Αγαπημένα μου χωριά

Μικρή ήμουν πολύ μικρή τριών η τεσσάρων χρονών.
Έπαιζα με κάτι πετρούλες στην αυλή κάποιου σπιτιού. Δεν ξέρω που ήταν, οι γονείς μου δεν ζουν για να μου πουν.
Σαν ρωτούσα τη μάνα μου, μου έλεγε.
-Τι θυμάται το σκατό,,,, ποιος έχει την όρεξή της…
Μα εγώ είχα όρεξη και να παίξω και να βαρέσω την ξαδέρφη μου, που όλο ήθελε τα πράγματά μου.
Ίσως να ήμουνα σκατόπαιδο.
Ρώτησα και τη ξαδέρφη μου, που ήμασταν στην ίδια ηλικία και ζούσαμε μαζί στα χρόνια τα μικρά μας;
-Ωρή χαζή είσαι; Όπου μας πήγαιναν πηγαίναμε. Δεν ήταν μωρή πόλεμος τότε.
-Ήταν πόλεμος και πάντα ακούγαμαν πυροβολισμούς, όμως εμείς παίζαμε στις ρίπες στα πριγκόρια ή στη μεγάλη πέτρα;
-Άει στο καλό σου Αλεξάνδρα,, τι χαλεύεις. Τι θα αλλάξει στον κόσμο αν θυμηθείς τι κάναμε και που ζούσαμε τον παλιό καιρό.
Θυμάσαι μωρή τι έφαγες πριν ένα χρόνο σαν σήμερα;
-Αυτό δεν έχει σημασία.
-Και έχει σημασία! το που ήμασταν τότες, που δεν καταλαβαίναμε άλλο από το ότι θέλαμε νερό ή ψωμί..
Δίκιο μπορεί να έχεις, μα ψάχνω να βρω το σπίτι που ζούσαμε. Έχω κάτι αναλαμπές. Κάτι έγινε τότε.
Δεν ήταν ούτε το πατρικό στην Παραμυθιά, ούτε το σπίτι στο χωριό, ούτε κανενός μπάρμπα.
-Διάολε,πως ήταν αυτό το σπίτι θυμάσαι;
Μήπως έχεις πάει ποτέ σε χρόνους ύστερους;
-Σε ρώτησα κάτι, θυμάσαι;
-Το μόνο που θυμάμαι, είναι η αυλή με άσπρες πέτρες… ναι, είχε μια μεγάλη αυλή με μια τεράστια κρεββατίνα γεμάτη σταφύλλια.
-Αχού,,, μωρή, υπήρχε τότε σπίτι παλιά, που να μην είχε μια μεγάλη κρεββατίνα- κληματαριά και κανα- δυο πέργκολες για κρασί για ξύδι για τσίπουρο,,, δεν ήταν. Όλες οι αυλές μικρές μεγάλες είχαν κληματαριά.. Άλλο άλλο..
-Είχε μια ωραία άσπρη κατσίκα μαλτέζα που…
-Άσε, όλα τα σπίτια είχαν κατσίκα μαλτέζα, για γάλα για το κατσικάκι του Πάσχα, Των Χριστουγέννων και της Παναγιάς τρία με τέσσερα έκαναν αυτές, γιαυτό όλα τα σπίτι είχαν κατσίκα μαλτέζα…και για λίγο γιαούρτι…
-Είχε μπάσια από δω κι από κει στο τζάκι με κάτι μαυροκόκκινα χράμια από άχερο ή τζάφκες καλαμποκιού.Ένα γιούκο ψηλό σκεπασμένο με κόκκινο και άσπρο σεντόνι…
-Αστραπή και βροντή να σε βαρέσει μωρή ξαδέρφη, ,,είσαι καλά,,,
Αν δεν αποφασίσεις και αρχίσεις να μου λες πως πίσω είχε μια μουριά, πως είχε μια καρυδιά και κότες,άσε δεν θα το βρούμε, ξέρεις, τότε όλα τα σπίτια είχαν όσα λέμε παραπάνω.
Προσπάθησε να θυμηθείς και μη με σκας με τις παραξενιές σου..

Είχε δίκιο, κάπως έτσι ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά που έζησα εγώ. Όλα ήταν χτισμένα στην πλαγιά. είχαν κατώι χωρισμένο στα δυο από τη μια μεριά βάζανε τα ζώα μη τα κλέψουν οι κλέφτες,,, έκλεβαν πολύ τότες… και το άλλο μισό για να βάζουν τα γεννήματα…Καλαμπόκι κρεμμύδια, σκόρδα,ελιές τυρί και γαλοτύρι. Είχε μια πέτρινη σκάλα με πολλά σκαλοπάτια και χαγιάτι με τσίγκένια σκεπή.
-Καλά ψάξε να βρεις βελώνα στα άχερα,,χα χα χα,,
Και τότε προσπάθησα να βρω κάτι άλλο που να ήταν διαφορετικό.

Σας ορκίζομαι δεν είχαν. Μόνο μερικά που ήταν χτισμένα στο ίσιο δεν είχαν κατώι. Αυτά ήταν σαν να είχες τον όροφο. Αντί για κατώι είχαν πέτρινες καλύβες ή βριζοκάλυβα. Πολλές φορές το σπίτι ήταν μικρότερο από τα αχούρια τα πέτρινα που βάζανε τα βόδια, τα άλογα και γα’ι’δουράκια.
Όλα τα σπίτια είχαν πολλά παιδά, όλα τα σπίτια, είχαν μέσα γέρους και γριές.
Τότες στο ίδιο σπίτι ζούσαν γιαγιάδες, παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα…Και έμπαινε τσατμάς για ένα δωμάτιο ακόμη…
Είχαν αργαλειούς και αυλές ασπρισμένες που μοσχομύριζαν οι αλτάνες οι δυόσμοι οι λεβάντες και τα καρυοφύλλια.
Είχαν και τριανταφυλλιές,Μαί΄σιες, και άλλες χρωματιστές, μερτζούσια, ζίνιες και ντάλιες, μικρές και μεγάλες.
Είχαν έναν κήπο με λαχανικά. Απ΄ όλα έβγαζε ο τόπος και στα ψηλά και στα χαμηλά.
Στα παραθύρια είχαν ντενακέδες με βασιλικούς μυρωδάτους. Πολλούς βαριλικούς.
Σε όλα τα σπίτια δίπλα από τη σκάλα έξω,είχαν βουτσελοτόπι, για την βουτσέλα, δίπλα ήταν το γκιούμι οι στάμνες. Μέσα πάνω στο τραπέζι είχαν κανάτες, και χαλκό, για το νερό. Τα ποτήρια και οι κανάτες δεν έβγαιναν από το σπίτι γιατί έσπαγαν. Από το σπίτι έβγαινε η βουτσέλα που τη λέγανε και βαρέλα, το γκιούμι και η μπούκλα που ήταν μικρή, βολική.
Αγαπημένη μου πατρίδα. Είσαι τόσο ξεχωριστή.
Σε όσους τόπους κι αν πέρασα, σε όσους τόπους κι αν έζησα τη δική σου ομορφιά δεν τη βρήκα.Εσύ ήσουν η πιο όμορφη.
-Γιατί; Αυτό το είπε η ξαδέρφη μου…
Δεν της απάντησα, απάντησα στον εαυτό μου…
Γιατί χτύπησα στα βράχια σου. Γιατί μάτωσα το χώμα σου. Γιατί έκανα όνειρα τα βράδια βλέποντας τα άστρα να με προσκαλούν στο παραμύθι της ζωής.Και κάποτε ακούγοντας πότε τον αγέρα να φυσά,πότε το τίκ τάκ της βροχής,τις βροντές και τις αστραπές, που με τρόμαζαν μα δεν μιλούσα, τι σουλιώτισσα θα ήμουν τότε, αν έδειχνα το φόβο μου… Το ψιλόβροχο, τα σύννεφα που κρύβανε τα δάκριά μου,,, πολλές φορές καθώς κοιτούσα τα άστρα, και κείνα,,,ντυμένα μες τα ασημένια τους ρούχα μου, έστελναν δώρα, βραχιόλια, κοσμήματα που κανένας δεν μπορούσε να τα δει.Ήταν δικά μου… Τα άστρα μου, πάντα μου αντιλογιούνταν. Δεν με γέλασαν ποτέ. Πόσες φορές δεν ανταλλάξαμε σκέψεις….Τους χαμογελούσα και κείνα τρεμοπαίζοντας μου έκλειναν το μάτι…Γιατι πολλά πρωινά με ξύπναγαν πουλιά που καλούσαν τα ταίρια τους. Γιατί όπου κι αν πήγαινα άκουγα καλημέρα Τσαντούλα. Δεν θύμωνα με το Τσαντούλα. Γιατί γνώριζα κάθε πετρούλα κάθε δεντράκι. Γιατί ήταν δίπλα μου, όλα ότι αγαπούσα.
Γιατί; Γιατί;
Εκεί με είδα,,όχι στον καθρέφτη της ντουλάπας, μα στο νερό της μπουρίμας που την ήξερα και με ήξερε.Εκεί τάραζα τα νερά της και έβλεπα παράξενο το πρόσωπό μου. Είδα στον καθρέφτη της Μπουρίμας, να αλλάζω από μικρό παιδάκι σε κοπέλα μικροκαμωμένη αλλά κοπέλα, δεσποινίς.
Και άρχιζα να κάνω άλλα όνειρα.
Φαίνεται πως το μπόι δεν παίζει ρόλο στα όνειρα. Αυτά ήταν δικά σου καταδικά σου.
Γιατί!
Για κείνο το πλατσούρισμα ξυπόλυτη στην βρυσοπούλα που με άκουγε κι έκανε βουή να μην με ακούν οι άλλοι. Η βρύση δεν μου μιλούσε, εγώ όμως, έπαιρνα τα μηνύματα που μου έστελνε.Ήμουν αλαφρο’ι’σκιωτη…αυτό έλεγε η μάνα μου… Χαρές εγώ !!Καμάρωνα..
Αλαφρο’ι’σκιωτη, σαν τις νεράιδες του παραμυθιού. Δεν τους έμοιαζά το ξέρω, κι ας μην κοίταζα ποτέ μου τον καθρέφτη. Αυτός, θα έβλεπε μόνο την θωριά μου, μα εγώ ήθελα να ξέρει την ψυχή μου, την καρδιά μου.Όμως την ψυχή μου δεν την έβλεπε κανείς. Μόνο τα αστέρια ή η βροχή, σαν είχα δάκρυα στα μάτια. Τότε δεν τα έβλεπε κανείς έτσι η βροχή γίνονταν ένα με τα δάκριά μου και πλένανε μαζί το πρόσωπό μου την καρδιά μου, την ψυχή μου.
Δεν το βρήκα αυτό το χωριό των τριών μου χρόνων. Βρήκα όλα τα άλλα,ένα- ένα από τη γέννησή μου μέχρι τα δέκα έξη μου χρόνια που έφυγα για την Αθήνα.
Εκεί δεν βρήκα τις κοπέλες που φορούσα μαντήλι που σαν περνούσαν χαμήλωναν τα μάτια τους, που στα είκοσί τους χρόνια είχαν ένα παιδί στην αγκαλιά και ένα στην κοιλιά.
Εκεί βρήκα κορίτσια μοντέρνα που φορούσαν κοντά σορτσάκια και απλά μπουστάκια. Σήμερα δεν διαφέρουν πολύ τα κορίτσια από τα κορίτσια της εποχής εκείνης.

Εκεί άρχισε μια άλλη ζωή.
Και πόσο άγριο μου φαινότανε εκείνο το΄΄ να προσέχεις, εδώ δεν είναι η Παραμυθια΄΄.
Πόσο ήθελα να είμαι στην Παραμυθιά.
Μα αυτό με τη φυγή τελειώνει. Όταν φύγεις από ένα τόπο για πολύ, ξεριζώνεσαι και ριζώνεις εκεί που πας.
Πολλοί θα ζήλευαν τη ζωή μου, γιατί έζησα καλά. Έκανα ότι κάνουν όλοι άνθρωποι, οι τυχεροί. Έκανα οικογένεια με το δημοσιογράφο, λογοτέχνη, ποιητή και χρονογράφο Χρήστο Ι.Θωμά που μεγάλωσε στην Παραμυθιά και στην Παραμυθιά τελείωσε το Γυμνάσιο. με παιδιά και εγγόνια σπουδαία. Μάνα είμαι ότι θέλω λέω.
Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους Δούλεψα, με πολούς και έκανα κάποια από τα ονειρά μου πραγματικότητα.
Όμως εγώ νόμιζα πως δεν είχα γεννηθεί για όλα αυτά.
Ήμουν και είμαι μια χωριατούλα..
Μου ταίριαζε το χωριό, το χώμα, οι πέτρες, ο κήπος.
Αν ήμουν άξια για όλα αυτά;
ΟΧΙ
Για τούτο ο καλός Θεός μου έδωσε να κάνω, ότι μπορούσα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Μια φορά κι έναν καιρό

Παραμυθιά 1886
Γεννήθηκα στο χωράφι.

Μια φορά κι έναν καιρό πάνε τώρα 70 χρόνια, όταν καθισμένη στη γωνιά,στο σπίτι της γιαγιάς μας της Γεωργίας στο Λιβιάχοβο που τώρα το λένε Άγιο Ανδρέα, με τα ξαδέρφια μου και τα μικρά μου αδέλφια άκουγα τα παραμύθια της γιαγιάς μου της Γεωργίας.
Δεν μου άρεσαν τα παραμύθια της γιαγιάς της Γεωργίας τότε. Μα σαν μεγάλωσα κατάλαβα πως η γιαγιά Γεωργία δεν μας έλεγε παραμύθια μα την ιστορία του τόπου μας σε συνέχειες.
Ήταν τότε πιο παλιά η γιαγιά της γιαγιάς Γεωργίας που τη λέγανε Λένη. Αυτή η Λένη ζούσε στο χωριό δίπλα στο Μοναστήρι.
Από τη χαρα’ι’ ξεκίναγε για τα ζώα, για το κλάρισμα, αφού είχε παστρέψει το σπίτι. Τι σπίτι δηλαδή μια καλύβα πέτρινη χωρισμένη στα δυο.
Κουζίνα σαν να λέμε και κρεββατοκάμαρα ή σαλόνι ή καθιστικό ήταν ένα και το αυτό.
Στη μέση είχε μια γωνιά για την στια, και γύρω γύρω μπάσια από λιναρένιο ύφασμα χοντρό υφασμένο από τη μάνα της στον αργαλειό γεμισμένα με τζάφκες καλαμποκιού..
Σε τούτο το σπίτι που μοσχοβόλαγε ασβέστη κοιμώντουσαν οχτώ νοματαίοι και που και που, κανένας ξένος.
Οι δουλειές ήταν μοιρασμένες. Άλλος στο λόγγο, άλλος στο χωράφι άλλος στα ζώα που ήταν γιδιπρόβατα.
Έκανε πολλά παιδιά η Λένη, άλλα δικά της, άλλα του Θεού.
Τη μάνα μου τη γέννησε στο χωράφι καθώς σκάλιζε. Χωρίς βοήθεια. Έβαλε το πλετσουνάρικο μικρό στην ποδιά της και με το αίμα να κυλλάει έφτασε στο σπίτι της μάνας της.
Άντε να την καμαρώσεις και νύφη, της είπε η μάνα της και έκανε τα πρέποντα για τη λεχώνα και το παιδί.
Του έκοψε τον αφαλό και τον έδεσε. Μετά το έβαλε στο βυζί της μάνας του για να της έρθει το γάλα.
Και ύστερα την πήρε η βάβω της και της πασπάλισε τον αφαλό με σμέρτο ξεραμένο και στουμπηγμένο από πέρα το μέρος που το λένε Μοναστήρι.
Του έριξε και σκρούμπο από μαλλί της γίδας είναι το καλύτερο, καλό είναι και το πρόβειο μα το γιδίσιο είναι καλύτερο….
Σταύρωσε ξανά μάνα και παιδί και ευχήθηκε ξανά. Και νυφούλα καμαρωμένη να τη δούμε.
Άναψε και θυμίαμα να θυμιάσει το σπίτι από τον έξω απέδω
Έσκυψε η κόρη και φίλησε το χέρι της μάνας που ήταν και μάνα και μαμή και γιατρός.
Τότε έτσι γένναγαν όλες οι γυναίκες στα χωράφια στα πρόβατα, στο ποτάμι που έπλεναν.
Γιατρούς δε είχαμαν τότε.
Κάθε χωριό είχε τη μαμή του. Μα που να ξέρει η κάθε μια τους, πότε θα γεννήσει;
Άλλα παιδιά αφήνουν μέρες, άλλα παίρνουν, που να ξέρεις πότε θα έρθει η ώρα;
Τούτη η τσούπρα όπως και άλλες τρεις που ήρθαν δεν έμαθαν γράμματα.
Τότες μόνο τα αγόρια αν είχε το χωριό σχολείο μάθαναν γράμματα, και αυτά λίγα.
Μην σας φαίνεται πως αυτές οι γυναίκες που δεν ήξεραν την Αλφα Βήτα ήταν αμόρφωτες.
Δεν ήταν.
Ήταν πρώτες σε πολλές επιστήμες.
Στην υφαντική, στο πλέξιμο, στο κέντημα, τη ρόκα, τους αγρούς, στην ιατρική, στα φάρμακα…
Σαν άντρες έκοβαν ξύλα για τη στια ή το φούρο. Αυτές κένταγαν τις ποδιές που καμαρώνουμε και τις πενταραδήσιες κάλτσες.
Αυτές θα μάζευαν και θα έφκιαχναν κεραλοιφές για όλα. Αυτές θα μάζευαν τα βότανα για τις αρρώστειες του Χειμώνα.
Τέτοια γυναίκα έγινε η βάβω μας που γεννήθηκε στο χωράφι την ώρα του σκάλου.
Και γω μια μέρα έτσι γεννήθηκα μας είπε, μα στο σπίτι.
Και στο σπίτι όλα έγιναν κανονικά. Και η μάνα μου έκανε τηγανήτες να στείλει τα συχαρίκια, να γλυκάνει η γειτονιά.
Έτσι ήταν τότες. Και οι γειτόνισσες όσο καιρό ήταν έγκυος της έστελναν φαγητό να μην ζηλέψει και γαννηθεί το παιδί με μπάλωμα, μεγάλη αμαρτία….
Βοήθαγε ο κόσμος, μα που να βρεθούν κάποιοι στην δύσκολη ώρα όταν έβρησκαν τη γυναίκα τα κίνδυνα σε μέρη απόμακρα….
Κίνδυνα λέγανε τους πόνους της γέννας. Τότες η γυναίκα που ήταν έγκυος πολλές φορές πέθαινε μαζί με το μαξούμι.
Μα και σαν ήρθε ο γιατρός της Νομαρχίας στα δικά μας χρόνια μετά που έγινε Ελληνικό, και τότες οι γυναίκες δεν πήγαιναν στο γιατρό, είχαν αντροπή χαντακωμάρα.
Να τη λέτε τούτη την ιστορία. Θα σας πω και πως πορευόμασταν. Σαν τα ζούδια της γης χορταίναμαν την πείνα μας.
Οι τσούπρες για να έχουν καλή τύχη έπρεπε να είναι λιγόφαγες.
Αυτά και άλλα πολλά μας είπε η γιαγιά η Γεωργία που εμάς δεν μας άρεγαν και θέλαμε να παίξουμε αφήνοντας τα μωρά στην σαρμανίτσα να κλαίνε.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότες. Τούτα τα χάλια ξεχάσθηκαν.
Και πολλές φορές οργή διακατέχει τον κόσμο που δεν μπορεί να έχει να έχει να έχει.
Έτσι αποφάσισα να σας γράψω κάποια πράγματα που γίνουνταν μια φορά κι έναν καιρό στην πατρίδα μας.
Κόρη της γιαγιάς της Γεωργίας, είναι η μάνα μου, που κι αυτή χωρίς να τρέχει στα χωράφια, από το κομμωτήριο ήρθε σπίτι μα στη σκάλα έκανε τον αδελφό μας.
Αλεξάνδρα ΠΑαυλίδου Θωμά.

Το νυφικό

Σας έχει τύχει να γνωρίζετε έναν άνθρωπο από οταν γεννηθήκατε και μετά;
Να τον γνωρίζετε καλά και να βρήσκεστε με την απορία. Άλλον άνθρωπο να γνωρίζετε για δέκα πέντε χρόνια και άλλον στα υπόλλοιπα χρόνια της ζωής σου που μετράν έξη δεκαετίες.
Μπορεί ένας άνθρωπος να χάσει τη σπιρταδα του, την χάρη του, και να γίνει κάποιος άλλος;
Σε μένα έτυχε τούτο το περίεργο.
Βέβαια ήμουν παιδί και πολλές φορές έλεγα εν μπορεί έτσι να ήταν πάντα, δεν μπορεί να έγινε μετά τα είκοσι πέντε χρόνια της.
Την αγαπούσα πολύ.Την αγαπώ πολύ.
Ήταν όμορφη σαν άγγελος αναγεννησιακός πάνω σε ουράνιο θόλο εκκλησίας.
Και μετά!.. η έξυπνη καλομαθημένη κοπέλα με τα χιλιάδες ενδιαφέροντα, έγινε μια κυρούλα.
Μια κυρούλα όχι από αυτές που το βλέμμα τους, είναι δρεπάνι, που θερίζει τις αγωνίες της ζωής της, αλλά δρεπάνι που βάζει τα όρια στα στάχυα της οργής από τα στάχυα της γαλήνης.
Πέρασε κι αν δεν πέρασε στη ζωή της.
Ούτε οργή, ούτε θέλω άκουγες από το στόμα της.
Πριν χαράξει ο Θεός τη μέρα, άρχιζε τις δουλειές της. Και μετά καθισμένη στο σαλονάκι της, στο καθιστικό της ή στην κουζίνα και αν ο καιρός το επέτρεπε στα σκαλοπάτια του σπιτιού της, παρέα για καφέ.
Και μαζί θα τους έβγαζε και γλυκό του κουταλιού.
Και μετά η κάθε μια άκουγε τα μελλούμενα που ήταν γραμμένα στο κουπάκι του καφέ.
Τη θυμάμαι κομψή, δυνατή να δείχνει πάνω στο μεγάλο τραπέζι την τέχνη της.
Πολλά κορίτσια βγήκαν από τα χέρια της. Όλες έμαθαν εκτός από τέχνη καλούς τρόπους, ευγένεια και αυτό το κλικ που κάνει τον άνθρωπο ξεχωριστό.
Θα τη δούμε ανύπαντρη να ράβει με όλες τις μαθήτριες της γύρω, το νυφικό της αδελφής της.
Πολλά νυφικά είχε ράψει μα τούτο έπρεπε να είναι το καλύτερο.
Το ύφασμα ακριβό μεταξωτό και ένα κομμάτι γνήσια νταντέλα γκιπούρ.
Το φόρεμα θα ήταν σε τρία κομμάτια. Το πάνω με μετάξι και νταντέλα, με καρδιόσχημο ντεκολντε.. Η πρώτη φούστα σε ίσια γραμμή σε κανονικό μήκος σανέλ. Πάνω από αυτή τη φούστα, μια μεγάλη αέρινη φούστα, χωρίς φόδρα που θα έδειχνε το μεγαλείο της νύφης.
Αυτό μετά τον γάμο θα ήταν η εσάρπα που θα συνόδευε στις βραδυνές εξόδους τη νύφη και θα στόλιζε πολλά φορέματα. Μια σάρπα μια ετόλ μπορεί χρόνια να είναι βασικό αξεσουάρ μιας κυρίας. Και θα ήταν μια ωραία κυρία όταν θα στέκουνταν δίπλα στον άνδρα της σε κάθε έξοδό τους….
Με κάποιες αλλαγές το φόρεσαν κι άλλες κοπέλες.
Και είχε τόσο κέφι που και στο μικρό κουκλί ( εγώ ήμουν αυτό στα οκτώ μου χρόνια ) όπως το έλεγαν έραψε ένα υπέροχο φόρεμα λευκό για παρανυφάκι. Και ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα. Ένα τσαντάκι πουγκί πανέμορφο.
Ύστερα από χρόνια παντρεύτηκε και κείνη και έγινε η κυρούλα της αυλής.
Έπλεχε, μαγείρευε, είχε ένα σπίτι που έλαμπε και στα χέρια της το βελονάκι έκανε προικιά για τα παιδιά της.
Προσπαθούσα να την ξυπνήσω.
Τίποτε.
Δεν μπορούσα να δεχθώ πως άλλαξε τόσο, πως έγινε άλλος άνθρωπος.
Έραψε πριν παντρευτεί και το δικό της νυφικό. Υπέροχο σε στυλ σανέλ χωρίς υπερβολικές σούρες η κλος.
Κάπου κάπου το βλέμμα της ζωήρευε μα ήταν μόνο μια αναλαμπη.
Εκεί στη γειτονιά όλες λες και είχαν πάθει κάτι σαν μάγια. Τα μάγια της αδιαφορίας, της λεξιπλασίας του κουτσομπολιού.
Όχι δεν ήταν κάτι κακό. Μόνες τους τα μολόγαγαν και ύστερα έλεγαν. Μωρέ γυναικούλες μου μην τα πείτε παραπέρα.
Που παραπέρα; Όλος ο κόσμος τους, ήταν αυτός.
Δεν έννοιωθαν πλήξη. Ακόμα και το καθημερινό φαγητό γινόταν αιτία μακράς συζήτησης.
Μα σήμερα μιλούν για το νυφικό.
Άντε μωρή να θυμηθείς να ράψεις το νυφικό της εγγονής μου δεν θέλει να νοικιάσει. Το θέλει δικό της. Δεν θέλει νάυλον μα μεταξωτό κινέζικό, αληθινό….
Χαμογέλασε και είπε. Ξέρετε πόσα χρόνια έχω να ράψω;
-Πολλά.
-Αν δεν έρχονταν ν< ραφτεί η αδελφή μου θα είχα ξεχάσει πως γαζώνει η μηχανή. Οι μηχανές συπλήρωσε. Στακάτε ρε σεις και θα σας φέρω κάτι. Την περίμεναν. Πάλι κανένα γλυκό θα φέρει λόγιασαν. Δεν έφερε γλυκό, μα τυλιγμένο μέσα σε βαμβακερή σακκούλα έφερε το νυφικό της. Δεν στο δίνω γιατί δεν είναι πια καλό. Η τσούπρα είναι ψηλή και λιγερή. Θέλω απλά να πω, πως ένα καλό νυφικό από καλό ύφασμα δεν κοστίζει πάνω από 600-800 ευρώ μαζί με τη μοδίστρα. Ξέρετε πόσο νοικιάζονται αυτά της μιας μέρας πάνω από 1.000. ευρώ. Ξέρετε πόσες νύφες το φόρεσαν μετά; Πολλές. Ελπίζω σε όλες να έφερε τύχη.Αν δεν σηκώσεις το σαμάρι δεν βλέπεις της πληγές του αλόγου,μουρμούρισε. Γύρισε σε μένα και μου ψιθύρισε. Εγώ θα το φόρεγα με άλλη χαρά αν δεν με ανάγκαζαν να μείνω εδώ. Λες, να μην χτύπησε η καρδιά μου. Χτύπησε. Μα δεν μπορούσσα να τον παντρευτώ κι ας ήταν καλύτερος όπως και όλοι όσοι με ζήτησαν και ήταν καλύτεροι μα θα με έπαιρναν από εδώ.... Αυτό για να μείνω να γεροκομήσω τους γονείς μου. Η μάνα μου με εκβίαζε πως αν φύγω από την πόλη θα πέσει από το γκρεμό. Κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα μα χτύπησε. Δεν μίλησα. Τρεις μέρες έκανα να κοιμηθώ. Θεέ μου. Θεέ μου. Τώρα μπορώ να καταλάβω την γυναίκα που είναι. Την κυρούλα. Αν σκέπτονταν θα έπρεπε να τρελαθεί ή να φύγει. Και δεν είχε μέσα της την επανάσταση. Συμβιβάστηκε. Πάνω από όλα συμβοβάστηκε με τον εαυτό της. Και συμβιβάστηκε χάνοντας τον χαρακτήρα της, την αβρότητά της,τον αέρα της αρχόντισσας. Τον αληθινό εαυτό της. Έγινε η κυρούλα της γειτονιάς. Είναι καλή και αξιοπρεπής, όμως δεν είναι ο εαυτός της. Την πήρε από κάτω η ζωή. Και δεν είχε καιρό για επαναστάσεις. Και τώρα σε ποιον να επαναστατήσει; Εκείνοι που έφταιγαν δεν είναι εδώ. Κι αν ήταν θα άλλαζαν τα πράγματα;;; Δεν ξέρω. Κάθε μέρα βρήσκω ποιοι οδήγησαν σωστά τα βήματά μου. Εμένα η ζωή μου χαρίσθηκε. Κυρά μου, σ΄αγαπώ πολύ. Και σε θαυμάζω απεριόριστα. Ξέρεις,, δεν ξέρω αν εγώ μπορούσα,,,να βάλω στην ζωή μου τόσο αυστηρούς κανόνες.Να απαρνηθώ τον εαυτό μου.....Δεν ξέρω... Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Το μπλε τετράδιο

Η απόφαση πάρθηκε. . Θα φεύγαμε τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου.
Αυτό το Καλοκαίρι μέχρι τον Σεπτέμβριο που θα φεύγαμε ήθελα να μπορέσω να κρατήσω πολλές στιγμές από το τελευταίο μας Καλοκαίρι στην πόλη μας. Ήταν σαν να τελείωνε η ζωή μου. Μεγάλα λόγια έφηβης. Ήταν πάντα μέσα μου ο πόνος της μετακίνησης, σε διάφορα μέρη.
Ήθελα τόσο να κάνω κάτι,ήθελα να μην χάσω ότι αγάπησα πάρα πολύ. Τον τόπο μου. Όταν φεύγεις δεν γυρίζεις πίσω,και όταν γυρίσεις, είναι αργά. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Τίποτε δεν σε κρατά, παρά οι αναμνήσεις σου, μα αυτές τις κουβαλάς μαζί σου, όπως το δέρμα σου, το αίμα σου, την ψυχή σου.
Παρακάλεσα τον πατέρα μου, να μου πάρει ένα μεγάλο μπλε τετράδιο με χοντρά εξώφυλλα. Τον παρακάλεσα επίσης να μπορώ να βγάλω κάποιες φωτογραφίες που ο πατέρας μου θα τις πλήρωνε. Υπήρχε ένας μαθητής μεγαλύτερος από μας που είχε χάσει πολλές χρονιές για λόγους υγείας. Αυτός είχε μια φωτογραφική μηχανή και έβγαζε φωτογραφίες σε μαθητές κερδίζοντας κάποια χρήματα για τα εξοδά του.
Ήταν ο Μιλτιάδης ο Λέττας.
Να βγάζεις, μου είπε ο πατέρας μου. Έβλεπε στα μάτια μου την θλίψη και τον πόνο. Δεν ήθελα να φύγω. Όμως αφού θα φεύγανε όλοι εγώ έπρεπε να πάω κοντά τους.Παρακάλεσα μια μέρα να μείνω με τη γιαγιά και τον παππού. Το άγριο βλέμμα του πατέρα μου κι η φράση, η μάννα σου σε χρειάζεται. Η ζώη μας άλλαζε ριζικά. Στην Αθήνα δεν θα είχαμε την κοπέλα που βοηθούσε τη μάννα μας, αυτό θα το έκανα εγώ. Δεν ήθελα, όμως έσφιξα τα δόντια μου, δεν είμαι άχρηστη, μπορώ και μπόρεσα.
Έγραψα στο τετραδιό μου αφού το έντυσα και έβαλα την ετικέτα.
Το Καλοκαίρι της φυγής.
Μια φωτογραφία από μια εκδρομή στο Καρυώτι. Θα φωτογράφιζε και ο Μιλτιάδης ότι θα ήθελα.
Ο Μιλτιάδης άκουσε τη μάννα μου να του λέει. Είπε ο Βασίλης βγάλε φωτογραφίες ότι σου πει η Αλεξάνδρα. Θα σε πληρώσει ο Βασίλης.
Ο πατέρας του Μιλτιάδη ήταν υποδιδάσκαλος.Για πολλά χρόνια έδινε αναφορά στον πατέρα μου που είχε τελειώσει το πεντατάξιο διδασκαλείο. Τότε είχαν τριών κατηγοριών δασκάλους. Υποδιδασκάλους αυτοί που ήταν από το Σχολαρχείο. Σε αυτήν τη κατηγορία ήταν και κάποιες δασκάλες, που απλά είχαν τελειώσει μόνο το γυμνάσιο. Οι δάσκαλοι που είχαν τελειώσει το διδασκαλείο και οι δάσκαλοι που τελείωσαν την Ακαδημία.Και κάποιοι που είχαν κάνει μετεκπαιδεύσεις.
Μέσα στο τετραδιό μου στην πρώτη σελίδα έγραψα.
Αυτή είναι η ζωή μου.Μεγάλα λόγια. Αν και η ζωή μου τα πρώτα χρόνια, είχε πόλεμο προσφυγιά,φόβο. Τα παιδιά όμως ξεχνάν γρήγορα ή κάνουν πως ξεχνάν.Το σήμερα είναι το μόνο που σκέπτονται και το μέλλον.
Και άρχισα να μαζεύω ένα – ένα τα απλά γεγονότα της καθημερινότητάς μου.
Ήταν μια μέρα, που ήμουν στο περβόλι του παππού μας.
Πήρα μια κουρελού, και την έστρωσα κάτω από την υπέροχη μεγάλη μουριά μας. Μόλις είχε τελειώσει η χρονιά.
Τούτο το Καλοκαίρι ήταν πικρό.
Εκεί πάνω στην κουρελού έκλαιγα. Η αλήθεια είναι πως βαρέθηκα να αλλάζω τόπο κάθε λίγο. Ρωτούσα τον εαυτό μου ποιες είναι οι φίλες σου, τις βλέπεις, τις θυμάσαι; σε θυμούνται; Που είναι οι φίλες που απέκτησες, αυτές που είχες στη ζωή σου; Και κείνο το τις θυμάσαι με πλήγωνε. Εγώ τις θυμάμαι, εκείνες με θυμούνται; Ίσως ναι ίσως όχι.
Και ο νούς μου έψαχνε να τις βρει, στα Γιάννενα, στην Κέρκυρα, στην πόλη μας στα χωριά μας.
Έψαχνα, μα δεν θυμώμουνα πρόσωπα, παιδιά που να είναι πολύ κοντά μου, να είμαι πολύ κοντά τους.Ήμουν ίσως το κακομαθημένο…Δεν ήμουν. Αυτό το ξέρω τώρα.
Είχα αδελφοποιητές μα είχα ξεχάσει τα ονόματά τους, τα πρόσωπά τους.
Πόσο περίεργο είναι να ξεχνάς τα παιδιά που έπαιζες κουτσό μαζί τους, που έπαιζες σκοινάκι, πεντόβολα, κρυφτό, και τόσα άλλα.
Εγώ, αντί να γράφω για τις περιπέτειες μας στο ποτάμι.Αντί να γράψω για τα παιχνίδια μας. Αντί να γράψω για ότι ήταν για μας τα παιδιά η ζωή, έγραψα την πρώτη μου ιστορία για μια γιαγιά, μια γριά.Την Κατέρω.
Βέβαια η ιστορία μου ήταν σχεδόν παιδική. Έβαλα μέσα ένα σωρό καλολογικά στοιχεία όπως μας έλεγαν οι καθηγητές μας.
Έτσι η ιστοριούλα μου περιέγραφε, την αυλή με τα πανέμορφα λουλούδια της γριάς μου. Μολόχες όλων των χρωμάτων, λύκους, γαρουφαλιές, τριανταφυλλιές, δυόσμους και βασιλικούς, ακόμα χιόνι, και τζίνιες και μερτζιούσια….
Η καλή γιαγιούλα, είχε πολύ αδυναμία στα λουλούδια, και στο να στολίζει το μικρό της σπιτάκι με ωραία κεντησμένα η υφασμένα μαξιλάρια
Μπαίνοντας στο σπίτι, που ήταν όλο κι όλο ένα μεγάλο δωμάτιο έβλεπες δυο ξυλοκρέββατα με καραμελωτές κόκκινες, είναι οι καραμελωτές δίχρωμες κουβέρτες με κρόσια καιπάνω στις κουβέρτς ήταν άσπρα μαξιλάρια κεντησμένα με ωραίο αζούρ και πλακε.
Πάνω από το τζάκι είχε τις φωτογραφίες όλων των ανθρώπων της. Πεθαμένων και ζωντανών.
Φορούσε πάντα μια φούστα πλεγμένη με το βελονάκι πορτοκαλί και το πάνω μέρος ήταν με ένα καρώ μαύρο άσπρο. Χειμώνα Καλοκαίρι φορούσε αυτά τα ρούχα. Όταν θα έβγαινε από το σπίτι της, τότε έριχνε από πάνω μια μαύρη ρόμπα από βαμβακερό ύφασμα.
Έγραψα για το τραπέζι στην άκρη του τοίχου με δυο τρεις καρέκλες βαμμένες μπλε. Το κόκκινο τραπεζομάντηλο με τα μπλε τριαντάφυλλα και γύρω μια μπλε νταντέλα, και ένα σταχτοδοχείο από γυιαλί…
Το βράδυ το έδωσα στον πατέρα μου.
Αφού το διάβασε μου είπε. Αυτό που έγραψες, το έγραψες με θέμα τη γιαγιά την Κατέρω ή περιέγραφες ένα ταπεινό σπιτάκι αγροτικό του χωριού μας;;;
Έγραψα για τη γιαγιά Κατέρω.
Ο πατέρας μου αφού διάβασε πάλι την έκθεσή μου ή το διήγημά, μου είπε. Κάθησε κοντά μου, αφού πάρεις ένα πρόχειρο.
Τον άκουσα και χαιρόμουνα πολύ, ήταν μια δική μου εργασία, κάθησα κρατώντας τετράδιο και μολύβι.
Έχεις γράψει 2200 λέξεις.
Για διήγημα είναι αρκετό. Θα μπορούσε να είναι και μεγαλύτερο. Έχεις γράψει 1600 λέξεις για την περιγραφή του χώρου της Κατέρως και 600 λέξεις μόνο για κείνη. Δε γράφεις τίποοτε για το μέρος που γεννήθηκε, πως μεγάλωσε πως ζει τι κάνει με τι ασχολείται. τι δουλειά κάνει αυτή η γυναίκα; Έχει αισθήματα, συναισθήματα;;;
Τι την πόνεσε στη ζωή της και τι της έδωσε χαρά. Ακόμη τι όνειρα έχει για το αύριο.
-Μπαμπά μου, τι όνειρα θα μπορούσε να έχει η Κατέρω; Αφού πια είναι γριά και μόνη της.
-Μικρό μου κοριτσάκι. Αν οι άνθρωποι πάψουν να ονειρεύονται παύουν να ζουν. Παθαίνουν κατάθλιψη και ή πάνε στο ψυχιατρείο ή πεθαίνουν.
-Μπαμπά δηλαδή η γιαγιά η Ελένη ονειρεύεται;
-Βεβαίως.
-Μα τι όνειρα μπορεί να κάνει η γιαγιά.
-Όταν παίρνει τον Παύλο μας αγκαλιά, τι του τραγουδάει;
-Του Παυλάκη μου το γάμο, Καλοκαίρι θα τον κάνω, θα καλέσω τα βιολιά, όλη την Παραμυθιά και τα γύρω της χωριά…
Η γιαγιά σου ονειρεύεται να παντρέψει τον αδελφό σου που είναι μόλις λίγων μηνών.
Αλεξάνδρα μου, έκανες μια ωραία περιγραφή του χώρου.
Τι ωραία περιγράγεις το μπλε μπουκάλι με τα λουλούδια τα φρέσκα που κάθε μέρα τα αλλάζει η γιαγιά Κατέρω και είναι τοποθετημένο πάνω στο τζάκι στο κεντημένο πετσετάκι και δίπλα στην μικρή εικόνα της Παναγιάς.
Λοιπόν όταν θέλεις γράψε με ίδιο θέμα ένα άλλο διήγημα. Μέχρι να φτάσεις να γράφεις θα περάσει καιρός.
-Εσύ πατέρα από πόσων χρονών έγραφες;
-Δεν θυμάμαι μου είπε. Μα εγώ δεν γράφω διηγήματα γράφω ιστορία και αυτή δεν σου επιτρέπει να γράφεις παρά με ακρίβεια τα γεγονότα.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Τα μαλλιά μου άσπρισαν. Οι ρυτιδες γέμισαν τα χέρια μου και το πρόσωπό μου.
Το μυαλό μου κουράσθηκε, δεν θέλει να μάθει. Είναι σαν να κλείδωσε για πάντα. Όμως εκεί που πίστευα πως τελείωσε αυτό που λέμε δημιουργία ξεπήδησαν οι αναμνήσεις μου, γέμισαν οι σελίδες του τετραδίου μου, και,, έγιναν πολλά τα τετράδια μου, πάρα πολλά, και ακούω τους δικούς μου να μου λένε πως είμαι δημιουργικός άνθρωπος..
Εγώ ξέρω καλά ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν και όλοι δημιουργούν όμως πολλοί φοβούνται να δείξουν τη ζωή τους την ψυχή τους….
Έτσι γεννήθηκαν οι γριές μου. Εκατόν τριάντα έξη ιστορίες τόσο διαφορτικές !!! Στο πρώτο βιβλίο μετα φόβου έβαλα τέσσερεις. Μετά στο Δεύτερο είκοσι επτά. Οι άλλες περιμένουν γιατί η κρίση τις κρατάει στα συρτάρια μου. Οι γριές μου, που κάποιοι τις αγάπησαν πολύ γιατί κάθε μια ήταν, μια μάννα, μια γιαγιά δικιά μου, δικιά σου, δικιά του.. Είναι οι γριές μου, αυτές που μου έδωσαν δυο πρώτα βραβεία από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών και τη Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.Είναι αυτές που η κυρία Ελένη Πάστση τους έδωσε πολλές σελίδες στον 26ο και 27ο τόμο της Εγκυκλοπαίδειας Λογοτεχνών, και πολλέ ακόμη διακρίσεις. Οι γριές μου που πολύ αγαπήθηκαν, συγκίνησαν…..
Ευχαριστώ όλες μου τις γριές, που μου άνοιξαν τις καρδιές τους.
Ευχαριστώ και όλους όσους είχαν έναν καλό λόγο για τα βιβλία μου……
Πατέρα σε ευχαριστώ. Δεν μου χάρισες μόνο τη ζωή, αλλά και όλα τα εφόδια για να αντιμετωπίσω τα γλυκά και τα πικρά της.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Mια Κυριακή του Μάη

Παραμυθιά 1958 απόφαση της οικογένειας, θα φεύγαμε από την πόλη μας.
Στην Αθήνα μας περίμενε ένα νοικιασμένο σπίτι. Το Καλοκαίρι, είχε παρθεί η απόφαση. Θα φεύγαμε. Ο πατέρας θα ζητούσε μετάθεση, θα έρχονταν και κείνος σε λίγο. Ήρθε μετά από δυο χρόνια.
Η γιαγιά μας, ήταν σιωπηλή, και ο παππούς μας μαραμένος. Όλο μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν, ενώ στα μάτια τους έτρεχε ένα δάκρυ. Δεν θα βλέπω τα καμάρια μου έλεγε η γιαγιά μας.
Τον Σεπτέμβρη, θα πηγαίναμε σχολείο στην Αθήνα.
Η καρδιά μου σφίχτηκε, πόνεσα, δεν ήθελα να φύγω. Θα έχανα τους αγαπημένους μου παππού, γιαγιά, θείους θείες. Το χωριό μας. Τα χωριά που εγώ έζησα.Θα έχανα τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές μου. Τα βουνά μας,τους κάμπους μας τη λίμνη και το ποτάμι,τον κόσμο μας. Θα χάναμε τα Καλοκαίρια τις εκδρομές μας τα βουνά μας, τα άπαρτα κάστρα μας.
Ακούγαμε τις κουβέντες των μεγάλων καιρό, μα δεν πιστεύαμε πως θα φεύγαμε. Η μάννα μας ήταν αδύναμη, δεν ήταν η μάννα που εμείς είχαμε, η Τζαβέλαινα, που θύμωνε όταν τη φώναζαν έτσι. Και έβαζε τα πράγματα στη θέση τους.
Όταν μας το είπαν τρομαγμένα μουγκαθήκαμε. Μαζευτήκαμε στη γωνιά της κουζίνας μας. Δεν κλάψαμε, δεν μιλήσαμε.Ακόμα μόνο τα μάτια του παππού μας μιλούσαν, πονούσε, και μεις δεν θέλαμε να πονάει… Τα αγόρια, σαν το σκέφτηκαν ίσως και να χάρηκαν λίγο. Αφού ακούσθηκαν σε λίγο να φώναζουν. Ωραία, ωραία, θα δούμε αληθινό ποδόσφαιρο. ΑΕΚ, ΑΕΚ, ΑΕΚ και έτρεξαν να παίξουν μπάλα.. χωρίς να μαλώνουν.ΑΕΚ ήταν οι άνδρες της οικογένειας μας.
Τα αδέλφια μου ήταν πολύ μικρότερα από μένα.Εγώ ήμουν δέκα πέντε χρονών ο Δημήτρης δώδεκα και ο Φάνης οχτώ τα μικρά δεν καταλάβαιναν και πολλά, απλά ένοιωθαν σιγουριά στην αγκαλιά της μάννας μας.
Σε μένα όμως ένα καρφί μπήκε στην καρδιά μου. Δεν ήθελα να φύγω με τίποτε. Σκεφτόμουνα για πρώτη φορά πόσα χατήρια μου έκανε η θεία μου η Γιωργίτσα. Σκεπτόμουνα το περβόλι μας, το περβόλι του παππού μας τον διό μας παράδεισο.
Από μωρό ζουσα μια περιπέτεια. Γεννήθηκα το 1942 και μέχρι το 1949 είχαμε πόλεμο. Πολλές πόλεις μας φιλοξένησαν. Γιάννενα, Κέρκυρα, Ηγουμενίτσα, Λιβιάχοβο, χωριά άγνωστα, δρόμους σοκάκκα άγνωστα μες τα δένδρα, ερημιές, μες τη νύχτα, σαν τα φαντάσματα. Ύστερα ήρθε η ειρήνη.
Στο δένδρο της καθήσαμε, και τραγουδούσαμε μαζί με τα πουλιά. Ήταν τόσο όμορφα όλα, η οικογένεια, ο κήπος, τα ζωντανά μας τα παιχνίδια μας. Άνθιζαν τα δένδρα μας όλο τον καιρό και πάντα κάποια δένδρα ήταν γεμάτα καρπούς πορτοκαλιούς πράσινους, κόκκινους, άσπρους, κίτρινους,,, σε κάθε εποχή και διαφορετικά,που εμείς τα τρώγαμε άπλυτα από το δένδρο και φώναζαν οι δικοί μας να τα πλένετε το νερό είναι δίπλα σας.
Δεν θέλαμε να φύγουμε. Η απόφαση όμως είχε παρθεί.Τα μικρά όμως ήταν σαν της παλάτζας τους δίσκους πότε από δω πότε από κει. Τι ωραία που θα είναι στην Αθήνα σαν τον κινηματογράφο. Δεν θέλουμε να φύγουμε από την γιαγιούλα μας.
Οι λόγοι ήταν σοβαροί. Η υγεία της μάννας μου και μια σοβαρή εγχείριση που είχε κάνει και έπρεπε να είναι εκεί κοντά στους γιατρούς.
-Πατέρα, να πηγαίνω πεζοπορία γύρω στον τόπο μας τις Κυριακές;
-Να πηγαίνεις, γιατί όχι. Τι λες την Κυριακή να πηγαίνουμε μαζί.Δεν ήθελε να γυρίζω μόνη μου αλλά ποτέ δεν έλεγε όχι είχε το δικό του τρόπο να νοιώθουμε ελεύθερα χωρίς περιορισμούς ενώ ήμασταν πάντα κάτω από τη ματιά τους.
Άλλο που δεν θέλαμε, οι εκδρομές με τον πατέρα μας ήταν μαγικές.
Τότε δεν το καταλαβαίναμε. Αυτές δεν ήταν εκδρομές, ήταν μάθημα Πατριδογνωσίας. ιστορίας, μυθολογία, γεωγραφία,οικολογία. Όλα σαν ένα μαγικό παραμύθι.
Και ήταν αυτές οι εκδρομές, οι φωτογραφίες του μυαλού μου, που έμειναν ανεξίτηλες στον χρόνο.Που τις κατέγραφα αργότερα, γιατί φοβώμουν μην ξεχάσω, και δεν ήθελα να ξεχάσω.Από το 1949-1957 ήταν οι καλύτερες μέρες της ζωής μου.
Την πρώτη Κυριακή, ήρθε η έκπληξη. Με το φορτηγό του Ασβεστά, φίλου του πατέρα και συνάδελφου του θείου μας του Σωκράτη φτάσαμε στην Γλυκή.
Θα μέναμε όλη την ημέρα. Θα βλέπαμε όλους τους συγενείς αφού πρώτα θα πηγαίναμε να προσκυνήσουμε στους τάφους των προγόνων μας.
Περάσαμε στους συγγενείς μας, αφήσαμε τα δώρα της γιαγιάς και της μάννας μας που ήταν καφές ζάχαρη μαντήλι ή ποδιά για τις μεγάλες. Η μάννα μας έστελνε και μπουκάλια με βυσσινάδα για αρρωστικό.Τα βύσσινα τα είχε από το χωριό της το Λιβιάχοβο. Μετά αφού περάσαμε το γεφυράκι το σιδερένιο που είχε πάνω του ο Αχέροντας πήραμε το δρομάκι της Σκάλας της Τζαβέλαινας.
Ήταν μια στενή ανηφόρα που εμάς δεν μας κούραζε. Και στην Παραμυθιά έτσι ήταν, ανηφόρες- κατηφόρες. Βέβαια εδώ ήταν πολύ πιο δύσκολα όμως εμείς είμασταν παιδιά δεν αφήναμε βράχο για βράχο γκρεμό για γκρεμό που να μην ματώσουμε τα γόνατά μας και τους αγκώνες μας, καμιά φορά και το κεφάλι μας.
Αν χαζέψαμε; ΟΧΙ. Καλό μας έκανε.
Πολλές φορές το χρόνο ανεβαίναμε αυτόν τον δρόμο τη Σκάλα της Τζαβέλαινας και φτάναμε στο Σούλι γεμάτοι περηφάνια.
Σε τούτα τα άγρια μέρη, πολέμησαν οι πρόγονοί μας. Μην ξεχνάτε πως σε τούτον τον αγρότοπο ζούσαν αυτοί που δεν μπορούσαν να ζήσουν ραγιάδες σκλάβοι, με σκυμμένο κεφάλι.Και κει ακούγαμε τον πατέρα μας, να μας μιλάει, να μας μιλάει, για μάχες,για νίκες,για στεφάνια δόξας, για παιδιά και γυναίκες ηρωίδες που έδωσαν τα πάντα για τη λευτεριά.
Και μας μιλούσε ο πατέρας μας, για τους αγώνες των Σουλιωτών,τον τρόμο του Αλή σαν έριχνε στον αγώνα τους καλύτερους πολεμηστές του και κει που νόμιζε πως θα κερδίσει τούτο το βουνό των ξυπόλυτων,έχανε τους άνδρες του, που έτρεχαν να γλυτώσουν από του Φώτου το σπαθί του Λάμπρου το ντουφέκι. και έλαμπαν τα μάτια του, σαν μας μιλούσε για τα ματωμένα ράσα των δικών μας ρασοφόρων του Διονύσιου του Σκυλόσοφου, τιμή μας έλεγε να σε βρίζουν οι οχτροί σου.
Τον Σαμουήλ τον άλλο εθνεγέρτη ψυχών, που ακολούθησε τον δρόμο που του χάραξε ο Άγιος Εθνομάρτυρας δάσκαλός του, Κοσμάς ο Αιτωλός.Από τη οικογένεια των Θεμελήδων ήταν. Από τη Γιουργάνιστα που δυστυχώς το άλλαξαν το όνομα του χωριού και το κάνανε Γεωργάνιστα.
Μα και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Ηπειρώτης ήταν. Οι γονείς του Κοσμά του Αιτωλού ήταν από τούτα τα μέρη. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μπορεί να γεννήθηκε στο Αιτωλικό, πατρίδα του έλεγε και την Ήπειρο, αφού και οι δυο γονείς του έφυγαν λόγο των τούρκων από τα Γραμμένια….
Και παίρναμε μαθήματα κι ανάσες λευτεριάς και δόξας.
Ύστερα ακούγαμε για τις γυναίκες της Σουλιώτισσες, αυτές τις ηρωίδες που κράτησαν στο βυζί το παιδί και στην πλάτη το ντουφέκι.΄΄ Με τα φυσέκια στην ποδιά.΄΄
Είναι οι ίδιες γυναίκες που έστησαν το χορό του Ζαλόγγου. Ήταν και οι δικές μας εκεί.
Βέβαια βρέθηκαν άνθρωποι προδότες που θέλουν να μην υπάρχουν αυτοί οι ήρωες.
Άλλος τους κάνει αλβανούς, ξεχνώντας πως άλλο αρβανίτης και άλλο αλβανός. Ακόμα και αυτοί οι μουσουλμάνοι της περιοχής το γνώριζαν καλά πως λίγοι ήταν οι τούρκοι. Οι πιο πολλοί ήταν εξωμότες που πρόδωσαν πατρίδα και θρησκεία για πλούτη. Αυτοί οι ίδιοι είναι και σήμερα προδότες του έθνους και της πατρίδας μας. Οι υλιστές άθεοι.
Τραγουδούσαμε τραγούδια όπως.
Στη βρύση στα Τσερίτσιανα στον πάτο από τη χώρα.
Μπουλκ- πασάδες κάθωνταν κι όλο Μαργαριτιώτες,
κι αγνάντευαν τον πόλεμο,πως πολεμάει το Σούλι
πως πολεμούν, μικρά παιδιά γυναίκες σαν τους άνδρες.
Πως πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν πρώτο παληκάρι.
Φέρνει φουσέκια στην ποδιά,στερνάρια στο ζωνάρι.
Ας έρθουν οι παλιότουρκοι τίποτε δεν μας κάνουν……
Και πριν φύγουμε, προσκυνούσαμε ακόμη μια φορά νοερά εκείνους τους αγωνιστές, το Σούλι, το αιματοβαμένο.
Σαν τα κατσίκια παίρναμε το δρόμο της επιστροφής.Εύκολη η κατηφόρα.
Ήταν ένα παιχνίδι αυτό. Είχαμε φάει τις τηγανήτες που μας είχε η μάννα μας στο χάλκινο νταβά,με μπόλικη ζάχαρη.
Στην ποταμιά, στην άκρη στη γέφυρα καθόμαστε για ξεκούραση. Ο Νίκος μας συγγενής μας έφερνε φρούτα από τα περβόλια του και μεις σε λίγο φεύγαμε για τη Γλυκή, στους κουμπάρους μας.
Εκεί θα έρχονταν να πιει τον καφέ του και να μας πάρει ο αείμνηστος Ασβεστάς που θα μας γύριζε στην πόλη μας.Ήταν Παραμυθιώτης.
Όσο χαρούμενα ήμασταν το πρωί, τόσο κουρασμένα είμασταν το απόγευμα.
Όταν το αυτοκίνητο ξεκινούσε για την Παραμυθιά, εμείς στην καρότσα πάνω σε μια κουρελού κοιμώμασταν και ξυππνούσαμε με κόπο σαν φτάναμε στην Παραμυθιά.
Ο αείμνηστος Ασβεστάς αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου, γιατί όπως έλεγε κάθε φορά που μας έβλεπε, πως ο πατέρας μας, του έσωσε τη ζωή.
Ήταν στον καιρό του εμφυλίου.
Κάποιος τον κατηγόρησε για κάτι πολύ κακό.Εκείνος δεν ήταν εκεί που τον κατηγορούσαν. Ήταν σε κάποιο χωριό και κει ήταν και ο πατέρας μου.
Το άκουσε ο πατέρας μου και ευτυχώς πριν βγει η απόφαση έτρεξε και είπε την προσωπική του μαρτυρία για τον Ασβεστά. Ο κύριος Σταυρόπουλος, δέχθηκε την μαρτυρία του πατέρα μου και ο ασβεστάς αθωώθηκε. Από τότε όπου μας έβλεπε ήθελε να μας πάρει στο αυτοκίνητο να μας πάει στον προορισμό μας….
Αυτό το γράφω για να δείτε πως τότε μέσα στη φωτιά του αδελφικού πολέμου πολλοί για να κερδίσουν κάτι, πολλές φορές ήταν γη ή σπίτι, κατηγορούσαν σαν προδότες κάποιους άλλους.
Ο αείμνηστος Ασβεστάς ήταν αριστερός, αλλά όχι προδότης.
Τώρα που οι καιροί είναι δύσκολοι ας είμαστε ενωμένοι μια ψυχή.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Αχ μάννα μου

Καθισμένη στο πλατύσκαλο της σκάλας που πήγαινε κατά το κατώι, κοίταγε την μεγάλη πορτοκαλιά μας και μουρμούριζε.
Αχ μάννα μου, αχ μάννα μου.Μήτσιο μου Μήτσιο μου παιδάκι μου. Φύλαγε τις ώρες να μην την ακούσει ο παππούς μας.
Την κοίταγα πάντα με αγάπη κι ας μην την καταλάβαινα. Ήταν κοντούλα, από κείνη πήρα το μπόι μου το μαργαριταρένιο, χα, από κείνη έκλεψα την υπομονή και το χαμόγελο που πάντα το είχε καρφωμένο στο στόμα της κι ας την έτρωγαν χίλια φείδια.Ο Πάυλος μαράθκε έλεγε και σκούπιζε τα μάτια της.
Την κοίταγα και πίστευα πως η γιαγιά μου ήταν μεγάλη πολύ μεγάλη δηλαδή γριά. Φορούσε μαύρα ρούχα, με σούρα ή πιέτες, μαντήλι γκούσια, μια ποδιά με δυο τσέπες,μαύρη ήταν και η ποδιά. Στις τζέπες είχε το μαντήλι της, ένα άσπρο σιδερωμένο καθαρό κεντημένο και με μπιμπιλιασμένο, κι ένα μπάλωμα στριφωμένο σκούρο. Και στην άλλη τσέπη της είχε τις μέντες για κέρασμα στο δρόμο, στην μεγάλη πέτρα, στη βρύση, στον πλάτανο. και τα χέρια της ηταν πολύ μα πολύ βασανισμένα.Στα ξύλα πήγαιναν με τη μάνα μου, όταν μπορούσαν. Στο σπίτι έκανε όλες τις δουλειές. Η Αθηνά έκανε δοτλειές η Γιωργίτσα δεν είχε πλύνει ούτε τα βρακί της. Ήταν χειρότερη από μένα μα δεν το μαρτυράγαμε. Είχε τη δουλειά της, τη σχολή, δεν ήταν για τέτοια. Μα όταν πεντρεύτηκε έγινε για τέτοια και για χειρότερα,, έμαθε από όλα και ήταν σαν να είχε μεγαλώσει, στη σκάφη και στις μπουγάδες..
Θηρίο είναι ο άνθρωπος και .όλα τα μαθαίνει.
Τα μαλλιά της γιαγιάς μου ήταν κάτασπρα σαν μπαμπάκι, έμοιαζαν ασημένιο και κατσαρό. Το προσωπό της όμως ήταν σαν μια μεγάλης κοπέλας.Στα υπέροχα γαλάζια μάτια της καθρευτίζουνταν ο κόσμος της ψυχής της. Η καρδιά της.
Πάντα σαν το ζιζάνιο χωνόμουνα στην αγκαλιά της και όταν ήταν κουρασμένη δεν της μίλαγα. Το καταλάβαινα σαν έκανε ένα ωχ, ωχ, ωχ, Πανήγια μου Κυρά μου, κι αφέντη μου Χριστέ μου.
Προσευχή έκανε, ΄έλεγα μέσα μου, μα γιατί στη σκάλα και γιατί όταν μοιρολόγαγε το Μήτσιο της.
Το προσωπό της όμως κάτασπρο κι αρρυτίδαστο έδειχνε σαν να ήταν νέα. Ήταν η γιαγιά μου τότε 55 χρονών.
Άνοιγε τη τσέπη της, έβγαζε το ντενεκεδένιο κουτάκι με τις πράσινες μέντες και έλεγε πάρτε να γλυκάνει το στόμα σας γυναίκες μου, γιατί πολύ- πολύ μας βασάνισε ο χάρος.
Η γιαγιά μου στα μοιρολόγια της έλεγε νταντέματα στο θείο μου. Πιο κάτω μια γειτόνισσα μάλωνε με το χάρο και του έλεγε.
Αν είχες χάρε δυο παιδιά θα σούπαιρνα το ένα, να σου μαράνω την καρδιά σαν έκαψες κι εμένα.
Ζύμωνε η γιαγιά μου ψωμάκι, έφκιαχνε φαγάκι κι όλο δόξα τον Θεό έλεγε.
Κάναμε χίλιες ζαβολιές, μα ήταν σαν να μην τις έβλεπς.
-Μάλωσέ τα κάπου κάπου, μαμά, της έλεγε ο πατέρας μας.
-Τι κάνουν παιδάκι μου, αυτά είναι ευλογημένα παιδάκια.
-Και μεις τότε ντρεπόμασταν, και τρέχαμε να τη φιλήσουμε, και να την αγκαλιάσουμε. Εκείνη μας φιλούσε τα μαλλάκια μας τα γραμμένα όπως μας έλεγε..
Τα χρόνια πέρασαν. Μεγαλώσαμε. Ήρθαν κι άλλα μέλη στην οικογένεια και άλλα παιδιά.
Εκείνη η γιαγιά μας γερασμένη στέκουνταν ορθή. Είχε χάσει τον παππού μας.
Αυτός αναπαύκε έλεγε και ένα δάκρυ χάραζε γραμμή στο προσωπό της που όμως ακόμα ήταν αρρυτίδιαστο.
Με τα παιδιά στις διακοπές τρία αυτοκίνητα φτάναμε στη μικρή μας πόλη.
-Γιαγιά θα πάμε να φάμε έξω.
-Ήρθαν τα παιδιά μου, και θα φάνε έξω.
Τι τα θέλω τα ξάλμα έλεγε για τα χέρια της, αν δεν μπορούν να κάνουν μια πίτα για τα παιδιά μου. Και έκανε την κριγιασόπιτα,στο μεγάλο σινί και την έψηνε στη γάστρα. Και πάνω στην πυρουστιά, στη φωτιά, έβαζε το κακκάβι να κάνει και μπαρμπουνοφάσουλα λουβιά φρέσκα από τον κήπο.Έβγαζε και τυρί μπόλικο από τον ντενεκέ. Οι ντομάτες είναι από την Σταυραινα μας έλεγε.Το πήρα από το Ζορκάδι το τυρί, το έχει από τον τάδε τέτοιο τυρί δεν έχει η Αθήνα. Κασέρι και γραβιέρα έπαιρνε από τα παιδιά του Κωλέτση νομίζω..
Εντάξυ όμως αύριο θα φάμε έξω. Και το μεσημέρι και το βράδυ.
-Κάνει πολύ το αυτοκίνητο να μας πάει στη Γλυκή;
-Όχι σαν να πάς με τα πόδια στο Ραχούλι και λιγότερο.
-Ε΄τότες να με πάτε στο Νίκο, να φάμε εκεί, να δω και την ξαδέρφη μου, να δω και τους κουμπάρους μας, τους Τσιαλαίους.Πέταγε η καρδιά της και με τη μάννα μου ήταν σε ευθεία γραμμή. Ότι έλεγε η γιαγιά μας το πισθάγκωμε η μάννα μας.
Και πηγαίναμε. Μα η μάννα μας το πρωί έστελνε τον αδελφό μου τον Παύλο να πει στο Νίκο να έχει ψητό κατσίκι από το Σούλι.
Και κείνος είχε και φρέσκα ψάρια από το ποτάμι. Και καλαμπόκια που θα τα έψηνε στη φωτιά όταν αποσώζαμε το φαγητό.
Της άρεσαν της γιαγιάς τα ψάρια. Της μάννας μας τα γεμιστά. Και μόλις φτάναμε έμπαινε στην κουζίνα με τη θεια και έξω ένα τραπέζι με τριάντα άτομα.Και πέρναγαν γνωστοί και το τραπέζι μεγάλωνε.
Και όσο να κόψουν το κατσίκι το τραπέζι γέμιζε λουκάνικα ψημένα, τυρί και ομελέτες.
Να και γω στα καλαμπόκια να μαζέψω βλίτα, εγώ το βλίτο. Και να τα πλύνω στο ποτάμι και να τα βράσω για σαλάτα.
Μάζευα και μια τσάντα τρυφερά και στύφνο και αντράκλες με μπόλικο άνηθο να κάνουμε λαχανόπιτα με τυρί.
Ετούτη Λένη σου μοιάζει, της έλεγαν και η γιαγιά έλεγε τη μάννα της μοιάζει, είναι προκομέμη.
Γιατί πότε έμαθε να κάνει δουλειές; Έλεγε η μάνα μου.
Ξέρει άλλα νυφούλα μου.
Η μάννα μου, που ήταν μια δυνατή, δυναμική γυναίκα. Δεν μπορούσε να καταλάβει το δεν μπορώ.
-Όλα τα μπορεί ο άνθρωπος, θεριό είναι ο άνθρωπος έλεγε. Έσκαψα τη γη με τα χέρια μου να θάψω το μαξούμι μου και γύρω έπεφταν τα βόλια και οι μπόμπες.
Η μάννα μου πάντα κοίταγε να μην στεναχωρήσει τα πεθερικά της. Ήταν καλοί άνθρωποι. Τους είχε μεγάλο σεβασμό.
Η μάννα μας ήταν από άλλη γενιά, τρανή. Φαίνουνταν κι ας τη γνώριζες για πρώτη φορά. Ήταν σαν να είχε άστρο.
Είχε τα χαρακτηριστικά λαδιά μάτια της μάννας της που τα είχε από τη γιαγιά της ,με καφετιές βούλες μέσα.
Έτσι σαν αστέρι λαμπερό έζησε στο τόπο μας. Μα κι όταν ξετοπίσαμαν και πάλι έλαμπε, περίεργο πράγμα.
Μέχρι σαν έβγαζε λόγο η αγράμματη μάννα μου της τετάρτης δημοτικού, όλοι την άκουγαν με προσοχή.Τη χειροκροτούσαν και ξεσήκωνε ένα μικρό χαμό… Ο λόγος της ήταν κοφτός και σταθερος.
Πολλά μεγάλα και μικρά περνάει ο άνθρωπος. Εκείνο που του γλυκαίνει τα στερνά είναι η αγάπη και η γιαγιά μας την είχε όπως και η μάννα μου.
Η γιαγιά μου στα στερνά της ήταν στη θεία μου τη Γιωργίτσα και έφυγε πλήρης ημερών.
Η Γιωργίτσα πρώτη νοσοκόμα.
Η μάννα μου που είχε το ίδιο καρφί στην καρδιά της με τη γιαγιά μου αφού και κείνη έχασε το Χρήστο μας στα είκοσί του χρόνια.Είχε χάσει όμως πολλά παιδιά μικρά δυο τριών χρονών….
Πίκρες που έχει η ζωή, και βάσανα μεγάλα.
Έχει και χαρές πολλές. Μα την έλλειψη του παιδιού δεν την ξεχνάς ποτέ.
Η γιαγιά μου πάντα συμμερίζονταν τη μάννα μου. Έχασε τόσα παιδιά έλεγε. Πικρό λόγο δεν μου είπε, κι ας ήτανε φαρμάκι από το θάνατο η καρδιά της.
Αυτά τα λίγα λόγια, γράφτηκαν σαν μια προσευχή στη μνήμη της μάννας μου και της γιαγιάς μου.
Μπορεί και για τον εαυτό μου, που με ευλόγησε ο Θεός με καλά παιδιά κι εγγόνια.
Μου λένε είσαι τυχερή. Και είμαι. Αφού μένω με τα παιδιά μου που με σέβονται και με αγαπούν. Και γω τα αγαπώ πολύ και να δεις που σκέφτομαι πότε θα τελειώσει ο Παναγιώτης μου να παντρευτεί με την κοπέλα του να δω και δισέγγονα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Ανοιχτή επιστολή

Αγαπημένε μου αδελφέ Δημήτρη, περαστικά.
Δεν ξέρω αν πρέπει να έρθω γιατί αν συγκινηθείς μπορεί να σου κάνω κακό μα κι αν δεν έρθω ίσως νομίζεις πως δεν νοιάζομαι για σένα. Βέβαια Δημήτρη μου, έχεις γύρω σου την οικογένειά σου. Όμως να, εγώ φαντάζομαι και νομίζω πως με χρειάζεστε, όπως τότε, παλιά, που ήμουν η μεγάλη και σεις τα μικρά. Όλοι θα θέλαμε να είμαστε εκεί και να σου κάνουμε πλάκες. Και γιατί όχι, να μας κάνεις και συ.
Εγώ σήμερα αδελφούλη μου, όλη τη νύχτα έπαιζα κρυφτό με τις αναμνήσεις μας.
Πέντε χρονών εγώ σε κρατούσα από το χέρι γιατί ήθελες και συ να έρθεις στο σχολείο στο νηπιοτροφείο. Και γω σε έπαιρνα αγοράκι μου να πάμε. Και ύστερα ήθελες να γυρίσεις στη μαμά. Και γω η σεργιανιάρα άλλο που δεν ήθελα σε πήγαινα στη μαμά και γύριζα ξανά στο νηπιοτριφείο.
Από μικρός 4-5 χρονών κρατούσες σφεντόνα, δεν θυμάμαι όμως να σκότωσες πουλάκια.
Έπαιζες με τα αγόρια του Παπαγρηγορίου,και γω με την Ελένη του Κούρτη.
Ύστερα σου άρεσε τόσο η φύση οι δουλειές που κανένα από τα παιδιά της γειτονιάς δεν έκανε. Εσύ με το Γιώργο τον ξαδελφό μας εκάνατε φάρμα κουνελιών και περιστεριών σε ξένο χωράφι κοντά στο ποτάμι..
Πόσο έκλαψα που σε χτύπησε η μαμά μας. Και τότε μου έδωσε και μένα μια, για να κλαίω δίκαια, όπως μου είπε.
Μεγαλώναμε αδελφούλη και πάντα αγαπημένα όλα, όμως εγώ ήμουν κορίτσι και σας χάλαγα τα παιχνίδια.
-Τοτέ σου έλεγα, γιατί δεν με θέλετε;
-Σε θέλουμε και σε αγαπάμε, μα δεν ξέρεις μπάλα και χάνομε.
Πόσο όμορφα ήταν στην πόλη μας! Τα βράχια μας, οι μεγάλες πέτρες, που σαν ανεβαίναμε τρέχαν τα φίδια να κρυφτούν μας έτρεμαν.Και μεις δεν τα σκιαζόμασταν.Για να πω την αλήθεια εγώ δεν τα έβλεπα, γιατί στα παιχνίδια ξέχναγα τα γυαλιά μου και δεν έβλεπα. Μη τολμήσεις να με πεις στραβάδι ούτε γκαβή. Μια χαρά είμαι τώρα που για πρώτη φορά δεν χρειάζομαι γυαλιά. Ο γιατρός μου, κάνοντας μου εγχείριση στον καταρράκτη μου, μου έφκιαξε και τη στραβωμάρα μου. Τη μυωπία και αστιγματισμό μου.
Εκεί τότε αδελφούλη είχε όλες τις εποχές, τις ένοιωθες τις μύριζες, καθώς η γη άλλαζε τη στολή της. Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας. Και κάθε μια εποχή είχε με δικές της χάρες,με διακριτές όλες τους τις διαφορές. Η ομορφιά της γης, σε έναν τόσο μικρό τόπο. Άπαρτα βουνά, κάμποι, ποτάμι,το Κεφαλόβρυσο και πηγές τόσες πολλές, που δεν τις γνωρίζαμε όλες και κει στον κάμπο η λίμνη μας η Χότκοβα.Και όλα αυτά με μεγάλη ιστορία. Κωκκυτό λένε το ποτάμι μας το αρχαίο. Έλλα την αρχαίο πόλη μας. Κάστρα από όλες τις εποχές. Εκκλησιές μοναστήρια εκκλησάκια δείγματα σεβασμού των ελλήνων της ιδιαιτέρας μας πατρίδας στο Θεό μας και στους Αγίους του.
Παραμύθια με δράκους, κοντονούρηδες και μακρυνούρηδες, με στρατηγούς και άρχοντες που όριζε ο Βασιλιάς. Με αρχόντισσες καλές και κακές. Τον Αράπη στον πλάτανο ,,,,,Το μαγικό καρύδι του…..
θυμάμαι αδελφούλη μου, ένα Καλοκαίρι, που το περάσαμε σε διάφορα χωριά με τον πατέρα μας.
Θυμάσαι ένα Χειμώνα, τζάκι σχολείο μα και Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και τα Άγια Θεοφάνια. Γιόρταζε ο πατέρας μας ο Βασίλης, ο αδελφός μας ο Χρήστος και ο Φάνης μας.
Πως να μην χαίρεσαι το Χειμώνα, με το τζάκι τις γιορτές τις διακοπές από το σχολείο; Και παιχνίδια μικρά ασήμαντα ίσως, μα άγνωστα σε πολλά παιδιά. Και πάντα καινούρια ρούχα που μας τα έραβε η θεία η Γιωργίτσα με τη μαμά μας.
Αυτό το γράμμα αγάπη μου θα το διαβάσεις όταν γίνεις καλά και πιούμε καφέ στη θεία μας τη Γιωργίτσα.
Και την Άνοιξη που όλος ο κόσμος ήταν λουσμένος στην πρωινή δροσιά στης Άνοιξης τα χρώματα και τα αρώματα.
Το ξέρω πως τώρα είναι τα δύσκολά μας Δημήτρη μου, όμως θα περάσουν και θα βρεθείς ξανά στο σπίτι σου να σε αγκαλάζουν τα εγγονάκια σου και οι κόρες σου, με τη Βιργινία σου να σε ψιλομαλώνει γιατί ξεχνάς τα φάρμακά σου.
Όλοι προσευχόμαστε να γίνεις γρήγορα καλά. Είμαστε δυνατά σκαριά οι Παυλαίοι.
Ύστερα σε περιμένουν τα εγγονάκια σου όπως είπαμε, να τα πηγαίνεις βολτα και να τους παίρνεις ζαχαρωτά και παιχνιδάκια.Για τα παιδιά όχι για μας.
Θυμάστε βρε τα βατραχάκια που μας έφερνε ο μπαμπάς και τα βάζαμε στα παπούτσια μας και καθώς περπατούσαμε ακούγονταν ο θόρυβος. Εκείνα τα πουλάκια τα κόκκινα που σαν τα πιέζαμε κάνανε τσίου τσίου,,,,
Αγάπη μου θυμήσου τα Καλοκαίρια τα τρελα. Ένα μήνα στο χωριό της μάνας μας, ξεγνοιασιά, με τη σφεντόνα να τρέχεις με τα ξαδέλφια μας για πουλιά, και γυρίζατε με τις τσέπες γεμάτες κράνα και πετροκέρασα.
Αγαπημένε μου αδελφέ. Αγωνιστής ήσουν και είσαι. Πρέπει να νικήσεις και αυτή τη φορά.Είμαι σίγουρη πως θα νικήσεις.
Γεννηθήκαμε αγωνιστές και νικητές. Φέτος την Άνοιξη και το Καλοκαίρι θα προσέξεις, όπως κάνω εγώ. Πως θα έλεγε η μάνα μας. Τον φυλάει αυτή τον απαυτό της. Θα φυλάτε και σεις τον δικό σας απαυτό.
Γιατί σαν περάσει το Καλοκαίρι θα έρθει το φθινόπωρο. Και εσυ ως γνήσιο παιδί της γης θα τη σκάψεις να την ετοιμάσεις για τη σπορά. Όταν έρχονται τα παιδιά και τα εγγόνια σου να χαίρονται το περβολάκι σου. Τώρα εγώ σου λέω βάλε κάποιον για το σκάψιμο. Μετά εσύ τα φροντίζεις. Θυμάσαι όπως όλη την ημέρα είμασταν στο περβόλι του παππού μας του Παύλου και της γιαγιάς μας της Ελένης.Θυμάσαι, που μήτε να φάμε δεν πηγαίναμε στη μάνα μας, τρώγαμε στη γιαγιά μας πάντα.
Θυμάσαι που θέλαμε ακόμα και να κοιμώμαστε εκεί;
Είμαι η μεγαλύτερη από όλους σας. Πάντα ήμουν το σαραβαλάκι. Αντέχω. Θα αντέξεις και συ.
ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ έγραφε το κάδρο της γιαγιάς μας. Και αυτό θα περάσει.
Πολλά μας ήρθαν μαζεμένα. Μα είναι για όλον τον κόσμο. Πόση χαρά νοιώθω όταν όλοι μου λένε πόσο καλός είναι ο Δημήτρης τι καλόκαρδός τι δουλευτής΄.
Λοιπόν αγαπημένε μου αδελφέ προσεύχομαι να γίνεις καλά. Χρωστάμε στον εαυτό μας κάτι τα τρία τα μεγάλα, μια εκδρομή στα χωριά που υπηρέτησε ο πατέρας μας Από την Τσουκνίδα μέχρι την Ελευσίνα. Χρωστάμε να πάμε για καφέ στη Δραγουμή στο Παγκράτι, στο Ραχούλι. Να ανεβούμε όχι με τα πόδια αλλά με αυτοκίνητο στην Αγία Μαύρα στην Αγία Τριάδα και στο Λευτροχώρι, στην Κρυσταλλοπηγή που εμείς τη λέγαμε Κεφαλόβρυσο…Να πάμε στη Γλυκή στο μαγαζί του Νίκου που το έχει ο γυιος του ο Θωμάς. Προσκύνημα στο Σούλι γιατί και κει έβαλε τη σφραγίδα του ο πατέρας μας.
Αγάπη μου, προσεύχομαι να γίνεις γρήγορα καλά.Και μη σε νοιάζει ακόμα κι αν περπατάς με μπαστούνι.
Χρόνια παρέα μου είναι το μπαστουνάκι μου. Ωραίο είναι. Σε αγαπώ πολύ. Αγωνίσου δίπλα σου οι κορούλες σου η Βιργινούλα σου που είναι σπουδαίο παιδί και σπουδαία γιατρός,,,, τη Ματούλα με τα εγκονάκια σου…Τη γυναία σου,,, όλοι δίπλα σου είναι. Και μεις με την προσευχή μας.
Περαστικά αγάπη μου, ευχομαι σε λίγες μέρες να σου διαβάσουν αυτό το κείμενο. Γιατί όπως ξέρεις ποτέ δεν μπορώ με το στόμα να πω της καρδιάς μου τα αισθήματα και συναισθήματα.
Η μεγάλη σας αδελφή που όλα σας την ακούγατε ακόμη και όταν ήταν λάθος
Ξέρεις σε αυτήν την εκδρομή θα ψάξουμε να βρούμε μαθητές και μαθήτριες του πατέρα μας.
Να βρούμε τους μαθητές του, να μας μιλήσουν για το δάσκαλό τους, για τον πατέρα μας, για τον Βασίλη Π Παυλίδη.
Έχεις δίκιο ότι σήμερα είμαστε προδομένοι σαν λαός, από τα βλαστάρια που μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν και μας έφεραν σε αυτήν τη κατάσταση.
Μου μιλούσες για τη σύνταξη που στην κουτσούρεψαν κι ας είχες σαράντα και χρόνια εργασίας.
Και γω, ως συνήθως σου απαντούσα. Τι να κάνουμε; Είναι για όλον τον κόσμο. Δόξα τον Θεό.
Αδελφούλη μου έσω δυνατός.
Θυμάσαι που μικρό παιδί πήγες για πρώτη φορά σε δουλειά στην Αθήνα. Δεν ήσουν τότε ούτε δέκα πέντε χρονών.
Θυμάσαι πως ήσουν τρελαμένος που ο Μαυρίδης ο εργοστασιάρχης σου έδωσε πάνω απο το μεροκάματο;Παραγωγή το είπε.
Άντε λοιπόν να γίνεις γρήγορα καλά να παίξουμε και τάβλι. Έχει παραγίνει καλός ταβλαδώρος ο Φάνης.
Φιλιά. Περαστικά σου αγάπη μου.Ο Θεός μαζί σου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Πρωταπριλιά

Καλημέρα σας και καλό μήνα.
Κάποτε μια μέρα σαν κι αυτήν ψάχναμε να βρούμε κάποιο ψέμα, να το πούμε και να το πιστέψουν όλοι, όσοι το ακούσουν.
Αυτά τα ψέματα που αμέσως ο ψεύτης τα μαρτυρούσε έκανε όλους να γελάσουν λέγοντας και του χρόνου με υγεία.
Πως βγήκε τούτο το έθιμο εγώ δεν το γνωρίζω. Ξέρω όμως πως συνυπήρχε με το έθιμο του Αγιασμού της πρώτης κάθε μήνα. Ακόμη και αν έβρεχε του μαγικού νερού. Έτσι λέγανε το νερό της Πρωταπριλιάς. Ακόμη Πρωταπριλιά χάραζαν τα κλήματα στις κρεββατίνες για να μαζέψουν το καλυτντικό τους δάκρυ.
Χαρούμενος μήνας ο Απρίλης.
Η μέρες ξενοίγουν το κρύο σιγά σιγά μας αποχαιρετά και ο κόσμος μας, γέμιζε χρώματα αρώματα, πεταλούδες, ζωή….
Τα ποτάμια γίνονταν ελκυστικά και τα σπίτια ζωήρευαν από τα χελιδονάκια που έστηναν τις φωλιές τους κοντά στον άνθρωπο.
Λένε πως τότε που έγινε ο κατακλυσμός του Νώε, και στην Ελλάδα έχουμε κατακλυσμό με σωσμένους τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα, τότε που στην Ελλάδα μας υπήρχε η γενιά των χάλκινων ανθρώπων, και στην Κίνα και σε όλον τον κόσμο έγινε κατακλυσμός,, λένε πως όταν σταμάτησε να πέφτει νερό, όταν η Κιβωτός ακούμπησε στο όρος Αραράτ τότε ο Νώε είπε στο κοράκι πήγαινε να μου πεις τι γίνεται στον κόσμο.
Πήγε το κοράκι βρήκε πτώματα και το έριξε στο φα’ι’ ξεχνώντας τον σκοπό για τον οποίο πήγε.
Τότε ο Νώε έστειλε το κουνούπι.
Αυτό αποφάσισε να πει ότι όλα είναι κατεστραμμένα και τίποτε δεν ζει πολύ τραγικά.
Το χελιδόνι παρακάλεσε το κουνούπι να πει πως η βροχή σταμάτησε και πως όλα σιγά σιγά στρώνουν φαίνονται κάμποι δένδρα βουνά….
Γέλασε το κουνούπι σκληρά, θα τα πω όπως εγώ νομίζω είπε υπεροπτικά. Και τότε το χελιδόνι του έφαγε τη γλώσσα.Ήθελε να μπορέσει ο Νώε να ξαναφκιάξει τον κόσμο.
Πάει λοιπόν στο Νώε το κουνούπι και δεν μπορεί να μιλήσει κάνει μόνο ζβμ ζβμ ζβμ και γυρίζει γύρω γύρω….
Τι λες; Ρωτάει ο Νώε; Βζμ, βζμ , κάνει το κουνούπι και γυρίζει γύρω από το χελιδόνι.
Μα τι λέει ξαναρωτά ο Νώε.
Λέει να σας πω εγώ, να, να στείλουμε το περιστέρι.
Ας το στείλουμε το περιστέρι λέει ο Νώε.
Έτσι και έγινε.
Σε λίγες μέρες το περιστέρι γύρισε κρατώντας στο στόμα του ένα κλαδάκι ελιάς.
Αυτό το κλαδάκι είναι το σύμβολο της συμφωνίας των ανθρώπων με τον Θεό, ‘οπως και το ουράνιο τόξο που σκέπασε τη γη.
Αυτά για τα παλιά τα χρόνια.
Τι γίνεται τώρα;
Τώρα οι πάντες διαβρωμένοι από την ύλη, την καλοπέραση και την τεμπελιά έπαψαν να πιστεύουν στα ιδανικά του ανθρώπου.
Αγάπη, καλοσύνη, εργασία, ιδανικά έχουν πνιγεί στη χαβούζα της αθε’ι’ας του υλισμού.
Ακούς τους κουφικέφαλους να σου λένε δεν υπάρχει Θεός και συ λες, Θεέ μου συγχωρεσέ μας δεν ξέρουν τι λένε, δεν βλέπουν το Μεγαλείο σου.
Τα διδάγματα των αρχαίων μας προγόνων, η γλώσσα μας, ο Χριστός μας ξεχάσθηκαν.
Ο δρόμος μπροστά μας, είναι η καταστροφή.
Ο καιρός του τέλους των Ελλήνων είναι εδώ μπροστά μας.
Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…. Αυτό δεν τραγουδάμε ακόμη κάποιοι;
Ναι αλήθεια είναι πως η Ελλάδα μας ποτέ δεν θα πεθάνει,,, αλλά αν δεν γεννιούνται Ελληνόπουλα πως θα ζήσει;
Σαν τόπος, μπορεί. Μα αν δεν υπέρχουν Έλληνες τότε θα λένε μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια χώρα η Ελλάδα που…….
Ας πούμε στον εαυτό μας τη σκληρή αλήθεια.
Μόνο εμείς μπορούμε να σώσουμε την πατρίδα μας.
Σήμερα και κάθε μέρα ας λέμε στον εαυτό μας ΑΛΗΘΕΙΕΣ. Ας θυμηθούμε τους Αγίους μας, τους Ηρωές μας, να πριν λίγα χρόνια τους πατεράδες μας… Έτσι μπορεί να σώσουμε την Ελλάδα μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.
Και επειδή η μυθολογία μας είναι πολύ ωραία και διδάσκει ας τη μαθαίνουμε στα παιδιά και τα εγγόνια μας.
Ας τους πούμε για τον ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ, ΤΟΝ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΥΡΡΑ
Είναι ένας πολύ ωραίος μύθος.

Απρίλης

Μάρτης τριάντα.
Πότε πέρασε και τούτος ο μήνας.
Τρέχει ο χρόνος σα νερό, με ταχύτητα ανέμου και μεις μετράμε το σήμερα που γίνεται αύριο και μεθαύριο.Που πολλές φορές ξεχνάμε να το ζήσουμε. Ξεχνάμε γιατί κυνηγάμε τη ζωή, που την κρατάμε στα χέρια μας, και,, την αφήνουμε για αύριο…ένα αύριο που πάντα είναι σήμερα. Την αφήνουμε έτσι να περάσει χωρίς να τη δούμε, παρα μόνο, όταν μας το θυμήσουν οι ρυτίδες της ψυχής μας.Οι ρυτίδες του προσώπου; Μα ποιος νοιάζεται γι΄αυτές…..
Μάρτης 30 και σε δυο μέρες ο Απρίλης.Και γω σκλάβα των αναμνήσεών μου.
Κοιτώ τα βλαστάρια μου, ο μεγάλος μου εγγονός, φοιτητής πάει Θράκη. Η μικρή που πάει λύκειο θα πάει Κέρκυρα, θα μείνουν όμως και μια μέρα στα Γιάννενα.
Που πήγαμε τότε εμείς; Στους Δελφούς.
Αχ Απρίλη μου, αχ, πόσα δεν θυμάμαι, πόσα δεν έχω μπροστά μου σε φωτογραφίες. Εδώ με το σχολείο στο Καρυώτι, εκεί στην Παναγία στα χαλάσματα, στη Μεγάλη Βρύση, κλπ κλπ κλπ.
Εδώ προσφέροντας λουλούδια στη Βασίλισσα εκεί στις γυμναστικές επιδείξεις, ποιο δίπλα με τα κορίτσια του Γυμνασίου του Αιγάλεω που τα φιλοξενήσαμε στα σπίτια μας στην εκδρομή τους στην Παραμυθιά.
Κλείνω το Αλμπουμ, μα το ξανανοίγω. Βλέπω την Αθηνά του Πέτσα, φίλη αγαπημένη, δεν είναι εδώ, έφυγε στα είκοσί της χρόνια. Βλέπω και λείπουν πολλοί, που έφυγαν νέοι.
Κλείνω με πίκρα το άλμπουμ αλλά τι να σας πω, πάντα διώχνω την πίκρα μου, κανείς δεν θέλω να με δει θλιμένη δεν μου ταιριάζει. Πως θα διατηρήσω τον τίτλο της χαζοχαρούμενης αν είμαι θλιμένη;
Απρίλης με τα λούλουδα και Μάης με τα δώρα λένε στα χωριά μας.
Και γω που ότι θυμάμαι χαίρομαι θα σας πάω πίσω στα μικράτα μου στην Πρωταπριλιά.
Πρωί- πρωί, όλες οι τσούπρες πήγαιναν στην εκκλησιά για Αγιασμό. Κάθε πρώτη του μήνα όλες οι εκκλησίες έκαναν Αγιασμό.
Να πιούμε όλοι από λίγο και ύστερα να ραντίσουμε το σπίτι και τα κήπια μας, τις αυλές και τα ζώα μας.
Tην πρώτη του Απρίλη αν βρέξει μαζεύουμε το νερό που έχει μαγικές ιδιότητες για την καλονή μας μα και για την τύχη μας όπως και το δάκρυ της κληματαριάς.
Γιατί; Δεν το ξέρω. Ξέρω όμως πως το μάζευαν και το έβαζαν σε νταμιζάνα.
Αυτή τη μέρα όλοι είχαν τον νου τους να μην ξεγελαστουν γιατί όλοι θέλαν να πουν ένα αθώο ψέμα που να γίνει πιστευτό.
Θυμάμαι μια γειτόνισσα που φώναζε κλαίγοντας. Αχ αχ αχ μωρ τσούπρες μου, πήραν φυλακή το δεσπότη μας και κλαίγανε τα παιδάκια του, λαχτάρησα.
Τι λες μωρή, που είναι τα μαύρα, μή και χρειάζονται τίποτες;
Και έπεσε πλατύ γέλιο από τις πολλές. Πρωταπριλιά μωρή πάει την έπαθες.
Μα στην ουσία η Πρωταπριλιά είναι η αρχή της Άνοιξης.
Τώρα ο ήλιος γίνεται λαμπερός, οι στάλλες πάνω στα χορτάρια δεν είναι από βροχή αλλά τα διαμάντια της νυχτερινής δροσιάς που σε λίγο θα ανέβει θυμίαμα, στον Πλάστη και Θεό μας.
Τα βράδυα, θα είναι δροσερά τόσο που θα κρατάμε ένα ζεστό μάλλινο ζακετάκι γιατί ακόμα έχει κρύο.
Δειλά- δειλά τα κοριτσάκια βάζανε τα ελαφρά πουκάμησά τους με ένα γιλέκο καρό ή ριγέ ακόμα και μονόχρωμα.
Το ίδιο και τα αγόρια.
Διάβασμα, όσο πιο πολύ μπορούσαμε. Στο κάτω- κάτω της γραφής τι μένει; Λίγος καιρός.
Βγάλε το Πάσχα, βγάλε τις εξετάσεις και τις γυμναστικές επιδείξεις, πάει κι αυτός ο χρόνος.
Απρίλης.
Ο καταπράσινος κάμπος ντύνεται στα κόκκινα με τις παπαρούνες, στα κίτρινα με τα νεκρολούλουδα, στα ροζ με τα κυκλάμινα τις ανεμώνες, Θεέ μου ποια ομορφιά μπορεί να σκεπάσει αυτήν την μυρωμένη ζωγραφιά του Απρίλη.Αυτούς τους πίνακες που ο Θεός μας χάρισε απλώχερα.
Και κείνο το αεράκι που λυγίζει τα στάχυα του σταριού που ακόμα είναι πράσινα και κάπου κάπου ανάμεσά τους να χορεύουν οι σταρίθρες γλαδιόλες τις λένε επιστημονικά.
Στα βραχώδη μέρη κι από αυτά η πόλη μας είναι γεμάτη, ξεφυτρώνουν μελισσάκια μα και σαπούνια που όμορφα ψηλά δείχουν τα πολυκέφαλα μπουκέτα τους. Και μεις να τα κόβουμε για να σαπουνίζουμε τα χέρια μας στη βρυσοπούλα.Και απορούσαμε με τη σαπουνάδα που γέμιζε τα χέρια μας.
Απρίλης, κι ο πλάτανος μας γεμίζει μεγάλα δροσερά φύλλα που το αεράκι τα κάνει να τραγουδούν, το δικό τους σκοπό, δίπλα στο τραγούδι του νερού της βρυσοπούλας μας.
Όλα τα σπίτια μας, είναι ασπρισμένα. Μερικά έχουν το χρώμα του ελαφριού γαλάζιου, του γαλάζιου του ουρανού.
Απρίλης, ο μήνας της χαράς.
Τον Απρίλη, το Πάσχα γίνονται οι περισσότεροι γάμοι.
Αχ, πώς περνάει ο καιρός.
Αχ, πόσο πολυ νοσταλγώ τα χρόνια εκείνα, με τις μικρές χαρές μα με την πανέμορφη φύση που τη στερούμαστε. Τώρα πάμε μια έξοδο μέχρι τους πρόποδες της Πάρνηθας, ή στο Κρυονέρι και γυρίζουμε γεμάτοι με ευχαρίστηση.Τότε όλα ήταν ένας πίνακας ζωγραφικής.

Τότε ζούσαμε σε έναν Παράδεισο που δυστυχώς τον σκέπαζε το αλουμινόχαρτο του πολιτισμού που το νομίζαμε χρυσάφι.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Μάνα πεινάω

Την ιστορία αυτή, μας την έλεγε η γιαγιά μου. Ήταν τότε το 1917.
Ιταλικές και αλβανικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Θεσπρωτία μας.
Για λίγο καιρό. Mα αν σκεφτεί κανείς, πως μόλις to 1913 είχαμε απελευθερωθει και πως ακόμα αφεντάδες στις περιουσίες, ήταν οι αγάδες, καταλαβαίνει τη φτώχεια των Ελλήνων και μάλιστα αυτών που ζούσαν σαν φαντάσματα στις άκρες της πόλης μας.
Πείνα μεγάλη έπεσε τον καιρό εκείνο στη Θεσπρωτία, μα και αρρώστεια κακιά.
Ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Τα πρόσωπα έγιναν ωχρά και τα μάτια μεγάλωσαν σα να ζητούσαν να βρουν σε λίγους άγριους σπόρους, τον Θεό.
Το παιδί ήταν τότε μόνο τριών χρονών.
Πείναγε πολύ. Όλοι πείναγαν. Νοικοκύρηδες ήταν. Μα τούτος ο καιρός έφερε χάλια πολλά.Η πείνα και η αρρώστεια χτύπησε όλες τις πόρτες των Ελληνων.
Οι άλλοι είχαν, κι αν δεν είχαν άρπαζαν, άρπαζαν από όπου έβρησκαν.
Μάνα πεινάω.
Στον κήπο είχαν φυτέψει απ όλα΄. Όμως μια χαλασιά, ένα κακό, τι να μολογήσουν. Ευτυχώς τα καμπρολάχανα έμειναν μεγάλωναν και θέριεψαν. Έτσι, η μάνα έκοβε φύλλα τα έβραζε στο κακάβι στη χόβολη και τα έβαζε μπροστά να φάνε. Τους έριχνε και λίγο λάδι.
Μάνα πεινάω.
Άπλωνε το χέρι της και του έδινε να φάει το βρασμένο λάχανο.
Δεν το ήθελε.
Έκλενε το στόμα του.
Μάνα πεινάω.
Τότε πήγε η μάνα στον κήπο έκοψε ένα ολόκληρο λάχανο, καθάρισε το κοτσάνι, και έμεινε το μέσα η ζουμερή καρδιά και το έδωσε στο παιδί της να φάει. Δεν το έφαγε.
Μάνα πεινάω.
Φάε παιδάκι μου, φάε, του είπε δακρυσμένη, φάε ετούτο το καλό..
Δεν θέλω άλλα κάκανα, θέλω τσιωμί θέλω τσιωμί.
Αυτό δεν είναι λάχανα, φάτο παιδάκι μου.
Δε θέλω κάκανα δεν θέλω τσιοκάνια. Θέλω τσιωμί.
Που να το βρει το ψωμί!
Σκέφτηκε να το σκιάξει. Έπρεπε να φάει από τα λάχανα, αλλοιώς θα της πέθαινε.
Το πήρε στην αγκαλιά της.
Αυτό νόμισε πως θα του δώσει ψωμί.
Την αγκάλιασε σφιχτά, δεν θέλω άλλα κάκανα, θέλω τσιωμί.
Βγήκε έξω με το παιδί στην αγκαλιά της.
Περπάτησε σιακάτ. Έφτασε μπροστά από ένα πηγάδι και δείχνοντας το πηγάδι, του είπε.
Θα φας λάχανα, αυτό έχουμε. Αλλοιώς θα σε ρίξω στο πηγάδι.
Έκανε πως το σπρώχνει στο πηγάδι.
Ούρλιαξε.
Σώπασαι παιδάκι μου, σώπασαι. Το έσφιξε πάνω της και γύρισαν στο σπίτι.
Τώρα θα φάμε ότι μας έδωσε ο Θεός.
Την κοίταξε με παράπονο.Δεν έφαγε.
Μέσα στην ψυχή του, απόμεινε ο φόβος. Η μάνα του ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι. Η μάνα του ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι.Μέσα στην ψυχή της απόμεινε ο φόβος, θα το χάσει το παιδί.
Τα χρόνια πέρασαν, ποιος δίνει σημασία στις πληγές των παιδιών. Σάμπως ξέρουμε πότε πληγώνουμε, ή πληγωνόμαστε;
Κάποτε σε μια γιορτή η μάνα πήγε κοντά στο παιδί της. Πόσο σε αγαπώ παιδάκι μου, του είπε.
Την κοίταξε αυστηρά. Δεν μ΄αγαπάς μάνα. Αν με αγαπούσες δεν θα πήγαινες να με ρίξεις στο πηγάδι.
Είχε ξεχάσει η ίδια το περιστατικό.
Πότε παιδάκι μου, εγώ σε αγαπάω. Τι είναι αυτά που λες;
Πήγες μάνα, πήγες να με ρίξεις στο πηγάδι. Παιδί ήμουν. Τα λάχανα μου έφερναν πόνο στην κοιλιά μου.
Με πήγες στο πηγάδι να με ρίξεις μέσα, να πνιγώ. Κι αν δεν έκλαιγα αν δεν φώναζα θα με είχες ρίξει.
Τι είναι αυτά που λες παιδάκι μου, απλά ήθελα να σε φοβήσω, να φας, να μη μου πεθάνεις, τώρα που είσαι μεγάλος το καταλαβαίνεις αυτό, έτσι δεν είναι;
-Ήθελες να με ρίξεις στο πηγάδι. Δεν με έριξες γιατί φοβήθηκες. Φοβήθκες όταν έκλαψα. Είσαι η μάνα μου. Σου χρωστάω τη ζωή μου, όμως, πήγες να με ρίξεις στο πηγάδι.
Πέρασαν τα χρόνια.Μια χρονιά φεύγοντας η μάνα, γριά πια, από την Αθήνα,έμειναν μεσοδρομής, τους έπιασε στο Ρίο θάλασσα άγρια. Δεκέμβρης μήνας ήταν.
Τα πλοία δεν μπορούσαν να περάσουν, ο κόσμος ήταν αναγκασμένος να μένει στο κρύο.
Έμαθαν από το πρακτορείο τα παιδιά της πως ούτε θα πήγαινε μπροστά, το αυτοκίνητο, ούτε μπορούσε να γυρίσει θα έμενε να περιμένει τον καιρό να κοπάσει.
Τέσσερα παιδιά είχε η βάβω. Κανένα δεν κουνήθηκε να πάει να δει τι κάνει η γριά.
Όλα είχαν τα δικά τους βάσανα.
Ο γυιος της αυτός που φώναζε πως ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι, πήρε το λεωφορείο και πήγε στο Ρίο. Έβγαλε δυο εισητήρια.
Μαζί του είχε ένα παλτό μάλλινο.
Όταν τον είδε στην πόρτα του φέρυ μπόουτ, έβαλε τα κλάματα. Είχε φοβηθεί πολύ. Και να, που ήρθε κάποιος να την πάρει.Ζεστάθηκε η καρδιά της.
-Έλα μάνα, πάμε στο σπίτι μας.
Έτρεμε από τη συγκίνηση. Δεν τον περίμενε. Το ήξερε πως ήταν άρρωστος βαριά. Κάποιον από τους άλλους περίμενε μα δεν ήλθαν.
Την πήγε στο σπίτι του στην Αθήνα.
Της έβαλαν ένα ντιβάνι δίπλα στο ΄τζάκι να ζεσταθεί.Να απλώσει τα πόδια της.
Κάτσε εδώ, της είπε η νύφη της, θα σου φέρω λίγο ζεστό γάλα να πιεις να ζεσταθείς.
Τι γυναίκα είναι τούτη η νύφη, την κοιτάει σα μάνα κι ας έχει τόσα παιδιά.
-Δεν ήθελα να σε ρίξω στο πηγάδι, του είπε.
-Ήθελες μάνα. Ίσως δεν άντεχες το κλάμα μου, ίσως δεν άντεχες να με βλέπεις να πεινάω.
-Δεν ήθελα παιδάκι μου.
-Ήθελες μα δεν κρίνεσαι, γιατί μάνα σε δύσκολους καιρούς,,, μες την ψυχή μας γίνεται χαλασμός, γίνεται πόλεμος. Ίσως δεν ήξερες, ίσως δεν άντεχες. Η πείνα μάνα σε αγριεύει.
Θυμάσαι μάνα, την άλλη πείνα το 1942. Ξερός ο κάμπος, σαψιαλιασμένος από τις φωτιές των οχτρών. Ο κάμπος δεν είχε στάχυ. Δεν είχε ρόκα καλαμποκιού. Όλοι έψαχναν μια ψάνα άγρια βρώμη, μια ψάνα στάρι ξεχασμένο. Τούτον τον καιρό στα μέρη μας μόνο λίγο λάδι είχε, μα ο οχτρός δεν άφηνε να μαζέψουν τον καρπό. Σα φαντάσματα τις νύχτες τα παιδιά μάζευαν όσες ελιές μπορούσαν. Άντε να βγάλεις λάδι στις πέτρες, μέσα στη σκάφη.
Θυμάσαι που δίναμε μια οκά λάδι για μια οκά καλαμπόκι;
Μπορούσες να χορτάσεις μάνα με λάδι και σταφίδες;
Αν δεν φας ψωμί, ότι να φας, δεν χορταίνεις. Όλο θα πεινάς.
Είχαμε λίγο λάδι, ψωμί δεν είχαμε. Είχαμε λίγες σταφίδες ψωμί δεν είχαμε.
Περνούσαν τα χρόνια μα δεν το ξέχασε ποτέ.
Η μάνα του, το έφερνε βαριά.
Και κείνος, είχε μια πληγή στα στήθεια.
Πέθανε πριν από τη μάνα του. Ήταν εκείνη εκεί και του χάυδευε τα λίγα μαλλιά του και το πρόσωπό του.
Η μάνα πέθανε μετά από χρόνια. Το πίστευε, το πίστευε μονολογούσε, το πίστευε πως ήθελα να το ρίξω στο πηγάδι. Ποια μάνα πετάει το παιδί της στο πηγάδι και μάλιστα αγόρι.
Φαντάζομαι πως τη διαφορά θα τη βρουν στον παράδεισο, γιατί οι βασανισμένοι εκεί πηγαίνουν. Το λέει και το Άγιο Ευαγγέλιο.
Αυτή την ιστορία, μου την είπε κάποτε η γιαγιά μου. Έγινε στην Παραμυθιά το 1917 από κατοίκους μόνιμους της Παραμυθιάς. Η πείνα ήρθε όταν οι ιταλοί είχαν αρπάξει πάλι την Θεσπρωτία μας, την πανέμορφη κόρη της Απείρου Χώρας, με το στέμμα της την Παραμυθιά που πολλές φορές έγινε πεδίο σκληρών μαχών.
Καλές γιορτές και .ολοι με τα μάτια μας στραμμένα στο Χριστό μας, στη Ταπεινή Του Φάντη, ας βρούμε το νόημα της ζωής, ας βρούμε το σχοινί του παραδείσου, να κρατηθούμε γερά από αυτό. Αυτό το κομπολόι των προσευχών. Το κομποσκοίνι της πίστης μας, που κάθε κόμπος του, είναι και μια προσευχή.
Κύριε Ελέησον.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά