Τα σχολεία του 1950 στα χωριά της Παραμυθιάς

Δεν ξέρω αν θυμάστε αλλά μια από τις πρώτες εκθέσεις που μας έβαζαν οι δάσκαλοι στις μικρές τάξεις ήταν.
Μια μέρα στο Σχολείο
Ας πούμε, πως είναι μια έκθεση που θα έπρεπε να γράψουμε όλοι μας. Αλήθεια ας πούμε εμείς οι κάποιας εποχής ότι όλοι μας, πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο με τον ίδιο δάσκαλο. Τι λέτε, η έκθεσή μας θα ήταν ίδια ή δεν έμοιαζε καθόλου του ενός με τον άλλο συμμαθητή;
Ο Γιάννης θα έγραφε. Ήρθαμαν στο σχολείο. Πριν μπούμε για το μάθημα χτύπαγε τρεις φορές το σήμαντρο. Με τα τσιμπολόγια στην πλάτη φτάναμε στην αυλή. Εκεί έβραζε το σκονόγαλο με το κακάο και τη ζάχαρη. Μπαίναμε στη σειρά, και πλώναμε τα κύπελα μας, να μας γεμίσει ο δάσκαλος γάλα και μια μάνα από τις μάνες μας άλλη κάθε μέρα,να μας δώκει γαλέτες ή σταφιδόψωμο, τυρί. Τα τρώγαμε γρήγορα γρήγορα, τόσο νόστιμα ήταν που γλύφαμαν και τα δάχτυλά μας. Ύστερα όμως ο δάσκαλος μας έδινε μουρουνόλαδο που βρώμαγε μα που έπρεπε να το καταπιούμε αλλοιώς αύριο δεν θα μας έδινε σοκολατένιο γάλα και σταφιδόψωμο.
Σαν τρώγαμε χτύπαγε πάλε τρεις φορές το σήμαντρο και μπαίναμαν στην τάξη.
Όρθια μπροστά στα θρανία μας και ο δάσκαλος στην έδρα φώναζε ένα παιδί να πει την προσευχή. Και κάναμαν προσευχή.
Κάθε μέρα κι άλλος μαθητής έλεγε το Βασιλεύ Ουράνιε ή το Πάτερ Ημών.
Μετά βγάζαμε τα τετράδιά μας και τα βιβλία μας όσοι είχαν. Και δεν είχαν όλα τα παιδιά.
Μπροστά ήταν τα παιδιά της Πέμπτης και της Έκτης που έκαναν μαζί τα μαθήματα. Πίσω τα παιδιά της Τετάρτης και της Τρίτης που και κείνα έκαναν τα ίδια μαθήματα και πίσω τα μικρά, Πρώτη και Δευτέρα που κάνανε μαζί τα μαθήματα.
Φανταστήτε τα πρωτάκια και τα δευτεράκια μαζί. Τα δευτεράκια γνώριζαν να γράφπυν γνώριζαν και αριθμούς να μετράν.
Ο δάσκαλος μας έπρεπε να μπορέσει να μάθουν τα μικρά χωρίς να φοβηθούν, από τα μεγαλύτερα που ήξεραν.
΄Έτσι τους δυο πρώτους μήνες ο δάσκαλος στο μάθημα ρωτούσε τα δευτεράκια ενώ με τρόπο στα μικρά έδινε λέξεις η γράμματα σαν παιχνίδι.Στην αριθμητική ήταν πιο εύκολα. Μα τότε τα παιδιά βοήθαγαν το ένα το άλλο. Ήθελαν πολύ να μάθουν.
Πολλές φορές άκουγες, όταν ο δάσκαλος ρωτούσε κάποιο παιδί της πέμπτης και της έκτης κάτι στην ιστορία ή στα θρησκευτικά και αν αργούσε να απαντήσει, κάποιο από τα πρωτάκια έδινε την απάντηση. Αφού, όταν ο δάσκαλός τους, δίδασκε το μάθημα αυτό, αυτά ήταν στην τάξη και παρακολουθούσαν.
Πως θα σας φαίνονταν σήμερα να λέτε τον κανόνα του ειδκού βάρους΄΄΄΄ Ειδικόν βάρος σώματος ονομάζουμε το πηλίκον της διαιρέσεως του όγκου ενός σώματος δι΄ ίσου όγκου ύδατος απεσταγμένου τεσσάρων βαθμών κελσίου…
Και το καταλαβαίναμε γιατί κολυμπούσαμε μια μεγάλη πέτρα από το ποτάμι, σε μια κατσαρολίτσα γεμάτη νερό, κάτω από τη καττσαρολίτσα ήταν ένα ταψάκι το νερό από το κατσαρολάκι έπεφτε στο ταψάκι… Το νερό που έπεφτε, ήταν ο διαιρέτης, το βάρος της πέτρας ο διαιρετέος, και το πηλίκον το ειδικόν βάρος.
Τη διαίρεση ο δάσκαλός μας δεν την έκανε, γιατί εμείς, είχαμε καταλάβει.
Πολλές φορές μας έβαζε να γράψουμε κάτι πολύ απλό΄,που όμως θα ήταν γραμμένο έτσι, που να αποκτά ενδιαφέρον για τον αναγνώστη.
Μεγάλη σημασία έδινε στα κόμματα τελείες άνω τελείες θαυμαστικά ερωτηματικά.
Αυτά κάνουν τον λόγο κατανοητό μας έλεγε. Αυτά πρέπει να τα διαβάζετε…
Ακούγαμε όλα αυτά, μα πιο πολυ μας άρεσε η αριθμητική. Απλή μέθοδος των τριών, σύνθετη μέθοδος των τριών, μερισμός σε μέρι ανάλογα, τόκοι και ανατοκισμός. Στα μαθήματα των θρησκευτικών, της ιστορίας, και της γεωγραφίας κάποιοι διάβαζαν πιο πολύ κάποιοι ποιο λίγο. Πολλές φορές, το ότι δεν διάβαζαν ήταν γιατί δεν πρόλαβαν να γράφουν το μάθημα από τον πίνακα που τους τα έγραφε ο δάσκαλός τους. Άλλα παιδιά γιατί στο σπίτι οι γονείς δεν τα άφηναν κι ας είχαν μεράκι να μάθουν.Για τα κορίτσια τα πράγματα ήταν δυσκολότερα.
Όταν έκαναν μάθημα οι μεγάλοι τα μικρά διάβαζαν χωρίς να μιλούν από μέσα τους.
Ίσως ήταν οι μοναδικές ώρες που διάβαζαν. Όταν θα πήγαιναν στο σπίτι τα περίμεναν οι δουλειές στα ζώα ή στο ποτάμι για νερό. Ακόμη για κουβάλημα πότε τς ελιάς, πότε της πατάτας, πότε το βόσκημα των λίγων προβάτων, πάντα κάποια εργασία τα περίμενε.
Έτσι χωρίς βιβλία, με ήρωες δάσκαλους, έμαθαν τα παιδιά γράμματα. Έτσι κάποτε με πάθος έκαναν οι άνθρωποι τις δουλειές τους. Από αγάπη.

Παρακολουθώντας τη ζωή αυτών των δασκάλων αρνήθηκα να πάω στην Ακαδημία που με έργαψε ο πατέρας μου.
Θεώρησα πως αυτό το λειτούργημα ήταν το πιο σπουδαίο από όλες τις εργασίες. Και φοβήθηκα πως δεν θα ήμουν άξια της τιμής.
Ο πατέρας μου, με έγραψε χωρίς εξετάσεις.
Τότε υπήρχαν μόρια για τα παιδιά κάποιων κατηγοριών στις Ακαδημίες. 15% Είχαν τα παιδιά των δασκάλων. Άλλα 15% τα παιδιά των πολυτέκνων. Άλλα 15% στους έχοντας θύμα πολέμου.15% σε όσους δασκάλους υπηρέτησαν σε παραμεθόριες .
περιοχές. Είχα όλα αυτά τα μόρια. Έτσι μόνο με το ενδεικτικό μου με έγραψε ο πατέρας μου χωρίς να με ρωτήσει. Δεν πήγα. Φοβήθηκα πως θα είμαι ανάξια ενός τέτοιου λειτουργήματος.
Ακόμα έχω ένα σεβασμό μεγάλο στους δασκάλους, Γιατί τις αρχές τις βάσεις για το αύριο τις βάζουν οι δάσκαλοι. Οι καθηγητές παίρνουν μεγάλα παιδιά και τα καθοδηγούν.
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τα παιδιά πάνε σχολείο χωρίς σεβασμό στον άνθρωπο που θα τα διδάξει, στο βιβλίο που θα είναι ο σύντροφός τους στη μάθηση… Και όταν δεν υπάρχει σεβασμός από τη μια,, και έπνευση από την άλλη,,, δεν υπάρχει μάθηση. Ακόμη όλοι δεν είμαστε για όλα. Πολλές φορές ακολουθούμε λαμπερά επαγγέλματα που όμως δεν γεμίζουν τη ζωή μας, την ψυχή μας.
Μια φορά κι έναν καιρό τα γράμματα ήταν η σκάλα για την αναβάθμιση του τόπου μας. Και ύστερα τα σχολεία σιγά σιγά έγιναν κέντρα ανάξια της αποστολής τους.
Μια φορά κι έναν καιρό μάθαιναν γράμματα ξυπόλυτα με τα χεράκια τους γεμάτα χιονίστρες που τα έβαζαν στα χιλιομπαλωμένα σακκάκια τους να ζεσταθουν. Και που ο δάσκαλος τα έστελνε λίγα- λίγα να ζεσταθούν την ξυλόσομπα. Μια φορά κι έναν καιρό,κοιτάξτε στα μάτια τους εβδομηνταπεντάριδες, ρωτήστε τους, θα σκύψουν το κεφάλι τους για να μην δείτε τα δάκρυά τους, ήταν αυτοί σε κείνα τα καλύβια που τα λέγαμε σχολεία, σε κείνα τα καλύβια που έμπαινε ο αέρας από τα πατώματα κι από τα παραθύρια. Σε κείνα τα σχολεία που ο πόλεμος τα ρήμαξε.Και κει έμαθαν γράμματα. Και κει άκουσαν από τα παραμύθια μέχρι την ιστορία του τόπου μας. Τότε οι δάσκαλοι ήταν δάσκαλοι όλη την ημέρα και όλη την εβδομάδα. Και την Κυριακή πήγαιναν τα παιδιά τους στην εκκλησία να τα ακούσει να λένε το Πάτερ ημών και το Πιστευω. Μια φορά κι έναν καιρό….
Αφιερωμένο στον πατέρα μου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Παραμυθιά, ο τόπος που έβγαλε απροσκύνητους

Σημερα γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο.
Θα τον γιορτάσουν κάποιοι στο Διχούνι στον Άγιο Δημήτριο στο παλιό μοναστήρι.
Σήμερα η Θεσπρωτία μας και όλη η Ελλάδα, έχει στρέψει την προσοχή της, στον αγώνα του 1940.
Στο μεγάλο ΟΧΙ
Σήμερα όλες οι εκκλησιές της πατρίδας μας θα είναι γεμάτες κόσμο. Σε ένα γιορταστικό πανηγύρι μνήμης δόξας
Σήμερα σε ένα λησμονημένο μοναστήρι χωρίς πια καλόγερους κάποιοι θα παν θα γιορτάσουν και να ζήσουν στιγμές ηρωικές της πατρίδας μας.Εκεί θα θυμηθούν θα κλάψουν και θα τραγουδήσουν.
Εκεί σε αυτό το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου γίνονται θρύψαλα τα σχέδια των παραχαρακτών της ιστορίας μας πως τούρκοι και Έλληνες ήταν μια χαρά. Θέλουν να μας πείσουν να πάθουμε άννοια να μην θυμώμαστε ούτε τα παιδομαζώματα για να κάνουν τα Ελληνόπουλα γενίτσαρούς, ούτε το κλέψιμο των γυναικών, ούτε τους φόνους για την αρπαγή περιουσιών ουτε, ούτε, πολλά ούτε.
Σε αυτό το μαναστήρι θα σηκωθεί ψηλά το λάβαρο της Ελλάδας μας, δίπλα στον Δικέφαλο Αετό της Εκκλησίας μας.
Είναι το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου του Ντιχουνιού.
Διχούνι λέγεται ο τόπος.Εκεί μόνασε ένας σπουδαίος Παραμυθιώτης ο Διονύσιος ο Σκυλόσοφος.
Στο βιογραφικό του θα βρήτε τις σπουδές του πατριώτη ρασοφόρου. Δυο επαναστάσεις ξεκίνησε ο κυρ Καλόγερος μα και οι δυο προδόθηκαν.
Τα πήρανε τα Γιάννενα οι ξυπόλυτοι του Διονύσιου από την Παραμυθιά και τα χωριά της Ρίζας και της Ντουσκάρας.
Ο Εθνεγέρτης καλόγερος, που δεν μπορούσε να βλέπει το λαό υποταγμένο να σέρνεται για ένα κομμάτι ψωμί. Τον Έλληνα που περίμενε στο γάμο της κόρης του να έρθει ο αγάς να πάρει τη νύφη και να τη φέρει στο γαμπρό κατόπιν…….
Αυτός ο μοναδικός πατριώτης ήταν Παραμυθιώτης.
Πήγαν να πολεμήσουν με γεμάτη καρδιά με τσεκούρια, με κάτι λιανοντούφεκα, φκιάρια, κασάρες ότι είχε ο κάθε ένας.
Και τα πήρανε τα Γιάννενα και οι τούρκοι κρυφτήκαν στις κρυψιώνες τους όσοι δεν παραδόθηκαν. Μα κει οι έβραίοι που πάντα είναι κοντά στην εξουσία και το χρήμα τους πρόδωσαν… Και το τομάρι του Διονύσιου γεμισμένο άχερα διαπομπεύονταν στους δρόμους των Γιαννίνων με τους τούρκους να αλλαλάζουν.Και έτσι στάλθηκε στην Πόλη.
Αυτούς τους εξευτελισμούς του λαού μας, αυτές τις επαναστάσεις και τις προδοσίες δεν θα σας τους γράψει καμιά Ρεπούση και καμιά Δραγώνα, κανένας Λιάκος…Υπάρχουν πάντα και αυτοί οι γλύφτες της εξουσίας…
Σήμερα εκεί στο μοναστήρι θα ακούσουν τη θεία λειτουργία, θα ακούσουν ομιλίες, θα φάνε όλοι μαζί στο τραπέζι της χριστιανικής αγάπης. Και μετά θα γλεντήσουν. Σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε. Για τούτο τη ζωή μας, ας τη χαρίσουμε εκεί που αξίζει.
Εκεί σε αυτό το μαναστήρι πάντα η δόξα έστηνε τα Αντρειωμένα Κάστρα της.
Πριν την απελευθέρωση, εκεί η μικρή τότε Ελλάδα που τα όριά της έφταναν ως την Άρτα είχε στήσει από το 1900 το κάστρο της. Εκεί οι ληστές και οι ληστοτρόφοι μεταλλάχθηκαν σε πολεμηστές και άνδρες αγωνιστές της Πατρίδας.
Εκεί κάποιος καλόγερος της μονής ΄΄αξιωματικός του Ελληνικού κράτους΄΄και κάποιοι παπάδες στα χωριά ετοίμαζαν την Άνοιξη της ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ που ήρθε το 1913.Εκεί είχε το στέκι του το Ηπειρωτικό Κομητάτο με αρχηγούς τον Πουτέτση και τον Κρεμμύδα τον Μακαρόνα……
Ποιον να θυμηθείς; Ήταν πάρα πολλοί, ήταν σχεδόν όλοι. Κανέναν δεν πρέπει να ξεχάσουμε…
Εκεί και γύρω στα βουνά έστησαν τα κέντρα της αντίστασης παιδιά νηστικά που δεν άντεχαν την Σκλαβιά.
Στα φιλόξενα βουνά μας, ήρθαν αετοί να κάνουν τις φωλιές τους, και να πολεμήσουν τον εχθρό τον καινούριο, που όμως από παλιά πήγαινε και έρχονταν με τεράστιες στρατιές πάντα έτοιμες για σφαγές, αρπαγές και εξόντωσης των κατοίκων της περιοχής.

Από τον Αιμήλιο Παύλο μέχρι τον Μουσολίνι.

Σε αυτό τον τόπο βρέθηκαν αγωνιστές από όλη την Ελλάδα. Γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, μα προ παντός Αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού που δεν μπορούσαν να ζήσουν σκλάβοι.
Είχα γνωρίσει πολλούς από αυτούς. Τον Κομνηνό Πυρομάγλου, τον Μαυροσκότη, τον Μυριδάκη, τον Κόκκινο, τον Ζώτο τον Νάκο, τον Πάκο, τους Πανταζαίους, Τον Κάτσιο ΄΄( αν έγραφα όλους όσους εγώ γνώρισα θα ήθελα ένα ολόκληρο βιβλίο)..και τους άκουγα να θυμούνται και να μιλούν για κείνα τα χρόνια θα νοιώθατε πως τότε ήματαν άλλος λαός.
Όταν περνούσαμε τα βουνά, μικρά παιδιά, ακούγαμε την ιστορία από τις εκκλησιές τα μοναστήρια και τα κάστρα μας μέχρι τους μύθους της Μονοβύζας, των Δράκων, των αρχαίων Ελλήνων. Εκεί πάντα υπήρχαν νεράιδες, μάγοι αράπηδες και πόλεμοι
Σήμερα που δεν είμαι εκεί να συεορτάσω θέλω να ευχηθώ από καρδιάς σε όλους τους συντελεστές και είναι πολλοί να ζήσουν να τιμούν τους άξιους προγόνους τους και ο Θεός να τους αξιώσει, να δουν την πατρίδα και πάλι Ελεύθερη.
Στον φίλο Θεόφιλο, που πάντα ήταν εκεί ΄ενα ευχαριστώ. Πολλοί το εκμεταλεύτηκαν το μοναστήρι και τον κόσμο της περιοχής. Ο Θεόφιλος το τιμά χωρίς τυμπανοκρουσίες όπως αρμόζει να τιμούν τους Ήρωες μόνο με σεβασμό και την υπόσχεση πως δεν θα προδώσουμε τους αγώνες τους.
Σε τούτον τον τόπο λίγα μέτρα πιο μακρυά στη Γουργιάνιστα γεννήθηκε ο καλόγερος Σαμουήλ του Σουλίου.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΠΑΤΡΙΔΑ
Χρόνια πολλά σε όλους σας που θα βρεθήτε εκεί στον Άγιο Τόπο τον ΑΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟ. τον προγονικό τόπο των Σελλών της Δωδώνης, του Πύρου. Τον δικό μας Άγιο τόπο
Χρόνια πολλά σε όλους σας.

Το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμποβήθρας

Πάνε πάνω από τριάντα πέντε χρόνια από τότε.
Ήταν Καλοκαίρι. Καθόμασταν κάτω από τη μουριά στο σπίτι του Σπύρου Μουσελίμη.
Η θειά μου η χρυσοσκούπα ήταν στο έργο της. Ήθελε να βάλει μεζέδες κλπ όμως εγώ ήθελα να κοβεντιάσουμε.
Έτσι έκανα τους καφέδες ετοίμασα τα ουζάκια και στρογυλοκάθησα. Ήθελα και εγώ να ακούσω την κουβέντα των ανδρών.
Κυρ΄Σπύρο στα βουνά που γυρίζεις εκτός από μαθήματα επιβίωσης τι άλλο έμαθες, τι σου διδάξανε τα άγρια βουνά μας.
Διάολε, κεντράς για να μάθεις, είναι ένας τρόπος και αυτός.Χρήστο είναι σπίρτο σαν τη δικιά μου, μόνο που η δικιά μου ήταν και άνδρας και γυναίκα αγωνίστρια νταλιάνα, η δική σου καλή είναι μα δεν κάνει για πόλεμο.
-Τι θα ήθελες να ακούσεις κυρά μου;
-Γυρίζεις τα βουνά. Σου μίλησαν; Σου είπαν παραμύθια;
-Πολλά, πάρα πολλά.
-Μη μου πεις και συ μόνο για το Πόποβο, όπως κάνει ο πατέρας μου, που λέει μόνο για τη Σέλλιανη.
-Χρήστο θα σας κουράσω τους άλλους αν σας πω μια παλιά, πολύ παλιά ιστορία;
Όλοι μουγκάθηκαν. Είχε πολλά ενδιαφέροτα να μας πει ο μπάρμπα Σπύρος.Σε τούτον τον φτωχό τον τόπο κάποτε υπήρχαν μοναστήρια μεγάλα με καλοτα’ι’σμένα κοπάδια με χωράφια καλόγερους καλόγριες και ψυχοπαίδια άρχισε να λέει….
Ήταν ένα μοναστήρι η Λαμποβήθρα.
Από τούτο το μοναστήρι πήρε και ο Λάμποβος, το όνομά του. Είναι το μεγαλύτερο πανηγύρι της περιοχής. Ήταν ένα μεγάλο παζάρι μια ζωεμποροπανήγυρη, σαν σήμερα, μόνο που σήμερα τα ζώα λιγοστεύουν.
Ο Λάμποβος γίνονταν στις αρχές του Οκτώβρη. Άρχιζε Σάββατο και τελείωνε Σάββατο.Στην Παραμυθιά στο Λάμποβο,μαζεύουνταν κόσμος ντουνιάς. Πραματευτάδες, αλογομούλαρα,γύφτοι,σφαχτά, τι να σας πω.
Στο Λάμποβο εκτός που κατέβαιναν για ψώνια,ροβόλαγαν σιακάτ΄απ΄τα χωριά, τσούπρες, παιδιά, μικρά και μεγάλα. Στολισμένες οι τσούπρες με τα καλά τους βεργολιγερές, και με τις κόσες ως τον κώλο, να, για να τις δουν τα αγόρια να τις χαλέψουν για νύφες… Και όπως γνωρίζετε ο Λάμποβος γιορτάζεται και τώρα όπως τα παλιά τα χρόνια.
Γιατί ο λαός, στην πλάτη του κουβαλάει τις μνήμες του, τα χούγια του,τις παραδόσεις του. Μυστήριος λαός, πάντα χαρούμενος και πάντα θυμωμένος. Πολλές φορές λειτουργεί χωρίς μυαλό.
Γέμιζε τότε η Παραμυθιά με κόσμο. Γύφτους,<<ζυγιές με όργανα >> σφαχτά, ωραία πράγματα, και από την Πόλη και από τα ξένα κράτη. Γιόμιζε στολίδια και προικιά, μετάξια και ατλάζια η πόλη μας.Μεγάλο πράμα, τι να σας πρωτοπώ τι να σας μολογήσω. Τα μάτια ζηλεύανε, κοιτάγανε μα λίγοι αγοράζανε…
Α! για το μοναστήρι την ξεκίνησα την κουβέντα.
Χαμογελασα, αχ βρε μπάρμπα Σπύρο, διδάσκεις δάσκαλε….
Παλιό, αρχαίο μοναστήρι,και τι δεν είχε, αμπέλια και κρεββατίνες κήπους,περβόλια, αυτά τα είχε στου Κούτρου. Μελίσσια, κατσίκια, πρόβατα, φορτιάρικα, όλα τα ζώα τα είχε στη Γκουλιουμή. Άλλα αλλού. Και τι δεν είχε το αρχαίο αυτό μοναστήρι! Από αυτό το μοναστήρι πήρε όπως είπαμε το όνομα ο Λάμποβος της Παραμυθιάς η μεγαλύτερη ζωοεμποροπανήγυρη.Να μην το ξεχνάμε.
Σε τούτο το μοναστήρι η γουμένισσα ήταν κόρη βασιλιά, ήταν βασιλοπούλα.
Μαύριζε το βουνό από τα κοπάδια, τους καλόγερους τις καλόγριες και τους βοσκούς.
-Μα μπάρμπα Σπύρο, υπήρχαν μοναστήρια μικτά; Νομίζω δεν υπήρχαν.
-Αυτό λέει το παραμυθι πως υπήρχαν. Τότε εγώ δεν ζούσα.
-Πάψε να ακούσουμε, μου λέει ο Χρήστος μου.
-Να σας την πω καλύτερα εγώ, είπε ο Δήμος.
-Μας τη λες εσύ άλλη φορά, του είπα.
Σηκώθηκε πήρε το φορτηγό του και έφυγε θυμωμένος.
Κάθε χρονιά τον τρυγητή συνέχισε ο Σπύρος, έκαναν στο μοναστήρι της Παναγιάς το γλέντι.Κόσμος και ντουνιάς μαζεύονταν για να τιμήσουν την Παναγιά μας και να γλεντήσουν.
Λένε, εγώ δεν το είδα, το άκουσα και το πίστεψα, πως κιναγε από την κορφή του βουνού ένα ελάφι μεγάλο, όμορφο, περήφανο,και έρχουνταν στην πόρτα του μοναστηριού. Εκεί περίμενε ήσυχα ήσυχα…
Εκεί μπροστά στην πόρτα λοιπόν περίμενε το σχόλασμα της λειτουργίας.Σαν τελείωνε η λειτουργία, οι παπάδες έβγαιναν έξω στη θύρα που το ελάφι περίμενε υπομονετικά. Τότε ο παπάς το έσφαζε και το μοίραζε στον κόσμο.
Παράξενο πράγμα παιδιά μου, σαν τον αρχαίο καιρό που έστελναν οι θεοί τα ζώα της θυσίας.Γιόρτααν όπως παλιά ήξεραν.
Άρχιζαν το τραγούδι, το καλό το παλιό τραγούδι, και όλοι μαζί γλεντούσαν σαν μια οικογένεια.Μετά τα τραγούδια του τραπεζιού άρχιζαν τα τραγούδια του χορού.
Άρχιζε ο χορός και το γλέντι. Αυτοί οι άνθρωποι εκείνου του καιρού γλένταγαν με πάθος σαν να μη γνώριζαν το αύριο τι τους φέρνει.Εύκολα χάνονταν οι άνθρωποι παλιά.
Ο θάνατος έρχουνταν και από έναν πόνο στην κοιλιά, από ένα κρύωμα….
Πέρασαν χρόνια και καιροί….Το Μοναστήρι μέσα στην λάμψη του, στη δόξα του.

Μα ήρθε καιρός κακός, δίσεκτος. Πόλεμοι, θεομηνίες,θανατικά. χαλασμός,,πείνα,,φωτιές,,..Χάλασαν πόλεις καταστράφκαν χωριά και ρήμαξαν χωράφια πύργοι εκκλησιές και μοναστήρια.
Τότες χάλασε και το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμποβήθρας
Αυτή είναι Αλεξάνδρα και Χρήστο παιδιά μου, η ιστορία της Παναγιάς της Λαμποβήθρας..
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ο ξυπόλυτος και η τραγιάσκα

Φώναξε ο δάσκαλος τον μπάρμπα Γιάννη.
-Κυρ Γιάννη το παιδί έχει μυαλό για γράμματα να το στείλεις στο γυμνάσιο.
– Εσύ τόσα χρόνια δεν τον έμαθες γράμματα; Τι τον μάθαινες τότενες;
-Να, εγώ σου λέω να γίνει δάσκαλος, να γίνει καθηγητής, τέτοια.
-Δάσκαλε να με σχωρνάς κιόλας, μα το παιδί πηγαίνει στα πρόβατα. Παίρνει τη φλογέρα του, και παίρνει και κείνα τα τετράδια του κερατά. Μη του σκιώνεις τα μυαλά.
Πήγε ο δάσκαλος στη μάνα του παιδιού.
Τούτος ο μικρός είναι αδύνατος δεν κάνει για χωράφια, μυαλό έχει, πες στον κυρ΄Γιάννη να τον στείλει στο γυμνάσιο. Έχασε δυο χρονιές στα πρόβατα.
Αμα βάλει η γυναίκα κάτι στο νού της, πες πως έγινε.
Πιάνει στον άνδρα της την γκρίνια το βράδυ.
-Παίρνεις σύνταξη;
-Παίρνω.
-Τόσα χρόνια που έλειπες στα ξένα μια τριάρα έφερες σε τούτα τα παιδιά;
Είχαν παντρευτεί σε δεύτερο γάμο και οι δυο. Είχε αυτός παιδιά από τον πρώτο γάμο, είχε και αυτή. Έκαναν και δυο, τρεις τσαρκιές παιδιά είχε το σπίτι. Όλα στην πλάτη της.
Σαν ήταν μικρά φώναζε,, Γιάννη- Γιάννη τρέξε τα παιδιά σου και τα παιδιά μου, βαράν τα παιδιά μας.. Τραγικό…
Και σαν έγιναν τρία χρόνια η Σόφω και δυο το τσίγκλαβο έφκες για τα ξένα. Τι έκανες εκεί;;;
Εσκυψε ο Γιάννης το κεφάλι και κείνη συνέχισε.
Ωρέ διαολισμένε έφερες λεφτά όταν γύρισες.
Τι να πει πως έφερνα, δεν τον έπαιρνε, φράγκο δεν έστειλε τόσα χρόνια. Φράγκο δεν έστειλε.
-Τώρα θα ξοδιάσεις να μάθει γράμματα το παιδί. Δυο χρονών το άφκες δώδεκα το βρήκες.
-Καλά θα το στείλωμε.
Παίρνει η μάνα τομάρια τα ράβει διπλά και τρίδιπλα με μάλλινες κάλτσες και κάνεις ας πούμε παπούτσια.
Το ντένει και με κάτι παλιά ρούχα από τα προγόνια της και με την ευχή της και ένα κομμάτι ψωμί το ΄΄εστειλε να δώσει εξετάσεις στο γυμνάσιο.
Πολύς ο δρόμος. Τα τομάρια σκίστηκαν και οι πατούσες του έμειναν γυμνές.
Μεγάλη η πόλη. Ψηλά τα σπίτια. Και τα μαγαζιά γεμάτα καραμέλες και μπισκότες. Άσπρο ψωμί στους φούρνους, και να μοσκομυρίζουν τα φαγιά από τα μαγαζιά.
Πήραν ένα κομμάτι πλαστάρι και ήταν ότι καλύτερο είχε φάει.
Πήγαν στο Γυμνάσιο.
Πέντε- πέντε τα πέρναγαν μέσα. Τους έβαζαν μια άσκηση κι αν την έλυνες τότε πέρναγες στα μαθηματικά. Μετά έγραφαν έκθεση και αν έπαιρναν πάνω από δέκα πέρναγαν
Μαζεμένο ντροπαλό μπήκε μέσα σαν άκουσε το όνομά του.
Στον πίνακα ήταν μια σύνθετη μέθοδο των τριών, με ποσά αντιστρόφως ανάλογα.
Άρχισε να λύνει την άσκηση χαρούμενος. Θα περάσει…
Τον σταματάει ο καθηγητής λέγοντάς του.
Μπράβο ξυπόλυτε.
Μέσα του βόγγηξε….
Τι να το κάνει το μπράβο. Αυτό το ξυπόλυτε τον έκανε κομμάτια.
Θα φύγω λέει στον πατέρα του.
Αυτός είχε μπλέξει στον καφενέ με ούζο και παρέα.
-Θα φύγουμε όταν τελειώσεις τις εξετάσεις σου.
Έγραψαν και την έκθεση.
Εντυπωσιασμένοι οι καθηγητές, φώναξαν το όνομα του παιδιού. Ήταν η δική του. Την διάβασαν στο πραύλιο σαν δείγμα των παιδιών που βγήκαν από τον πόλεμο, των παιδιών που πότε είχαν σχολείο και πότε όχι. Είχαν όμως καλό δάσκαλο τον Αγγελίδη…
Πήγαν τα παιδιά του χωριού στον πατέρα του Χρήστου και του είπαν το και το.
Έβαλε το σκουσμό. Πήρε το δρόμο κατά το σχολείο να καμαρώσει το παιδί του.
Αφού τα είπανε, τον ρωτάει ο κυρ΄ Γιάννης.
– Πες μου τώρα τι θες να σου αγοράσω.
Εκείνος ξέχασε τα ξυπόλυτα πόδια του και το ξυπόλυτε όσο κι αν τον είχε ταράξει.
Μια τραγιάσκα φώναξε με χαρά. Μια τραγιάσκα πατέρα.
Και πήρε την τραγιάσκα την φόρεσε και νόμιζε πως έγινε άλλος άνθρωπος. Ναι, πήρε και τα παπούτσια.
Δεν ήταν εύκολα τα χρόνια. Η φτώχεια η κατοχή ο πόλεμος τον είχαν σφραγίσει. Πάντα είχε ένα φόβο μέσα του, πως κάτι θα γίνει και η ζωή του θα αλλάξει.
Καλά τα κατάφερε. Εκείνο που ποθούσε το έκανε σπουδάζοντας και εργαζόμενος.
Ήταν ο ποιητής στο σχολείο, ήταν ο ποιητής της ζωής μου.
Βιάστηκε να φύγει, όμως έφυγε γεμάτος, ευτυχισμένος. Η ζωή του χάρισε ότι ποθούσε. Μια Μπίλω, ένα Γιάννη και εγγόνια.Τα βιβλία του έφτασαν σε πολλές χώρες του κόσμου. Ο ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ ΤΗΣ ΝΤΟΥΣΚΑΡΑΣ ΡΙΖΑΣ, βραβεύτηκε από την ΕΕΛ ΄΄Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών΄΄΄από το Πανεπιστήμιο της ΜΟΝΣ των Βρυξελών Από από πολλά Πανεπιστήμια΄΄, ήταν το χάρτινο παιδί μας. Τιμήθηκε και από την Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών΄΄
Τώρα ανοίγω τα ντεφτέρια της ζωής και είναι πολλοί αυτοί που βιάστηκαν να φύγουν. Οι φωτογραφίες μου μιλούν πάνω στα τραπέζια του σπιτιού μας.
Μιλούσε πολλές φορές για τις πληγές του παρελθόντος, και γω του κράταγα το χέρι χαμογελώντας. Πόσο παιδιά γινόμαστε.
-Τι τα θυμάσαι αυτά. Στο κάτω κάτω ήταν οι σπρωξιές που σε ανέβασαν σκαλί σκαλί.
-Εσύ δεν ξέρεις τίποτε από τη ζωή, μου έλεγε. Εσένα ο Θεός σου χαρίστηκε. Και έλεγε αλήθεια. Όταν έφυγε από κοντά μου, στις 28-3-2010 πάντα υπήρχαν δίπλα μου άνθρωποι να μου κρατάν το χέρι.
Και πάντα σκέπτομαι εκείνο το εσύ δεν ξέρεις τίποτε από τη ζωή. Η ζωή εσένα σου χαρίσθηκε…
Πρόσφατα άγνωστος που πήρε το βιβλίο του για το διδακτορικό του μου είπε. Αυτό δεν είναι ένα ποιητικό έργο αλλά η ιστορία σε άπταιστο δεκαπεντασύλλαβο.Άλλος άγνωστος μου έγραψε. Αγαπητή κυρία αν δεν ήταν ύβρις θα ‘ελεγα πως έχω στα χέρια μου το βιβλίο από τον Νέο Όμηρο.
Τους ευχαριστώ όλους.

Εκείνο που θα πω είναι πως τα τραύματα τα παιδικά ποτέ δεν γιατρεύονται, απλά γλυκαίνουν και γίνονται σκάλα για την υπόλοιπη ζωή..
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ στο σήμερα

Ο Βύρων Γ Πολύδωρας φίλος από παλιά όταν πρωτομπήκε στην πολιτική και μεις νέοι τότε, με τον σύντροφό μου, συντρόφια και στο κόμμα, διαλλέξαμε με πολλή προσοχή, που θα βάζουμε το σταυρό μας. Βεβαίως δεν μιλούσαμε παρά μόνο σε οικογενειακούς φίλους.
Από τις τρεις επιλλογές μας ο Βύρων Γ Πολύδωρας.
Ο άνδρας μου ήταν πρόεδρος Νομαρχιακής και τοπικών οργανώσεων. Μα δεν πηγαίναμε στα γραφεία των πολιτικών. Είδαμε πολλά αστέρια να λάμπουν και να σκοτεινιάζουν τον πρώτο χρόνο.. Είδαμε ανθρώπους φωτισμένους! Ντενεκέδες που όμως έπαιρναν τους σταυρούς του κόσμου σαν όνομα σαν τσαρλατάνοι.
Μας αγαπούσε ο κόσμος και πολλές φορές έρχονταν να τους βάλουμε τους υπόλλοιπους σταυρούς.
Ρωτούσα γιατί αφού ξέρετε μονοι σας;
Βέβαια με έκαναν τούρμπο τα σταυρωμένα ψηφοδέλτια. Πήγαινα στα γραφεία να βάλλω όλες τις φωτογραφίες να μην λείπει κανείς. Κάποιοι τις σκέπαζαν.
Ο Βύρωνας ποτέ πρώτος. Καλύτερον ποιοτικά δεν είχαμε. Όμως ο κόσμος ψηφίζει χτυπήματα στις πλάτες και προσωπικές ,,,, φιλίες,,,,
Μου έστελνε τα βιβλία του. Τον ευχαριστούσα. Βέβαια εγώ έφυγα πρώτη από τη ΝΔ, πολύ πριν φύγει ο Β.Γ.Π
Διάβαζα τα βιβλία του, με πολλή μεγάλη προσοχή. Κάποτε με ξέχασε. Πήρα τηλέφωνο το γραφείο του και ζήτησα το βιβλίο του ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ στο σήμερα.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλά στα βιβλιοπωλεία.
Φίλοι μου αν μπορούσα θα το αντέγραφα να το διαβάσετε όλο, όλοι.
Τον άνδρα γνωρίζω,γνωρίζω και τις γνώσεις του. Το βιβλίο είναι γραμμένο, να διαβαστεί από όλους.
Α.Π.Θ Επίλογος του βιβλίου, αντιγραφή.
Χ. Επίλογος- Συμπέρασμα
Με την παιδαγωγική διδασκαλία στον μαθητή του Αλέξανδρο,για την οποία, άλλωστε δεν έχουμε ικανή<<διδακτέα ύλη>>
εκτός από υποθετικούς συγκερασμούς σαν εκείνον του Πλουτάρχου, << ως Αριστοτέλης συνεβούλευεν αυτώ, τοις μεν Έλλησιν ηγεμονικώς τοις δε βαρβάροις, δεσποτικώς χρώμενος...>>(Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής Λόγος Α΄, 6 ) Ο Αριστοτέλης χτίζει τον χαρακτήρα των νέων ( και του Αλεξάνδρου ) πάνω στον ενάρετο βίο με στοιχεία που αρμόζουν σε ελεύθερους και ίσους ανθρώπους-<<εταίρους>>, όπως καταδεικνύεται στο περιστατικό στην έρημο της Γεδρωσίας που μας μεταφέρει πάλι ο Αρριανός! Δεν πίνει νερό ούτε ο βασιλιάς, που είναι λατρεμένος φίλος και εταίρος, ο αρχηγός και οδηγός, όταν οι στρατιώτες του διψούν! Άλλη αντίληψη ηγεσίας,άλλος πολιτισμός, Αριστοτελικός και γνήσια ελληνικός, εν αντιθέσει προς τον Ασιατικό σατραπισμό και τον σημερινό ελίτικο τρόπο πων εταιρικών ηγεμόνων. Θέλω σήμερα να διδαχθώ μ΄έναν λόγο ξανά τον ορισμό της τραγωδίας,χωρίς την πλήρη <<ανάπτυξη >> του δράματος, με <<κάθαρση>>τιμωρό ή με ήπια deus ex machina παρέμβαση. Μια ενστικτώδης ηθική και μια λογική οικονομίας αίματος και ένας τίμιος φιλανθρωπισμός με κάνουν να αναζητώ τη λύση μιας ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ. Και τούτο ενισχύεται από δυο πρόσθετα αποδυκτικά επιχειρήματα. Ότι οι επαναστάσεις άπασες είναι πολύ αιμοδιψείς. Όχι μόνον για αίμα των υπαιτίων. Αλλά δυστυχώς και με άφθονες << παράπλευρες απώλειες>>αθώων. Και ότι η <<κάθαρση >>έρχεται πάντοτε αργά. Μετά την εκ λάθους ή την εκ δραματικής υπαίτιας συμπεριφοράς αιμορραγία των αθώων!
Από σένα, Σταγειρίτη δάσκαλε της οικουμένης, ζητούμε εμείς οι παντοτινοί μαθητές σου, μια νέα διδασκαλία,επικαιροποιημένη και προσαρμοσμένη στην απόκρουση των νέων κτηνωδών δεδομένων. Που θα κρούει και θα βγάζει έξω από τη ζωή των συγχρόνων κοινωνιών τα <<πειράματα κλίμακος>>τα οποία στήνονται και εφαρμόζονται σήμερα προκειμένου να συνηθίσουν να βλέπουν οι άνθρωποι τους συνανθρώπους τους να <<καταδύονται>> στους κάδους σκουπιδιών για αναζήτηση τροφής, να κοιμούνται στα παγκάκια, να στριμώχνονται στις ουρές των συσσιτίων, και να δεχθούν ας πούμε όλα αυτά σαν κάποιο φυσικό φαινόμενο, σαν τον ήλιο που ανατέλλει. Και να μην μπαίνουν στον <<πειρασμό>> της επανάστασης. Αλλά να αποδέχονται τη μοίρα τους. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι οι περιγραφές δυστυχίας του 19ου αιώνα στη βιομηχανοποιημένη και ταξικά διαιρεμένη Αγγλία του Καρόλου Ντίκενς στον <<Δαυίδ Κόπερφιλντ>> και στον << Όλιβερ Τουίστ>> ή στις <<Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες>> θα ήταν αληθινές. Και θα ξανάρχονταν. Και θα οδηγούσαν εν τέλει στον εθισμό και την εξοικείωση στο μεγάλο πείραμε που φτάνει στο σημείο ώστε τα μέλη των ευπόρων της νομενκλατούρας του σημερινού ύστερου καπιταλισμού, των ζάμπλουτων του κόσμου, να θεωρούνται από τους δυστυχείς απόκληρους ότι υπάρχουν αιώνια και αδιατάρακτα. Γι. αυτό και προκαλούν. Δεν είναι λάθος τους. Είναι σχέδιο εθισμού των απορριμμένων νεόπτωχων των νεοποπολάρων, των νεολούμπεν. Δηλαδή έγκλημα εκ προμελέτης. Ως ακραία υπερβολή, βρίσκεται εξ υπαρχής έξω από το πνεύμα και την ηθική του Αριστοτέλη.
Οι <<νεοδεσπότες>> και οι <<νεοτύρανοι>>οι παμπόνηροι <<χρηματιστές>> δεν διστάζουν να προβούν ακόμη και σε άλλου είδους <<τελικές λύσεις>> και σε εκκαθαρίσεις αθώων λαών. Αν δεν υπήρχε η ηθική διδασκαλία του Αριστοτέλη και τα αιματηρά διδάγματα από τα ιστορικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας του Α΄ και κυρίως του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τις φρικαλεότητε; και τα ολοκαυτώματα, έτσι όπως παροξύνονται τα πράγματα, δεν θα απείχαν πού από το να επαναλαμβάνουν οι αδίστακτοι προνομιούχοι ολιγάρχες στις νέε; συνθήκες της νέας αποικιοκρατίας τους, τον τρόπο που εφήρμοζαν οι προγονοί τους επί των Ινδιάνων της Αμερικής, των aborigines της Αυστραλίας και των Αφρικανών. Πρέπει αυτοί οι <<νεοτύρανοι>>που δεν είναι, παρά οι παλιές ελίτ διαιωνιζόμενες, να υποσχεθούν και να αναιρεθούν τάχιστα.
Αυτό ζητούμε και θα θέλαμε να μας διδάξει πρακτικά και ρεαλιστικά στον περίπατό μας στον Ιλισσό και στην ισόβιομαθητεία μας στο Λύκειο του ο Αριστοτέλης. Και μεις να κάμουμε τις διδαχές του πράξη σωτηρίας των λαών και πρωταρχικά του λαού μας. Πριν είναι πολύ αργά.
Για την αντιγραφή Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

28 Οκτώβρη 1940

Ο μήνας Οκτώβρης, ήταν ο μήνας της δόξας, ο μήνας του Αγίου Δημητρίου.
Ασπρισμένες αυλές, στολισμένες με πολύχρωμα χρυσάνθεμα, κιτρινοπορτακαλιά ξυνά, έκαναν το Φθινόπωρο γοητευτικό, ρωμαντικό, καθώς τα χαλκοπράσινα φύλλα, στόλιζαν τη γη στους κήπους και το δάσος.
Γεννήθηκα στον πόλεμο. Οι μνήμες μου είναι από ακούσματα των γονιών μου και των παππούδων μου. Ήταν ακόμη, από τους λόγους, των δασκάλων μου, που είχαν το παράσημο στο στήθος και τη φλόγα στα μάτια. Μας εξυμνούσαν κάθε χρόνο, τούτη την ημέρα, ή μάλλον τούτο το τριήμερο, που ήταν ίδιο, σαν το τριήμερο της 25ης Μαρτίου.
Καθισμένη στο παραγώνι τα βράδυα πριν την ευλογημένη μέρα, ακούγαμε για το μεγάλο πανηγύρι της δόξας των Ελλήνων. Και κει, στη μικρή μας πόλη, είχαν πολλά να μας πουν. Πολλά στα οποία οι ήρωες της δόξας, ήταν οι δικοί μας άνθρωποι.
Ένας νέος, που χάρισε στην πατρίδα τα πόδια του, ζούσε εκεί, ανάμεσά μας, χαμογελούσε μέσα από το περίπτερό του.
Σε κάθε σπίτι υπήρχαν φωτογραφίες των παιδιών που έπεσαν πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Βορείου Ηπείρου. Παιδιά που για μοναδικό τους σάβανο είχαν το χιόνι.
Αυτές τις μέρες η γιαγιά μας κρατούσε το θυμιατό, ένα ωραίο μπρούτζινο θυμιατό και θύμιαζε το σπίτι κλαίγοντας που να ξέρω ποιους. Ακόμα οι ιστορίες και σαν μύθοι ακούμπαγαν την ψυχή μας.
Στο τάδε οχυρό, να, Μπροστά οδηγός, η ίδια η Παναγιά. Την είδα…. Την είδαμε να μας μιλάει.
Φορούσε μαύρα, είχε ένα πέπλο που μας σκέπαζε, μας χαμογελούσε, θα νικήσετε μας έλεγε….
Και όλοι φορούσαν κατάσαρκα το σταυρό και την εικόνα της μάννας Παναγιάς, τη φωτογραφία της γυναίκας,των παιδιών τους,ή την αγαπημένη τους.
Σε ένα γράμμα στη μάνα του λέει ο νέος στρατιώτης. Μάνα μου γράφεις μια γραφή και με ρωτάς τι κάνω. Στις Αλβανίας τα βουνά, στα χιόνια θα πεθάνω…….
Δεν με φοβίζουν μάνα μου, του εχθρού μας τα κανόνια, μα με φοβίζουν μάνα μου. της Πίνδου τα άγρια χιόνια.
Εκεί ακούγαμε τη γιαγιά, να μας λέει, πως με την αδερφή της και τη νύφη της [ τη μάνα μας ] κουβάλαγαν σφαίρες και ψωμί, ρούχα καθαρά, νερό, στους φαντάρους μας, στους δικούς τους. Το ίδιο και η γιαγιά η Γεωργία στο δικό της χωριό. Όλη αυτή η γραμμή των συνόρων ήταν σε πόλεμο γιατί στο δικό μας τόπο οι οχτροί ήταν τέσσερεις. Οι ιταλοί που αφού τους νικήσαμαν, ζήτησαν και ήρθαν βοηθοί τους,,, με όλη τη φοβερή πολεμική τους μηχανή,, οι γερμανοί. Σύμμαχοί τους οι βούλγαροι. Οι αλβανοί ήρθαν με τους ιταλούς στην αρχή. Οι αλβανοί βλέπεις από παλιά ιταλοί και αλβανοί ήταν σύμμαχοι.Μα τι περίεργο,,, αυτοί οι σύμμαχοι,,, όταν πήγαν στην Ιταλία εκεί στα 1991- τους έπνιξαν στη θάλασσα.
Μα ο πόλεμος για τα Ελληνόπουλα, ήταν γιορτή. Εμπρός της Ελλάδος παιδιά, τραγουδούσε η τραγουδήστρια της νίκης η Σοφία Βέμπο. Με το κορόιδο Μουσολίνη τα Καλουτάκια, στην πρώτη γραμμή όπως η Σοφία. Εκεί και μια άλλη τραγουδήστρια η μετέπειτα ηθοποιός Ρένα βλαχοπούλου και άλλοι και άλλες πολλές. Στρατιώτες, εκεί στις κορφές της Πίνδου ο Τσαρούχης ο Κωνσταντάρας, ο Παπαγιαννόπουλος, όλοι ήταν εκεί στην πρώτη γραμμή.
Έπεφταν οι σφαίρες γύρω τους, μα αυτές οι γυναίκες δεν φοβούνταν, τη δική σου δεν την ακούς έλεγαν.
Τον πόλεμο τον περίμεναν. Εκεί άνδρες, γυναίκες, παιδιά έκαναν τα πολυβολεία και μικρά οχυρά. Από μόνος του ο τόπος είναι οχυρό.
Ήταν μαζί τους τα δικά τους παιδιά, στρατιωτικοί. Ο Κατσιμήτρος ο ήρωας των ηρώων, Κωστάκης ο θρύλος, Ζώτος ο ατρόμητος, Λώλος ο λεβέντης, Νάκος, Πάκος, ποιον να θυμηθώ ο κατάλογος είναι μακρύς.
Και πολλοί παλιοί, αμέσως έκαναν ομάδες εθελοντών, αφού η πατρίδα δεν τους κάλεσε λόγο ηλικίας.
Και είχε έρθει ο πόλεμος τη βραδυά της 28ης Οκτωβρίου με τελεσίγραφό της Ιταλίας στον πρωθυπουργό μας Ιωάννη Μεταξά.
ΟΧΙ
ΌΧΙ είπε ο πρωθυπουργός, και αυτό το ΟΧΙ, το πήρε ο λαός και το έκανε σημαία, δίπλα στη γαλανόλευκη. Και σαν έφτασε πάνω στα άγρια χιονισμένα βουνά το έκανε φωνή το έκανε σύνθημα, ΑΕΡΑ και νίκησαν μα χάθηκαν και πολλοί όμως δεν δείλιασαν γιατί μπροστά τους ήταν τα λιοντάρια μας οι αξιωματικοί.
Ναι, ξεχύθηκαν νέοι, γέροι, στη φωτιά. Σαν έτοιμοι από καιρό. Γιατί τι να πούμε, αξιωματικοί ήταν οι ήρωες του 1913 του 1922 και η απόσταση από το 1922 ήταν μόνο 18 χρόνια. Σηκώθηκε όλη η γενιά που πολέμησε το 1909-1913 που η ίδια πολέμησε το 1920 και στάθηκε εθελοντής δίπλα στα παιδιά τους που τώρα ήταν ο στρατός του έθνους μας της Ελλάδας μας.
Και τώρα το 1950, παιδιά εμείς με τρεμάμενη ή δυνατή φωνή με το βλέμμα πέρα στον ουρανό να δούμε, να δούμε και μεις την Παναγιά, απαγγέλαμε τα ποιήματά μας με το στήθος γεμάτο περηφάνια.
Ήταν και ο πατέρας μου εκεί έλεγε το ένα, ήταν και ο παππούς μου, το άλλο. Εγώ δεν έχω πατέρα, έμεινε πάνω στο βουνό μουρμούριζε δακρυσμένο ένα άλλο.. Και δεν ήταν βουρκωμένα μόνο τα δικά του μάτια, ήταν και τα μάτια όλων, γιατί σε κάθε σπίτι έλειπε ένας, δυο, τρεις.
Μέρες ετοιμάζαμε τη γιορτή κουβαλώντας δάφνη να στολίσουμε τους ΗΡΩΕΣ μας, από τον παλιό καιρό, από τον καιρό της επανάστασης που έφερε τη Λευτεριά. Σε κάθε τάξη του σχολείου ήταν η εικόνα του Χριστού μας και οι ΗΡΩΕΣ. Όλοι ήταν εκεί.
Να κάνουμε τα στεφάνια που θα καταθέσουμε στο δικό μας Ηρώο των δικών μας Ηρώων.
Και τραγουδούσαμε τραγούδια για τη Σημαία μας και εμβατήρια.
Με το χαμόγελο στα χείλη….
Και το Τη Υπερμάχω Στρατηγώ….
Όλος ο κόσμος με τα καλά του πήγαινε στην εκκλήσιά μας, με πρόσφορα και κόλυβα για τους ήρωές μας.
Ακόμη τότε, στα δικά μου χρόνια, τραγουδούσαμε το Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα. Τραγουδούσαμε το έχω μια αδελφή, μικρούλα λυγερή τη λένε Βόρειο Ήπειρο, την αγαπώ πολύ. Τραγούδια για την Κύπρο μας.
Και σήμερα εμείς, που τότε ήμασταν τα παιδιά, που τα τραγουδούσαμε, ξεχάσαμε τα όνειρα της γενιάς μας. Ξεχάσαμε τα οράματα μας. Και περιμένουμε σαν κότες, γιατί όλα τα άλλα ζώα αμύνονται, τη σφαγή μας. Λες και θα ζήσουμε αιώνια. Αιώνια ζεις όταν η ζωή σου, έδωσε κάτι στο περασμάτης, στο τόπο σου, στην οικογένειά σου, στην πατρίδα σου.
Καλοζωισμένοι, σκεπτόμαστε τις ψησταριές, τους χορούς και τα πανηγύρια. Ξεχάσαμε πως αυτά πήγαιναν πάντα με τη Λευτεριά. Λες και μόνο φα’ι’ και γλέντι είναι η ζωή. Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ, τι είναι;
Θα κάνουν τα εγγόνια μας παρέλαση; θα τους πουν στο σχολείο τους για τις μέρες ΄δόξης τις λαμπρές, των παππούδων τους; Αν δεν το κάνουν οι άλλοι, ας το κάνουμε εμείς.
Ο Σουλτάνος Ερντογαν βρυχάται. Θυμάται την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Εμείς τι κάνουμε; Αφήνουμε τον εχθρό, πέμπτη φάλαγγα, να μπαίνει στην πατρίδα μας και να την ορίζει αντί να πει ένα ευχαριστώ. Φωνάζει για το φαγητό που δεν του αρέσει την ώρα που οι Έλληνες πεινάνε.
Για τα σπίτια που τους χαρίσαμε και που πολλοί Έλληνες δεν έχουν.
Ο Θεός ας φυλάξει την πατρίδα μας. Ο Θεός που οι άθεοι τον έδιωξαν από τα σχολεία μας, και προσπαθούν να τον διώξουν και απο΄τις ψυχές μας..
Μα εκεί στα σχολεία υπάρχουν ήρωες δάσκαλοι.Κάποιοι θα μιλήσουν.
Η παρέλαση τότε, οι σχολικές γιορτές ήταν το παραμύθι που θα λένε οι νέοι στα παιδιά τους μόνο αν ξυπνήσουμε.
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή.
σε γνωρίζω από την όψη
που με βια μετράει τη γη.
Απ τα κόκκαλα βγαλγμένη,
των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε Ω χαίρε Ελευθεριά.
Και όλα αυτά κάτω από την ευλογία της εκκλησίας μας. Που ήταν και αυτή εκεί να ευλογάει τα όπλα των παλλικαριών μας.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ο Άγιος Δημήτριος ας είναι βοηθός μας μαζί με την Κυρά την Παναγιά μας
Σε όσους γιορτάζουν Χρόνια Πολλά και στον αδελφό μου το Δημήτρη.
Κάποιοι από την πόλη μας την Παραμυθιά μεγάλοι σε ηλικία έφτασαν όπου η πατρίδα είχε ανάγκη.
Ο Χρήστος Κούρτης έφτασε ως την Κρήτη όπου αγωνίσθηκε γεναία, ο Παύλος Χ Παυλου ο παππούς μου έκανε τον Ιερό Λόχο να σκοτωθούν μέχρι ενός και μετά να περάσουν οι γερμανοί.
Άκουγα πως σε μια μεγάλη ήττα των ιταλών στη Σκάλα οι παραμυθιώτες τραγουδούσαν.
Βγήκαν οι ιταλοί στη Σκάλα,/ με μαντολίνα και φτερά,/ και κόψανε και μια φευγάλα,/ βρε Βερτινίη κερατά /[μασκαρά]
Κορόιδο Βερτινόη,/ κρίμα στο πρώτο μπόι,/ καρδια λαγού σαν έχεις, /πρέπει πάντα να προσέχεις ,/ ξέρεις είσαστε δειλοί.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ο Κρεμμύδας και ο Πουτέτσης

+Του Βασίλη Π Παυλίδη

Αληθινή ιστορία.

Με τρεμάμενα πόδια η Βάβω Ρήνα, η φτωχιά χήρα που δεν είχε κανέναν στον κόσμο, κουβαλούσε την βουτσέλα με το νερό από τη Γελαψού, στο καλύβι της στη Σέλλιανη, όταν είδε την κοσάδα νάρχεται από το Λευτροχώρι. Της κόπηκαν ντιπ τα πόδια και ακούμπησε σε μια πέτρα να ξαποστάσει.Εκεί την έφτασαν οι τούρκοι και ο τσιαούσης τη ρώτησε.
-Πούθε το είσαι ορή μπάμπω;
-Από τη Σέλλιανη γυιε μ΄
-Ωρή μπάμπω, εσύ που είσαι πλιάκα, με τόνα ποδάρι στον τάφο, να με πεις μιαν αλήθεια.
-Αχαχά . Να σου πω παιδί μου, αποκρίθηκε πρόθυμη η βάβω.
-Το κρεμμύδα το ξέρεις;
-Αά.
-Το Πουτέτση;
-Αχά. Έκανε πάλι η γριά.
-Που το είναι;
-Ελάτε κοντά μου, είπε η γριά, βρίσκοντας την ψυχραιμία της.
Μπροστά η γριά, πίσω ο τσιαούσης, ευλογώντας τον γιαραμπή που τον έβγαλε μπροστά στη γριά.Τη γριά που θα του έδειχνε τον Κρεμμύδα και τον Πουτέτση τους φοβερούς καπεταναίους, τους αρχικοκομίτες. Και αν τους έπιανε θα γίνουνταν αξιωματικός, ίσως και μιλιαζίμης, ίσως και γιούσμπασης, θάμενε στις πολιτείες και δεν θα έφερνε γύρα τα κρέκουρα. Πίσω του βάδιζε η κοσάδα αραιωμένη και με τα όπλα στα χέρια, σαν άκουσε πως θα πήγαινε για τον Κρεμμύδα και τον Πουτέτση.
Έφτασαν στο φτωχοκάλυβο της γριάς. Η Ρήνα ακούμπησε τη βουτσέλα με το νερό στο πεζούλι και είπε στους τούρκους.
-Περάστε μέσα να ξεκουραστήτε.
-Απόρεσε ο τσιαούσης.
-Το κρεμμύδα που είναι ωρή μπάμπω;
-Μέσα είναι, είπε ατάραχη η η γριά. Περάστε αγάδες μου, περάστε.
-Με τα όπλα προτεταγμένα και με το δάχτυλο στη σκανδάλη , όρμησαν μέσα στην καλύβα, πεν-έξη  τούρκοι. Κοίταξαν δεξιά, αριστερά, τίποτε. Ψυχή δεν είδαν εκτός από τη βάβω.
-Νάτα τα κρεμμύδια παρετήρησε η γριά, μ΄ένα βλακώδες και μισοκακόμοιρο ύφος, δείχνοντας τα σταλίκια από τα οποία κρέμονταν αρκετές αρμάθες κρεμμύδια και σκόρδα. Πάρτε παιδιά μου όσα θέλετε, πάρτε.
-Όχι τέτοιο μωρή. Το Κρεμμύδα. Το Πουτέτση το Πουτέτση.
-Κατάλαβα- κατάλαβα γυιε μ΄ξανάπε η βάβω και κάνοντας νόημα να την ακολουθήσουν διευθύνθηκε σε μια γωνιά της αυλής όπου είχε ένα μικρό λιθόκτιστο  κοτέτσι, σκεπασμένο με πλάκες και χαλασμένους ντενεκέδες.. Νάτο, το κοτέτσι, παιδιά μου, ξανάπε η γριά. Τι να το κάνετε; Δεν γεννάν οι μπουφιάρες, ένα φόλι είναι, αν το θέλετε, πάρτε το. Δεν έχω αυγά η μαύρη . Και κουνούσε τις πλάτες της κι έκανε φρου φρου το μισότριβο  και λερωμένο σεγκούνι της. Ήταν ένας τρόπος ξυσίματος, γιατί εκείνον τον καιρό, όλος ο ντουνιάς ήταν γεμάτος από ψείρες.
-Όχι μπάμπω είπε νευριασμένος ένας όμπασης. Το Κρεμμύδα το Πουτέτση το κλέφτης.
-Όχι μπιρ, όχι μπιρ έκανε η γριά κι άρχισαν να τρέχουν δάκρυα  από τα μάτια της. Δεν κλέφτω. Εγώ καρτερώ θάνατο, τι να κλέψω. Ποιος σας είπε τέτοια πράμματα , τέτοιες κουβέντες για μένα. Και βουρ τα δάκρυα, βρύσες  τρέχουνε από τα μάτια της.
-Άκου μπάμπω είπε αργά  και προσπαθώντας  να γίνει καταληπτός ο τσιαούσης. Το Κρεμμύδα και το Πουτέτσης το κλέφτης. Χα’υ’ντούτια…….
– Ούτε κοτέτσια, ούτε κρεμμύδια κλέβω. < Το χαβά της η γριά και τα δάκρυα τζουρνάρα.> Τα κρεμμύδια τα φύτεψα, τα σκάλισα.και τάμασα με τα χεράκια μου, από το μπαξέ μου. Δεν κλέφτω. Δεν τάκλεψα. Δεν τάκλεψα. Ρωτάτε και το μουχτάρη τον παππά τον Κονόμο, όποιον θέλετε ρωτάτε, όλοι με ξέρουν…
Ο τσιαούσης έκανε νόημα στους άνδρες του  να τον ακολουθήσουν και κίνησε κατά το χασιομέρι νευριασμένος. Μωρέ με τι χαζοπούλι έχανε τον καιρό του….. Κόντευε να σκάσει  με την γριά τη χαζή, τη μπανταλή, την ξοπαρμένη, το μπούφο, που δεν μπορούσε να καταλάβει ….Η  γριά γύρισε στο καλύβι της. Μπήκε μέσα κοίταξε από το παράθυρο την κοσάδα που έφευγε και όταν είδε πως έφτασαν στο χασομέρι, άρχισε να μουντζώνει τους τούρκους και με τα δυο της χέρια. Να, να, να . Ζαγάρια του κερατά.Ξύκι και πάστρα να γίνετε. Κακόν αναλημό, κακή ροπή να σας δώκει ο Θεός και η Αγία Τράδα καλημέρα της. Και έκανε το σταυρό της . Θα  πρόδινα εγώ τον  Πουτέτση και τον Κρεμμύδα τα νισιάνια μου, τα παλληκάρια μου, τους λεβέντες μου, που καρτερώ πότε να σας σκοτώσουν όλους, να βγάλω το γαίμα του παιδιού μου , που το σκοτώσατε , είκοσι χρονών παλληκάρι και αρραβωνιασμένο. Τον γέροντά μου  που πέθανε στα μπουντρούμια σας, στα σίδερα δεμένος. Τις γαίγες που μου τις φάγαταν…… Και ας μην είστε εσες , άλλα ζαγάρια  σαν και σας ήταν. Και έμεινα μοναχή  κούτσουρο δυο χούφτες κόκκαλα, να δουλεύω  στα γεράματα και να μου τρέμει το κλειτσί. Παληοζαγάρια που να σας πάρει κακή ροπή, Θεέ μου κι Αγία Τριάδα μου. Και έκανε το σταυρό της , Πανήγια μου  και ξανάπε Θεέ μου κι Αγία Τριάδα μου, κακή ροπή και γρήγορα. Να μην τον βρήτε το δρόμο να γυρίσετε στα σπίτια σας. Το περασμένο βράδυ,ο Πουτέτσης και ο Κρεμμύδας, κοιμώνταν στο παλιοκάλυβο της γριάς. Τους έστειλε   ο  παππα -Κονόμος, γιατί δεν είχε μικρά παιδιά  να μαρτυρήσουν. Σήμερα ταχιά-ταχιά νύχτα ακόμη, πήρε από τον Πουτέτση ένα χαρτί, τόπλεξε  στην κοτσίδα της μη τυχόν το βρουν τα παλιοζαγάρια οι αρβανίτες και το πήγε στο Δεσπότη- νάχει ο Θεός καλά την αφεντιά του, τον Ιερόθεο κάτω στην Παραμυθιά και τόδωσε. Ευχαριστήθηκε ο Δεσπότης πολύ και είπε στους παππάδες να της δώσουν της γριάς δυο λειτουργιές και λίγο λάδι.  αγάπαγε ο Δεσπότης τους Σελλιανίτες,  γιατί είχαν εκατό ντουφέκια, ξεφτέλισαν τόσες φορές τους Προνοιάτες, και ήταν διαλεχτά παλληκάρια.Μα πιο πολύ αγαπούσε τη γριά το μυστικό ταχυδρόμο του Κομιτάτου, που έκανε το παν για να ξεπληρώσει το γαίμα του παιδιού της του μονάκριβου. Όταν αντάμωσε η γριά την κοσάδα, οι καπεταναίοι έτρωγαν στου παππα Κονόμου. Και όσο να ξεμπλέξει η κοσάδα από τη γριά , παν τα πουλιά, πέταξαν, γλύστρησαν  κρυφά στο πλάι, να μην χτυπηθούν με τους αρβανίτες μέσα στι χωριό και γίνουν αιτία να καεί.

Βουτσέλα= βαρέλα νερού. Γελαψού= πηγή με άφθονο δροσερό νερό παρά την Σέλλιανη. Πλιάκα=αλβανική λέξη, πλακ, γραία. Γιαραμπής= ο ύψιστος. Μιλιαζίμης και γιούσμπασης = υπομοίραρχος και μοίραρχος. Σταλίκια =ξύλο δστη θέση του ταβανιού να κρεμούν καλαμπόκι. Πουτέτσης Κρεμμύδας =τα ονόματα των αρχηγού και υπαρχηγού του Ελληνικού Ηπειρωτικού Κομιτάτου. Χασομέρι= μεσοχώρι. Γαίγες= οι γίδες. Κλιτσί= το κότσι.

Ημέρα μνήμης του Τάσσου Παπαδόπουλου

Ημέρα μνήμης του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου, προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας σαν σήμερα έκανε το διάγγελμα στον Κυπριακό λαό και σε όλον τον κόσμο

Tα πήραμε τα Γιάννενα

Τα πήραμε τα Γιάννενα,
μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε
όπου γελούν και κλαίνε

Το λεν οι κούκοι στα βουνά
και οι πέρδικες στα πλάγια,
το λέει και ο πετροκότσυφας,
ψηλά στα καταράχια.

Τα πή μαναμ, τα πήραμε τα Γιάννενα.

483 χρόνια έμεινε κάτω από τον τούρκικο ζυγό η Ήπειρός μας, τώρα που θα έρθει ο παππούς σας να σας πει την ιστορία, να τη μάθαιτε καλά.
Ήταν τα λόγια της γιαγιά μας.
-Εσύ γιαγιά τι ξέρεις από τον πόλεμο;
-Κοκκίνιζε σαν παιδούλας το πρόσωπό της.
Πως να μας πει, πως τον ίδιο καιρό και στη Σκάλα της Παραμυθιάς και τα χωριά Ρίζας, Ντουσκάρας Λάκκας Σουλιού πολέμαγαν για την απελευθέρωση της Παραμυθιάς και των χωριών της. Αυτά μας τα έλεγε ο παππούς, που τάξερε από πρώτο χέρι, αφού ήταν κομήτης στο Ηπειρωτικό Κομητάτο.
Ήταν και κείνη εκεί, όπως και η γιαγιά η Γεωργία, όπως όλες οι γυναίκες να μην ξεχνάτε παιδιά μου μας έλεγαν πάντα πως τούτο τον τόπο τον κατοικούν τα εγγόνια και τα τρισέγγονα των Σουλιωτών. Η γιαγιά η Ελένη δεν ήταν τόσο τυχερή σε τούτες τις μάχες όπως η γιαγιά η Γεωργία. Η γιαγιά η Ελένη ήταν εδώ στη Σέλλιανη στη Σκάλα ενώ η γιαγιά οι Γεωργία με όλες τις γυναίκες της περιοχής του Μπιζανίου στο Μπιζάνι, και των γύρω χωριών οι γυναίκες, ήταν εκεί, να κουβαλάνε ξύλα και τρόφιμα, να κάνουν κάποιες δουλειές.Εκεί ήταν και όλοι οι Έλληνες, μανιάτες, κρήτες, όπως και στη Θεσσαλονίκη έτσι και δω. Ήταν η πιο σπουδαία μάχη αυτή για τα Γιάννενα.
40.000 ήταν ο στρατός μας στο Μπιζάνι μας είπε ο παππούς όταν ήρθε και μεις γύρω από του τζάκι τον ακούγαμε με προσοχή και θαυμασμό.
Από τους 40.000 στρατού έμειναν μόνο 28.000 χιλιάδες. Μα να δείτε πως έτρεχαν οι Έλληνες να πολεμήσουν κι ας μη μπορούσε ο Βενιζέλος να στείλει άλλο στρατό. Όλοι οι Έλληνες γίναν στρατιώτες μέχρι γέροι.
-Πω, πω, πω, είπε ο Δημήτρης, παππού πάνω από τους μισούς σκοτώθηκαν…..
-Μπράβο Δημήτρη, μπράβο, ξέρεις καλή αριθμητική. Μα οι Έλληνες ξέρουν να πολεμούν και να πεθαίνουν για την πατρίδα τους.
Καμάρωσε ο Δημήτρης και θύμωσα με τον εαυτό μου, που δεν το είπα εγώ.
-Ήταν τέσσερεις του Μάρτη και ο στρατός μας αγωνίζονταν με όλες τους τις δυνάμεις.
-Τα οχυρά όμως ήταν άπαρτα. Δίναμε μάχες μήνες, φτάναμε κάπου, μα τίποτε.Εκεί στο Μπιζάνι κολλάγαμε. Ήταν άπαρτο. Και οι τούρκοι πολεμούσαν γενναία.
Δεν βουλιάξαμε, είχαμε πείσμα, έπρεπε να λευτερώσουμε και μεις τη δική μας πατρίδα.Είχαμε πάρει τη Θεσσαλονίκη, ήρθε η ώρα των Γιαννίνων.
Εκεί εκείνον τον καιρό, όλοι οι Έλληνες ήταν ένα, ο Βασιλειάς, ο Βενιζέλος, ο Βελισσάριος, ο Καλλάρης ο πονεμένος στρατηγός, όλοι μια γροθιά.Παιδιά μου χωρίς να είμαστε όλοι μαζύ ενωμένοι δυστυχώς τότε δε νικάμε.
Παππού, έκανες λάθος δεν ήταν Μάρτης, του είπα, για να βάλω τα πράγματα στη Θέση τους, στο σχολείο θα γιορτάζαμε τις είκοσι δύο Φεβρουαρίου.
-Ήταν Μάρτης Αλεξάννδρα μου, γιατί τότε εγγονάκια μου, είχαμε άλλο ημερολόγιο το παλιό. Με αυτό που ακόμα και τώρα οι αγρότες μας φυτεύουν τη γη.
Εκεί λοιπόν ήταν όπως σας είπα ο Στρατηγός Καλλάρης. Εκεί ήταν και ο αξιωματικός γυιος του ο Σπύρος.
Μια μέρα τραυματίσθηκε ο Σπύρος και σαν να μην έφτανε αυτό, αρρώστησε όπως ο Θείος σας ο Μήτσιος, ένα δάκρυ ήταν ένδειξη του πόνου του, για το θείο μας το Μήτσιο.
Μια μέρα και ενώ ο Σπύρος ήταν πολύ άρρωστος, θα έδιναν μια σημαντική μάχη, τη μάχη της Μανωλιάσας.
Σηκώθηκε κι ας ήταν άρρωστος ο Σπύρος, φόρεσε τη στολή του ήταν αξιωματικός είπαμε, και ετοιμάθηκε για τη μάχη.
Ο γιατρός που τον είδε τον εμπόδισε. Είσαι άρρωστος δεν θα αντέξεις τη μάχη.
-Είμαι καλά.
Ο γιατρός έστειλε και φώναξε το στρατηγό.
Ήρθε ο στρατηγός. Του λέει ο γιατρός πως είναι ακόμη άρρωστος κλπ. Βλέπει το γυιο του ντυμένο έτοιμο για τη μάχη ο στρατηγός, και λέει.
-Να πάει.
Στη μάχη ο Σπύρος σκοτώθηκε στις επτά Δεκεμβρίου [[ με το καινούριο ]] του 1912. Οι μάχες ήταν δύσκολες τα Γιάννενα άπαρτα. Ο στρατός μας παρά τις απώλειες του, πολεμούσε με πάθος, ήταν ένας στρατός γενναίος και είχαν σκοπό να πέσουν όλοι εκεί, στο Μπιζάνι, αρκεί να γίνουν τα Γιάννενα Ελληνικά και να υψώσουν τη Ελληνική σημαία στο κάστρο τους.
Ο Σπύρος έπρεπε να ταφεί μα πως να το πούνε στο στρατηγό πως σκοτώθηκε ο γυιος του, και που ο ίδιος ο στρατηγός την άλλη μέρα θα έδινε μια σπουδαία, μάχη. Τούτες τις μέρες είχε γίνει ο πόλεμος πιο σκληρός. Η μια μάχη ακολουθούσε την άλλη χωρίς καθόλου ανάπαυση. Τα αποτελέσματα μικρά έως ελάχιστα.
Πήγε ο γιατρός και το είπε στον πατέρα στρατηγό Ι Καλλάρη. Ο Σπύρος έπεσε στο πεδίο της μάχης. Πως ήταν δυνατόν να θάψουν το Σπύρο του, το παιδί του, χωρίς να το χαιρετίσει για τελευταία φορά;;; Δεν ήταν μακρυά τώρα ο στρατηγός όπως στον άλλο του γυιο που σκοτώθηκε στη Μ Ασία.
Ο στρατηγός πήγε στη σκηνή, εκεί έμεινε περίπου ένα τέταρτο χα’υ’δεύοντας το παιδί του, ο πατέρας, όχι ο στρατηγός, και μιλώντας του έλεγε. Παιδί μου π ως πάγωσαν τα χεράκια σου,,,, παιδί μου πως χλώμιασες πως;;; Και συνέχισε.
΄΄Εύγε Πίπη μου, έκανες το καθήκον σου προς την πατρίδα΄΄.
Βγήκε χλωμός από τη σκηνή και είπε στους αξιωματικούς του
-΄΄Κύριοι επί των ίππων΄΄.
Έτσι κερδήθηκε η ΛΕΥΤΕΡΙΑ με αίμα με αγώνες. Εκεί, στην πόλη των Ιωαννίνων κοντά στα υψώματα με τους τούρκους ήταν ένας έλληνας κατάσκοπος ο Νικολάκης Εφέντης.
-Που λέτε παιδιά μου ο Νικολάκης ..
-Ήταν μικρός παππού ο Νικολάκης; Να και πάλι ο Δημήτρης.
-Στρατιώτης ήταν Δημήτρη μου και όλοι οι στρατιώτες παιδιά γενναία ήτανε, και ο Νικολάκης δυο φορές γενναίος γιατί ήτανε στη φωλιά του τούρκου.
Εκεί στα οχυρά του Μπιζανιού, ήταν υπασπιστής του τούρκου ο Νικολάκης. Πριν καιρό, εκεί ήταν ένας γερμανός που κοίταγε τα οχυρά και τις επισκευές τους, ο Φον Ντε Γκόλτ.
Αυτός έφυγε αφού εκπαίδευσε το Νικολάκη.
Ο Δεσπότης μας Γερβάσιος, πλησίασε το Νικολάκη Εφέντη και του ζήτησε βοήθεια. Και ο Νικολάκης Εφέντης δεν δίστασε, έγινε κατάσκοπος για την πατρίδα του την Ελλάδα μας. Έτσι με με νούμερα που δεν διαβάζονταν από άλλους έδωσε στους Έλληνες τα σχέδια των οχυρών. Τα οχυρά όπως ήταν και τα τρωτά τους.
Έτσι με τον γενναίο στρατό, με τις θυσίες του λαού, μα και ανθρώπους πράκτορες Έλληνες, μπορέσαμαν να πάρουμε τα Γιάννενα τα χιλιοτραγουδισμένα.
Τα Γιάννενα έπεσαν την 21 / 2 / 1913 με το νέο ήμερολόγιο, αυτό που έχουμε τώρα.
Την 21 /2 1913 έγινε η συμφωνία της παράδοσης της πόλης των Ιωαννίνων. Την άλλη μέρα, ημέρα ο Βασιλειάς με τους στρατηγούς καβάλα στα άλογά τους, μπήκαν νικητές στα Γιάννενα. Το τραγούδι το παλιό που έλεγε.
Επέσανε τα Γιάννενα σιγά να κοιμηθούνε.
Εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάνα σφίγγει το παιδί, σφιχτά στην αγκαλιά της,
γιατί είναι χρόνοι δύστυχοι, και τρέμει μη το χάσει.
Αυτό το τραγούδι άλλαξε, έγινε άλλο.
Τώρα άκουγες στους δρόμους στις πλατείες. Τα πήραμε τα Γιάννενα ή το
Δεν ήρθε πρώιμα η Άνοιξη κι ούδε το Καλοκαίρι.
Χορεύουμε χαιρόμαστε και ψιλιτραγουδάμε,
γιατι λευτερωθήκανε αητέ μου, τα Γιάννενά μας.
Το Νικολάκη Εφέντη τον σκότωσαν οι τουρκοι γιατί από λάθος,,,τον πρόδωσε κάποιος.
Μήνες κράτησε εγγονάκια μου ο πόλεμος αυτός, μα νικήσαμε και από τότε είμαστε ελεύθεροι. Βέβαια μας σκλάβωσαν για λίγο πάλι οι γερμανοί και δεν θα το πιστέψετε, σε αυτό το ίδιο οχυρό, στο Μπιζάνι, νικήσαμε και πάλι.
Τα παληκάρια μας τραγουδούσαν.
Δε με φοβίζει ο πόλεμος
του τούρκου τα κανόνια
μον με φοβίζουν μάνα μου
του Μπιζανιού τα χιόνια.
Πάντα, όταν ο παππούς μας έλεγε ιστορές από το Σούλι τη Σκάλα, τα Γιάννενα, τα μάτια μας γέμιζαν δάκρυα και η καρδιά μας περηφάνεια.
Θα σας πω και μια κωμική ιστορία που μας έλεγε ο πατέρας μας.
Κάθονταν σκεπτικός ο βασιλειάς ντυμένος σαν απλός στρατιώτης, με κάτι τρύπιες αρβύλες στεναχωρημένος.
Τον πλησίασε ένας στρατιώτης και του λέει.
-Τι κάθεσε σκανισμένος μωρέ.
-Δύσκολα τα πραγματα του λέει ο Βασιλειάς, εδώ θα πεθάνουμε όλοι, δεν θα νικήσουμε.
-Του δίνει ένα φούσκο ο στρατιώτης και του λέει, ωρέ να μη μας νικήσει ο φόβος, γιατι θα τους νικήσουμε στο λέω εγώ ο… Δεν θυμάμαι το όνομα που μας έλεγε ο πατέρας μας.
Την άλλη μέρα καλούν το στρατιώτη στη σκηνή του βασιλειά.
Μπαίνει μέσα με φόβο, τι να θέλει ο βασιλειάς, έναν στρατιώτη. Βλέπει το βασιλειά με τη στολή του και αρχίζει να τρέμει.
Τον αγκαλιάζει ο βασιλειάς, μετά, στέκεται μπροστά του προσοχή, και τον κάνει υπασπιστή του. Είπε ο βασιλειάς πως ότι είπε στο στρατιώτη, το είπε για να δει το φρόνημα του στρατού. Έτσι με το χαστούκι που έφαγε είδε πως οι Έλληνες ξέρουν να πολεμούν και να πεθαίνου για την πατρίδα τους και για τη λευτεριά τους.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
Χωρίς λευτεριά δεν μπορεί να ζήσει ο έλληνας. Μας λένε πως ζούσε με τους τούρκους καλά, 483 χρόνια. Αν ήταν έτσι, άν λέω εγώ, γιατί έκαναν χιλιάδες στάσεις και επαναστάσεις μικρές ή μεγάλες τοπικές ή μεγαλύτερες, γιατί;;;;
Ο στρατηγός Καλλάρης, ο Στρατηγός Βελισσαρίου είναι οι άνθρωποι της νίκης.
Ο στρατηγός Καλλάρης έχασε και άλλο παιδί στον πόλεμο στη Μ Ασία.
Τα πήραμε τα Γιάννενα, ας φροντίσουμε να τα κρατήσουμε λεύτερα, από κάθε επιβουλή.
Και πήραμε τα Γιάννενα, και την Παραμυθιά, και φτάσαμε ως την Βόρειο Ηπειρό μας που την Ελευθέρωσαν με θυσίες τα παιδιά των Ελλήνων όλης της Ελλάδας μας, και οι φίλοι μας, αυτοί οι ίδιοι που σήμερα μας σκοτώνουν ήταν και τότε που μας πρόδωσαν, που την ελευθερη Β.Η την έδωσαν στην Αλβανία, ένα κομμάτι καθαρά Ελληνικό, που στενάζει κάτω από ζυγό ακόμα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.
Να μην ξεχνάμε, πως από όλη την Ελλάδα ήρθαν εθελοντες για να πολεμήσουν και να σκοτωθούν. Ήρθαν να χαρίσουν λευτεριά σε ένα ακόμη κομμάτι της σκλαβωμένης μας πατρίδας. Ακόμη και από την Κύπρο μας ήρθαν να πολεμήσουν Μάνη, Κρήτη, Νησιά.