούσαν όταν έκαναν τα πρόσφορα.
Απορούσα γιατί ήταν ένα πράγμα η ποδιά, που τη φόραγαν οι γυναίκες ακόμα και στις γιορτές.
Την εξήγηση μου έδωσε ο πατέρας μου. Την ποδιά την φορούσαν όλη την ημέρα και όλες τις ώρες σαν εργαλείο δουλειά όπως και το σουγιά το μαυρομάνικο που κρέμουνταν από το ζωνάρι της ποδιάς τους.
Ακόμα, τα παλιά χρόνια στα χωριά μας δεν φορούσαν βρακί, έτσι όταν κάθονταν σιάδι η ποδιά που κρέμουνταν μπροστά, τις προστάτευε από αποκαλύψεις.
Ακόμα ακούω τη γιαγιά μου να μου λέει, όταν κάθεσαι, να κάθεσαι καλά και να πιστρώνεσαι.
Αλλά η ποδιά δεν ήταν μόνο για να μην λερώνουν τα ρούχα τους και για να !!!!! πιστρώνονται. Η ποδιά ήταν η τσάντα τους και η τσάντα για τα ψώνια τους ή το μάζεμα καρπών ήμερων και άγριων. Για πορτοφόλι είχαν ένα λευκό σακουλάκι κρεμασμένο στο λαιμό τους με ένα στριφτό σπάγγο,αυτό έκλεινε σαν πουγκί,ήταν ένα πουγκί όπως για τους άνδρες ήταν καπνοσακούλα. Αυτό το πουγκί ήταν για να μην χάσουν τις λίγες οικονομίες τους. Όσες δεν είχαν πουγκί τις έδεναν κόμπο στο μαντίλι του κεφαλιού τους.
Στη τσέπη από την ποδιά έβαζαν το μαντήλι τους ένα μεγάλο που σκουπίζουνταν κι ένα μικρό κεντημένο που σκούπιζαν κανένα δάκρυ ή τα χείλη τους και λίγες καραμέλες ή ζαχαρκά για να ξεγελάν κανένα παιδάκι.
Όταν πήγαιναν στον κήπο να μάσουν χόρτα, η ποδιά τους, έκανε χρέη σακουλιού. Τα μάζευαν στην ποδιά, τα καθέριζαν στην οχτιά, και μετά πέρναγαν από τη βρύση η το πηγάδι, να τα πλύνουν και να τα βάλουν στην ποδιά τους που είχαν ξεπλύνει να μην έχουν χώματα να είναι έτοιμα.
Βρεγμένη όπως ήταν την κράταγαν στα χέρια τους με τα λαχανάκια τους, που σε λίγο θα γίνουνταν λαχανόψωμο, πίτα ή τσιγαρίδια. Ήταν τα λάχανα και τα όσπρια η βασική τροφή των ανθρώπων, πολλές φορές και αλάδωτα με ένα κομμάτι μπομπότα..
Αυτές ήταν οι μεγάλες ποδιές που πολλές φορές τις φόραγαν έκεί στον κήπο πάνω από την καρώ ποδιά τους που την κράταγαν καθαρή να μη γελάει ο κόσμος Γιατί αν σε έβλεπαν με λερωμένη ποδιά προ παντός από λάδι τότε σου έβγαινε το όνομα πως δεν είσαι νοικοκυρά κι άν είχες τσούπρες άντε να βρουν γαμπρό…..
Έχω δει πως στην Κρήτη έχουν ποδιές που είναι οι τζέπες τους σαν σακούλια και τις έχουν για το μάζεμμα των χόρτων. Εμείς τέτοιες ποδιές δεν έχω δει να έχουμε.
Η ποδιά η καρώ ήταν και ποδιά για έξω από το σπίτι αφού όταν πήγαιναν στο μπακάλη τα πράγματα τα έπαιρναν στην ποδιά και όχι σε σακούλι.Βλέπεις οι παραμυθιώτισσες οι φερτές από παλιά, δεν ήθελαν να κρατάν σακούλια, εκτός αν ήταν κεντημένα σε τσουβάλι πολύχρωμα με ένα βασικό σχέδιο το δένδρο της ζωής και δυο πουλιά πάνω τους, ή αν κράταγαν δίχτυ κι αυτό σπανίως. Βέβαια ψώνιζαν και οι άνδρες, μα έπαιρναν ένα δυο βασικά και τα άλλα η γυναίκα τους. Πολλές γυναίκες που ήταν στην άκρη και είχαν έρθει τότε από τα χωριά πήγαιναν με τα σακούλια τους στην πλάτη περήφανες στητές με την ποδιά τους, το μαντήλι τους τσεμπέρι δεμένο έτσι που να φαίνονται οι πλεξίδες τους και τις κάλτσες τους τις μάλλινες Χειμώνα Καλοκαίρι.Πολλές φορές οι κάλτσες ήταν πατούνια μαύρα και το πάνω χωριστό με φούντες και χρώματα,[ μπάτσα και πόδι ] και ας το πω εγώ πατούσα και γκέτες με πολύχρωμα σχέδια οι πενταραδείσιες κάλτσες όπως τις ονόμαζαν σπάνια έργα τέχνης..
Οι γνήσιες παραμυθιώτισσες δεν φορούσαν μαντήλι και χονδρές κάλτσες. Τα μαλλιά τους τα είχαν κομμένα και τα έκαναν περμανάντ και τις καθημερινές φορούσαν κάλτσες μπαρολέ βαμβακερές και τις γιορτές μεταξωτές. Ύστερα ήρθαν οι νάυλον όπως λέμε και ύστερα ήρθαν οι βάρβαροι.
Έβαζε ο μπακάλης τα ψώνια στη χάρτινη σακούλα κι εκείνη τα έβαζε στην ποδιά της, που τη στέργιωνε στο πλάι, για να έχει τα χέρια της ελεύθερα. Πολλές φορές τσακώνονταν με το μπακάλι πως της βάζει μεγάλη σακούλα και πλερώνει χαρτί, που δεν κάνει ούτε για το χαλέ.
Είχαν ακόμη και την κεντημένη ποδιά την άσπρη, για τα πρόσφορα, για τούτη την ποδιά γράψαμε ολόκληρο κεφάλαιο.
Ήταν μια ποδιά μόνο για το ζύμωμα του ψωμιού και των πρόσφορων.
Τα κορίτσια είχαν ποδιές από ύφασμα αλατζιά γκρί μα πολλές φορές και από κάποτο χρωματιστό ή τσίτι λουλουδάτο.Στις κοριτσίστικες ποδιές έβαζαν ένα σειρίτι που ήταν ζικ ζακ πανέμορφο αυτό το βάζανε και στα ρούχα φούστες ζακέτες.
Είχαν και την κατάμαυρη ποδιά πάσας χρήσης όπως έλεγαν. Τούτη η ποδιά έκρυβε τις γάνες από την πυροστιά τις κατσαρόλες, τα ντεψιά, τη γάστρα και τα κακάβια.
Έκρυβε καλά τη μαυρίλα της γάνας μα όχι τις λαδιές και τότε έβλεπες ένα περίεργο θέαμα, μια γυναίκα να φοράει την μαύρη ποδιά για τις γάνες κι από πάνω ένα παλιό πανί.
Τότε δεν είχαν πλυντήρια και η μπουγάδα ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία. ΄Εμπαινε μια φορά την εβδομάδα και έτρωγε όλη την ημέρα σε οικογένειες με πολλά άτομα, που τότε ήταν το σύνηθες.
Ήταν και ποδιές από παλιά τσουβάλια, αυτές τις έπαιρναν κοντά σαν σακούλι και τις φόραγαν όταν έβγαζαν πατάτες για να τις πάνε ως εκεί που είχαν τα σακια, να ακουμπήσουν τις πατάτες ή όταν ήθελαν λίγες πατάτες για το σπίτι.
Όταν ήταν οι πατάτες μικρές τράβαγαν λίγες από κάθε ρίζα τις έβαζαν στην ποδιά και σκέπαζαν την γούρνα πάλε, να μεγαλώσουν αυτές που ήταν μέσα και οι πατατιές να γεννήσουν κι άλλες πατάτες.
Αυτές τις πατάτες τις έπλεναν καλά από τα χώματα που ήταν πολύ αφράτα και δεν ήταν κολλημένα πάνω τους και όταν πήγαιναν στο σπίτι τις τηγάνιζαν με ελάχιστο λάδι ή βούτυρο ή λίπος και τους έριχναν μπόλικο καυτερό πιπέρι. Αυτές εγώ δεν μπορούσα να τις φάω, δεν γλωσσιάζονταν κατά τη θεία μου τη Σοφία, και σε ανάγκαζαν να τρως νόστιμα κατά τη γιαγιά μου τη Γεωργία ακόμη πως τούτο το πιπέρι το καυτερό σε προστατεύει από πολλές αρρώστιες..
Ακόμη η ποδιά ήταν το σακούλι όταν πήγαιναν με τα πρόβατα κατά τις χωραφιές ενώ είχαν και το τσιμπολόι και το πλέξιμο στο λαιμό. Εκεί πολλές φορές έβρησκαν άγρια φρούτα όπως γκόρτσα, τα μάζευαν ακόμα και άγουρα και τα έβαζαν όταν γύριζαν στο σπίτι σε μια σπόρτα με άχυρο αυτά σιγά σιγά ωρίμαζαν και ήταν πρωινό με ένα κομμάτι ψωμί. Στα χωράφια στους όχτους έβρησκαν σπαράγγια ακόμα και αυγά από κότες που τα είχαν γεννήσει μακρυα από τα σπίτια για να τα κλωσσήσουν.
Εκτός από τις ποδιές τις ατλαζένιες τις αέρινες τις καλές ή τις νυφιάτικες είχαμε και τις ποδιές τις κεντησμένες στον αργαλειό με υφάδι και στιμόνι μάλλινο και ο αργαλειός αναρριμένος, μη με ρωτήσετε τι είναι αυτό, απλώς το άκουγα όταν η μάνα μου πέρναγε τα βιλάρια και έλεγε πως θα το ρίξω αναρριμένο να κάνω δίμητο. Έτσι και το μεταφέρω.
Αυτό το δίμητο που το έκαναν μαξιλάρια, σεγκούνια, ποδιές, ήταν πολύ μαλακό και δεν τσίμπαγε, προφανώς κάποια είδική επεξεργασία του έκαναν.Δίμητο είχαν για προίκα των κοριτσιών ολόκληρα βιλάρια.Με αυτά έκαναν φούστες κεντησμένες η με σειρίτια από μαύρο κατιφέ, ζακέτες και γελέκα κεντησμένα με αράδι κόκκινο, στριφτό σαν σκουληκι. Έτσι έλεγαν και το κέντησμα αυτό..
Μου άρεσε πολύ να ακουμπάω το πρόσωπό μου πάνω σε κάτι μαξιλάρια κεντημένα σε δίμητο, και φώναζε η μάνα μου, θα αρρωστήσεις, θέλεις ξύλο, μωρέ θες ξύλο εσύ δυο φορές την ημέρα, μα δεν έχεις ποιος θα στο δώσει. Αχ, αν ποτέ παντρευτείς θα πάρεις έναν που θα σε δέρνει δυο φορές την ημέρα. Εγω απορούσα γιατί έπρεπε να με δέρνει ο άντρας που κάποτε θα πάρω, και αν τη ρώταγα μου απαντούσε πως έχω κεφάλι αγύριστο και πως πρέπει να αποφασίσω να γίνω γυναίκα, να μη σκιώνω κεφάλι, να μην μιλώ σαν στρατηγός και να μην δίνω εντολές στα αδέλφια μου και πως πρέπει να ακούω τις εντολές των αδελφών μου. Μα αφού είμαι μεγαλύτερη μαμά, ξέρω περισσότερα. Και κει η απάντηση ήταν μια, ξέρεις, δεν ξέρεις, δεν θα κραίνεις, αυτά είναι άνδρες. Θύμωνα και ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό τι θα πει είναι άντρες; Και σας ορκίζομαι πως αγαπώ πολύ τα αδέλφια μου, τα φρόντιζα και με φροντίζουν.
Θα πει πως είναι το κεφάλι του σπιτιού. Πως είναι η κολώνα του σπιτιού εσύ δεν καταλαβαίνεις ή κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις.
Και γω τι είμαι; Η ουρά του στοιτιού είμαι μαμά;
Είσαι η κυρά κι αφέντρα αλλά θα ακούς τον αφέντη και μάθε να μιλάς σαν κορίτσι κι όχι σαν στρατηγός.
Αλήθεια σας λέω, πως πάντα και παλιά και τώρα έχω ευπρέπεια στο λόγο και τη συμπεριφορά μου προς όλους, αλλά άμα έχω απορία δεν ντρέπομαι να την εκφράσω κι άν διαφωνώ θα το πω. Δεν θέλω ποτέ να σκύψω το κεφάλι, απλώς γιατί είμαι γυναίκα ή γιατί απέναντι είναι ένας δυνατός. Η δύναμη της ανάγκης να μην σκύψεις το κεφάλι, να σταθείς ορθή, να κοιτάς τον άλλον στα μάτια, είναι η δύναμη της αληθινής ζωής. Γίνομαι και αντιπαθητική πολλές φορές με τούτο μου το κουσούρι, όμως θέλω να τα έχω καλά με τον εαυτό μου.Δεν θέλω να πω γιατί πρέπει να υποκριθώ;
Τραγουδούσα, και δεν έπρεπε να τραγουδάω ήμουν τσούπρα.
Προσπαθούσα να ακούω τη φωνή μου, μου άρεσε να τραγουδάω, μια χαρά φωνή είχα κι αν ήμουν σε μια μεγάλη πόλη θα έκανα μαθήματα μουσικής και ορθοφωνία και αν η φωνή μου ήταν σε πολύ υψηλούς τόνους δεν σημαίνει πως δεν ήταν καλή θα μπορούσε να μπαίνει στις ψηλές νότες και δόξα τον Θεό το δημοτικά μας τραγούδια μας χρειάζονται όλους. Το πιάνο δεν μου άρεσε. Ήμουν γεννημένη χωριατοπούλα.
Ευτυχώς που ο άνδρας που παντρεύτικα μπορεί να ήταν γνήσιος ηπειρώτης, να είχε κάποια κολλήματα, αλλά ως ποιητής είχε και πολλές καλές συνήθειες κι ευαισθησίες. Του άρεσε και η κουβέντα ακόμη και η διαφωνία, του άρεσε το τραγούδι και ο χορός, του άρεσε ο τόπος μας, έξι χρόνια έζησε στην Παραμυθιά στο γυμνάσιο, μαθητής που από τότε έγραφε ποιήματα και τα παιδιά δεν έλεγαν ο Χρήστος ο Θωμάς, αλλά ο Χρήστος ο ποιητής..
Η ποδιά η ατλαζένια της γιαγιά μου με τη στολή το κατιφένιο της σακάκι,η πουκαμήσα η άσπρη με τις νταντέλες και τα φρου φρου της, είναι στην κόρη μου κειμήλιο από τη γιαγιά τη Γεωργία. Εκεί είναι και οι τοκάδες της.
Το μαντήλι το έχω εγώ, μετά θα πάει να συναντήσει τη στολή.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

ΚΑΔΡΟ ΖΩΗΣ

Ένα μικρό ποιητικό βιβλίο έλαβα και σας μεταφέρω τις εντυπώσεις μου.
Κάδρο ζωής το είπε η ποιήτρια που με μαστοριά μας μαρτυράει αυτά που δεν γράφει στο βιογραφικό της.
Στο έξώφυλο ένα κάδρο της Σπυριδούλας Ζάχου.Μια φωτογραφία ένα πρόσωπο που δεν ξέρεις αν χαμογελά ή αν σκέπτεται.
Η Μαριάνα Λυmpέρη γράφει για τον εαυτό της.
Γεννήθηκε στη Αθήνα το 1974. Σπούδασε δημοσιογραφία. Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.Το κάδρο ζωής είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.
ΕΥΧΗ
Σου λέω πονώ, μην επιστρέφεις
μείνε μακριά όσο αντέχεις.

Λες δεν μπορώ κι ας υποφέρω,
θέλω τον κόσμο να σου φέρω.

Κάνω μια ευχή, χωρίς εσένα
μην ειν΄τα χρόνια μου χαμένα.

ΑΚΟΜΗ ΕΝΑ

Για ένα τελευταίο αντίο,
για μια τελευταία φορά,
κρατάω τη χαρά
και παίζω με το χρόνο.

Για ένα ακόμη σ΄αγαπώ
για ένα ακόμη ψέμα,
γίναμε πάλι ένα
μα χάσαμε τα φτερά.

ΚΑΘΑΡΣΗ

Ποια βροχή θα ξεπλύνει
τις απουσίες της ζωής μου;
Σκόρπιες εικόνες κι αναμνήσεις,
αισθήματα που εξήγηση ζητούν.

Ποιο αεράκι θα καθαρίσει
τα σημάδια της ψυχής μου;
Αποχαιρετισμοί και χωρισμοί,
απώλειες που πίσω δε θα ΄ρθουν.

Η Μαριάνα δεν θέλει επαίνους θέλει να κοινωνήσει το έργο της. Αυτό μας ζητά με την σιωπή της επί προσωπικού. Ας ακούσουμε το έργο της.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.