Σαρακοστή

Παραμυθιά 1950
Κάπου στο Φλεβάρη αρχή ή τέλος άρχιζε η σαρακοστή που βέβαια είναι μεγαλύτερη.
Οι άνθρωποι τότε είχαν πίστη στο Θεό και φόβο Θεού. Αυτά δεν τα ξεχώριζαν.
Το Πάσχα είναι γιορτή κινητή οπότε και η σαρακοστή αρχίζει λίγο νωρίτερα ή λόγο αργότερα.
Αυτόν τον καιρό της σαρακοστής οι γυναίκες φρόντιζαν και για την καθαριότητα του σπιτιού όπως και την στολή του σπιτιού.
Θα περνούσαμε από τον Χειμώνα Φλεβάρη αρχές Μάρτη μέχρι τον Απρίλη.
Τις φλοκάτες θα αντικαταστήσουν οι κουρελούδες και τα κιλίμια. Στα κρεββάτια θα μπουν οι κρεββατόγυροι.
Θα ασπρίζονταν όλο το σπίτι μέσα και έξω. Μεγάλη σημασία έδιναν και στους ντενεκέδες με τα λουλούδια και στα παρτέρια της εισόδου των σπιτιών.
Μα το Πάσχα, θα είχαν όλοι και κάποιο ρουχαλάκι ή παπούτσια οι γιαγιάδες μια ποδιά κάλτσες και μαντήλι γιαννιώτικο υφαντό σαν γάζα ποδιά. Η γιαγιά μου η Ελένη φόραγε μαύρα γιατί είχε χάσει τον γυιο΄της τον Δημήτρη που ήταν 25 χρονών τραυματίσθηκε και πέθανε από το τραύμα. Η γιαγιά μου η Γεωργία φορούσε το μπλουμιστό γιαννιώτικο μαντήλι και την πράσινη ατλαζένια ποδιά με κέντημα κάτω μια μεγάλη μπορντούρα τριαντάφυλλα και λίγο φραμπαλά και φοδραρισμένη με υφαντή γάζα γιανιώτικη καφέ..
Είχε και την βελούδινη κόκκινη ζακέτα της όσο για φόρεμα πάντα κάτι καλό σαν νύφη στολίζονταν τις πιο πολλές φορές φόραγε ένα μπλε σατέν, και την ασημένια ζώνη της.
Δεν της είχε κάψει ο χάρος την καρδιά, όπως της νύφης της της Θοδωρέσιας που της πήρε τσιούπρα και παιδί..
Ο λαός λέει, μην πας τον Μάη για άλογα την Πασκαλιά για νύφη. Αυτό γιατί τον Μάη τα ζώα έχου μπόλικο χορτάρι και είναι παχουλά και δυνατά και την Πασκαλιά όλα τα κορίτσια φρόντιζαν να είναι καλοντυμένα και ξεκούραστα….
Φρόντιζαν δε πολύ τις αυλές τους και τους κήπους. Φρόντιζαν να έχουν φυτά που αντέχουν στο κρύο όπως φύκους,σκυλάκια, μολόχες, ματζουράνες, αλτάνες.Αυτά για να μην τα χαλάει ο Χειμώνας, αν και στην Παραμυθιά κρύο βαρύ με χιόνια και κάτω από το μηδέν έχει σπάνια. Κάποια πρωινά έχει τσιάφνη, που όμως, μόλις βγει ο ήλιος γίνονται, δροσοσταλιές που λαμπυρίζουν στο πρωινό χάδι του ήλιου και λαμποκοπούν πάνω στα φύλλα σαν μικρά διαμάντια που και αυτά σε λίγο θα χαθούν. Οι αμυγδαλιές λουλουδιασμένες στολίζουν τους κήπους, το ίδιο οι κορομηλιές και οι μπουρνελιές.
Αυτές τις μέρες που ήταν νηστεία δεν τρώγαμε ούτε κρέας, ούτε γάλα ούτε τυριά. Κομμένος και ο τραχανάς.
Έτσι τα πρωινά μας, έμπαινε στο τραπέζι η κασαρόλα με το βουνήσιο τσάι από την Σέλλιανη ή την Λαμπανίτσα. Ελιές τουρσιά μέσα σε λουμινένια δοχεία και ψωμί πάντα πάνω στο τραπέζι τυλιγμένο σε ένα καρώ τραπεζομάντηλο.
Στο σχολείο λίγο πλαστέρι ήταν αρκετό με ελιές ξυδάτες.
Το μεσημέρι, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές μια σούπα όσπρια που τρώγονται και αλάδωτα. Έριχναν μέσα στη σούπα μερικές ελιές. Τα βράδυα, πατάτες βραστές με ρίγανη και αλάτι. Καλαμπόκι πρατσαλέγκες η κοκόσιες καρύδια και ξερά σύκα με ψωμί.
Όταν πεινάγαμε μέσα στο παιχνίδι το σιρόπι από τα γλυκά πάνω στο ψωμί ήταμ άριστο. Εγώ την θρεψίνη δεν την έτρωγα μου άρεσαν τα ξερά σύκα με ψωμάκι.
Την Κυριακή, πατάτες στον φούρνο με χόρτα χορτόπιτα χωρίς τυρί,χαλβά ή μπακλαβά.
Σπανακόρυζο,λαχανοντολμάδες,πρασόρυζο,κουκιά σύβρασμα με ρύζι στον φούρνο. Σέλινο με σάλτσα άσπρη λεμόνι αλεύρι λάδι. Ανάμεσα κάποιες μέρες έχει ψάρι που στα χωριά μας ήταν ο μπακαλιάρος ο παστός.
Χίλια φαγητά έκαναν με τον μπακαλιάρο,τηγανητό με αλεύρι. Τηγανητό με χυλό. Στο φούρνο πλακι με πατάτες. Ντολμάδες με μπακαλιάρο. Ρυζόπιτα με μπακαλιάρο. Γιαχνί πατάτες με μπακαλιάρο και πολλά άλλα.
Τα μακαρόνια τα κάνανε με σάλτσα ντομάτας μπλουμ, όπως και το ρύζι.
Από το κατώι έβγαζαν και φασολάκια ξερά περασμένα στο σχοινί,που τα έβαζαν σε βραστό νερό και όταν ήταν έτοιμα τα μαγείρευαν.
Στα κατώγια είχαν και κολοκύθες που τις κάνανε πίτες γλυκές με σταφίδα,και καρύδια.
Βέβαια η Παραμυθιά έχει ξυνά και όλα τα σπίτια είχαν πορτοκαλιές.
Όμως, όλα τα φρούτα μας, τα κάναμε φρουί γκασέ και μας τα έδιναν σαν βραβείο αφού σαν καλά παιδιά κάναμε τον σταυρό μας, πηγαίναμε στην εκκλησία και ακούγαμε τους γονείς μας.
Κέρασμα στα σπίτια γλυκό του κουταλιού.
Γλυκό επίσης ήταν για κέρασμα μα και για όλη την οικογέννεια οι τηγανήτες και οι λοικουμάδες πασπαλισμένα με ζάχαρη.
Μόνο για αρρωστικό σε βαριά αρρώστους θα έβραζαν κόττα ή θα έδιναν γάλα ή τραχανά. Κανονικά νηστεύανε και τα παιδιά.
Πηγαιναμε και στην εξομολόγηση που ο παππούλης μας έδινε την ευχή και μας έλεγε να μην στεναχωρούμε την μαμά μας.
Τότε όλα είχαν άλλο χρώμα και άρωμα.
Όλοι, μικροί– μεγάλοι, πηγαίναμε στην εκκλησία. Οι Χαιρετισμοί, τα ψυχοσάββατα, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Ανάσταση του Λαζάρου η Εβδομάδα των Παθών ήταν που συνέθεταν την ιερότητα, την σκέψη,την ψυχική γαλήνη του κάθε ενός μας.
Ο κόσμος τότε πίστυε, είχε κάτι να περιμένει αφού το Πάσχα μετά την Ανάσταση αναπαυμένοι,μετανοιωμένοι, θα έτρωγαν μαγειρίτσα, γιαούρτι, τυρί φρέσκο, κόκκινα αυγά, κουλούρια. Κρέας λίγο. Αυτό γιατί λόγο της μεγάλης νηστείας πάθαιναν μπούλντα ένα είδος αλλεργείας.
Την άλλη μέρα, θα τρώγαμε στον Αγιώργη ή στο χάλασμα της Παναγιάς το κατσίκι ή το αρνί που έπρεπε να είναι 13-15 οκάδες για να γένει καλό στην σούβλα. Στον νταβά ή στην λαμαρίνα με κληματόβεργες μπορούσε να είναι και 9-10 οκάδες.
Και μετά το Πάσχα όλο γιορτές και πανηγύρια.

Καθαρά Δευτέρα

Παραμυθιά, δεκαετία 1949-1959
Σήμερα πρώτη μέρα της Σαρακοστής,Καθαρά Δευτέρα, και μεις θα κάνουμε άλλη μια γιορτή με την αρχή της νηστείας, που θα μας προετοιμάσει για το Πάσχα.
Τότε όλος ο κόσμος νήστευε, τότε όλος ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία. Τότε ακόμη και αν ήταν κάποιοι που δεν ήθελαν να νήστεψουν, νήστευαν από ανάγκη. Το λέει η παροιμία, νηστευει ο δούλος του Θεού, ψωμί δεν έχει να φάει. Και τότε το καθημερινό πολλές φορές στο τραπέζι ήταν ψωμί με κρεμμύδι ή ελιές, άντε λίγα λάχανα..πολλές φορές αλάδωτα η χωρίς ψωμί αλευρωμένα……Και αυτό το είδα….
Και το ψωμί μπομπότα. Έχετε δει να τρώνε από το ένα χέρι μπομπότα κι από το άλλο λίγο καθάριο, ναι ψωμί με ψωμί….
Θα ετοιμάσουμε λοιπόν τον εαυτό μας μέσα από την νηστεία,να δεχτούμε το Άγιο Πάσχα. Με την νηστεία, την προσευχή την εξομολόγηση και ότι καλό μπορούμε να χαρίσουμε στους ανθρώπους που βρήσκονται δίπλα μας, ένα χαμόγελο, ένα καλό λόγο, λίγη παρέα είμαστε έτοιμοι…..
Αυτά δεν χρειάζονται χρήματα είναι δώρα καρδιάς είναι από αυτά που δίνουν χαρά και σε κείνον που το δίνει και σε αυτόν που τα παίρνει.
Σαν σήμερα στα χωριά μας το τραπέζι, ήταν γεμάτο με καλούδια που μας έδινε ο μπαξές μας, το περβόλι μας, το χωραφάκι μας, και τα χρυσά χέρια της κυράς του σπιτιού.
Τότε νοικοκυρές ήταν αυτές που έκαναν το παλιό καινούριο και το λίγο πολύ…
Πρωί Καθαροδευτέρας.
Πάνω στο καρώ τραπεζομάντηλο που αν ο καιρός ήταν καλό στρώνονταν στην αυλή, στο μεγάλο τραπέζι της αυλής, οι λαγάνες από τον Λαμπρο Μιχο, τον Βα’ι’μάνη, τον Μπότση, η κανάτα η λουμινένια με το τσάι του βουνού που μέσα έχει και φλούδες πορτοκαλιού, μέλι ή ζάχαρη και γεμίζει τις κούπες που πολλές φορές ήταν κύπελα φκιαγμένα στον κοσκινά,από τα κουτιά που είχαν το γάλα το εβαπορέ,, και ήταν τα καθημερινά μας κύπελα για νερό ή για τσάγια. Για τους μεγάλους ο καφές ήταν παραγγελιά. Τρεις καφέδες είχαν τα καφεκούτια. Σκέτο καφέ φρεσκοκαβουρντισμένο, και φρεσκοκομμένο στον μπρούτζινο μύλο. Σε άλλο καφεκούτι ήταν ο μισός ρεβύθι ή κριθάρι και μισός καφέ, και στο τρίτο σκέτο ρεβύθι ή σκέτο κριθάρι.
Εκεί πάνω σε ‘ενα πιάτο γυάλινο σαν πιατελίτσα ήταν κομμένος κομματάκια κομματάκια ο χαλβάς ο αγοραστός με αμύγδαλα ή σκέτος, οι ελιές τα τουρσιά και τα βάζα με τις μαρμελάδες και τον σπιτικό πελτέ ντομάτας…
Λαγάνες αγοράζαμε τρεις φορές για να τις τρώμε φρέσκες φρέσκες.
Εμείς θέλαμε δέκα αφού είμασταν πολλοί.Και τις τρώγαμε το πρωί με μαρμελάδες σπιτικές από τα φρούτα μας η χαλβά.
Αυτά το πρωί αλλά την Καθαρά Δευτέρα το τραπέζι δεν σηκώνεται είναι στρωμένο για όποιον περνάει για ένα ποτήρι τσάι ή ένα φλυτζάνι καφέ και ύστερα με ένα ποτήρι κρασί ή με ένα ποτήρι τσίπουρο η ούζο ΄΄ΜΑΡΑ”. Για τις κυρίες ένα λικέρ σπιτικό, βύσσινο, τριαντάφυλλο ή μέντα και γλυκό νερατζάκι που ήταν φρέσκο..
Στον τοίχο της μάντρας ήταν ένα καλάθι με πορτοκάλια. Εμείς τα τρωγάμε στις νηστείες και με ψωμί να μας πιάκουν…
Γύρω στις δέκα άρχιζαν να μπαίνουν σαλάτες, πατάτες βραστές, κάστανα, καρύδια τουρσιά, και όσπρια αλάδωτα.
Βέβαια το μεσημέρι για κάποιους λαίμαργους έμπαιναν τα φασόλια στον νταβά με σπανάκι καύγες και μυρουδιές. Ακόμη μια λαχανόπιτα νηστίσιμη, ή ένα λαχανόψωμο καλαμποκίσιο χωρίς τυρί μόνο με χόρτα και μυρουδιές.
Καλαμαράκια μόνο κονσέρβα. Κανένα καβούρι καραβίδα η σαλιγκάρι ψημένο στα κάρβουνα ήταν για τα παιδιά,
Και επείδη τα γλέντια της Αποκριάς δεν είχαν τελειώσει,εδώ σε όλες τις αυλές χορός και τραγούδι,,,στα σπίτια μας ΄η σε διάφορα σημεία προσυμφωνημένα όπως στο χάλασμα της Παναγιάς στον Αηγιώργη, στο χωριό μας που τότε το λέγανε Κεφαλόβρυσο. Βέβαια αυτό προ’υ’πόθετε να ήταν ο Σωκράτης στην Παραμυθιά,ώστε με το φορτηγό όλοι μαζί με τα φαγιά μας στην θεία την Πανάγιω, στον μπάρμπα Λάμπρο ή στο Χαρίση…….Δώρο λαγάνες από τον Λαμπρο Μίχο, ένα τσουβάλι κράταγε η μάνα μου και τις πηγαίναμε για πόνο…
Και την Τρίτη όλα έπαιρναν τον δρόμο τους όλοι στις θέσεις τους. Σχολείο εργασίες και οι έγνοιες για τα Ψυχοσάββατα
βλέπεις τότε στο τραπέζι μας, πάντα είχαν θέση με ένα τραγούδι, μια προσευχή, έναν λόγο, και οι πεθαμένοι μας.
Και να μην ξεχνάμε πως τότε ο παπάς και ο δάσκαλος ήταν αυτοί που βοηθούσαν τον κόσμο σε όλες τους τις δυσκολίες.
Τώρα λες, αχ, τι να κάνω για φαγητό, ένα χταπόδι, λίγα μύδια, καλαμαράκια γεμιστά, ταραμοσαλάτα, σουπιές,, αχ αχ…κλπ κλπ και αχ τι να κάνω.
Τίποτε. Όταν υπάρχει καλή παρέα αγάπη, το στομάχι βολεύεται και με πατάτες βραστές με ρίγανη Παραμυθιάς, τσάι Παραμυθιάς, φασόλια μαυρομάτικα αλάδωτα σαλάτα, άντε βρε και λαχανοντολμάδες για τους λαίμαργους… χαλβάς ελιές Παραμυθιάς μαύρες ή ξυδάτες με μάραθο, τουρσιά από τον κήπο μας και το τέλειον, πρασοσαλάτα με πορτοκάλια Παραμυθιάς.
Χρόνια πολλά και να γνωρίζουμε πως ότι και να φάμε, όπως έλεγε η γιαγιά μου σκατά θα βγάλουμε.
Άσχημο αλλά αληθινό..
Εκείνο που πρέπει να κάνουμε για μας, είναι να διώχνουμε το μπουτσικάβρα από την καρδιά μας, κι αυτά λόγα της γιαγιάς μας, μπουτσικάβρας είναι ο σκορπιός για να μην λέτε πως δεν ξέρετε…είναι δι ο μπουτσικάβρας της καρδιάς μας τα πείσματα οι κακίες και η μοχθηρία. Και η γιαγιά μου είχε δίκιο. Γιατί φίλοι μου, αυτά δεν βλάπτουν τους άλλους αλλά τη δική μας καρδιά και την δική μας ψυχή βαραίνουν.
Αυτά μακρυά από μας κι όποιος θέλει να τρώγεται με τα ρούχα του, για τους άλλους, ας το κάνει,, κακό της κεφαλής τους. Αυτός ζει χολιασμένος.
Και όταν μπορούμε ας πηγαίνουμε στην εκκλησία.
Ο Θεός μας αγαπά, έστειλε τον Γυιο Του ν΄ανεβεί στον Σταυρό για τη σωτηρία μας. Ο Θεός, δεν μας έχει ανάγκη, εμείς το χρειαζόμαστε εμείς θέλουμε την βοήθεοά του.
Όμως αν δεν ζητήσεις, πως θα λάβεις;
Πρέπει να ζητήσουμε. Πως ζητάμε όμως από τον Θεό αφού δεν τον βλέπουμε δεν τον ακούμε;
Αν Τον ζητήσουμε, θα Τον βρούμε και θα μας ακούσει, στα λογικά μας έτσι… όχι να βγει το μάτι του τάδε,να καεί η καρδιά του άλλου, ή να τον κάνω να τον ράνω να σκάσει;;;;
Αυτά προς άλλη μεριά που δεν μας συμφέρει. Βλέπεις εκεί δίνεις για να πάρεις.
Στο Θεό δεν δίνεις τίποτε απλά ζητάς με πίστη κι αυτό είναι όλο.
Η αγάπη του Θεού και η βοήθειά Του κοντά μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Καλατζιήςςςςς καλατζιήςςςς

Ήταν Άνοιξη, πριν το Πάσχα. Μόλις είχαν κλείσει τα σχολεία.
Οι δουλειές για το Πάσχα πολλές, και η μάνα μας με την Ασήμω την κοπέλα του σπιτιού, φρόντιζαν στις γιορτές όλα να είναι ωραία.
Από βραδύς η μάνα μας είπε στη γιαγιά μας.
Μάνα άκουσα τον καλατζή που έρχεται από τις Φιλιάτες, τι λες, μαζεύπουμε τα αγκειά στο πηγάδι σαν περάσει να τον φωνάξω να τα γανώσει;
Αφού έχουμε και στο παζάρι γιατί να τα δώσουμε σε ξένο;
Πέρσυ σε κείνον τάδωσα και μούκανε καλή δουλειά. Ύστερα που να κουβαλάω σιακάτ τόσα χάρχαλα και τζουμπλέκια.
Καλά στείλτον μετα και σιαπάν. Καλύτερα φέρτον εσύ στη βρυσπούλα θα τα έχω μαζωμένα στο πεζούλι της καρυδιάς.
Την άλλη μέρα σαν άκουσε η μάνα μας τον καλαντζη να φωνάζη καλατζιής καλατζιής τον φώναξε.
Έλα σιαπάν κατα δω….και άνοιξε την οξώπορτα.
Η μάνα μου είχα αναμμένη φωτιά εκεί που έβαζε μπουγάδα.
Είχε κατεβάσει και ένα κούτσουρο να κάθεται ο καλατζής, που τον λέγανε και γανωτζή και γανωματή.
Έβγαλε και τα αγκειά και μεις κάτσαμαν να δούμε πως θα τα καλα’ι’σει.
Ήταν τόσο όμορφα καλα’ι’σμένα και λαμπερά, καλύτερα από καθρέφτες.
Είχε βγάλει η μάνα μας όλα να ντεψιά τα σινιά τους νταβάδες τα κακάβια τα τηγάνια τα σαγάνια και την πλαδαρή κατσαρόλα που έκανε τους ντολμάδες. Δίπλα σε ένα κατσαρολάκι είχε τα κουταλοπείρουνα.
Ρώτησε η μάνα μας τον καλατζή, πρώτα να φας ή θα πιεις καφέ;
-Κάνε καφέ και λίγο ψωμοτύρι γιατί βλέπω πολλά και δεν ξέρω αν προλάβω να φωνάξω να βρω κι άλλη δουλειά.
-Δεν θα φωνάξεις, του είπε η μάνα μου. Σαν τελειώσεις θα σε πάω στης πεθεράς μου το σπίτι, μόνο να τα προσέχεις πέρσυ ένα σινί χάλασε γλήγορα.
-Καλά κυρά Βέργω μπορεί να έτυχε.
-Πήρε ένα σινί με μια λαβίδα και έριξε μέσα κάτι, το γύρισε να πάει παντού. Μετά έριξε μια σκόμη και έτριψε το σινί αρκετά δυνατά.
Τα μάτια μας, ήταν καρφωμένα πάνω του.
-Αεί μανάρι μου φέρε μου λίγο νερό.
Έτρεξα να φέρω ένα χαλκό νερό και κάθησα να βλέπω.
Μετά έριξε κάτι άλλο που το είπε νησιαντήρι και το σκούπιζε να πάει παντού.. Μετά άμα ρίξεις αυτό κολλάει καλά το καλάι και γίνεται σωστή η δουλειά..
Σαν σκούπισε το νησιαντήρι έριξε το καλάι. Το καλάι το είχε λοιωμένα σε ένα χάλκωμα δικό του στην άκρη της φωτιάς.
Αυτό το έφερε γύρω γύρω όπως και τα άλλα, μετά με ένα μεγάλο πανί σαν πατσαβούρι που το έφερνε γύρω γύρω πολ΄λές φορές το τελείωνε..
Όλα αυτά τα έκανε πάνω από την φωτιά. Δε καιγότανε, ούτε ιδρωνε…
Εμείς καθήσαμε ακόμη πιο μακρυά όμως αυτός τίποτε εκεί πάνω από την φωτιά….
Αφού τελείωνε κάθε σκεύος το έριχνε στις μεγάλες λεκάνες με νερό από το πηγάδι που έριχνα εγώ κάθε τόσο,να είναι κρύο το νερό.
Σε μια κατσαρόλα η μάνα μου έβραζε πύτουρα με νερό και με αυτό το νερό έπλενε τα καλα’ι’σμένα η Ασήμω….
Τότε τα είδη της κουζίνας στα χωριά μας ήταν από χαλκό. Αυτά οξυδώνονταν και πάθαινες δηλητηρίαση, που πέθαινες.
Για να είναι καλά τα κατσαρολικά, να μην οξυδώνονται, τα καλά’ιζαν ή όπως έλεγε ο παππούς μας, τα επικασσιτέρωναν,,, άστο μεγάλη λέξη τα καλάιζαν.
Τα χαλκώματα στα χωριά μας τα λένε και μπακίρια.
Πολλές φορές, ο καλατζιής φώναζε, μπακίριαααα γανώνωωωω μπακίριαααα γανώνωωωω ο γανωτήηηηης ή ο γανωτζήηηηης
Σπάνια τρύπαγε κανένα χάλκωμα τότε ο καλατζής του έβαζε κομμάτι και μετά το καλάιζε.
Φαίνεται πως θα ήταν ακριβά.
Υπάρχει δε μια παροιμία που λέει. Θέλει κώλο κι άλλο κώλο και φελί, <ή κομμάτι > από άλλο κώλο. δηλαδή είναι άχρηστο δεν μπαλώνεται άλλο.
Μόλις βάφτιζε η νονά το παιδί το πρώτο που του έκανε δώρο ήταν ένα χάλκωμα. Όσο κι αν σας φανεί παράξενο στα προικιά τα χαλκώματα ήταν στην πρώτη θέση. Πολλές φορές τα ζύγιαζαν και έλεγαν οι γονείς. Της δώκαμαν και τριάντα οκάδες μπακίρια.. Γιατί σε κάποιες κοπέλες δίνανε και μαγγάλι χαλκωματένιο χαλκωματένιο, ακόμη και χαλκωματένια σίτα που δεν χάλαγε ποτές.
Σαν τελείωσε τα δικά μας ο καλατζης, έφαγε πλαστάρι με ψωμί ελιές και αυγά τηγανισμένα που του έβαλε η μάνα μας.
Μετά τον πήγε στη γιαγιά να καλα’ι’σουν και της γιαγιάς. Το πιο δύσκολο ήταν τα πειρουνάκια.
Τα χαλκώματα ήταν τόσο γυαλιστερά σαν ασήμι και μέσα τους έβλεπες το πρόσωπό σου.
Έτσι έλεγε η μάνα μου, μα εγώ δεν το είδα μέσα στο σινί η στο κακάβι το προσωπό μου ποτέ.
Τον άνθρωπο αυτόν το βρήκα στο Μενίδι μετά από τριάντα χρόνια ίσως και πιο πολλά.
Ήταν πατέρας της γυναίκας ενός φίλου μας μηχανικού αυτοκινήτων.
Το έφερε η κουβέντα και τον παρακάλεσα αν μπορεί να μου καλα’ι’σει ένα σινί και έναν νταβά.
Τον ρώτησα για τα υλικά πυ έβαζε και ο άνδρας μου του είπε. Μη της λες τίποτε αυτή μπορεί να σου κλέψει την δουλειά.
Μακάρι κάποιος να την κλέψει γιατί αυτή η δουλειά θα χαθεί.
Λοιπόν μπαρμπα Φώτη ποια είναι τα μυστικά της καλής δουλειάς.
Το κέφι και η αγάπη για την δουλειά.
Τι ήταν τα υλικά σου. Μου τα λες με την σειρά.
Ωρέ διάολε δουλειά έχεις μη μου πεις πως θες να γίνεις και καλατζιής.
Έβγαλα το τετραδιάκι μου και έγραψα.
Πρώτα βάζω σπίρτο.
Τι σπίρτο;
Έτσι το λένε σπίρτο.. Μετά το τρίβω με κορασάνι. μετά, ρίχνω μέσα το νησιαντήρι και μετά το καλάι
Αυτά είναι τα μυστικά μα το πιο μεγάλο μυστικό είναι το μεράκι για την δουλειά.
Γύριζα πόλεις και χωριά. Κοιμούμουν όπου έβρησκα. Έτρωγα ότι μου έδιναν στα σπίτια που δούλευα και μάζευα τον κούμπο για το σπίτι μας.
Πενήντα λίρες προίκα έδωκα σε κάθε μια τσούπρα μου και είχα τρεις του Θεού.
Καλά ήταν. Μου έφκιαξαν δίπλα στο σπίτι τους ένα τσιοτόρι και ζω με την βάβω μου. Μας λενε να πάμε μέσα στο δικό τους σπίτι όμως αυτοί μιλάνε φωνάζουν και μεις μάθαμε στην ησυχία δεν τα μπορούμε αυτά. Δεν μπορούμε ούτε τις φωνές.
Ύστερα γέροι είμαστε μας φεύγει και καμιά,,, άσε, σπίτι μας, μοναχοί μας, αντρεπώαστε εμείς με την βαβούλα μου…
Καφέ κάνουμε το πρωί και τρώμε και μπισκότες. μετά πάω στο φούρνο και παίρνω ψωμί φρέσκο που το τρώμε με χαλβά. Δεν έχουμε ζάχαρο. και το βράδυ τρώμε το Χειμώνα τραχανά το Καλοκαίρ γιαούρτι. Το μεσημέρι τρώμε στην μεγάλη κόρη μας.
Και ανάμεσα φκιάνει η βάβω τηγανήτες ή τρώμε μπανάνες που είναι μαλακές.
Και μπισκότες έχουμε και μεγάλο ψυγείο. Ένα μεράκι έχω μα δεν το λέω. Να πάω να πεθάνω στο χωριό μου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Χειμωνιάτικα Βράδυα

Παραμυθιά 1950
Θεέ μου, πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια.
Σαν είμασταν παιδιά, ο χρόνος κυλούσε αργά, δεν βιάζονταν, γιατί τότε ήταν το Καλοκαίρι της ζωής μας.
Και ύστερα Φθινόπωρο, και ύστερα Χειμώνας.
Εδώ, στο Χειμώνα, οι μέρες είναι μικρές δεν προλαβαίνεις να τις δεις και από το μούχρωμα της Αυγής, φτάνουμε στο μούχρωμα της Νύχτας.
Καλημέρα και καλό νύχτωμα σε λίγες ώρες.
Στις ώρες της νύχτας, που ήταν πολλές στα σπίτια μας, χωρίς φωτισμό τις πιο πολλές φορές, μόνο με ένα λαδοκάντηλο και τις φλόγες του τζακιού να πυρώνουν τα πρόσωπα και να κάνουν τα μάτια, πότε να κλαίνε από τον καπνό και πότε να λάμπουν από τις φλόγες της φωτιάς, και πότε από τα κρυφά μας όνειρα.
Γύρω από την φωτιά σε μεγάλα στρώματα από άχερα ή ξασμένα φύλλα από τζάφκες καλαμποκιού ή πάνω σε μεγάλα μάλλινα υφαντά μαξηλάρια, όλοι γίνονταν μια οικογένεια.
Ο παππούς έδινε το σύνθημα της βραδυάς.
Η γιαγιά στο νεύμα του, τον ρώταγε τι να βάλει στην φωτιά, για να περάσουν το βράδυ.
Τραχανά, τσάι ή κοκκόσιες [ πρίτσες,πρατσαλίγγες κλπ- ποπ κορν το λένε τώρα] και όλοι έλεγαν, ότι θες εσύ κυρά.Οι πιο πολλοί χαίρονταν την παρέα και δεν μίλαγαν. Στη φωτιά έμπαινε ότι ήταν πιο εύκολο για εκείνη, αυτήν την ώρα. γιατί όλες οι ώρες δεν ήταν ίδιες….
Οι πρώτες κουβέντες ήταν για το πως πέρασαν την ημέρα. Τις δουλειές τους, γιατί μπορεί ο Χειμώνας να μη έχει πολλές δουλειές έχει όμως δύσκολες δουλειές. Τα ζώα στην βοσκή αν πέφτει τσάφνη δεν βρήσκουν χόρτα να φαν. Αν βρέχει που να τα πας…
Ακόμη πολλές φορές τελείωναν τα τσάκνα[ προσανάματα ή για το κάψιμο του φούρνου ] και άντε να πας για πουρνάρια μέσα στο κρύο… Εδώ όμως η ζωή είχε κανόνες και δεν μπορούσες να αλλάξεις ούτε ένα και.
Ο παππούς μας είχε την φροντίδα του περβολιού και το μαγαζί.
Ένα βράδυ ο παππούς μας, έφερε μέσα στο χειμωνιάτικο, την κατσίκα μας, την Μαρίκα.
Άσπρη μεγαλώσωμη μαλτέζα, ήσυχη που εμείς την κάναμε και άλογο.
Έστρωσε η γιαγιά ένα μεγάλο τσουβάλι σε μια γωνιά στο χειμωνιάτικο και της έβαλε να ξαπλώσει..
Η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη θα μας έκανε κατσικάκια.
Της έβαλε η γιαγιά και λίγο καλαμπόκι και έβαλε να βράσει τον τραχανά.
Παππού, άντε τελειώνετε οι μεγάλοι, θέλουμε παραμύθι.
Τα παραμύθια θα τα πούμε σε λίγο, είπε ο παππούς μας.
-Λένη νομίζω πως σε λίγο τα παιδιά πρέπει να πάνε μέσα, είπε ο παππούς, έχετε και κει το τζάκι έτοιμο;
-Έτοιμο είναι είπε η Γιωργίτσα και γω μέσα θα πάω δεν μπορώ να βλέπω.
Με έπιασε η περιέργεια και παρακάλεσα τον παππού να μείνω να βλέπω.
Άλλαξε μια ματιά με τη γιαγιά και είπε να βλέπεις; Ας μείνει.
Δεν πέρασε παρά λίγη ώρα και η Μαρίκα έβγαλε μια δυνατή φωνή, μπεεεεε και σηκώθηκε όρθια.
Η γιαγιά πήγε κοντά της και την χά’υ’δευε.
Πριν περάσου λίγα λεπτά, ένα άσχημο σακκουλάκι βγήκε από την Μαρίκα που η γιαγιά μου κάτι του έκοψε. Έκλεισα τα μάτια δεν ήθελα να βλέπω.
Πήγαινε μέσα, μου είπε ο παππούς και έφυγα ευχαρίστως.Δεν ήθελα πια να βλέπω.
Σε λίγη ώρα, μας φώναξαν να πάμε όλοι μαζί να δούμε και να φάμε τραχανά και τηγανήτες.
Η Μαρίκα μας κουρασμένη έγλυφε τα τέσσερα υπέροχα κατσικάκια. Άσπρα σαν τη μάνα τους.
Πότε ήταν όρθια και έσπρωχνε πότε το ένα και πότε το άλλο να φάνε και πότε ξάπλωνε έτσι που τα μωρά της να μπορούν να πίνουν γάλα….
Βλέπετε μας λέει ο παππούς. Τα ανθρωπάκια όταν γεννιούνται θέλουν μήνες να σηκωθουν να περπατήσουν να μιλήσουν.
Τα κατσικάκια όπως αμέσως όρθια.
-Και δεν πάνε και σχολείο είπε ο Δημήτρης, που τότε πήγαινε στο νηπειαγωγείο..
-Δημήτρη μου όλες οι κατσικούλες είναι δασκάλες.
Και γω ήθελα να πω όχι δεν είναι, αφού δεν πάνε σχολείο, όμως ο παππούς ήξερε, και κάποτε θα μας τα μάθαινε και μας. Πριν γίνει αξιωματικός ήταν δάσκαλος.
Βέβαια υπάρχουν και πολλά άλλα ζωάκια συνέχισε ο παππούς που γεννιούνται αδύναμα. Να τα χελιδονάκια και όλα τα πουλιά θέλουν χρόνο να βγάλουν φτερά και να δυναμώσουν τα φτερά τους, για να μπορούν να πετάξουν. Ακόμη σε μακρυνές χώρες υπάρχουν ζώα με μάρσυπο. Αυτό είναι ένα σακκούλι στην κοιλιά τους, που βάζουν τα αδύναμα μωρά τους μέχρι να μεγαλώσουν και να βγουν στην ζώη.
Θυμάται κάποιο πως τα λένε;
Καγκουρώ με πρόλαβε ο Φάνης και γω, ήμουν χαρούμενη γιατί ήμουν η δασκάλα του. Ήταν δεν ήταν τότε τριών χρονών.
Έτσι, εκείνο τον Χειμώνα, είδαμε το θαύμα της ζωής.
Βέβαια η εκπαίδευση δεν τελείωσε. Όταν κάποτε ήρθαμε στην Αθήνα, ο πατέρας μας, μας πήγε στο Εθνικό Μουσείο και κει είδαμε τον τοκετό στην αρχαία εποχή. Τα μικρά πύλινα αγαλματάκια που ήταν με τάξη ταχτποποιημένα πάνω σε ένα ράφι,έδειχναν την έγκυο,το μωρό, τον γιατρό την μαία και τα όργανα των δύσκολων τοκετών όπως κουτάλες…..
Έτσι περνούσαν τα χρόνια των παιδικών μας χρόνων.
Και πότε τα βράδυα περνούσαν με παραμύθια και ιστορίες, και κάποτε με απρόοπτα όπως ο τοκετός της Μαρίκας μας.
Την άλλη μέρα η γιαγιά έκανε πίτα με το πρωτόγαλο που το λένε γκουλιάστρα και δεν ξέρω γιατί το λένε έτσι. Εγώ δεν έφαγα γιατί μου μύριζε οι άλλοι την έτρωγαν ευχαρίστως. Η Γιωργίτσα ούτε να τη δει. Ήταν η καλομαθημένη μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Μια μέρα σαν και σήμερα

Παραμυθιά 1951-1952
Είναι πάνω από εξήντα πάντε χρόνια, μπορεί και περισσότερα.
Ίσως θα έπρεπε να σας πω μια φορά κι έναν καιρό αφού είναι τόσο μακρυνά τα χρόνια εκείνα.
Όμως, στην μνήμη μου και στο μυαλό μου, στην καρδιά μου, είναι σαν χτες.
Εσύ νέα /ε μου, μην γελάς, περνάει τόσο γρήγορα ο καιρός.
Σήμερα…
Στην εξώπορτα του σπιτιού μας ήταν πολλά σπουργήτια, περιστέρια και δυο αδελφάκια.
Ήταν δεν ήταν εννιά και επτά ετών
-Γιαγιά να τα πούμε;
-Να τα πείτε κουκλάκια μου, να τα πείτε.
Και τα είπανε, και τα είπανε όλα, και τα είπανε όμορφα, χτυπώντας τα τριγωνά τους, ενώ τα κεφαλάκια τους τα στόλιζε ένα χρυσό άστρο, το άστρο ίσως της Βηθλεέμ.Δεν είχα δει άλλα παιδάκια ,με αυτό το στολίδι, μου άρεσε.
-Χρόνια πολλά γιαγιά.
-Χρόνια πολλά καλή πρόοδο,και του χρόνου παιδάκια μου.
Είκοσι μέτρα πιο κει, στον κορμό της ελιάς τα περίμενε η μαμά τους.
-Να σας ζήσουν.
-Ευχαριστώ πολύ.
Προχώρησαν να τα πουν και αλλού.
Εγώ στο παραθύρι μου μπροστά,, θυμάμαι μα δεν κλαίω. Όλα όσα θυμάμαι έχουν μια γλύκα, μια ομορφιά.
Σαν σήμερα, πριν πολλά χρόνια, θα πέρναγε ο παπάς από το σπίτι μας, με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του, μπας και φρονιμέψουμε όπως έλεγε η μάνα μας.
Στο τζάκι πάνω στην πυρουστιά δεν είχε κατσαρόλα με φαγητό…
Μπροστά ο παπάς, με τον πανέμορφο Σταυρό, που πάνω του είχε τον Χριστούλη μας και γύρω γύρω κόκκινες πετρούλες και αγγέλους. Πίσω ένα παιδάκι με το κατσαρολάκι που μέσα είχε τον αγιασμό.
Δίπλα στο παιδάκι ο ψάλτης.
Και ανέβαινε τις σκάλες ο παπάς ραντίζοντας και λέγοντας Εν Ιορδάνη και κάτι άλλο που δεν θυμάμαι.
Χαρά οι γυναίκες που εκτός από το σπίτι τον πήγαιναν στον κήπο και στα ζωντανά.
Όλα έπρεπε να αγιασθούν.
Τα θυμιατά ήταν γεμάτα λιβάνι που έκαιγε και μοσκοβολαγε το σπίτι.
Το καντήλι έκαιγε τρεμοπαίζοντας η φλόγα του καθώς άνοιγαν και έκλειναν οι πόρτες…
Εκεί στέκουνταν πιο πολύ ο παπάς μας….
Και κράταγαν κέρματα οι κυράδες για όλους. Για την εκκλησιά στο κατσαρολάκι. Στον παπά καθώς του ασπάζονταν το χέρι. Στον ψάλτη καθώς του εύχονταν και το χρόνου και στο παιδί καθώς του έλεγαν καλή πρόοδο.
Κάποια παιδιά και τα αδέλφια μου, έλεγαν τα κάλαντα.
Σήμερα η γιαγιά, έβαζε στο τραπέζι ελιές, ψωμί, λουκούμι, ένα για τον κάθε έναν και σε ένα πιάτο, αλάτι με ρίγανη ψιλοτριμμένη. Βούταγαν το ψωμί στο αλάτι και τη ρίγανη και το έτρωγαν
Από κει μπορεί να βγήκε αυτό που λένε φάγαμε ψωμί κι αλάτι.
Για τη ρίγανη δεν λένε μα τι να σας πω….
Σήμερα δεν τρώνε λάδι.Μια μέρα είναι τι θα πάθουμε;;;
Λέγαμε εμείς,,, παιδιά,,, γιατί τρώμε ελιές, λάδι δεν έχουν… αλλά δεν είχε μπακλαβά ούτε χαλβά σπιτικό.
Σήμερα ξεροφαγία.
Αύριο που θα γιορτάζαμε τον Φάνη μας θα τρώγαμε και για το χθες…
Δίπλα στο τζάκι, η μάνα μας σε όλες τις νηστείες είχε σύκα ξερά, που τα τρώγαμε με ψωμί και μπασμάδες.
Σε μια σπόρτα πάντα είχε καρύδια τσίγαλα και λευτόκαρα.
Αυτές τις μέρες όμως είχαμε και πολλά κάστανα που τα έστελνε η μάνα της μάνας μας, από το χωριό.
Ένα τσουβάλι έστελνε και η μάνα μας τα άπλωνε σε ένα σάισμα για να μην μουχλιάσουν να ξεραθούν.
Πολλές φορές από την βιασύνη μας τα τρώγαμε άψητα ή άβραστα.
Ήταν πολύ γλυκά…
Έχετε μαζέψει κάστανα, πα, πα, πως τσιμπάει το περικάρπιο….
Εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι πως η μάνα της μάνας μου αυτόν τον καιρό, έπινε μόνο νερό και κάπου κάπου έναν καφέ.
Η μάνα μου, της έλεγε πως αυτό δεν την στέλνει στον παράδεισο.
Η γιαγιά την κοίταγε άγρια.
Και η μάνα μου γέλαγε,, έλα μανούλα μου,, σε πειράζω.
Τις μάνες δεν τις πειράζουν..
Αν δεν ήταν μπροστά τα παιδιά θα σου τις έβρεχα….
Έλα γιαγιά,,μαλωσέ την, που δεν την ,μαλώνει κανένας……
Αλλά εκεί η κουβέντα σταμάταγε.
Στο σπίτι της γιαγιάς της Γεωργίας όταν ήμουν μια φορά έβαλε τον παπά να πάει στα αχούρια και στα παχνιά των ζώων ακόμα και στην αποθήκη που είχαν τα αλέτρια, τα κουδούνια και τα καπίστρια των αλόγων.
Παπά μου, άγιασέ τα καλά, μην τα πιάσει στρέκλος… μη με ρωτήσετε τι είναι δεν ξέρω…
Ήρθαμε στην Αθήνα το 1958.
Από τα έθιμα του χωριού λίγα, πολύ λίγα,τα συναντήσαμε και στην Αθήνα. Ένα από αυτά ήταν ο αγιασμός των σπιτιών του Σταυρού όπως το λέμε στο χωριό μας. Προεόρτια των Θεοφανίων το έλεγαν οι γραμματισμένοι.
Έτσι αυτό συνέχιζε για πολλά χρόνια μέχρι που πολλοί μετανάστες ήρθαν στον τόπο μας.
Και τότε απαγόρεψαν στους ιερείς να πηγαίνουν να αγιάζουν τα σπίτια.
Τώρα εγώ με τα παιδιά με το θυμιατό αγιάζουμε το σπίτι μας, με τον Αγιασμό που παίρνουμε από την εκκλησία.Και όλοι μαζί ψέλνουμε το Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου Σου Κύριε….
Αύριο τα έθιμά είναι του Αγιασμού των υδάτων και των Θεοφανείων.
Εμείς την ημέρα αυτή την λέγαμε των Φώτων.
Είναι η μοναδική ημέρα που έχουμε την Παρουσία του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Μια εικόνα με τον Πατέρα γέρο, Τον Χριστό και το Αγιο Πνευμα ως περιστέρι είναι καθολική και είναι αυτό που μας χωρίζει από τους καθολικούς το //Φιλιόκβε //δογματικά λάθος.

Τότε γιόρταζει ο αδελφός μας ο Φάνης. Η γιορτή τότε ήταν λαμπρή, γιατί η μάνα μας ήξερε να κάνει ακόμη και τις καθημερινές γιορτές.Λαμπρή είναι όμως και τώρα, αφού η νύφη μοιάζει της πεθεράς…και την ξεπέρασε….
Αδελφούλη ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ καλά και δημιουργικά…
Και την άλλη μέρα, ήμέρα που γιορτάζουμε τον Αηγιάννη τον Πρόδρομο,, τα παιδιά και τότε και τώρα, στο σχολείο.
Χρόνια πολλά στους Γιάννιδες, στις Γιαννούλες και στον δικό μου το Γιάννη.
Ήθη, έθιμα, κάλαντα των Θεοφανείων, θα βρήτε στον Χείμαρρό μας στα προηγούμενα χρόνια.
Ακόμη θα βρήτε και έθιμα των ημερών από το βιβλίο του +Βασίλη Π Παυλίδη” Προλήψεις Δεισιδαιμονίες,,,Μάγια και Ξόρκια”’
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Πρωτοχρονιά 1948

Είχαμε ένα χρόνια που είχαμε μαζευτεί στο σπίτι μας.
Ο πόλεμος και ο εμφύλιος ήταν που μας είχε σφραγίσει. Έδειχναν όλα πως τελείωνε μα ακόμη στα βουνά κρατούσαν. Χιλιάδες παιδιά σκοτώθηκαν για μια ιδέα για ιδανικά για ότι… Εμείς τα παιδιά, δεν νοιώθαμε παρά μόνο πως τώρα θα μένουμε κοντά στους παππούδες μας. Το σπίτι του παππού μας ήταν μεγάλο όμως υπήρχαν σπίτια κενά και συγγενείς μας είπαν να πάμε να μένουμε δίπλα δίπλα.
Πήγαμε. Έτσι σε κείνο το σπίτι τώρα που είμαι μεγάλη και το σκέφτομαι είμασταν ένα μικρό χωριό.
Οι οικογένειες ήταν επτά η οκτώ. Όμως όλες είχαν πολλά άτομα.
Η μάνα μου είχε μανία να κάνει πολλά γλυκά.
Πάντα όταν είχε κάποια στεναχώρια, έκανε πως γέλαγε και κλείνουνταν στην κουζίνα κάνοντας ψωμιά, γλυκά, πίτες.
Πάνω στο μεγάλο ξύλονο τραπέζι άπλωνε λαδόκολλες και ακουμπούσε τα καλάθια με τα γλυκά.
Καλάθια μεγάλα γέμιζε με κουραμπιέδες δίπλες σαλιάργια. Έκανε και κάτι κουλούρες για τα ζώα του πατέρα της που ήταν ζωέμπορος μα και τσέλιγκας.
Έκανε η μάνα μας αυτές τις κουλούρες για τα κοπάδια του παππού μας. Για το μάτι και την κακογλωσιά.
Πάνω κένταγε πολλά στολίδια που όλα είχαν το δικό τους σκοπό.
Κάθε που έβαζε αλεύρι στην ξύλινη σκάφη το σταύρωμε. Το ίδιο έκανε σε όλα.
Ετοίμαζε η μάνα μας και καλάθια με τρόφιμα. Μια κότα λίγο αλεύρι για φύλλα, μια ζάχαρη.
Αυτά για να μας τα δίνει ο Θεός διπλά. Δηλαδή μαμά αν δεν μας τα έδινε ο Θεός διπλά δεν θα τα δίναμε.
Τράβα στην γιαγιά να μου φέρεις…. ήταν ένα τρόπος να με διώξει.
Άντε να μάθεις στα παιδιά αυτό που λέτε στον παππού σας. Να τους μάθεις τα κάλαντα.
Ο πατέρας δεν ήταν στο σπίτι έρχονταν και έφευγε. Μα δεν ήταν και σε χωριό.. δεν ξέρω που ήταν.
Και πηγαίναμε στη γιαγιά μας. Ήμουν εγώ τότε έξη χρονών ο Δημήτρης τρία και ο Φάνης ένα.
Τα έβαζα στο μεγάλο κρεββάτι και τους έδειχνα τις εικόνες από το βιβλίο.
Ο Φάνης μας τότε μας είχε αρρωστήσει και το έπαιρνα αγκαλιά να το ανεβάσω ή να το κατεβάσω στην κουζίνα μας.
Πως δεν το σκότωσα τι να σας πω; και πως η μάνα μας δεν άρπαζε το παιδί από τα χέρια μου πάλι τι να σας πω.
Εκεί γινόμουνα η δασκάλα τους. Ότι ήξερα τους το μάθαινα.
Άνοιγα το βιβλίο με τα ωραία χρωματιστά φύλλα με τις ωραίες εικόνες και διάβαζα ότι έλεγε.
Πολλές φορές έκανα δικές μου ιστορίες με τη γιαγιά και τον παππού μας.
Αυτά που μαθαινα στο ΄΄σχολείο,΄΄ νηπειοτροφείο,το έλεγα και ο Δημήτρης δεν ήθελε. Ήθελε να παίξει με τον Γιώργο τον ξαδερφό μας που ήταν ίσια και κείνος τρία χρονών. Στη γωνιά μας κόκκινο το αναμμένο τζάκι. Τούφες χιόνι πέφτουνε στο παραθυράκι. Έλα συ που αρχάγγελοι σε ανυμνούν απόψε. Πάρε από την πίτα μας που ευωδιά και κόψε.
Και καθόμασταν φρόνιμα αφού στις γιορτές όταν κάθονται καλά τα παιδάκια ο Χριστούλης θα τους φέρει δωράκια.
Δεν ξέρω γιατί μα εκείνη τη χρονιά δεν είχαμ κέφι για τραγούδι.
Τι δώρα μας έφερε δεν θυμάμαι. Όπως δεν θυμάμαι αν ήταν ο πατέρας μας….
Πηγαίναμε μεις πολλές φορές στην διπλανή κυρα Σούλα που μας τραγουδούσε και μας έλεγε να κάτσουμε φρόνιμα.
Και καθόμασταν.
Στον αέρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Ακόμη δεν ξέρω το γιατί.
Όμως δεν θυμάμαι τα κορίτσια τις θείες μου να είναι μαζί μας.
Μαζί μας ήταν μόνο ο παππούς και η γιαγιά. Ο πατέρας που και που έρχονταν
Ήρθε το βράδυ της Πρωτοχονιάς, μα έφυγε ίσα που μας φίλησε. Η γιαγιά μας έφερε πίτες,έφερε και την κολοκυθόπιτα, που μέσα είχε ένα κέρμα.
Παίξαμε μονά-ζυγά, τι παίξαμε, απλά προσπαθούσαν να μας κάνουν χαρούμενα.
Φάγαμε πίτα από της γιαγιάς κρεατόπιτα, και κοτόπουλο σούπα να φάει το μωρό και ο παππούς μας.
Στον παππού μας άρεσε πολύ η σούπα και ο τραχανάς.
Κάναμε το σταυρό μας πριν αρχίσουμε το φαγητό και ο παππούς είπε να μην ξανάρθουν τέτοια χρόνια.
Το φλουρί δεν ξέρω που έπεσε. Αν δεν έπεφτε σε μένα θύμωνα αλλά δεν το έδειχνα έτσι νόμιζα…
Ήταν αυτή μια από τις τρεις Πρωτοχρονιές της ζωής μας που δεν κάναμε πρωτοχρονιά με γάλια τραγούδια και χαρές.
Που στο σπίτι μας δεν είχαμε ούτε έναν ξένο κάτι που σαν οικογένεια κάνουμε χρόνια. Πάντα δυο τρεις φίλοι είναι μαζί μας. .
Η γιαγιά σκούπιζε τα μάτια της και έλεγε πολύς καπνός σήμερα.. με τσούζουν τα μάτια.
Άντε μάνα μου να μας πείτε τα τραγουδάκια σας.
Και τα είπαμε.
Ταραταταμ ταρατατάμ με την τρομπέτα.
Και μας ξεκούφαναν τα αυτιά, βουλωσατέ τα.
Παντού χαρά να φιληθούμε εχθροί και φίλοι,
και θα σας πω τραγουδηστά τον Αη Βσίλη.
Απόψε γλέντια μας και δώρα και λαούτα.
Και το τραπέζι θα στρωθεί μ΄όλα τα φρούτα.
και ο παππούς τη βασιλόπιτα θα κόψει
και σ΄όποιον τύχει το φλουράκι θα προκόψει.
και σ΄όποιο τύχει το φλουράκι θα προκόψει..

Δεν ξέρω αν ήταν ακόμη το πένθος από τον θείο τον Μήτσιο και τον θείο μας Φώτο. Ξέρω ότι ήταν μια μαύρη Πρωτοχρονιά. Δεν μπορώ να ξέρω αν ήταν κάτι άλλο.
Άλλη μια τέτοια Πρωτοχρονιά ήταν του 1975. Ήταν πάλι μια μαύρη Πρωτοχρονιά αφού και τότε έλειπε από τη ζωή και το τραπέζι μας,ο αδελφός μας ο Χρήστος 20 χρονών παλληκάρι.
Ακόμη μια τέτοια πρωτοχρονιά ήταν και όταν το 2011 έλειπε από το τραπέζι ο Χρήστος μου.
Πολλοί άνθρωποι έλειψαν και λείπουν από τις γιορτές πολλές πρωτοχρονιές.
Ο Θεός τα κανονίζει όλα.
Τώρα οι πολλοί είναι μαζί στον Παράδεισο.
Θεέ μου γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά τούτες τις ημέρες…
Δεν ξέρω. Ένα ξέρω, πως η ζωή έχει πολλά που σε πληγώνουν και πολλά που σε κάνουν να χαίρεσαι.
Ας τα ζούμε με αγάπη, ας μην πικραίνουμε κανέναν δικό μας η ξένον. Ας δώσουμε στον εαυτό μας τη δυνατότητα να λέει, είμαι έστω και για λίγο καλός άνθρωπος.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Τρεις γενιές παιδιά

Τούτη την ιστορία ήθελα να μην την γράψω.
Όμως σκέφτηκα πως οι άλήθειες δεν πείραξαν κανέναν.
Σήμερα στον καιρό της κρίσης πρέπει να πάρουμε μαθήματα επιβίωσης.
Ήταν πριν τον πόλεμο κάπου στα 1929. Εκείνη χήρα με δυο παιδιά. Αυτός χήρος με δυο παιδιά.
Μόλις δέκα έξη χρόνια είχε ο τόπος ελεύθερος.
Πείνα και δυστυχία. Το ψωμί ίσια που έφτανε. Η κοσάδα έπαιρνε όσο ήθελε παλιά. Τώρα ήταν Ελληνικό.
Μα κι αν ήρθε το Ελληνικό δεν γλύτωσαν από τις κλεψιές και τον φόβο. Πολλές ομάδες ληστών. Αυτές έκαναν γιουρούσι ως και στα κοτέτσια.
Ήθελε πολύ να φύγει, όπως πριν από το θάνατο της πρώτης του γυναίκας. Δεν τον κράταγε ο τόπος, όμως που να αφήσει τα παιδιά του.
Το σπίτι του, ήταν στην άκρη της πόλης. Είχε και κάποια χωράφια, μα δεν ήταν γεννημένος για τούτα.
Να τα πάρει κοντά; ήταν μικρά.Αν τα έπαιρνε μπελάδες στο κεφάλι του θα είχε. Μέσα στην φτώχεια και την ανημπόρια που να τα αφήσει;
Του είπαν να παντρευτεί.Δεν το σκέφτηκε πολύ, καλή ιδέα.
Ποια να τον έπαιρνε,κι ας ήταν και λεβέντης. Όλες ήξεραν πως θα έφευγε και δεν θα νοιάζουνταν για την οικογένεια που θα άφηνε πίσω τα παιδιά και φούρνος να μην καπνίσει.Αφού έτσι έκανε και με την πρώτη.
Έτσι την είδε σα σανίδα σωτηρίας. Δυνατή ήταν , μέσα στα δικά της παιδιά θα κοίταγε και τα δικά του.
Να παντρευτούμε του είπε μα θα κάτσεις μέχρι να κάνουμε παιδί. Γιατί αν φύγεις, τα σόγια σου θα με αμπώχνουν.
Ας κάτσω είπε μέσα του ένα δυο χρόνια, μετά όπου φύγει φύγει. Και έκατσε δυο χρόνια.
Έκαναν ένα παιδιά και έφυγε για τα ξένα.Μα εκείνη ματαέμεινε έγκυος. Έκανε και ένα αγόρι. Αυτός εφυγε και μήτε γράμμα έγραψε, μήτε γραφή. Ούτε μια καραμέλα για τα παιδιά που ήταν έξη δεν έστελνε… Δυο δικά της, δυο δικά του και δυο δικά τους.Είχε έδίωξει τις κουκουβάγιες από το σπίτι. Το έκανε σπίτι.
Ήθελε να κάνει καταντιό, και έκανε.
Κουράσθηκε, τι καταντιό να κάνεις σε ένα ρημαδιό που κάθε βράδυ φώναζαν οι κουκουβάγες.
Τα παιδιά του ήταν μεγάλα. Τα έστειλε στο σκολειό.
Τα απογεύματα τα έστρωνε στην δουλειά. Πότιζαν τα κηπάρια, βόσκαγαν την κατσίκα και πότε την άκουγαν πότε όχι.
Δεν ήταν η μάνα τους.
Τα δικά της την βάραγαν και δεν έκαναν τίποτε. Να έρθει ο άνδρας σου να δουλέψει της έλεγαν.
Τα δυο, τα μικρά ήταν στη σαρμανίτσα. Το μικρό ήταν για φευγιά της το έλεγαν οι δικές της βάβες.
Τι να κάνει ας πάρει κι ο Θεός.Μα δεν πήρε και μεγάλωσε.
Χάλεψε από έναν ξάδερφο τις βέργες, από αμπέλι και τις φύτεψε. Έπιασαν
Ήθελαν πότισμα το Καλοκαίρι. Το μικρότερο του άνδρα της της ζήτησε ένα φιλτνισένιο κουμπί και θα πότιζε το αμπέλι.
Παρακάλεσε και της έδωσε ο δάσκαλος ένα κουμπί φιλντισένιο και λιγο ζάχαρη για τα παιδιά,,,.
Και πότιζε, σέρνοντας τα πόδια του από την κούραση, κι από τη ζέστη.
Σε δυο χρόνια έφαγε σταφύλλια και ακόμα φύτεψε και μοναχός του και άλλες βέργες και μεγάλωσε το αμπέλι.
Ήρθε το 1940. Αυτή, έρημη ήταν με έξη παιδιά.. Από αυτά δεν γνώριζε. Ρώτησε το δάσκαλο τι να κάνει;
Ότι είναι να γίνει θα γίνει για όλους. Εσύ τα παιδιά σου. Τα μικρά τα βλέπω αδύνατα….
Να τους δίνεις αυγό και γάλα.
Δεν αφήνουν αυγά τα μεγάλα, τα παίρνουν και στα μαγαζιά…
Σε λίγα χρόνια ο μεγάλος έφυγε στην Αντίσταση
Αυτός ούτε κρίση ούτε λαλιά μήτε ένα γράμμα. Αλήθεια πού και πώς ζούσε;
Τα μικρά είχαν μεγαλώσει, πήγαιναν στο σχολείο.
Τα χωράφια έδιναν το ψωμί και λίγα φασόλια και πατάτες της χρονιάς.
Τις μέτραγε μια πατάτα ο ένας. Μια φέτα ψωμί ο ένας ζυγισμένη.
Το κρασί το πούλαγε, έκανε και ξύδι.Το τσίπουρο που έδινε στο μπακάλι, το άλλαζε με λάδι μια οκά τσίποουρο με μια οκά λάδι.
Γερμανοί, ιταλοί, τσάμηδες, όλο και περνούσαν στους δρόμους. Βαραγαν τις αρβύλες τους και κράταγαν τα όπλα τους.
Έκλειναν τα παραθύρια αν δεν έφευγαν σιακάτ χωρίς να κάνουν θόρυβο.
Δεν μιλούσαν κρύβονταν γιατί ο μεγάλος ήταν στην αντίσταση.
Έφυγε και ο μικρός του άντρας της…. Έμειναν τα δυο τα δικά της, και τα δικά τους.
Έκρυβε τις λίγες δραχμές κάπου στο χωράφι.
Μια γούρνα στην μεγάλη αχλαδιά και μέσα ένα κουτί μικρό ντενεκεδένιο.
Εκεί στα 1943 ο αφέντης ήρθε. Ο αφέντης… Ο άγνωστος, κύριος…
Η πείνα τον έριξε σε μεγάλη ανάγκη.Δεν έβρησκε στην Αθληνα μήτε να φάει.
Γύρισε με μια βαλίτσα ρούχα. Κουστούμια άσπρο , μαύρο, ριγέ. Πουκάμησα πέντε, και ρολόι μεγάλο της τσέπης και του χεριού.
-Λεφτά έφερες τον ρώτησε;
-Όχι.
-Πως θα ζήσεις;.
-Θα πάρω πέντε πρόββατα και θα τα βοσκάω.
Τον μούτζωσε τον τελεφούντα. Μωρέ για να ζήσεις θα πας και στα χωράφια και όπου χρειάζεται.
Πήγε στην αδελφή του. Θέλω πέντε αρνιά θηλυκά της είπε. Του διάλλεξε και του είπε μου τα πλερώνεις όταν μπορείς.
Κάπου στα χωράφια έκανε μια καλύβα. Ανέβαινε στο σπίτι της αδελφής του να φάει.
Αυτή του έκανε έναν ρεβυθοκαφέ και τον έστελνα να πάει να της φέρει φρέσκο νερό.
Στην καλύβα δίπλα από την εκκλησιά του άφηνε φα’ι’.
Πέρασαν τα δύσκολα
Οι εχθροί έφυγαν. Πήγε και έβγαλε τη σύνταξη του. Για κείνον όλα καλά. Έδινε στα παιδιά καραμέλες και τίποτε άλλο.
Τον πίεσε η αδερφή του, μα τίποτε. Ήταν σαν να μη ήταν δικά του, αυτά τα μικρά.
Ο γυιος του από την αντίσταση πέρασε στην χωροφυλακή.
Μια μέρα, τους έφεραν τα μαντάτα. Σκοτώθηκε στα Γρεβενά.
Και μια μέρα έφυγε και κείνος από τη ζωή.
Η κόρη του και ο γυιος του ο μικρός τον έκλαψαν.
Αυτή είπε. Γιατί τον κλαίτε. Που είδατε το καλό του;
Δεν της απάντησαν. Γνώριζαν πως είχε δίκιο. Μα ήταν ο πατέρας τους.
Πήρε τη συνταξή του αυτή, και έζησε τριάντα πέντε χρόνια ακόμα.
Σαν πέρναγαν τα χρόνια και ζούσε καλά, σκέφτηκε πως έπρεπε να του ανάβει και κανένα κερί….
Έφτασε κοντά στα 100. Πέρασε πολλά. Όμως η ζωή έχει τα δικά της. Κάποια μέρα θυμήθηκε τα χρήματα στην μεγάλη αχλαδιά.
Πήρε με προσοχή το κουτί αφού το ξέθαψε. Το πήγε στο σπίτι και ρώτησε το γυιο της τον μικρό που ήταν υπάλληλος στα δασικά ΄έργα.
Πόσα λεφτά έχω παιδί μου; Να τα πάω στο ταχυδρομείο.
Εκείνος γέλασε. Δεν έχουν καμιά αξία μάνα.
Πως δεν έχουν δεν είναι λεφτά;
Είναι κατοχικά δεν έχουν αξία. Θυμωμένη τα πήγε στο ρέμμα και τα πέταξε. Δεν τα είχε ανάγκη ας πάνε στο καλό.
Κάποια μικρά έτρεξαν να τα μαζέψουν να παίξουν.
Βάβω έχεις κι άλλα να μας δώσεις.
Τα πέταξα καμάρια μου. Δεν έχω άλλα.
Και μπήκε στο σπίτι γελώντας.
Ωρέ ούτε για τα παιδιά δεν ήταν αυτά.
Όταν της έδινε τη σύνταξη ο ταχυδρόμος του έδινε πέντε δραχμές και τον κέρναγε μπισκότες σφραγισμέες για τα παιδιά του.
Έτσι ήταν η ζωή, μια χορτάτοι μια νηστικοί. Μα ακόμη και νηστικοί κάτι θα μασούλαγαν έστω μια κορφή από γλυκάδια μια κληματσίδα.
Μα έβλεπαν τον ήλιο και έλεγαν.Δόξα Σοι, ο Θεός. Νύχτωνε κι έλεγαν καλό ξημέρωμα.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Παραμυθιά 1954 Τα πολυβραβευμένα κρασιά του Βα’ι’μάκη

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Ο νους μου, χωρίς τάξη πετά πότε στο ένα, πότε στο άλλο
Μέσα στο Νοέμβρη που φεύγει θυμήθηκα έναν περίπατο με τον πατέρα μου στο οινοποιειο του φίλου κυριού Βα’ι’μάκη.
Κάθε μέρα πήγαινα στο φούρνο για ψωμί και πολλές φορές το φαγητό για ψήσιμο. Εκεί έπαιρνα και το κομμάτι πλαστάρι για να φάω στο σχολείο, με λίγες ελιές πράσινες με μάραθο.
Ήταν δυο πολύ ευγενικά αδέλφια και εντύπωση μου έκανε που μου μιλούσαν σαν να ήμουν μεγάλη.
Μια Κυριακή ο πατέρας μου είπε. Σήμερα θα κάνουμε μια εκδρομή στο χρόνο.
Ας μην μιλήσω, είπα, αλλά μέσα μου έκανα ένα Ωχ
Όταν ο πατέρας έλεγε εκδρομή στο χρόνο, συνήθως εννοούσε θα μάθουμε κάποιο κεφάλαιο ιστορίας ή μυθολογίας.
Και όλα καλά μα να θυμούμαστε και τις χρονολογίες πάει πολύ.
Καθόμουνα φρόνιμη- φρόνιμη μπας και ξεχάσει το μάθημα.
Στις πέντε μου λέει.
-Έτοιμη για την εκδρομή στο χρόνο;
-Έτοιμη μπαμπά.
-Τα παπούτσια σου τη ζακέτα σου και πάμε.
Άκουσα με χαρά το νέο. Άρα θα πάμε εκδρομή.
Και πήγαμε στο φούρνο στο φούρνο του Βα’ι’μάκη. Απ΄έξω που μας περίμενε ο κύριος Βα’ι’μάκης.
Καλησπέρα σας, του είπαμε.
Στα χέρια του κρατούσε κατι κλειδιά τεράστια. Από αυτά που έκαναν οι σιδεράδες με την τρύπα στη μέση που όταν γύριζαν άκουγες κραακ κραακ.
Δεν θυμάμαι που ακριβώς πήγαμε. Εκεί ήταν ένας μεγάλος ψηλός χώρος που σε αγρίευε.
Σε όλο το χώρο υπήρχαν τεράστια καζάνια μεγάλα βαρέλια και νταμιζάνες. Έπαιρνε φως από ψηλά.Περισσότερα δεν θυμάμαι.
Μια τεράστια μηχανή με μια βίδα μεγάλη και χοντρή ήταν στο κέντρο του χώρου, που ήταν ψηλός και μεγάλος τεράστιος.. Γύρω της η βίδα, είχε ένα τεράστιο παξιμάδι που με ένα μοχλό κατέβαινε κατέβαινε κι έλλοιωνε τα σταφύλλια…..
Από κει άρχισε το μάθημα. Αυτή η βίδα καθώς κατεβαίνει πατάει τα σταφύλλια.Από αυτές τις κάνουλες τρέχει ο μούστος μέσα στα τεράστια καζάνια. Από εκεί θα πάει στα βαρέλια να βράσει και όταν γίνει κρασί θα μπει στα μπουκάλια.
Ωραία σκέφτηκα πολύ ωραία.
Το κρασί το γλυκό, που το λένε μαυροδάφνη είναι αυτό, που ο παπάς χρησιμοποιεί, στην Θεία Κοινωνία.
Ο κύριος Βα’ι’μάκης συνέχισε. Μετά το κρασί θα μπει να παλιώσει στα μπουκάλια.
Τα μπουκάλια έχουν τη φίρμα μας.
Κατέβασε δυο τρία διαφορετικά και μου έδειξς τα βραβεία τα πρώτα που είναν πάρει, όχι μόνο στην έκθεση της Θεσσαλονίκης αλλά και στην Ιταλία και την Γαλλία.Ξέρω ότι είχε πάρει πάρα πολλά βραβεία…
Λίγο πιο κάτω σε βαρέλια είχαν τα τσίπουρα. Αυτά σε λίγες μέρες θα τα έβραζαν σε ειδικό καζάνι για να βγάλουν ρακί.
Ήταν ένα μεγάλο κόκκινο καζάνι με ένα περίεργο καπάκι με σωλήνα.
Αυτό πατέρα τον πρόλαβα λειρτουργεί όπως η ατμομηχανή μόνο που εμείς θέλουμε το τσίοουρο και όχι τη δύναμη του ατμού.
Αντέ, είπα μέσα μου. Στο δρόμο, θα πάρω ένα μπράβο και μια πάστα στο Γούσια. Ο κύριος Βα’ι’μάκης συνέχισε.
Το κρασί έχει 13-14 βαθμούς οινόπνευμα, το τσίπουρο 20-24.
Δάσκαλε, θα σου δώσω δυο μπουκάλια καλό κρασί για το γάμο της Αλεξάνδρας και γέλασαν, ενώ εγώ έγινα κόκκινη σαν μπατζάρι.
Πριν φύγουμε είδα εκτός από τα τεράστια βαρέλια και την μηχανή του τσίπουρου, κάτι περίεργα γυάλινα δοχεία. κάτι μετρητές κάτι πλάστιγγες και μικρές ζυγαριές σαν του φούρνου.
Όταν βράζει ο μούστος Αλεξάνδρα,είπε καθώς κλείδωνε την πόρτα ο κύριος Βα’ι’μάκης, δεν μένουμε μέσα στο εργαστήριο. Δεν έχει οξυγόνο. Άρα πεθαίνουμε
Γιατί, χωρίς οξυγόνο δεν υπάρχει ζωή.
Σαν ευχαριστήσαμε τον κύριο Βα’ι’μάκη φύγαμε για το σπίτι μας.Ούτε πάστα ούτε καν σοκολάτα.
-Θυμάσαι φαντάζομαι ποιος είναι ο Θεός του κρασιού.
-Μπαμπά είμαι μεγάλη,είναι ο Διόνυσος- Βάκχος που περπτάει χαρούμενος ανάμεσα στις κουστωδείες
των σάτυρων, των μαινάδων, που δίπλα του είναι μεθυσμένος ο γέρος Σειληνός όλοι υποβασταζόμενος στο γομαράκι του,,, μαινάδες σάτυροι κρατώντας θυρσούς και στεφανωμένοι με κισσους χορεύουν τρελά γεμάτοι κέφι.
-Είναι σχεδόν εκτός λογικής μιας και πίνουν συνεχώς κρασί.
-Αφού ο Διόνυσος έμαθε τους ανθρώπους να καλλιεργούν τα κρασοστάφυλλα και να κάνουν το κρασί ‘ήταν και ο θεός του κρασιού…
Μα με τούτο το κρασί, σε κάποιο μεθύσι, έγινε αιτία να χαθεί ο Ορφέας που σε ένα βράχο έπαιζε τη λύρα του θλιμένος που είχε χάσει τη καλή του Ευρυδίκη.
Τον σκότωσαν οι μαινάδες γιατί δεν χόρευε μαζί τους…
Για τη γέννηση του Διόνυσου δεν μου είπε πολλά, μα τα είχα διαβάσει. Αμάν πια αυτός ο Δίας μην έβλεπε γυναίκα. Τι να σου κάνει και η Ήρα η τρισκερατωμένη,,, Από που να φυλαχθεί δεν είχε το θεό του ο Θεός Δίας.

Και άλλες μέρες με τον πατέρα μου, πήγαμε να δούμε κι άλλους επαγγελματίες που έκαναν θαυμάσια πράγματα.
Και είχε τότε η Παραμυθιά πολλές οικοτεχνίες και βιοτεχνίες, πολλά μαγαζιά..
Θα δούμε πως έκαναν τα σαμάρια οι σαγματοποιοί. Τα παπούτσια οι τσαγκάρηδες, τα αλέτρια οι σιδεράδες και πολλά άλλα.
Αγαπημένοι φίλοι. Σας ευχαριστώ από καρδιάς που κάνατε τις αναμνήσεις μου αγαπημένο σας κείμενο.
Ευχαριστώ το Χρήστο τον Γκορέζη που θέλησε και με έπεισε να γράψω αυτά τα απλά πράγματα που φαίνεται δεν είναι μόνο στη δική μου ψυχή, μα και στη δική σας.
Προσεύχομαι να με αξιώσει ο Θεός να βρεθώ κοντά σας να μιλήσουμε για τις γυναίκες του τόπου μας.
Πολλές από αυτές μου μίλησαν και έτσι γεννήθηκαν 10 βιβλία από τα οποία έχουν εκδοθεί τα δυο.
΄΄Μπίρον -Μπίρον Λέλημ -Λέλημ΄΄ και ΄΄Γρίες και Άγριες΄΄. Τα άλλα είναι ανέκδοτα.
Υπάρχουν Έλληνες σε μακρυνές χώρες που τα αγάπησαν.Κάποιοι τα βράβευσαν με πρώτα βραβεία. Και κάποιοι κάποια τα μετέφρασαν. Όλους τους ευχαριστώ.
Ελπίζω να τα αγαπήσετε και σεις.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Αγαπημένα μου χωριά

Μικρή ήμουν πολύ μικρή τριών η τεσσάρων χρονών.
Έπαιζα με κάτι πετρούλες στην αυλή κάποιου σπιτιού. Δεν ξέρω που ήταν, οι γονείς μου δεν ζουν για να μου πουν.
Σαν ρωτούσα τη μάνα μου, μου έλεγε.
-Τι θυμάται το σκατό,,,, ποιος έχει την όρεξή της…
Μα εγώ είχα όρεξη και να παίξω και να βαρέσω την ξαδέρφη μου, που όλο ήθελε τα πράγματά μου.
Ίσως να ήμουνα σκατόπαιδο.
Ρώτησα και τη ξαδέρφη μου, που ήμασταν στην ίδια ηλικία και ζούσαμε μαζί στα χρόνια τα μικρά μας;
-Ωρή χαζή είσαι; Όπου μας πήγαιναν πηγαίναμε. Δεν ήταν μωρή πόλεμος τότε.
-Ήταν πόλεμος και πάντα ακούγαμαν πυροβολισμούς, όμως εμείς παίζαμε στις ρίπες στα πριγκόρια ή στη μεγάλη πέτρα;
-Άει στο καλό σου Αλεξάνδρα,, τι χαλεύεις. Τι θα αλλάξει στον κόσμο αν θυμηθείς τι κάναμε και που ζούσαμε τον παλιό καιρό.
Θυμάσαι μωρή τι έφαγες πριν ένα χρόνο σαν σήμερα;
-Αυτό δεν έχει σημασία.
-Και έχει σημασία! το που ήμασταν τότες, που δεν καταλαβαίναμε άλλο από το ότι θέλαμε νερό ή ψωμί..
Δίκιο μπορεί να έχεις, μα ψάχνω να βρω το σπίτι που ζούσαμε. Έχω κάτι αναλαμπές. Κάτι έγινε τότε.
Δεν ήταν ούτε το πατρικό στην Παραμυθιά, ούτε το σπίτι στο χωριό, ούτε κανενός μπάρμπα.
-Διάολε,πως ήταν αυτό το σπίτι θυμάσαι;
Μήπως έχεις πάει ποτέ σε χρόνους ύστερους;
-Σε ρώτησα κάτι, θυμάσαι;
-Το μόνο που θυμάμαι, είναι η αυλή με άσπρες πέτρες… ναι, είχε μια μεγάλη αυλή με μια τεράστια κρεββατίνα γεμάτη σταφύλλια.
-Αχού,,, μωρή, υπήρχε τότε σπίτι παλιά, που να μην είχε μια μεγάλη κρεββατίνα- κληματαριά και κανα- δυο πέργκολες για κρασί για ξύδι για τσίπουρο,,, δεν ήταν. Όλες οι αυλές μικρές μεγάλες είχαν κληματαριά.. Άλλο άλλο..
-Είχε μια ωραία άσπρη κατσίκα μαλτέζα που…
-Άσε, όλα τα σπίτια είχαν κατσίκα μαλτέζα, για γάλα για το κατσικάκι του Πάσχα, Των Χριστουγέννων και της Παναγιάς τρία με τέσσερα έκαναν αυτές, γιαυτό όλα τα σπίτι είχαν κατσίκα μαλτέζα…και για λίγο γιαούρτι…
-Είχε μπάσια από δω κι από κει στο τζάκι με κάτι μαυροκόκκινα χράμια από άχερο ή τζάφκες καλαμποκιού.Ένα γιούκο ψηλό σκεπασμένο με κόκκινο και άσπρο σεντόνι…
-Αστραπή και βροντή να σε βαρέσει μωρή ξαδέρφη, ,,είσαι καλά,,,
Αν δεν αποφασίσεις και αρχίσεις να μου λες πως πίσω είχε μια μουριά, πως είχε μια καρυδιά και κότες,άσε δεν θα το βρούμε, ξέρεις, τότε όλα τα σπίτια είχαν όσα λέμε παραπάνω.
Προσπάθησε να θυμηθείς και μη με σκας με τις παραξενιές σου..

Είχε δίκιο, κάπως έτσι ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά που έζησα εγώ. Όλα ήταν χτισμένα στην πλαγιά. είχαν κατώι χωρισμένο στα δυο από τη μια μεριά βάζανε τα ζώα μη τα κλέψουν οι κλέφτες,,, έκλεβαν πολύ τότες… και το άλλο μισό για να βάζουν τα γεννήματα…Καλαμπόκι κρεμμύδια, σκόρδα,ελιές τυρί και γαλοτύρι. Είχε μια πέτρινη σκάλα με πολλά σκαλοπάτια και χαγιάτι με τσίγκένια σκεπή.
-Καλά ψάξε να βρεις βελώνα στα άχερα,,χα χα χα,,
Και τότε προσπάθησα να βρω κάτι άλλο που να ήταν διαφορετικό.

Σας ορκίζομαι δεν είχαν. Μόνο μερικά που ήταν χτισμένα στο ίσιο δεν είχαν κατώι. Αυτά ήταν σαν να είχες τον όροφο. Αντί για κατώι είχαν πέτρινες καλύβες ή βριζοκάλυβα. Πολλές φορές το σπίτι ήταν μικρότερο από τα αχούρια τα πέτρινα που βάζανε τα βόδια, τα άλογα και γα’ι’δουράκια.
Όλα τα σπίτια είχαν πολλά παιδά, όλα τα σπίτια, είχαν μέσα γέρους και γριές.
Τότες στο ίδιο σπίτι ζούσαν γιαγιάδες, παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα…Και έμπαινε τσατμάς για ένα δωμάτιο ακόμη…
Είχαν αργαλειούς και αυλές ασπρισμένες που μοσχομύριζαν οι αλτάνες οι δυόσμοι οι λεβάντες και τα καρυοφύλλια.
Είχαν και τριανταφυλλιές,Μαί΄σιες, και άλλες χρωματιστές, μερτζούσια, ζίνιες και ντάλιες, μικρές και μεγάλες.
Είχαν έναν κήπο με λαχανικά. Απ΄ όλα έβγαζε ο τόπος και στα ψηλά και στα χαμηλά.
Στα παραθύρια είχαν ντενακέδες με βασιλικούς μυρωδάτους. Πολλούς βαριλικούς.
Σε όλα τα σπίτια δίπλα από τη σκάλα έξω,είχαν βουτσελοτόπι, για την βουτσέλα, δίπλα ήταν το γκιούμι οι στάμνες. Μέσα πάνω στο τραπέζι είχαν κανάτες, και χαλκό, για το νερό. Τα ποτήρια και οι κανάτες δεν έβγαιναν από το σπίτι γιατί έσπαγαν. Από το σπίτι έβγαινε η βουτσέλα που τη λέγανε και βαρέλα, το γκιούμι και η μπούκλα που ήταν μικρή, βολική.
Αγαπημένη μου πατρίδα. Είσαι τόσο ξεχωριστή.
Σε όσους τόπους κι αν πέρασα, σε όσους τόπους κι αν έζησα τη δική σου ομορφιά δεν τη βρήκα.Εσύ ήσουν η πιο όμορφη.
-Γιατί; Αυτό το είπε η ξαδέρφη μου…
Δεν της απάντησα, απάντησα στον εαυτό μου…
Γιατί χτύπησα στα βράχια σου. Γιατί μάτωσα το χώμα σου. Γιατί έκανα όνειρα τα βράδια βλέποντας τα άστρα να με προσκαλούν στο παραμύθι της ζωής.Και κάποτε ακούγοντας πότε τον αγέρα να φυσά,πότε το τίκ τάκ της βροχής,τις βροντές και τις αστραπές, που με τρόμαζαν μα δεν μιλούσα, τι σουλιώτισσα θα ήμουν τότε, αν έδειχνα το φόβο μου… Το ψιλόβροχο, τα σύννεφα που κρύβανε τα δάκριά μου,,, πολλές φορές καθώς κοιτούσα τα άστρα, και κείνα,,,ντυμένα μες τα ασημένια τους ρούχα μου, έστελναν δώρα, βραχιόλια, κοσμήματα που κανένας δεν μπορούσε να τα δει.Ήταν δικά μου… Τα άστρα μου, πάντα μου αντιλογιούνταν. Δεν με γέλασαν ποτέ. Πόσες φορές δεν ανταλλάξαμε σκέψεις….Τους χαμογελούσα και κείνα τρεμοπαίζοντας μου έκλειναν το μάτι…Γιατι πολλά πρωινά με ξύπναγαν πουλιά που καλούσαν τα ταίρια τους. Γιατί όπου κι αν πήγαινα άκουγα καλημέρα Τσαντούλα. Δεν θύμωνα με το Τσαντούλα. Γιατί γνώριζα κάθε πετρούλα κάθε δεντράκι. Γιατί ήταν δίπλα μου, όλα ότι αγαπούσα.
Γιατί; Γιατί;
Εκεί με είδα,,όχι στον καθρέφτη της ντουλάπας, μα στο νερό της μπουρίμας που την ήξερα και με ήξερε.Εκεί τάραζα τα νερά της και έβλεπα παράξενο το πρόσωπό μου. Είδα στον καθρέφτη της Μπουρίμας, να αλλάζω από μικρό παιδάκι σε κοπέλα μικροκαμωμένη αλλά κοπέλα, δεσποινίς.
Και άρχιζα να κάνω άλλα όνειρα.
Φαίνεται πως το μπόι δεν παίζει ρόλο στα όνειρα. Αυτά ήταν δικά σου καταδικά σου.
Γιατί!
Για κείνο το πλατσούρισμα ξυπόλυτη στην βρυσοπούλα που με άκουγε κι έκανε βουή να μην με ακούν οι άλλοι. Η βρύση δεν μου μιλούσε, εγώ όμως, έπαιρνα τα μηνύματα που μου έστελνε.Ήμουν αλαφρο’ι’σκιωτη…αυτό έλεγε η μάνα μου… Χαρές εγώ !!Καμάρωνα..
Αλαφρο’ι’σκιωτη, σαν τις νεράιδες του παραμυθιού. Δεν τους έμοιαζά το ξέρω, κι ας μην κοίταζα ποτέ μου τον καθρέφτη. Αυτός, θα έβλεπε μόνο την θωριά μου, μα εγώ ήθελα να ξέρει την ψυχή μου, την καρδιά μου.Όμως την ψυχή μου δεν την έβλεπε κανείς. Μόνο τα αστέρια ή η βροχή, σαν είχα δάκρυα στα μάτια. Τότε δεν τα έβλεπε κανείς έτσι η βροχή γίνονταν ένα με τα δάκριά μου και πλένανε μαζί το πρόσωπό μου την καρδιά μου, την ψυχή μου.
Δεν το βρήκα αυτό το χωριό των τριών μου χρόνων. Βρήκα όλα τα άλλα,ένα- ένα από τη γέννησή μου μέχρι τα δέκα έξη μου χρόνια που έφυγα για την Αθήνα.
Εκεί δεν βρήκα τις κοπέλες που φορούσα μαντήλι που σαν περνούσαν χαμήλωναν τα μάτια τους, που στα είκοσί τους χρόνια είχαν ένα παιδί στην αγκαλιά και ένα στην κοιλιά.
Εκεί βρήκα κορίτσια μοντέρνα που φορούσαν κοντά σορτσάκια και απλά μπουστάκια. Σήμερα δεν διαφέρουν πολύ τα κορίτσια από τα κορίτσια της εποχής εκείνης.

Εκεί άρχισε μια άλλη ζωή.
Και πόσο άγριο μου φαινότανε εκείνο το΄΄ να προσέχεις, εδώ δεν είναι η Παραμυθια΄΄.
Πόσο ήθελα να είμαι στην Παραμυθιά.
Μα αυτό με τη φυγή τελειώνει. Όταν φύγεις από ένα τόπο για πολύ, ξεριζώνεσαι και ριζώνεις εκεί που πας.
Πολλοί θα ζήλευαν τη ζωή μου, γιατί έζησα καλά. Έκανα ότι κάνουν όλοι άνθρωποι, οι τυχεροί. Έκανα οικογένεια με το δημοσιογράφο, λογοτέχνη, ποιητή και χρονογράφο Χρήστο Ι.Θωμά που μεγάλωσε στην Παραμυθιά και στην Παραμυθιά τελείωσε το Γυμνάσιο. με παιδιά και εγγόνια σπουδαία. Μάνα είμαι ότι θέλω λέω.
Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους Δούλεψα, με πολούς και έκανα κάποια από τα ονειρά μου πραγματικότητα.
Όμως εγώ νόμιζα πως δεν είχα γεννηθεί για όλα αυτά.
Ήμουν και είμαι μια χωριατούλα..
Μου ταίριαζε το χωριό, το χώμα, οι πέτρες, ο κήπος.
Αν ήμουν άξια για όλα αυτά;
ΟΧΙ
Για τούτο ο καλός Θεός μου έδωσε να κάνω, ότι μπορούσα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Μια φορά κι έναν καιρό

Παραμυθιά 1886
Γεννήθηκα στο χωράφι.

Μια φορά κι έναν καιρό πάνε τώρα 70 χρόνια, όταν καθισμένη στη γωνιά,στο σπίτι της γιαγιάς μας της Γεωργίας στο Λιβιάχοβο που τώρα το λένε Άγιο Ανδρέα, με τα ξαδέρφια μου και τα μικρά μου αδέλφια άκουγα τα παραμύθια της γιαγιάς μου της Γεωργίας.
Δεν μου άρεσαν τα παραμύθια της γιαγιάς της Γεωργίας τότε. Μα σαν μεγάλωσα κατάλαβα πως η γιαγιά Γεωργία δεν μας έλεγε παραμύθια μα την ιστορία του τόπου μας σε συνέχειες.
Ήταν τότε πιο παλιά η γιαγιά της γιαγιάς Γεωργίας που τη λέγανε Λένη. Αυτή η Λένη ζούσε στο χωριό δίπλα στο Μοναστήρι.
Από τη χαρα’ι’ ξεκίναγε για τα ζώα, για το κλάρισμα, αφού είχε παστρέψει το σπίτι. Τι σπίτι δηλαδή μια καλύβα πέτρινη χωρισμένη στα δυο.
Κουζίνα σαν να λέμε και κρεββατοκάμαρα ή σαλόνι ή καθιστικό ήταν ένα και το αυτό.
Στη μέση είχε μια γωνιά για την στια, και γύρω γύρω μπάσια από λιναρένιο ύφασμα χοντρό υφασμένο από τη μάνα της στον αργαλειό γεμισμένα με τζάφκες καλαμποκιού..
Σε τούτο το σπίτι που μοσχοβόλαγε ασβέστη κοιμώντουσαν οχτώ νοματαίοι και που και που, κανένας ξένος.
Οι δουλειές ήταν μοιρασμένες. Άλλος στο λόγγο, άλλος στο χωράφι άλλος στα ζώα που ήταν γιδιπρόβατα.
Έκανε πολλά παιδιά η Λένη, άλλα δικά της, άλλα του Θεού.
Τη μάνα μου τη γέννησε στο χωράφι καθώς σκάλιζε. Χωρίς βοήθεια. Έβαλε το πλετσουνάρικο μικρό στην ποδιά της και με το αίμα να κυλλάει έφτασε στο σπίτι της μάνας της.
Άντε να την καμαρώσεις και νύφη, της είπε η μάνα της και έκανε τα πρέποντα για τη λεχώνα και το παιδί.
Του έκοψε τον αφαλό και τον έδεσε. Μετά το έβαλε στο βυζί της μάνας του για να της έρθει το γάλα.
Και ύστερα την πήρε η βάβω της και της πασπάλισε τον αφαλό με σμέρτο ξεραμένο και στουμπηγμένο από πέρα το μέρος που το λένε Μοναστήρι.
Του έριξε και σκρούμπο από μαλλί της γίδας είναι το καλύτερο, καλό είναι και το πρόβειο μα το γιδίσιο είναι καλύτερο….
Σταύρωσε ξανά μάνα και παιδί και ευχήθηκε ξανά. Και νυφούλα καμαρωμένη να τη δούμε.
Άναψε και θυμίαμα να θυμιάσει το σπίτι από τον έξω απέδω
Έσκυψε η κόρη και φίλησε το χέρι της μάνας που ήταν και μάνα και μαμή και γιατρός.
Τότε έτσι γένναγαν όλες οι γυναίκες στα χωράφια στα πρόβατα, στο ποτάμι που έπλεναν.
Γιατρούς δε είχαμαν τότε.
Κάθε χωριό είχε τη μαμή του. Μα που να ξέρει η κάθε μια τους, πότε θα γεννήσει;
Άλλα παιδιά αφήνουν μέρες, άλλα παίρνουν, που να ξέρεις πότε θα έρθει η ώρα;
Τούτη η τσούπρα όπως και άλλες τρεις που ήρθαν δεν έμαθαν γράμματα.
Τότες μόνο τα αγόρια αν είχε το χωριό σχολείο μάθαναν γράμματα, και αυτά λίγα.
Μην σας φαίνεται πως αυτές οι γυναίκες που δεν ήξεραν την Αλφα Βήτα ήταν αμόρφωτες.
Δεν ήταν.
Ήταν πρώτες σε πολλές επιστήμες.
Στην υφαντική, στο πλέξιμο, στο κέντημα, τη ρόκα, τους αγρούς, στην ιατρική, στα φάρμακα…
Σαν άντρες έκοβαν ξύλα για τη στια ή το φούρο. Αυτές κένταγαν τις ποδιές που καμαρώνουμε και τις πενταραδήσιες κάλτσες.
Αυτές θα μάζευαν και θα έφκιαχναν κεραλοιφές για όλα. Αυτές θα μάζευαν τα βότανα για τις αρρώστειες του Χειμώνα.
Τέτοια γυναίκα έγινε η βάβω μας που γεννήθηκε στο χωράφι την ώρα του σκάλου.
Και γω μια μέρα έτσι γεννήθηκα μας είπε, μα στο σπίτι.
Και στο σπίτι όλα έγιναν κανονικά. Και η μάνα μου έκανε τηγανήτες να στείλει τα συχαρίκια, να γλυκάνει η γειτονιά.
Έτσι ήταν τότες. Και οι γειτόνισσες όσο καιρό ήταν έγκυος της έστελναν φαγητό να μην ζηλέψει και γαννηθεί το παιδί με μπάλωμα, μεγάλη αμαρτία….
Βοήθαγε ο κόσμος, μα που να βρεθούν κάποιοι στην δύσκολη ώρα όταν έβρησκαν τη γυναίκα τα κίνδυνα σε μέρη απόμακρα….
Κίνδυνα λέγανε τους πόνους της γέννας. Τότες η γυναίκα που ήταν έγκυος πολλές φορές πέθαινε μαζί με το μαξούμι.
Μα και σαν ήρθε ο γιατρός της Νομαρχίας στα δικά μας χρόνια μετά που έγινε Ελληνικό, και τότες οι γυναίκες δεν πήγαιναν στο γιατρό, είχαν αντροπή χαντακωμάρα.
Να τη λέτε τούτη την ιστορία. Θα σας πω και πως πορευόμασταν. Σαν τα ζούδια της γης χορταίναμαν την πείνα μας.
Οι τσούπρες για να έχουν καλή τύχη έπρεπε να είναι λιγόφαγες.
Αυτά και άλλα πολλά μας είπε η γιαγιά η Γεωργία που εμάς δεν μας άρεγαν και θέλαμε να παίξουμε αφήνοντας τα μωρά στην σαρμανίτσα να κλαίνε.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότες. Τούτα τα χάλια ξεχάσθηκαν.
Και πολλές φορές οργή διακατέχει τον κόσμο που δεν μπορεί να έχει να έχει να έχει.
Έτσι αποφάσισα να σας γράψω κάποια πράγματα που γίνουνταν μια φορά κι έναν καιρό στην πατρίδα μας.
Κόρη της γιαγιάς της Γεωργίας, είναι η μάνα μου, που κι αυτή χωρίς να τρέχει στα χωράφια, από το κομμωτήριο ήρθε σπίτι μα στη σκάλα έκανε τον αδελφό μας.
Αλεξάνδρα ΠΑαυλίδου Θωμά.