Μικρές ιστορίες στην Παραμυθιά του 1950

Γύρισαν ο κόσμος στην πόλη μας. Ο κόσμος που ο πόλεμος τον ξετόρνιασε από δω κι από κει στα βουνά και στα λαγκάδια. Ο πόλεμος τελείωσε. Και η Ειρήνη σαν ολόδροση κόρη πρόβαλε χαρίζοντας χαμόγελο στων πικραμένων τα χείλη.
Τα σπίτια ακόμη και των πονεμένων άρχισαν να ανοίγουν.
Σιγά- σιγά τα σπίτια και οι καρδιές άνοιξαν και τραγούδια ακούγονταν, σε χαρές, σε γιορτές, μα και έτσι απλά, να περάσει η βραδυά.. Μια παρέα νέα παιδιά, ένα ραδιόφωνο, ένα ακορτεόν και να το γλέντι. Όχι, δεν χρειάζονταν τότε ποτά και μεζέδες για να γλεντήσουν. Αρκούσαν τα νιάτα, αρκούσε η ίδια η ζωή.
Μετά από εννιά χρόνια σκλαβιάς, πένθους, βασάνων ήρθε επιτέλους η Ειρήνη να φέρει πάλι το χαμόγελο στον πεινασμένο και δύστυχο λαό μας.Ακόμα και οι βάβες που δεν είχαν πένθος,σήκωσαν το μαντήλι τους και το έδεσαν πάνω στο κεφάλι.
Τα πράγματα άρχισαν να φκιάχνουν. Λίγο- λίγο η ζωή πήρε το δρόμο της. Λίγο- λίγο άρχισαν να καλλιεργούνται τα χωράφια να μαζεύονται οι καρποί από τα δένδρα.
Στα χωριά μας στον κάμπο ο κόσμος φτωχός αλλα το ψωμί το λάδι και την ελιά το είχε και δόξα τον Θεό.
Στην πόλη πολλά δύσκολα υπήρχαν και έδειχναν μεγαλύτερη τη διαφορά στις κοινωνικές τάξεις.
Ακόμη οι γνήσιοι Παραμυθιώτες δεν αγαπούσαν και πολύ τους χωριάτες. Δεν ταίριαζαν πολύ. Άλλος ο κόσμος της πόλης άλλος του χωριού.
Αυτό γιατί η ζωή τους ήταν διαφορετική, οι τρόποι τους ήταν διαφορετικοί.
Οι κάτοικοι της πόλης είχαν άλλη κουλτούρα. Του χωριού οι άνθρωποι είχαν τη δική τους νοοτροπία.
Οι νέοι κάτοικοι, αυτοί που ήρθαν από τα χωριά, είχαν μεγάλη διαφορά, τα έβλεπες από το ντύσιμο, το περπάτημα, μέχρι το καλημέρισμα, τον τρόπο της ζωής τους.
Κοντα μαλλιά, λίγο ρουζ, ένα φόρεμα με ντεκολντε που φορούσαν οι γυναίκες της πόλης προκαλούσαν το κουτσομπολιό στους ανθρώπους των χωριών. Αυτές φορούσαν σκούρα ρούχα μακρυά, φορούσαν μαντήλια μαύρα οι μεγάλες, μαντήλια άσπρα τα κορίτσια και οι νέες κοπέλες και γυναίκες. Τα μαλλιά τους πλεγμένα σε πλεξίδες και το πρόσωπο κουρασμένο και μαυρισμένο, με βαθειές ρυτίδες, που τους χάραζε ο ήλιος, όταν κάτω από τις καφτές του αχτίδες, αυτές αγωνίζουνταν σπάζοντας σβώλια από χώμα ή σέρνοντας τη σβάρνα στο χωράφι. Χάλαγε το δέρμα τους από τα τριάντα τριάντα πέντε χρόνια τους.Μα με τα χρόνια σαν ήρθαν στην πόλη άσπρισαν ομόρφηναν άλλαξαν.
Να τις έβλεπες στο σκάλο ντυμένες με σκούρα ρούχα να σκαλίζουν ολημερίς, χωρίς διάλειμμα, με μόνη διακοπή, να πάρουν μια ανάσα, να πιουν νερό και να βυζάξουν το παιδί που το είχαν μαζί τους με τη σαρμανίτσα.
Αυτές οι γυναίκες σαν ήρθαν στην πόλη είχαν περισσότερο χρόνο για ξεκούραση μιας και τα μεροκάματα ήταν λίγα.
Έκαναν ρόκα, αργαλειό, πλύσιμο μα τα χρήματα λίγα.
Ήταν τότε παραμονή της Αγίας Βαρβάρας, όταν μια γειτόνισσα, κοντοχωριανή της ήρθε στη μάνα μου. Βέργω έχεις λίγο στάρι για μπόλια;.
-Έχω της είπε η μάνα μου.
-Να σου φέρω λίγο καλαμπόκι να μου δόσεις στάρι για μπόλια;
-Άν έχεις ρόκες άστρο φέρε αλλοιώς έχω δεν χρειάζεται. Φέρε ένα αγγειό να σου βάλω.
-Είναι καθαρή η ποδιά μου, βάλε μου στην ποδιά, λίγο εγώ και τα παιδιά θα είμαστε ο αφέντης είναι ακόμα σιακάτ έχει δουλειά ακόμα. Αχ όμως σακατέφκε και φράγκο με το ζόρι το ψωμί.Βάσανα βάσανα.
Της έβαλε η μάνα μου ένα σαγάνι στάρι άσπρο από αυτό που δεν έχει άγανα και είναι πιο νόστιμο.
Την άλλη μέρα ήρθε και είπε, άε μωρή Βέργω τι έπαθα.
-Καλά τι έπαθες μάνα μου, της είπε η μάνα μου με αγωνία.
-Έβαλα τα μπόλια να βράσουν. Τα είχα ώρα, όταν ξαφνικά πετιέται από τη γρεντιά η γάτα μας και πέφτει μες την κατσαρόλα με τα μπόλια.
– Ουι ωρ μαύρη μου και τι έκανες;
-Τι να κάνω την έβγαλα όξω με την κατσαρόλα την πέταξα μακρυά ενώ τα παιδιά άρχισαν να σκούζουν τα μπόλοια μας τα μπόλια μας, θέλουμε τα μπόλια μάνα, θέλουμε τα μπόλια.
Τα άπλωσα σε ένα ντεψί και έριξα νερό άντε να βρεις τις τρίχες από τη γάτα μου μουτέφκε μέσα στα μπόλια.
Σπυρί σπυρί τα καθαρίσαμαν. Τα βάλαμαν ξανά στη φωτιά και τα έβρασα πάλε. Τους έβαλα μέσα και μια τσίκα ζάχαρη έτσι τα έφαγαν και δεν σκάνιασαν.
Α δεν σου είπα, σήμερα η μουτεμένη γάτα ήρθε πάλι η ξάλμη στο σπίτι.
Είπα να τη σκοτώσω μα τρώει φείδια και ποντίκια είναι καλή γάτα.
Η μάνα μου της είπε. Άκου έχω λίγο στάρι ακόμα, να σου δώσω και αν έχεις καλαμπόκι άσπρο φέρε μου λίγο.
Θα σου δώκω και λίγο σταρένιο αλεύρι κάνε καμιά λειτουργιά
Έτσι ήταν τότε. Ο ένας κοίταγε και τον άλλον με ότι είχε.
Η γιαγιά μου μοίραζε πορτοκάλια, η Ζωίτσα του Κούρτη σε όποιον αρρώσταινε η ήταν μόνος του έστελνε γιαούρτι πρόβειο πολύ νόστιμο.
Οι άνθρωποι βέβαια στην πόλη ήταν όπως και τώρα διαφορετικοί.
Όμως αυτή η διαφορετικότητα, ήταν και αυτό που έδινε το χρώμα και τον πλούτο.
Στην Παραμυθιά υπήρχαν και χαρακτηριστικοί τύποι ανθρώπων που έδιναν και κείνοι το δικό τους στίγμα.
Τότε δεν είχα την νοημοσύνη να μπορέσω να μαζέψω αυτά που έλεγαν που πολλά τα νόμιζαν αστεία όμως είχαν πολλή σοφία.
Πέρασαν τα χρόνια η ζωή πέρασε και μέσα της πέρασαν άλλα ήθη και άλλα έθιμα. Τα παλιά ξεχάστηκαν. Αυτά τα παλιά όμως δημιουργούσαν παρεές και φιλίες μέχρι το θανατο.
Τώρα κανείς δεν θα μπορέσει να ξεχωρίσει την κοπελίτσα του χωριού, από την κοπέλα της πόλης.
Νομίζεις πως όλοι οι άνθρωποι, είναι από το ίδιο καλούπι. Ξέχασαν την προσωπικότητά τους, θέλουν να μοιάσουν σε πρότυπα που πολλά είναι θλιβερά ανθρωπάκια χωρίς πραγματική αξία.
Ας περιμένουμε με σκέψη τις γιορτές, με χαμόγελο, αγάπη και αλληλοβοήθεια, ο ένας προς τον άλλο. Ας ξαναβρούμε την ψυχή του Έλληνα την καρδιά του τη λάμψη στα μάτια του.
Ας χτυπήσει στο στήθος μας η Ελληνική καρδιά η Ελληνική ψυχή.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Mπρος και πίσω τ΄ Αη- Νικόλα η καρδούλα του Χειμώνα

Τούτες τις μέρες της έντονής βροχής, θυμάμαι, όλο θυμάμαι. Και είναι μια βίτσα αυτή η μνήμη που βαράει τις πιο κρυφές γωνιές της ψυχής μου. Εκεί που ο χρόνος έθαψε τις αναμνήσεις μου βαθειά. Και ξεχύνονται σαν άλογα ατίθασα προσπαθόντας να βρους το δρόμο της σιωπής. Να βρουν το δρόμο του χαμόγελου και των δακρύων. Τούτες τις μέρες της ξεκούρασης, μετά τη σπορά που έχει τελειώσει, στον κάμπο της Παραμυθιάς, από το Νιοχώρι ώς τη Γλυκή και την Ποταμιά, έρχεται και η ώρα της αγρανάπαυσης και των ανθρώπων, όπως έλεγε ένας μπάρμπας μας ο Αλέξης, παλιός δάσκαλος.
Αγρανάπαυση μπάρμπα, λέμε όταν αφήνουμε τα χωράφια να ξεκουρασθούν.Δεν τα φυτεύουμε για ένα η περισσότερα χρόνια, αυτό λέει ο πατέρας μας.
-Τι να το πω, ανθρωπανάπαυση, δεν πάει.Πάει.
-Δεν πάει.
-Χα, να θυμάστε πως τούτες τις μέρες, από της Παναγοπούλας και μετά αρχίζουν οι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα γα την πρωτοχρονιά για τα Φώτα.
Κάτστε κάτου σκάνδαλα, να σας πω. Ετούτες τις μέρες η μάνα σας θα κάνει μπόλια. Θα τα φάμε πολλές φορές, μα τα μπόλια είναι μια παλιά αρχαία γιορτή, όπως και οι αποκριές. Είναι γιορτές, που έρχονται από την Αρχαία Ελλάδα μας.
Παλιός δάσκαλος ο μπάρμπας, δεν είχε μπει σε τάξη να διδάξει. Τελείωσε το Σχολαρχείο, ήταν δάσκαλος, τότε στο Ελληνικό. Τότε, όπως μας έλεγε ο μπάρμπας, ο δάσκαλος δεν είχε μισθό. Ήταν με ξάι. Ξάι πα να πει με τροφές που του πήγαιναν οι μαθητές. Και ότι του πήγαινε το χωριό. Η φαμίλια του, είχε πολλά γιδοπρόβατα. Τι, να είναι δάσκαλος και να βαράει ντέφι στο ζωνάρι του. Άσε που ο πατέρας του, του είπε. Θες δασκαλίκι θα μάθεις να τρως αέρα κοπανιστό. Μα εμείς τον λέγαμε δάσκαλο και του άρεσε. Και μεις τον αγαπούσαμε πολύ. Κάθε φορά που έρχονταν στο σπίτι κράταγε ξερά σύκα και κυδώνια, μια τσαντίλα τυρί φρέσκο και μια τσαντήλα γκίζα. Η μάνα μας τα αλάτιζε να τα έχει για πίτες στις γιορτές. Βέβαια τυρί έκανε και ο πατέρας της στα μπαντζαριά όμως τούτο το τυρί ήταν το καλύτερο. Έβγαζε και ένα μεγάλο βάζο με βούτυρο λοιωμένο και αρωματισμένο με ντιντιλίνα από το σακκούλι και της έλεγε. Η μάνα σου στέλνει και φάρμακο για τις γιορτές. Να κάνεις κουραμπιέδες και γαλατόπιτες.
Όξω έχω τα λεφτόκαρα να παίξετε τις γιορτές μονά ζυγά. Δεν τα έφερα μέσα γιατί είναι μπροστά τα παιδιά.
Το σακούλι είναι ραμμένο.
Τα μάτια μας καρφώνονταν στα κυδώνια. Περιμέναμε τη μάνα μας να πει. Άντε βάλτε να τα ψήσετε.
Εμάς τα κυδώνια τελείωναν γρήγορα, αφού η μάνα μας τα έκανε γλυκό και μαρμελάδα..
Έτσι γρήγορα γρήγορα τα βάζαμε έτσι χωρίς να τα καθαρίσουμε, απλώς πλυμένα, σε ένα ντεψί χωρίς να ρίξει νερό στην άκρη στο τζάκι και τα σκεπάζαμε με το σιάρτς. Πάνω από το σιαρτς ρίχναμε στάχτη και κάρβουνα.
Αυτά ψένουνταν και ο τόπος μοσκοβόλαγε. Και μεις περιμέναμε να ψηθούν να τα φάμε πασπαλισμένα με ζάχαρη και κανέλα..
Την ημέρα της Παναγοπούλας [τα εισόδια της Θεοτόκου,] η μάνα μας έκανε μπόλια. Από το βράδυ έβαζε το μεγάλο κακάβι με στάρι ρόκες καλαμπόκι[ με το κότσιαλο ] και λίγα ρεβύθια, φασόλια κλπ όμως αυτά πολύ λίγα.
Τους έριχνε λίγο αλάτι και αυτά έβραζαν όλη τη νύχτα.
Τα σούρωνε πριν φύγουμε για την εκκλησία και τους έριχνε μέσα αμύγδαλα ασπρισμένα, καρύδια ζάχαρη και κανέλα. Πολλές φορές τους έβαζε και σταφίδες σουλτανίνιες.
Πρωί με τα καλά μας για τον Άγιο Νικόλα την εκκλησία μας. Στο τέλος κοινωνούσαμε όλοι, για να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Εκεί μας περίμεναν τα μπόλια.
Αφού γυρίζαμε λοιπόν από την εκκλησία, και είχαμε κοινωνήσει μας έβαζε όλους γύρω στο μεγάλο τραπέζι να φάμε όλη η οικογένεια. Μας έβαζε εμάς σε ένα μεγάλο πιάτο και στους μεγάλους στα πιάτα τους. Εμας σε ένα άλλο πιάτο μας έβαζε και από μια ρόκα καλαμπόκι. Το ζωμό τον έκανε κρέμα.
Στο σιδερένιο τηγάνι έβαζε αλεύρι ή σιμιγδάλι σκέτο, χωρίς τίποτε, και το ακουμπούσε στην πυροστιά. Το καβούρδιζε όπως στο χαλβά μόνο που δεν είχε τίποτε μέσα εκτός από το αλεύρι.. Μετά αυτό το σκούρο αλεύρι το έριχνε στο σταρόζουμο έριχνε και ζάχαρη το έκανε κρέμα και το μοίραζε σε όποιον ήθελε. Όλοι οι μεγάλοι θέλανε.
Μια χρονιά καθώς περνούσα μπροστά από την πύλινη λεκάνη που είχε τα βρασμένα μπόλια, άπλωσα το χέρι μου και έφαγα τρία σπυριά. Ήμουν δεν ήμουν επτά χρονών. Με μάλωσαν και δεν με άφησαν να κοινωνήσω. Μα τα έφτυσα δεν τα έφαγα ξεχάστηκα ,,, τίποτε τα παρακάλια δεν πιάνανε τότε. Και δεν έφτανε αυτό, όταν μετάλαβαν όλοι και γυρίσαμε στο σπίτι με κορό’ι’δευαν πως εγώ έπρεπε να μεταλάβω από τον κώλο του παπά.
Μα εμείς στο σπίτι μας, μπόλια κάναμε και του Αγίου Ανδρέα, αλλά και της Αγίας Βαρβάρας. Και μια άλλη μέρα πριν τα Χριστούγεννα μα δεν θυμάμαι ποια.
Ήταν μια καλή τροφή πρώτον γιατί είχε όλους τους καρπούς χωρίς λίπος. Δεύτερον έρχονταν με παραδόσεις ανάμεικτες από την θρησκεία μας και την αρχαία μας μνήμη.
Τρίτο μαθαίναμε και μεις τα παιδιά τη νηστεία και την εγκράτεια.
Έτσι μαθαίναμε ακόμη μαζί με την παράδοση για τα μπόλια που αλλού τα λένε πολυσπόρια αλλά και τη σωστή νηστεία. Τα μπόλια είναι καρποί της γης, δυναμωτικοί και υγειηνοί.
Από δω και πέρα θα έρθουν και οι καλλικάνζταροι.
Τα σπίτια θα καίνε στο θυμιατό τους λιβάνι που διώχνει όλα τα κακά.
Η κουζίνες ψήνουν μπακλαβάδες σπιτικούς, λουκουμάδες, χαλβάδες και απλές τηγανήτες με μέλι. Νηστεύουν όλοι. Όμως χαίρονται δεν κακοπαθαίνουν. Είναι χαρούμενοι. Σε λίγο θα νοιώσουν όλοι την ψυχή τους καθαρή και τη ζωή τους να αναγεννάται μέσα από τις τόσες μεγάλες γιορτές.
Εκείνο που έμαθα τα τελευταία χρόνια είναι ότι το δένδρο και ο στολισμός του είναι αρχαίο Ελληνικό έθιμο. Την εγκυρότητα της είδησης έχω από τη σχολή Δασολογίας του ΑΠΘ, η οποία Σχολή έχει κάνει πολλές ανακοινώσεις για το θέμα.
Επίσης η σχολή δηλώνει πως τα δένδρα που κόβονται είναι τα δένδρα που πρέπει να κοπούν για να αναπτυχθούν τα εύρρωστα.
Πολλά δε, προέρχονται από καλλιέργεια δένδρων που κάθε έξη -επτά χρόνια κόβονται για το σκοπό αυτό.
Δεν το γνώριζα και το μεταφέρω γιατί πολλοί ίσως αισθάνονται τύψεις που στολίζουν δένδρο, και κάνουν καραβάκι.
Φαντάζεσθε όμως να στολίζουν καραβάκι στο Εφταχώρι στα Ζαγόρια και στο Σούλι;
Καράβια είχαν τα νησιά.Εκεί στολίζουν καραβάκια.
Ας γιορτάσουμε όλοι ταπεινά όπως ταπεινά γεννήθηκε ο Χριστός μας στη Φάτνη.
Απο μας δεν ζητάει τίποτε παρά μόνο αγάπη.
Η νηστεία απλά είναι μια άσκηση εγκράτειας. Παλιά όλος ο κόσμος νήστευε. Οσπρια, πατάτες μπατσαριές και λαχανόπιτες νηστίσιμες. Ρύζι,[ καλαμάρια, σουπιές, χταπόδια, γαρίδες, καβούρια, μύδια,] αυτά παλιά δεν τα γνωρίζαμε.
Και το τσαγάκι ή ο καφές με ψωμί και ελιές, οι τηγανήτες με ζάχαρη ή μέλι, ο χαλβάς ο σπιτικός η ο αγοραστός, τα λάχανα στο νταβά με όσπρια η κριθαράκι, σπανακόρυζο, πρασόρυζο, κουκιά μπριάμ, όλα αυτά είναι πολύ απλά και νόστιμα
Ο Χριστός μας από μας ζητάει μόνο καλοσύνη αγάπη, αγάπη.
Πολλές φορές μας το τόνισε. Αν έχεις όλα τα προσόντα μα δεν έχεις αγάπη, είσαι άδειος ντενεκές.
Καλό μήνα, και με το καλό να δεχθούμε την γέννηση του Χριστού μας με το φως της ελπίδας για τη σωτηρία και την αναγέννηση της πατρίδας μας.
Αγαπημένοι φίλοι μου. Σας ευχαριστώ πολύ για την αγάπη σας.
Έζησα μαζί σας στιγμες πολύ καλές. Σας ευχαριστώ πολύ.
Και γω ξαναθυμήθηκα μαζί σας, φίλους παλαιούς, βρήκα τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, μια πηγή δροσιάς, μια πηγή χαράς….
Σας ευχαριστώ πολύ πολύ.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Το φλυτζάνι και οι γειτονιές

Μια μέρα με χαμόγελο
Έφυγαν οι άνδρες για τις δουλειες τους. Τα παιδιά φεύγουν για το σχολείο. Και τότε όλες οι γειτόνισσες βγήκαν στην αυλή, το ραντεβού του καφέ.Ντυμένες χωρίς την ποδιά τους θα περνούσαν μια ώρα ξεκούρασης και χαλάρωσης.
Ποια θα κάνει τον καφέ;
Πριν απαντήσουν ο καφές ήταν έτοιμος. Δίπλα στο τζάκι η Βέργω είχε μια κατσρόλα με ζεστό, βραστό νερό.
Τρία μπρίκια και ο καφές έμπαινε στα χοντρα φλυτζάνια. Κακά τα ψέματα, όσα ωραία φλυτζάνια κι αν έβαλαν στη σερβάντα τους κανένα δεν κράταγε τον καφέ τόσο ζεστό και κανένα δεν κράταγε το κα’ι’μάκι σαν το χοντρό φλυτζάνι του καφενείου.
Δίπλα η στάμνα με το νερό και δίπλα τα ποτήρια για όποια θέλει.
Όλες μαζί, με γέλια και χαρές, αλλά και παράπονα, άρχιζαν την κοβεντούλα τους.
Από τα μεσάνυχτα πριν το ρολόι της πόλης χτυπήσει πέντε ήταν στο πόδι.
Σκούπα, πιάτα, πρωινό, όλα στην τρίχα και μετά αφού και οι ίδιες έβγαζαν την ποδιά μαζεύονταν για το καφεδάκι τους.
Εκεί πλάι μόλις τελείωνε ο καφές η καφετζού της κάθε γειτονιάς γύριζε το φλυτζάνι αφού το σταύρωνε και μουρμούριζε ακατάληπτες φράσεις.
Μετά το γύριζε και αυτό γινότανε με τη σειρά για όλα τα φλυτζάνια.
Ύστερα ένα- ένα το έλεγε η καφετζού. Στην Παραμυθιά όλες οι γυναίκες λένε το φλυτζάνι. Άλλες λίγο, άλλες πολύ.
Εκεί στον τελβέ του φλυτζανιού, ήταν ένας κόσμος από σημαδάκια εδώ αυτό εκεί, εκείνο όλα τα γράφει το άτιμο. Όλοι και όλες κάτι έψαχναν. Αγάπη, κατανόηση, παιδιά, τρυφερότητα από το σύζυγο, μα και πονηρές σκέψεις.
Οι μάνες έψαχναν στο φλυτζάνι το τυχερό της τσούπρας τους.
Οι ανύπαντρες το δικό τους τυχερό και όλες μαζί χαχάνιζαν με γέλιο καρδιάς και ψυχής.
Ήταν τούτη η ώρα, σαν μια ψυχοθεραπεία, αφού το φλυτζάνι η κυρα φλυτζανού το έλεγε φανερά και όλες έλεγαν πές μου τι βλέπεις, πες μου τι βλέπεις.
Τότε δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα. Καθώς μεγάλωνα, είδα, πως μέσα από το φλυτζάνι βγάζανε τα εσώψυχά τους. Έτσι σαν κάθαρση, σαν ένα ξορκισμα στο κακό, στο μάτι, στη γλωσσοφαγιά, στη ζήλεια. Όλα αυτά, τα τόσο φτηνά, μα που όλες τις κοινωνίες τις κατατρέχει, έτσι είναι ο άνθρωπος, ύλη και ψυχή.Το άψυχο σώμα δεν αμαρτάνει. Η ψυχή μόνη της χωρίς το σώμα δεν αμαρτάνει.
Η μάνα μου έλεγε το φλυτζάνι και δεν θα το πιστέψετε πόσες γραμμές είχε μέσα αυτό το μικρό φλυτζάνι. Έρωτες γάμους, παιδιά, λεφτά, μέχρι αν το παιδί που θα γεννηθεί είναι τσούπρα ή αγόρι.
Στην περίπτωση αυτή υπήρχαν και άλλοι τρόποι, είναι οι γνωρίζοντες το σχήμα της κοιλιάς της γκαστρωμένης.
Τσουρλωτή κοιλιά, αγόρι.
Κοιλιά πλαδαρή προς τα πίσω. Κορίτσι.
Και αν δεν έβγαινε αγόρι, σίγουρα το κορίτσι θα ήταν δυνατό και ζωηρό σαν αγόρι.
Εδώ υπήρχε και άλλη διάγνωση οι φακίδες, ασχήμαινε η γυναίκα και έκανε φακίδες; Αγόρι.
Ομόρφαινε η γυναίκα έγινε κούκλα; Κορίτσι.
Βέβαια υπήρχε και το σοφό, τσουβάλι κλειστό δεν ξέρεις τι βγάζει.
Γιατί δεν έκαναν υπέρηχο; Αλήθεια; Αμ, αυτό και να υπήρχε δεν θα το έκαναν. Τι λες,,, μπριτς.Αν ήταν τσούπρα ποιος θα τους έδινε σημασία όσο ήταν γκαστωμένες, χα χα χα.
Εκεί λοιπόν στο χάχανο και το κλάμα άκουγες τα πάντα του σπιτιού τους. Ακόμη και πόσες φορές κοιμήθηκαν με τον άντρα τους και γέλαγαν πλατειά.
Μα όταν χτύπαγε το ρολόι, μια ώρα μετά, σαν σούστες σηκώνουνταν με μια καλημέρα ή ένα γεια και αύριο πάλε.
Σήκωνε μια κοπέλα τα φλυτζάνια και το δίσκο τα έπλενε και τα έβαζε στο σπίτι.
Αυτό τις καθημερινές.
Τις Παρασκευές όμως τα πράγματα άλλαζαν. Την Παρασκευή όλες ήθελαν να ακούσουν το φλυτζάνι κατά μόνας.
Αλήθεια πόσα μυστικά είχαν και πως να τα κρύψεις σε μια διάφανη κοινωνία που δεν ήταν αγγέλων μα ούτε και διαβόλων.
Πολλές φορές και την Παρασκευή έπιναν έξω το καφέ τους και έφευγαν με το χτύπημα του ρολογιού, μα μετά μια- μια έρχονταν στο σπίτι με φλυτζάνι από το σπίτι τους.
Δεν το ξέρετε,,,, ότι το πρώτο φλυτζάνι της Παρασκευής που πίνεις καφέ,,, χωρίς να έχεις φάει, τα λέει καλύτερα, γράφει και περισσότερα.
Δεν θέλω αντιρρήσεις ορίστε μας. Η μάνα μου και η θεία μου η Γιωργίτσα επιστημόνισσες του είδους. Τζάμπα χάλαγαν τόσο καφέ καθάριο!
Κάθονταν στην κουζίνα μας, και έλεγαν και έλεγαν και έλεγαν.
Η αληθεια είναι πως το φλυτζάνι ήταν το πρόσχημα. Μια παρηγοριά ήθελαν. Κάπου να πουν κάτι και να μην τον κρίνουν αυστηρά, να μιλήσουν.
Και αυτό το κατάλαβα στη δουλειά μου, που μικρές μεγάλες, μου έλεγαν κάθε τους μυστικό.
Γιατί; Τότε κατάλαβα και το γιατί. Ήταν απλό. Αν δεν κατακρίνεις, αν προσπαθείς να καταλάβεις τότε βοηθάς έστω και αν δεν πεις το αρεστό. Ένα χαμόγελο. ένα σφίξιμο του χεριού, μια κουβέντα ελπίδας……
Είναι σαν όταν πας στην εξομολόγηση και βγάζεις τα βάρη της ψυχής σου, που μπορεί να μην ειναι καν βάρη να μην είναι τίποτε, που εσύ όμως τα βλέπεις βουνά. Και κει, σου χρειάζεται ένας άνθρωπος χωρίς διάθεση κουτσομπολιού. Ένας άνθρωπος μάνα.
Είναι ακόμη η συμπάθεια και η γλύκα της μιας απλής κουβέντας, τι κάνεις έτσι παιδί μου; Κουράγιο, όλα θα παν καλά. Και πολλές φορές πηγαίνουν.Ο έρωτας η αδυναμία, ήταν απαράδεκτο. Μα πως μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος χωρίς αγάπη χωρίς όνειρα χωρίς ελπίδες; Πώς;
Η Ασιγέ ονειρευονταν τον ερχομό της κόρης της που έφυγε το 1944, μαζί με τους πολλούς.
Η Μπισδέκω σχεδίαζε πως οι φτωχές κοπέλες της, που ήταν καλές κι εργατικές, θα μπορούσαν να παντρευτούν χωρίς προίκα. Μάνα ήταν για τις κόρες της νοιάζουνταν.
Η Ντίνα ποθούσε να γυρίσει ο άντρας της πίσω, στο σπίτι τους το ρημαγμένο.
Κάθε πόρτα και το καρφί της, κάθε σανίδα και ο ρόζος της.
Ατελέστατοι όπως είμαστε ψάχνουμε τα σακκούλια των άλλων που είναι μπροστά μας, τα δικά μας είναι πίσω, δεν τα βλέπουμε, έτσι μας λέει ο μύθος του Αισώπου..
Σε τόσο μικρές κοινωνίες δεν υπάρχουν μυστικά, μάλλον τραβηγμένες αλήθεις υπάρχουν, μέσα από διαθλαστικούς καθρέφτες.
Αυτές τις ώρες, εγώ ως μικρή, έπρεπε να είμαι πάνω στο σπίτι ή στο σχολείο.
Έτσι το Καλοκαίρι δεν μπορούσα να είμαι μαζί με τις γυναίκες. Έτσι μου άρεσε να κάθομαι στο παράθυρο, να κοιτάω κάτω στον κάμπο και να βλέπω τα σύννεφα να μου χαμογελούν πίσω από τα χαμηλά λοφάκια, που έκλειναν τον κάμπο μας.
Πόσο όμορφη ήταν η πόλη μας με τα γύρω της χωριά, απλώς υπέροχη, μοναδική.
Τότε δεν μπορούσα να φαντασθώ τι ήταν το αγόρι και γιατί το κορίτσι ήταν βάρος. Στο σπίτι μας μόνο η μάνα μου δεν ήθελε κορίτσια. Όλοι οι άλλοι ήθελαν ένας προς δέκα και βάλε, άρα η μάνα είχε το λάθος.
Πολλά με δίδαξε η ζωή, καθώς περίεργη, παρακολουθούσα τα πάντα. Κατέγραφα συμπεριφορές και πολλές φορές δεν μπορούσα να καταλάβω να βρω το δρόμο που οδηγεί στην έξοδο από τα στενά μονοπάτια.
Οι άντρες γνώριζαν το γυναικείο πάθος για το φλυτζάνι. Ωχ αδελφέ, μήπως και κείνοι δεν πήγαιναν στο καφενείο να ξεφύγουν λίγο από τη μιζέρια να πουν κουβέντες αντρίκιες.
Ε, και οι γυναίκες, έλεγαν κουβέντες γυναικείες.
Δίπλα δίπλα, μάνα και κόρη, νύφη και πεθερά.
Περίεργη που είναι η ζωή στο περασμά της.Πόσα αγκάθια θα πατήσεις σε πόσα σκαλοπάτια θα γλυστρήσεις μέχρι να βρεις τη δική σου δοκό ισορροποίας.
Γιατί τι ήταν και γιατί δεν είναι η γυναίκα, ο ισορροπιστής όλων των προβλημάτων του σπιτιού.
Κρύβει την κόρη, κρύβει το γυιο της, κάνει τη χαζή όλα αυτά σε ένα παιχνίδι ισορροποίας και κατευνασμού
Από πάνω της περνούσανε και περνούν όλα. Αγάπησε η κόρη εσύ φταις, δεν την πρόσεχες.
΄Έμπλεξε ο γυιος εσύ φταις, τι μάνα είσαι.Μέχρι να μεγαλώσουν και να πάρουν το δικό τους δρόμο στον κύκλο της ζωής.
Έχει η κόρη σοβαρότητα είναι λιγόλογη και δεν στην ζητάν, τότε εσύ πάλι φταις που δεν είναι γυναίκα και δεν την ορμήνεψες μικρή. Εσύ φταις που την κατάντησε έτσι.
Λες και κάθε άνθρωπος δεν γεννιέται με τα διά του χούγια. Ναι, παίρνει και από τη φαμίλια του, όμως πιο πολύ γεννιέται. Ουτε τα ζώδια τους παίζουν ρόλο. Πως το ξέρω; Τι κάνω, μπρίκια κολλάω; Αφού είμαστε τρία αδέλφια ψάρια και δεν μοιάζουμε καθόλου στο χαρακτήρα μπιτ κατα μπιτ ε, γιατί, άρα τζίφος τα ζώδια..
Νοσταλγώ πολλές φορές την αυλή μας, τη μαγική αυλή μας, με τις τόσες ομορφιές.Ένα χωριό ζουσαμε σε κείνη τη γειτονιά με τις πολύ όμορφες κοπέλες και τα ωραία δυνατά παιδιά, που τα έβλεπες να κυνηγάνε τη ζωή να την πιάσουν από τα κέρατα και να τη βάλουν κάτω. Μα η ζωή παίζει τα δικά της παιχνίδια, κι αν είσαι τυχερός ή τυχερή θα κλάψεις λίγο, δεν θα κλαις συνεχώς. Και θα χαμογελάς όταν βλέπεις απέναντί σου, την οικογένειά σου να χαμογελά.
Είσαι ο καθρέφτης τους γυναίκα, είσαι η δύναμή τους
Δεν ξέρω αν είναι ακόμα έτσι περίκλειστη γεμάτη λουλούδια η αυλή μας, αν έχει παιδιά ζωηρά τόσο ζωηρά σαν τα αδέλφια μου και τους φίλους τους, που δεν σταμάταγαν μέχρι να φωνάξουν οι μανάδες, να έρθουν να κάνουν την προσευχή τους να ξαπλώσουν να πέσει το πεπλο της νύχτας και να φέρει τον ύπνο στα μάτια μας και στη ψυχή μας
Τότε μες της νύχτας τη σιγαλιά, άκουγες βήματα να ελαφριπατούν ήταν νεράιδες και μάγισσες, που μιλούσαν με τα αστέρια και έκαναν ευχές με μάγια του έρωτα και ξόρκια της αγάπης.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Πάσχα στην Παραμυθιά του 1954

Ο καιρός ήταν καλός. Η φύση οργίαζε. Τα πουλιά, χελιδόνια, πελαργοί, ήταν στις φωλιές τους. Και μεις παιδιά ζούσαμε στην ανεμελιά του καιρού. Δεν είχαμε σχολείο για πολλές μέρες, θαύμα θαυμάτων.
Εγώ κανονικά θα έπρεπε να φοράω μια ποδιά και να κάνω δουλίτσες. Η μάνα μου πολύ θα το ήθελε. Μα πως να τα βάλει με όλους τους άλλους που έλεγαν πως είμαι μικρή!
Στην κρεμάστρα πίσω από την πόρτα ήταν κρεμασμένο ένα λευκό ταφταδένιο φόρεμα. Ο θείος ο Σωκράτης μου είχε φέρει παπούτσια τελατίνη άσπρα από την Αθήνα και η Θεία μου η Γιωργίτσα μου έφκιαξε ένα τεράστιο φιόγκο για τα μαλλιά μου που ήταν ίδιος με το φόρεμα.Στα αδέλφια μου είχαν ράψει κουστουμάκια μαύρα βελούδινα από ένα φόρεμα που δεν έκανε της μάνας μας. Το διόρθωσε όμως στα βελούδα οι ραφές φαίνονται έτσι έγιναν κουστουμάκια για τα παιδιά.
Δεν ήθελα φιόγκο ήμουν μεγάλη πια. Μα δεν το έλεγα, γιατί η μάνα μου θα με έστρωνε στις δουλειές.
Αυτό το Πάσχα έπρεπε να είναι το καλύτερό μας. Θα έρχονταν τα σόγια από την Αθήνα και το Μεσολόγγι. Η μάνα μου φρόντιζε να υπάρχουν τα πάντα. Δίπλα μας στο σπίτι του Κίτσιο Κούρτη. Η κυρά Ζωίτσα μια μοναδική σιωπηλή γυναικα έκανε τυριά γιαούρτια με τις κόρες της και κουλούρια πολλά κουλούρια και φρόντιζε τα πάντα όρθια σιωπηλή. Πάντα στη δουλειά, μα αόρατη, σιωπηλή, με μια γλυκειά μελαγχολία, με τις κόρες της να τρέχουν δίπλα της, εκτός από την Ελενίτσα που ήταν πιο μικρή και από μένα. Πιο μικρή είπα και έγραψα όχι πιο κοντή. Πιο κοντή ήμουν εγώ.
Παραδίπλα η Καλλιόπη με τη φινετσάτη παρουσία της, φρόντιζε για τη δική της οικογένεια, πόσο όμορφη ήταν η Γιολάντα σαν νεράιδα. Παραδίπλα τα κορίτσια του Παπαγρηγόρη έδιναν μαθήματα νοικοκυριού και κομψότητας. Ήταν σα μεγάλες, κουμάνταραν τη ζωή, σοβαρές, γλυκές και γω ήθελα να τους μοιάσω όπως και στις Κουρτοπούλες.
Εκεί πήγαινα εγώ και με χτένιζαν, όλο με χτένιζαν και μου έβαζαν λεπτές υπέροχες βελούδινες κορδέλες και όχι τεράστιους φιόγκους σαν αυτούς που μου έκανε η θεία μου η Γιωργίτσα. Με μάθαιναν και ράψιμο, ήταν χρυσοχέρες υπέροχες πανέμορφες.
Η μόνη που ήταν στον κόσμο των ξωτικών ήταν η Ντίνα. Αυτή δεν έκανε τίποτε. Κοιτούσε μόνο τα παιδιά και έκλαιγε.
Είχε χάσει το Χρηστάκη της, το μοναχογυιό της, και όλο μάλωνε με τον άνδρα της.Ήταν σαν ο ένας να έρριχνε το βάρος για το θάνατο του παιδιού τους στον άλλον.
Τα κοφίνια με τα κουλούρια, τα κόκκινα αυγά, τα αμυγδαλωτά ήταν έτοιμα. Στις κοφίνες των παιδιών είχαν άλλα κουλούρια, άλλα γλυκά όχι αυτά που είχαν για τον κόσμο..
Εμείς τσουρέκια δεν κάναμε, ούτε αγοράζαμε έτοιμα. Η μάνα μας έκανε κουλούρες για το σπίτι και για τα ζώα του παππού μας. Έκανε και κουλούρες και κουλούρια που θα τα πηγαίναμε στους νονούς μας τη Δευτέρα του Πάσχα.
Οι αυλές μοσχομύριζαν ασβέστη και τριαντάφυλλα.Πάνω στα σαιδερόφρακτα παράθυρα είχαν βάλει τις πιο ανθισμένες γλάστρες, έτσι τις έλεγαν, ντενεκέδες ασπρισμένοι ήταν, με βασιλικούς, γαρουφαλιές χιόνι, μερτζούσια.
Τη Μεγάλη Παρασκευή θα τρώγαμε μόνο χαλβά και μαρμελάδες με ψωμί, η καλύτερή μας. Το Πάσχα γιορτάζαμε και το θείο μας το Σωκράτη που τον λέγανε και Γιώργο αν το Πάσχα έπεφτε αργά.
Ήρθανε και τα σόγια. Η θεία μας η Μαριάνθη φορούσε κάτι μακρυά μοντέρνα ρούχα και γάντια, της άρεσε και το ούζο. Κάπνιζε η θεία μας η Μαριάνθη σαν αράπης και η γιαγιά μας αντρέπουνταν που θα γενούμασταν ρεζίλι και χαντακωμάρα στον κόσμο. Μα η θεία η Μαριάνθη ήταν οδηγός γεωργικού τρακτέρ, πως να την καταλάβει η γιαγιά μας;.
Αυτά ήταν η προετοιμασία. Κάθε απόγευμα εκκλησία. Μα τα καλά μας θα τα φορούσαμε την Ανάσταση.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί όλοι στον Άγιο Νικόλα για να εκκλησιασθούμε και να μεταλάβουμε.
Πάνω από την εκκλησιά έμεναν οι συγγενείς και κουμπάροι μας του Τσίλη Δήμου.
Εκεί θα πηγαίναμε για καφέ και μεις τσαγάκι. Με έπαιρνε η Ελευθερία από το χέρι να με πάει στο λιβάδι να μάσουμε μελισσάκια. ( Είναι τα μελισσάκια Ελληνικές ορχιδέες.) Μετά τον καφέ πηγαίναμε όλοι μαζί στο σπίτι της γιαγιάς μας.
Τα παιδιά σκαρφάλωναν στις μεγάλες πέτρες και ο παππούς τους φώναζε. Σήμερα δεν πρέπει να χτυπήσετε και να βγει αίμα πήρατε το Χριστούλι σε μεταλαβιά.
Προσέχαμε πολύ, μα στο παιχνίδι αν τραυματίζονταν κανείς, ρούφαγε το αίμα του να μη πέσει κάτω γιατί είχε μέσα το Χριστούλι μας.
Αύριο θα ήταν το Άγιο Πάσχα. Εμείς πηγαίναμε πάντα στον Άγιο Νικόλαο για εκκλησιασμό εκτός από τη Μεγάλη Παρασκευή και το Βράδυ της Ανάστασης. Αυτές τις δυο μέρες πηγαίναμε στη Μεγάλη εκκλησια στην Παναγία την Παραμυθία μας. Αύριο θα τρώγαμε μαγειρίτσα, μόλις γυρίζαμε από την εκκλησία. Θα παίρναμε το αυγό από το χέρι του Δεσπότη μας όταν τελείωνε η θεία λειτουργία. Στον εκκλησιασμό το βραδυνό της Ανάστασης επειδή μεταλαβαίναμε το Μ Σάββατο μόλις έλεγε ο Παπάς το Χριστός Ανέστη που το ψάλαμε όλοι μαζί, αλλάζαμε ευχές και φιλιά, τρώγαμε το αυγό και το κουλούρι που είχαμε σε ένα μαντήλι στην τσέπη μας. Τα τσόφλια τα δίναμε στη μάνα μας που τα έβαζε στην τσάντα της. Τρώγαμε λοιπόν και το κουλούρι και προσπαθούσαμε να μην γεμίζουμε τα ρούχα μας ζάχαρη άχνη. Οι μεγάλοι αλλάζανε φιλιά και ευχές αφού πρώτα αγκάλιαζαν εμάς.
Μετά τη θεία λειτουργία της Ανάστασης όλοι μαζί στο σπίτι μας. Έμπαινε η μαγειρίτσα στο τραπέζι και ξεσκέπαζαν τα πιάτα που είχαν τα τυριά το γιαούρτι τις σαλάτες. Η μάνα μας μετά τη μαγειρίτσα είχε και πατσά δυο καττσαρόλες και χορδές.
Στις μεγάλες γιορτές είχαμε όλοι ποτήρια νερού και κρασιού και όχι κύπελα, είχαμε και τις κανάτες για το νερό και το κρασί, δεν είχαμε το χαλκό όπως τις άλλες μέρες.
Σε πολλούς άρεσε ο πατσάς με σκορδοστούμπι. Οι πολιτισμένοι τον έτρωγαν αυγολέμονο, και η γιαγιά μας έλεγε Αχ να ήταν και ο Μήτσιος μου. Λένη μου, πάψε, της έλεγε ο παππούς μας, σήμερα είναι χαρά.
Το μεσημέρι η μάνα μας θα έβαζε στη γάστρα κρέας με λάχανα και χορδές με σπανάκι μυρουδιές, τυρόπιτα, λαχανόπιτα, και γαλατόπιτα γλυκειά. Η γιαγιά μας την πίτα της την κρεατόπιτα, μια μοναδική πίτα.
Τα δυο αρνιά κρέμωνταν στο γκουμπέ. Ευτυχώς που δεν έμπαιναν οι γάτες να μας κάνουν νοικοκυραίους όπως έλεγε η μάνα μου.
Την άλλη μέρα θα πηγαίναμε στην Παναγιά θα ψήναμαν το αρνί μας και θα γλεντάγαμαν. Αν δεν είχε καλό καιρό θα γιορτάζαμε στο σπίτι το θείο μας το Σωκράτη που τον λέγανε και Γιώργο.
Από το πρωί κομμένη η καλημέρα. Λέγαμε Χριστός Ανέστη και μας απαντούσαν. Αληθώς Ανέστη.
Σαράντα μέρες θα λέγαμε πρωί- απόγευμα το Χριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη….
Η θεία η Μαριάνθη έπαιρνε ένα καραφάκι ούζο πήγαινε στη βρυσοπούλα και γω πήγαινα πίσω της με ένα πιάτο πίτα.
Οι άλλες θείες μας, κάθονταν και έλεγαν, τι ωραία είναι στο χωριό, θαύμα θαύμα, τι νόστιμα τα φαγητά, υπέροχα υπέροχα, θα είναι το ξύλο έλεγε η μια που δεν ήξερε να βράσει αυγά. Μπορέι, μα να δεις εγώ τι κάνω υπέροχες μαγιονέζες και πολύ ωραία σου για γλυκό που κάνω έλεγε η άλλη. Ούτε ένα ποτήρι δεν έπλεναν.
Και η μάνα μου χαρούμενη,,,, όποια έχει συνταγές που δεν ξέρω,,, θα ήθελα να μου δείξει εγώ είμαι από χωριό τίποτε δεν κατέχω, η πεθερά μου με έμαθε. Μα δεν της έδειχνε καμιά ήταν καλύτερα τα έτοιμα ή οι παίνιες..
Μπούτσκες έλεγε η μάνα μου και μπόφκες. Κάνε με νύφη μακρυά να ξέρω να παινιούμαι και γέλαγε πλατύκαρδα.
Τις πιο πολλές φορές μετά το Πάσχα άρχιζαν οι γάμοι. Πολλοί γάμοι γίνονταν στα σπίτια, κατάλοιπο από την τουρκοκρατία.
Σε όλους τους γάμους εκτός από τα δώρα έπρεπε να πάνε και κανίσκι.
Η μάνα μου και η γιαγιά μου για το κανίσκι έκαναν πίτες ή ψωμιά και πήγαιναν και κρέας.
Μια φορά τη Δευτέρα του Πάσχα μετά την εκκλησιά ήρθε ο θείος μας ο Κοσμά Καλόγερος.
Κάθεται στην καρέκλα και για να πειράξει το θείο μας το Σωκράτη, βάζει μια δεσμίδα χρήματα στην καρέκλα να καθήσει.
Τι είναι αυτά Ξάδερφε του λέει ο Θείος, αχ μωρέ ξάδερφε, μισή ρόδα από το αυτοκίνητό μου είναι.
Βλέπετε τα πειράγματα ήταν οικογενειακά και καλόκαρδα. Ο δε θείος μας ο Σωκράτης πολύ χωρατατζής
Αν δεν γιορτάζαμε το θείο γιατί του Αηγιωργιού έπεφτε μετά το Πάσχα πηγαίναμε τη Δευτέρα στον Αηγιώργη ή στο χάλασμα της Παναγιάς και ψήμαμαν εκεί το αρνί μας. Εκεί το γλέντι ήταν τρικούβερτο.
Το αρνί του Πάσχα ήταν συνήθως δώρο από αναδεχτούρια. Το έφερναν και πάνω του ζωγράφιζαν με κόκκινη μπογιά ένα σταυρό.
Οι νουνοί είχαν για τα αναδεχτούρια δώρο απλά ρουχαλάκια ή ένα χάλκωμα και λαμπάδες.
Σε όλη την πόλη της Παραμυθιάς, τις ημέρες της διακαινησίμου εβδομάδος είχαν γλέντια. Γραμόφωνα και ραδιόφωνα στη διαπασόν. Και τότε όλος ο κόσμος άκουγε ελληνικά τραγούδια δημοτικά ελαφρά ή ρεμπέτικα. Και χόρευαν και γλένταγαν φτωχοί και πλούσιοι, το Πάσχα ήταν γιορτή για όλους. Έσφαζε ο παππούς μας ο Χρήστος της μάνας μου ο πατέρας 50-80, αρνιά ή κατστίκια. Τις πατσιές αφού τις άδειαζε τις πήγαινα εγώ σε οικογένειες φτωχές να κάνουν Πάσχα. Έβαζε και λίγες δραχμές για να έχει πολλές δουλειές. Του έλεγε ο παπα Ηλίας και το μοναστήρι του Διχουνιού που ο παππούς μας αγόραζε τα ζώα του. Δίνεις με το ένα στα δίνει ο θεός διπλά και τριπλά του έλεγε ο παπα Ιάκωβος..
Ήταν η ζωή μας όνειρό. Πολλές φορές ρώτησα τον εαυτό μου, γιατί;
Μα είμασταν παιδιά. Τις φουρτούνες τις είχαν οι μεγάλοι. Ύστερα τότε υπήρχε η αλληλοβοήθεια. Υπήρχαν οι δεσμοί οικογένειας έως πέμπτα ξαδέρφια.
Είμαστε από την ίδια ρίζα έλεγαν.
Κανένας δεν τολμούσε να πειράξει σόγια. Όλοι μαζί για να μην τους ντροπιάσουν.
Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Στη μικρή μας αυλή θα βάλουμε τη σούβλα που θα τη γυρίζει το μηχανάκι. Τα παιδιά δεν θα τσακονώνται ποιος θα τη γυρίσει.Δεν θα ακούς τη φωνή, μη κλέβεις την πετσούλα, δεν θα ψηθεί καλά, θα γίνει ξερό, θα χάσει τους χυμούς του.
Μα μεις όλο κλέβαμε και όλο μας έλεγαν. Όποιος κλέβει πετσούλα δεν θα φάει μετά. Μα δεν τρώγαμε γιατί είμασταν συνέχεια κοντά στην καλαθούνα με τα δικά μας ( των παιδιών )κουλούρια. Μη σπάτε τα αυγά δεν θα έχω για τον κόσμο.
Έβαψα και γω εκατό έλεγε η γιαγιά μας. Έχω και άβαφα πολλά στο κατώι.
Τώρα οι οικογένειες είναι μικρές. Ο κόσμος διψάει δια λίγη εξοχή.
Εμεις ακόμη το Πάσχα το θέλουμε όλοι μαζί στο σπίτι μας, όπως και τα Χριστούγεννα.
Παλιοί άνθρωποι, παλιές ιστορίες.
Το Πάσχα τότε είχε πολλά στολίδια μα πάνω από όλα είχε τη φύση που οργίαζε σε χρώματα και αρώματα.Είχε την ευσέβεια των χριστιανών, ακόμα δεν ήταν ο κόσμος υλιστής και άθεος. Σήμερα πηγαίνουν στην εκκλησία μόνο να ακούσουν το Χριστός Ανέστη που δεν το ακούν από τις στρακα στρούκες, και να τρέξουν για τη μαγειρίτσα. Ένα φα’ι’ που το κάνουν μόνο μια φορά το χρόνο και απορείς, αφούς τους αρέσει τόσο, γιατί δεν κάνουν μαγειρίτσα κάθε μήνα;;;
Εγώ κάνω πολλές φορές το χρόνο.
Κοκκορέτσι δεν κάναμε, αγοράζαμε αν έκανε ο Σιαμάς, που η γυναίκα του, ήταν σόι της γιαγιάς μου της Ελένης.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Ένα αρχαίο παραμύθι. Η νύχτα

Το σπίτι μας δεν μας χωρούσε. Ήμασταν ζωηρά πολύ και η μάνα μας δεν μας μάλωνε παρά μόνο εμένα τι θα γίνουμαν. Μα δεν με ένοιαζε και πολύ. Έτσι πάντα παίρναμε την ανηφόρα για το σπίτι της γιαγιάς μας.
Εκεί μέσα στον παράδεισο χαιρόμασταν, τρέχαμαν, παίζαμαν, κάναμαν κούνια στις κούνιες που ήταν ριγμένες στη μεγάλη καρυδιά μας. Και όταν πεινάγαμε, ξέραμε πως στο ντουλάπι η γιαγιά, μας είχε το ψωμί κομμένο φέτες να μην κόψομε τα χέρια μας. Ήταν μέσα σε μια μεγάλη τετράγωνη μπλέ πετσέτα σαν καρε.Εκεί είχε και κάτι αλουμηνένια ας πούμε καραβανάκια ή ξύλινα κλειδώ. Σαν τα αγριοκάτσικα σκαρφαλώναμε στα δένδρα. Χτυπάγαμε, έτρεχε το αίμα από τα γόνατά μας και τους αγκώνες μας, μα εμείς εκεί. Θηρία.
Εγώ όταν δεν ήθελα να παίξω με τα αγόρια, κατέβαινα στο κατώι που είχαν κάτι παλιά, όπως νόμιζα πράγματα, που δυστυχώς δεν υπάρχουν. Έπαιζα και φορούσα τα παλιά παπούτσια των κοριτσιών και γενικά ήμουν πολύ φρόνιμη….. Έσπαζα τα κρύσταλλα από το πολύφωτο, τι ξύλο ήθελα, τώρα το γνωρίζω, μα πάλι δεν θα μου άρεσε να με μαλώνουν. Αφού και τώρα αν μου πουν κάτι θυμώνω, δεν κακιώνω όμως θυμώνω.
Αν με έδερναν; Ποιος; Αφού ο παππούς μου ήταν ο προστάτης μου, όλοι μπορεί να έφταιγαν εκτός από μένα.
Εκεί λοιπόν είχαμε τόση ελευθερία που αναρωτιέμαι πως μεγαλώνουν σήμερα τα εγγόνια μας, κλεισμένα στα σπίτια , με ένα βιβλίο, ή ηλεκτρονικά βιβλία, τηλεόραση, υπολογιστή, κλπ κλπ κλπ.
Δίπλα ήταν οι ελιές τα γαλοτύρι μα μεις πολλές φορές παίρναμε μόνο το ψωμί και τρέχαμε για φρούτα.
Ψωμί με πορτοκάλι, με μήλα, με σύκα, με κορόμηλα ή δαμάσκινα, και αν ήταν κλεισμένο τα σπίτι, παίρναμε το κλειδί από το κατώι και ανοίγαμε. Η γιαγιά μας έλεγε να το βάλουμε πίσω στο κατώι εκεί που το είχε.
Μα για μας, ήταν μαγικά τα βράδυα της Άνοιξης και του Καλοκαιριού, όταν ξαπλωμένα πάνω στις ψάθες και τα μεγάλα μάλλινα μαξιλάρια, στη αυλή την πίσω, με τα χαμομήλια, τα καρυοφύλλια την αλτάνα το δυόσμο, τα γαρούφαλα, και τα μυριστικά μας. Ήταν άλλο πράγμα εκεί, όταν ήταν ο παππούς μας. Ο παππούς μας, μας έλεγε υπέροχα παραμύθια, που ούτε στο σχολείο δεν μας τα έλεγαν.
Η γιαγιά, μας έλεγε όλο τα ίδια και τα ίδια, τη Μαγκληδόνα, τους Μήνες, την Πούλια και το Αυγερινό, τον Αράπη αυτόν που είχε κατοικιό στον πλάτανο της Σέλλιανης.
Εγώ κοιτώντας τα αστέρια χαιρόμουνα και ονειρευόμουνα κόσμους μαγικούς, κόσμους γεμάτους μουσική και χορό.
Πολλές φορές προσπαθούσα να κάνω ότι είδα στον κινηματογράφο της πόλης μας, Και όλοι έλεγαν τι καλό παιδάκι που είμαι και η μάνα μου έλεγε, πως δεν χωράει ούτε στα καλάθια ούτε στα κοφήνια, μα χώραγα αφού ήμουν μικρή.
Ο παππούς ρώταγε τη γιαγιά, έφαγαν Λένη τα παιδιά;
Έφαγαν, μπα σε καλό σου Παύλο μου, μαζί δε φάγαμαν, μαζί δεν δειπνήσαμαν;
Κάνε λίγες παπαδίτσες και έλα να ξεκουρασθείς κόσιευες όλη την ημέρα.
Έπαιρνε τον ψήστρη η γιαγιά για τις παπαδίτσες κοκκόσιες, πρίτσες ή όπως θέλετε πέστε τες, τότε ποπ κόρν δεν είχε.
Ξαπλώναμε πάνω στις μεγάλες μαξιλάρες και ο παππούς άρχιζε και η γιαγιά έφερνε τις παπαδίτσες ή κοκκόσιες.Πολλές φορές θα έκανε για όλους μας, βλέπεις είμασταν πολλοί..
Κοιτάτε παιδιά μου τον ουρανό, ήταν ο παππούς μας με τη ζεστή φωνή του….
Μη μετράτε τα άστρα θα τα βγάλετε στα χέρια σας.
Να πλένετε καλά τα χέρια σας δεν φταίει το μέτρημα των άστρων.
Βλέπετε αστέρια στο σκοτεινό ουρανό, βλέπετε άλλα που τρεμοσβύνουν και άλλα είναι σταθερά, άλλα ζωηρά, και άλλα θαμπά;;;
Θα σας πω ένα αρχαίο παραμύθι, που μόνο οι Έλληνες το ήξεραν, που μόνο αυτοί το έλεγαν στα παιδιά τους.
Αυτό το παραμύθι να το λέτε και σεις στα παιδιά σας, όταν μεγαλώσετε.
Η νύχτα παιδιά μου ήταν θεά. Μια θεά σοβαρή και θλιμένη. ΄Έρχεται τη Νύχτα και περιδιαβαίνει τον Ουρανό πάνω σε ένα υπέροχο άρμα που το σέρνουν τέσσερα μαύρα άλογα, περήφανα και όμορφα. Φοράει μαύρα ρούχα και μαύρο πέπλο.
Τη θεά της νύχτας στο ταξίδι της το καθημερινό τη συνοδεύουν τα Άστρα.
Όλα αυτά τα Άστρα είναι συγγενείς της. Είναι παιδιά της Αυγής και του Αστρούνου. Θεοί ήταν και η Αυγή και ο άντρας της.
Και μόλις έρθει η Νύχτα, και σκεπάσει τα πάντα, εκεί στην Ανατολή ένα θαμπό φως αρχίζει να φαίνεται.
Έρχεται η θεά Σελήνη, το φεγγαράκι μας το λαμπρό.Είναι όρθια πάνω σε μια υπέροχη άμαξα, που τη σέρνουν υπέροχα βόδια που αργά, αργά, περπατούν τους δρόμους του Ουρανού και της Νύχτας.
Φοράει η θεά Σελήνη ένα υπέροχο άσπρο φόρεμα μακρύ, τόσο που δεν φαίνονται τα υπέροχα ασημένια σανδάλιά της. Είναι στολισμένη με στολίδια που μόλις φαίνονται. Στα μαύρα μαλλιά της, έχει ριγμένο ένα μαύρο πέπλο, που πανω του έχει για στολίδι μια κόκκινη ρουμπινένια καρφίτσα σαν δρεπάνι.
Είναι πολύ γλυκειά η θεά Σελήνη,και φωτίζει ταπεινά ειρηνικά τη γη, σκορπίζοντας μια γλυκειά χαλάρωση και ηρεμία.
Προχωράει η θεά, όλο προχωράει, μέχρι να φτάσει στη σπηλιά της Λάτης στην Καρία μια μαγάλη σπηλιά,σαν αυτή που είναι στο Γκορύλα του Αγιαρσένη.
Είναι βαθειά η σκοτεινή σπηλιά. Μπαίνει μέσα. Μέσα στη σπηλιά αυτή είναι κρυμμένος ο πόνος της θεάς Σελήνης της πονεμένης θεάς..
Εκεί κοιμάται σε αιώνιο ύπνο, ο αγαπημένος της Ενδυμίονας, είναι ναρκωμένος. Δεν τη βλέπει, δεν την ακούει, μα εκείνη όσο λυπημένη και να είναι, δεν το βάζει κάτω, τον αγαπά με αιώνια αγάπη.Θέλει να τον ξυπνήσει.
Τον αγκαλιάζει, του λέει λόγια τρυφερά, του τραγουδάει πονεμένα τραγούδια, τον πονάει, πονάει η καρδιά της της θεάς.
Και κει που ακούγαμε με προσοχή, να η επέμβαση της γιαγιάς. Έτσι αγαπάν οι άνθρωποι, για πάντα, τα άλλα είναι σιούτες.Λένη πας να φέρεις και άλλες κοκκόσιες. Φεύγει η γιαγιά και συνεχίζει ο παππούς μας.
Και ύστερα φεύγει η θεά Σελήνη, της το λένε τα πουλάκια και τα λουλουδάκια καθώς ξυπνούν, φύγε, πρέπει, της λένε. Και τα μεν πουλάκια το τραγουδούν, τα δε λουλουδάκια σηκώνουν ζωηρά τα κεφαλάκια τους, σκορπίζοντας άρωμα και δροσιά.
Η θεά Αυγή θα έρθει σε λίγο,είναι ο μαντατοφόρος της ημέρας,είναι αυτή που θα ανάψει το φως και θα ανοίξει τις πόρτες του ουρανού, για να περάσει ο θεός Ήλιος, ο λαμπροφορεμένος, πάνω στο λαμπρό του άρμα, που το τραβούν υπέροχα άσπρα άλογα.Λάμπει ο ουρανός, χαίρεται η γη και όλα ξυπνούν με χαρά, εκτός από κάτι τεμπέλικα παιδάκια που δεν θέλουν να πάνε στο σχολείο. Ευτυχώς εμείς έχουμε καλά παιδιά που αγαπάν το σχολείο.
Γιατί δεν καίγονται τα άλογα και γιατί δεν λοιώνει η άμαξα θα τα πούμε άλλη φορά.
Καληνύχτα, καληνύχτα, μα πολλές φορές εμείς είχαμε αποκοιμηθεί και το παραμύθι συνέχιζε στο ονειρό μας.
Εγώ ακόμα θυμάμαι τα παραμύθια του παππού μου, που ήταν η μυθολογία μας ή η ιστορία μας, όμως ήταν τόσο ωραία καθώς μας είχε αγκαλιά και μας χά’υ’δευε τα κεφαλάκια μας.
Βέβαια καλή ακροάτρια του παππού μας ήταν και η γιαγιά μας, που όλο τον έκοβε, για να του πει, πως τα ίδια παραμύθια, τα έλεγε και στα παιδιά τους, και θυμώτανε η γιαγιά και χαμογελούσε, και όλο έλεγε, τι καλά παιδιά κάναμαν Παύλε μου…..
Όταν θυμάμαι τούτες τις στιγμές τα μάτια μου έχουν δάκρυα και η ζωή μου στέκεται πολλές φορές εκεί στην αυλή με τα χαμομήλια, που δεν υπάρχει πια, που δεν υπάρχουν ούτε τα δένδρα ούτε τα πουλιά ούτε καν τα μελισσάκια μας που το πρωί πήγαιναν στη βρύση για νερό και ύστερα γύριζαν στις κυψέλες για να χαρούν τη ζωή φορτώνοντάς τες με μέλι διαλεχτό από τους κήπους μας, και τα λούλουδια τα άγρια που Χειμώνα Καλοκαίρι δεν έλειπαν από την ευλογημένη πόλη της Παναγίας της Παραμυθιάς. Την Παραμυθιά
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Μάρτης είκοσι πέντε

Η Παραμυθιά είναι η Ιθάκη μου.
Τα βράδυα της, που τον ουρανό κένταγε με αστροκλωστές ο Θεός, τις μέρες της που πάντα είχαν ένα δάκρυ πότε χαράς πότε λύπης μα και τα βράχια της που ατένιζαν το κόσμο κάπου εκεί στον Αχέροντα. Ήσουν για με πατρίδα η μόνη από όσες έζησα, από όσες γνώρισα.
Δε με γέννησες, δε με βύζαξες όμως έσπειρες μέσα μου σπόρια νοσταλγίας, που φύτρωσαν θέριεψαν και άνοιξαν μέσα μου παραμύθια και ιστορίες ζωγραφισμένες ή και αζωγράφιστες, χαρές, λύπες, πόνους.
Ποτέ τα βήματά μου, δεν ήταν τόσο σταθερά όσο στα κατηφοριστά σου γκαλντερίμια.
Ποτέ δεν ένοιωσα του αγέρα το χάδι τόσο τρυφερό, να ανεμίζει τις μπούκλες μου, όπως η ζωή τους στρόβιλους της νιότης μας. Να μας παρασέρνει σαν της ιτιάς τα κλαδιά στο χορό του νερού, αγκαλιά με το τρυφερό αεράκι που όταν θυμώσει την τραβάει κάτω κι εκείνη σαν καλαμιά λυγίζει υποκλίνεται λάμπει σαν ήλιος. Και δίπλα της η λυγαριά ζηλεύει τούτο το χορό κι άς έχει χίλια όμορφα μωβ, ροζ, λιλά λουλουδάκια. Κι ας έχει άρωμα μεθυστικό.
Αυτά έχω στην ψυχή και την καρδιά μου υπέροχη πατρίδα μου κι ας θυμάμαι πολέμους και φωτιές.
Γιατρός ο χρόνος που κρύβει στα κατάβαθα τον πόνο και την ασχήμια, και αφήνει έξω της οορφιάς το γλυκό τραγούδι σαν αηδονιού φωνή, του κρυμμένου μέσα στην καρδιά μου….
Σήμερα θυμάμαι πως ένα τσούρμο παιδιά κάτω από την επίβλεψη του δασκάλου μας θα κουβαλούσαμε,[ εκτός των ωρών του μαθήματος ] κλαδιά από δάφνη. Πολλά κλαδιά. Τα κορίτσια θα πλέκαμε στεφάνια να στεφανώσουμε τους ήρωες που γελαστοί μέσα στη φορεσιά τους με τις μπιστόλες σταυρωτά στη μέση με το περήφανο βλέμμα, να μας κοιτάν σαν να μας λένε. Ευχαριστούμε που δεν μας ξεχνάτε.
Θα κάναμε μια σκηνή που τότε μου φαινότανε τεράστια και γύρω γύρω στα όρθια ξύλα της σκηνής θα βάζαμε δάφνης κλαδιά. Στο κέντρο της αίθουσας η Παναγιά μας με τον Άγγελο τον κρίνο να μας κοιτάει η μάλλον εμείς να την κοιτάμε πάντα με σεβασμό και αγάπη. Πάντα γύρω τριγύρω, άκουγες τη φράση. Βοήθα Παναγία μου ή σχώραμε Παναγία μου.
Μέρες όλα τα παιδιά μαθαίναμε τα ποιήματά μας και τα τραγούδια μας τα πατριωτικά.
Κανένα παιδί χωρίς ποίημα ή ένα κομματάκι από διάλογο.
Είμασταν όλα δεμένα στου πατριωτισμού την άμαξα κι αυτή μας περνούσε από τα καραούλια και τα βουνά, τις μάχες τον ηρωισμό των προπαππούδων μας.
΄΄Αν ο γυιος μου δεν θέλει να πεθάνει για την πατρίδα τότε δεν είναι άξιος να ζήσει΄΄.
Αυτά τα λόγια του Τζαβέλα, το τραγούδι τα κλεφτόπουλα, και κείνο το ΄΄αν είναι να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είναι η δάφνη, μια φορά κανείς πεθαίνει΄΄. Μας σφράγισαν για όλη μας τη ζωή. Ποτέ δεν θα αντικρύσουμε τη Σημαία μας, χωρίς τα μάτια μας να γεμίσουν δάκρυα.
Γιατί όλα τα χωριά της Σκάλας η Ρίζα, η Ντουσκάρα, το Φανάρι, ήταν στον αγώνα των Σουλιωτών μα και πολλοί ήταν παιδιά οι απόγονοι από σουλιώτικες οικογένειες.
Πόσο θα ήθελα να παίξω και τώρα σαν τότε τη Δέσπω, ένα μικρό θεατρικό που έγραφε για μας ο δάσκαλός μας και ποτέ δεν ήταν το ίδιο.
Είχε τόσους ήρωες ο τόπος μας, τόσους Αγίους εθνομάρτυρες που ευτυχώς μέσα από το δημοτικό τραγούδι θα ζουν….
Πατρίδα μου είσαι η Ιθάκη μου κι αν ποτέ δεν γυρίσω να μείνω για να περιμένω το τέλος, πάντα θα έχω μπροστά μου τις αυγουστάτικες μπόρες σου, τα χλωμά χαμομήλια σου, που γέμιζαν τον αέρα με το γλυκό τους άρωμα.
Θα θυμάμαι πως πάνω στη σκηνή ανέβαιναν τα πρωτάκια με τη σημαία στο χέρι τους και λέγανε το ποιημά τους ή πολλές φορές δεν το λέγανε, μα κουνούσαν πάντα τη σημαία και μεις τα χειροκροτούσαμε ήταν οι άλλοι έλληνες, η άλλη γενιά, οι νεότεροι..
Θυμάμαι πως με τα καλά μας εμείς μικρά και με τις στολές τους τα γυμνασιόπαιδα με σεβασμό στην εκκλησία παραστάτες και ύστερα στην παρέλαση οι μελλοντικοί ήρωες των συνόρων και της πατρίδας μας.
Πόσο ωραία ήταν, με τι περήφανο βήμα περνούσαν και ο κόσμος τα χειροκροτούσε. Ήταν τα παιδιά του, η νεολαία μας κι ας έλεγαν καμιά φορά πως δεν είμαστε νεολαία μα νεολέρα.
Τι ωραία ήταν που ο Δεσπότης μας φορούσε τα χρυσά του άμφια και οι αξιωματικοί μας των ΤΕΑ ή της Χωροφυλακής τις στολές τους,οι επίσημοι σοβαροί στις θέσεις τους, όλοι περίμεναν τη παρέλαση.
Και κάθε χρόνο ήταν σπουδαία γιατί η αγάπη μας προς την πατρίδα, την έκαναν σπουδαία.
Στου χρόνου μέσα την ακατάσχετη ροή ποτέ μου δεν ξέχασα τούτες τις μέρες τούτες τις γιορτές που μέσα μου ήταν σαν παραμύθια, σαν αυγουσιάτικες φωτιές διαττόντων αστεριών που χάραξαν πορεία στις φλέβες μου.
Και το απόγευμα κάποιοι θα έκαναν λαμπαδηδρομίες και πορεία, διαληλώσεις για την Κύπρο μας.
Και τα μικρά με τα κουδούνια στα χέρια με πρασινάδες ντενεκέδες και κατσαρολικά θα περνοδιαβαίνουμε στους δρόμους τραγουδώντας.
Φευγάτε φίδια, φευγάτε γκουσταρίτσες,
έρχεται ο Ευαγγελισμός σας κόβει το κεφάλι,
το ρίχνει στο ποτάμι, να το φαν τα ψάρια
και τα καλαμάρια.
Πεμτουσία της υπαρξής μου, τα λίγα χρόνια της ζωής μου κοντά σου πατρίδα μου.
Πολλές φορές ψάχνω να βρω γιατί η Παραμυθιά και όχι άλλος τόπος που πήγα και μικρότερη σε ηλικία και σε μεγαλύτερη.
Που έζησα καλύτερα και περισσότερα. Δεν ξέρω. Όταν ακούω τους άλλους να λένε από που είσαι, εγώ λέω από τη Σέλλιανη της Παραμυθιάς κι ας μην υπήρχε η Σέλλανη όταν μεγάλωνα κι ας μην έπεσα να ματώσω εκεί τα γονατά μου.
Κάποτε που με ρώτησε φίλος του πατέρα μου, μάλλον για αστείο από που είστε δεσποινής; Μη γελάσετε κανένας, ήμουν δεσποινής λιγότερη από ενάμιση μέτρο, αμάν πια,εδώ στα χείλη το είχατε να το πείτε.
Του είπα από τη Σέλλιανη.
– Βασίλη αυτή είναι άλλη; Δεν είναι αυτή που γεννήθηκε στο Λιβιάχοβο;
-Αυτή είναι του είπε ο πατέρας μου. Στο Λιβιάχοβο γεννήθηκε, γιατί τότε στα βουνά και γω και η μάνα της και όλο μας το σόι, και από δω και από κει.
Εύχομαι φέτος να σημάνουν οι καμπάνες της ειρήνης σε όλον τον κόσμο.
Εύχομαι όλοι οι βασανισμένοι να μπορέσουν να γυρίσουν στις πατρίδες τους. Εύχομαι.
Ας ανοίξουμε με το βλέμμα της αγάπης τους ορίζοντες της αλήθειας. Ας περπατήσουμε στους απάτητούς γαλαξίες της ιστορίας των Ελλήνων. Της ιστορίας των προγόνων μας.Ας βρούμε το χέρι του Θάρρους της ζωής μέσα μας.
Ας φορέσουμε μπλε και άσπρο τα χρώματα του δικού μας ουρανού.
Ας μάθουμε τα παιδιά μας να τραγουδούν ελληνικά τραγούδια και μα μιλούν την υπέροχη ελληνική μας γλώσσα.
Οι έλληνες ποτέ δεν είμασταν πλούσιοι. Είμασταν όμως πάμπλουτοι γιατί είχαμε ότι χρειαζόμασταν και δεν κλαίγαμε για έλλειψη κάποιων αγαθών που δεν είχαμε γνωρίσει.
΄΄Να κλαις για κάτι που είχες και έχασες, ‘οχι για κάτι που δεν είχες και νομίζεις πως έχασες,”
Πάντα ας αφήνουμε τον πατέρα να κόβει το ψωμί με τα χέρια του και να το μοιράζει σε όλους κρατώντας το μικρότερο κομμάτι για κείνον. Πάντα και παντού.
Ας αφήσουμε τη μάνα να γεμίσει τα πιάτα γύρω από το οικογενειακό τραπέζι που το δικό της πιάτο θα έχει το λιγότερο. Πάντα και παντού.
Ας μην τρώμε ένας- ένας όταν μπορούμε να τρώμε όλοι μαζί.
Ποιος ξέρει αν αυτό δεν είναι η πατρίδα, το σπίτι, η αγάπη.
Χρονια Πολλά
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά
Συγχωράτε μου το λυρισμό, κάπου- κάπου με πιάνει και δεν με αφήνει

Το ψωμί του γάμου, τα κανίσκια

Σε λίγες μέρες είχαμε γάμο που θα γίνουνταν στην Κρυσταλλοπηγή
Ήταν εκεί στο Καλοκαίρι του 1950. Μήνα δεν θυμάμαι.
Η γιαγιά μου από μέρες σχεδίαζε τι έπρεπε να πάρει, και τι έπρεπε να κάνει στο σπίτι μας.
H αδελφή της της γιαγιάς μου η Πανάγιω πάντρευε σε πρώτο γάμο την κόρη της την Τσέβω με τον Ζώη ένα πολύ καλό παλικάρι.
Λεβέντης ήταν ο Ζώης, με δικό του αμάξι φορτηγό, όπως ο θείος μας ο Σωκράτης.
Η γιαγιά μας ετοίμαζε από μέρες, ήθελε όλα να είναι στην εντέλεια έτσι έλεγε, τόσοι θα έρθουν από το Μεσολόγγι, τόσοι από την Αθήνα, από δω τόσοι από κει.
Όλους από το Μεσολόγγι θα τους κρατήσω εγώ είπε η μάνα μου, θα κοιμηθούν τα παιδιά στην κουζίνα και στα δωμάτια των παιδιών είναι πέντε κρεβάτια, μάνα θα δω, μη σε νοιάζει εσένα. Εσύ κράτα τα έθιμα κατά τως τα ξέρεις.
Φτάνουν είπε η γιαγιά θα δω και γω.
Η μάνα μου όμως πήγε στη μάνα Σούλα, μια γειτόνισσα, δεν μου λες τα παιδιά πότε θα έρθουν από το Κανελάκι, ήταν στο Κανελάκι σιδεράδες.
Όποτε και να έρθουν το χειμωνιάτικο είναι άδειο βάλε όποιο θες.Τον καλό και ρό μαγειρεύω όξω.
Η μάνα μου την ευχαρίστησε και έγραψε με τα σκαντζοχοιρογράμματά της πέντε στην Σούλα.
Ανέβηκε στη γιαγιά μου, σκαρφαλώνοντας από τη στενή, μικρή, κοφτή ανηφόρα.
Μάνα θα έχω και το χειμωνιάτικο της μανα Σούλας μου έδωσε το κλειδί.
-Τι θες να κάνω μάνα για κανίσκι.
-Βάλε νύφη μου ότι θες, αυτά που δεν έχουν στο χωριό. Μέντα και τριαντάφυλλο έχουν, τσίπουρο θα χρειαστούν κι ας έχου, βάλε ότι θες.
-Πήρα δυο κανίστρες καινούριες να τις έχει η τσούπρα και μετά.
-Το αρνί νύφη θα το πάμε ζωντανό, τα ψωμιά θα τα κάνω εγώ, εσύ να κάνεις το μπακλαβά.
-Μάνα θα κάνω μπακλαβάδες, και πολλά τυροπιτάκια την προηγούμενη τι λες πόσα να κάνω;
-Εσύ ξέρεις νυφη μου, εσύ ξέρεις, πάντα μας ξεντροπιάζεις.
Θα κάνω και γαλατόπιτες δυο τρεις.
-Που θα τα βάλουμε;
-Στις λαμαρίνες από το φούρνο στο αυτοκίνητο και στο γάμο αποβραδίς.
-Θα τα καταφέρουν ωρ νύφη μου από της τετάρτη ώς το Σαββάτο;
-Και μεις που θα ήμαστε, με το αυτοκίνητο, φραπ, τσαφ και να φτάξαμαν.
-Ας κάνω τα ψωμιά και ότι πεις νυφούλα μου.
Εμείς θα κατεβαίναμε για ύπνο στην κουζίνα άλλο που δεν θέλαμε
Το ζύμωμα του ψωμιού, το ψωμοσκάφιδο, η σίτα η ψιλή και η χοντρή.
Η γιαγιά μας έβαλε δίπλα της το αλεύρι το σταύρωσε και το τραγούδησε με ένα μοιρολόι.
Κατόπιν έβαλε το προζύμι με λίγο αλεύρι σε ένα κακάβι να γένει.
Αυτό το έκανε πάντα το βράδυ έτσι νύχτα πριν λαλήσουν οι πετεινοί άρχιζε το ζύμωμα.
Από το βράδυ είχε σιτίσει το αλεύρι με λίγο, πολύ λίγο, δυο τρεις κουταλιές αλεύρι από μοσκοσίταρο και δυο τρεις κουταλιές από τριμμένα ρεβύθια. και το αλεύρι στο μεγάλο σκαφιδόψωμο. Εκεί ζύμωνε εννιά ψωμιά πολύ μεγάλα ίσως τρεις οκάδες το κάθε ένα.
Έβαζε το άσπρο της μαντήλι, αν και όσο τη θυμάμαι πάντα φόραγε μαύρα ρούχα ακόμη και ποδιά και μαντήλι μαύρο. Όμως για το ψωμί το μαντήλι άσπρο δεμμένο πίσω να μην πέσει καμιά τρίχα και γένουμε ρεζίλι. Και η ποδιά του ψωμιού άσπρη.
Και κει που έκλαιγε, έλεγε, άει νισιάνι μου, να πας καλά να ζήσεις καλά, να κάνεις ένα τσούρμο παιδιά να γιομόσει το σπιτάκι της αδερφούλας μου.
Εκείνο το πρωί τη θυμάμαι να έχει βάλει στο μεγάλο ψωμοσκάφιδο πολύ αλεύρι. Έκανε μια μεγάλη γούρνα καθώς το σταύρωνε και έριξε έναν πλόχερο αλάτι χοντρό.
Μετά, έριξε μέσα το γινωμένο προζύμι και με τα μικρά της χεράκια, άρχισε ένα παιχνίδι με το αλεύρι.
Άρχιζε σιγά- σιγά να το φέρνει προς τη μέση της σκάφης το αλεύρι να αγκαλιάσει το προζύμι, και πάλι από άλλο σημείο ακριβοδίκαια θαρρείς να μην παραπονεθούν οι κόκκοι του αλεύρου.
Και σιγά σιγά με ένα πιάτο μικρό καλα’ι’σμένο έριχνε μέσα χλιο νερό που έπαιρνε από ένα κακκαβούλι που μέσα είχε χλιαρό νερό γιατί το ζεστό σκοτώνει το προζύμι.
Ζύμωνε τόσο μέχρι που να μην μείνει αλεύρι στις άκρες και ξανά, νερό αλεύρι από τις άκρες προς τα μέσα.
Έτσι προζύμι αλεύρι και νερό σιγά σιγά γίνονταν μια σφιχτή ζύμη. Τα χέρια της που ώς τώρα έφερναν το αλεύρι προς τα μέσα τώρα με μικρές δυνατές γροθιές άπλωνε το ζυμάρι προς τα έξω. Κάπου κάπου το ανασήκωνε και το χτύπαγε και πάλι από την αρχή, το ζυμάρι βαρύ μα σαν μια τεράστια μπάλα και μετά με τις γροθιές που κάπου- κάπου έβρεχε μέσα σε ένα πιάτο, που είχε δίπλα της και το άπλωνε σαν ένα πολύ χοντρό φύλλο.
Ήθελε πολύ ώρα το ζύμωμα, έτσι λένε, πως αν δεν ιδρώσει ο απαυτός σου ψωμί δεν γίνεται.
Και όταν ήταν έτοιμο ζυμωμένο το έβαζε στα ντεψιά να γίνει.
Σε όλα τα ψωμιά έκανε η γιαγιά μας το σταυρό.Σε τούτα όμως του γάμου έκανε εκτός από το σταυρό, και ένα στεφάνι από δάφνη με μια κονταρίτσα.
Κατόπιν έβαζε τα ντεψιά σε μια ψωμοκουβέρτα που ήταν ζεστή τα σκέπαζε με ένα άσπρο σαν σεντόνι μεγάλο που το είχε κάνει από άσπρες σακούλες που είχε από το ελεύρι, και μετά γύριζε την κουβέρτα πάνω από το σεντόνι να κρατάει τη ζέστα και να γένει το ψωμί. Και μέχρι να γένει έκανε όλες τις άλλες δουλειές όπως το καθάρισμα της σκάφης κλπ σκευών.
Το ψωμί θέλει χρόνο να γίνει αν δεν γίνει σωστά είναι παπούτσι, και αν γίνει παραπάνω γίνεται ξυνό, έτσι έλεγε η γιαγιά μου η Ελένη, που θα έκανε τα ψωμιά για το γάμο της ανεψιάς της της Τσέβως[ Παρασκευής ]
Όταν το ψωμί ήταν έτοιμο η γιαγιά που γνώριζε τους χρόνους και δεν το ξεσκέπαζε είχε ανάψει το φούρνο, τον είχε κάψει για ψωμί και δω παίζει ρόλο πόσο θα καεί ο φούρνος.
Τον σκούπιζε τον φούρνο καλά και μετά πάντα με ένα δόξα τον Θεό, βοήθα μας αφέντη μου Χρισυέ μου, έριχνε τα ψωμιά στο φούρνο και έκλεινε την πόρτα του φούρνου καλά. Αμέσως έβαζε μπροστά να μας κάνει χάδια όπως έλεγε μια ρυζόπιτα και μια ζυμαρόπιτα.
Σαν μηχανή ζύμωνε λίγο αλεύρι και άνοιγε φύλλα για τη ριζόπιτα. Λίγο ρύζι βρασμένο, πέντε έξη αυγά, και τα τρίμματα από το τυρί χαρμάνι έμπαιναν μέσα στα φύλλα και θα ψήνονταν μαζύ με τη ζυμαρόπιτα που ήταν ένας χυλός από γάλα ή νερό, αλεύρι, τυρί και ένα δυο αυγά. Ο χυλός αραιός. Τον έριχνε στε λαδωμένο σινί να είναι λεπτή ήταν κολατσιό για όλους μας.
Μόλις ξεφούρνιζε τα ψωμιά τα έβγαζε από τα ντεψιά και τα έβαζε σε ένα τραπεζομάντηλο άσπρο,ανάσκελα στο μεγάλο τραπέζι, αφού τα ράντιζε με λίγο ούζο να κάνουν άμπουρα.
Αυτά ήταν τα ψωμιά της εβδομάδας για το σπίτι. Τώρα για το γάμο θα έπρεπε να κάνει τρεις και τέσσερεις φορές τόσα.
Η μάνα μας άρχισε τους μπακλαβάδες αμέσως. Δυο λαμαρίνες ΄ήταν αρκετές. Εκανε και λουκούμια που μοσκοβόλαγαν τριαντάφυλλο.
Αυτό το άρωμα το έκανε το Μάη που άνθιζαν οι κανονικές ροζ τις μαήσιες τριανταφυλιές αυτές που κάνουμε και το γλυκό. Μάζευε τα φύλλα από τις τριανταφυλλιές και τα έπλενε. Μετά με ένα ψαλιδάκι κεντήματος έκοβε το άσπρο μέρος. Μετά έβαζε τρεις κούπες τριανταφιλόφυλλα πολύ νερό που το κανόνιζε με τη ζάχαρη να γίνει ένα πολύ καλό σιρόπι όπως τα γλυκά του κουταλιού.
Αυτό το έβαζε στα μπουκάλια για γλυκά, κουκούρια, λουκούμια, κουραμπιέδες κλπ Ακόμη έκανε το άρωμα αυτό και με νεραντζολούλουδα. Και αυτό για μαστοριές, σε πικάντικα ποτά, η μάνα μας είχε ξεπεράσει τη γιαγιά μας σε τούτα, έτσι έλεγε η γιαγιά και καμάρωνε.
Στο κανίσκι που ήταν μια ωραία πλεχτή κανίστρα με στρωμένο ένα κεντημένο καρεδάκι μέσα είχε κρασί από το Βα’ι’μάκη για τους επίσημους, μια σακκουλίτσα ζαχαρικά, μια σακουλίτσα κουφέτα,
και πολλά φρουί γλασέ φρούτα σε ζάχαρη ξερά όχι πολύ λουκούμια σκεπασμένα με ένα άσπρο καρέ με κοφτοκέντι..
Ένα μικρό σταυρό από λουλούδια πάνω από την κανίστρα..
Στο γάμο της θείας μου της Τσέβως έγινε χαμός από τον κόσμο. Της έκαναν νυφικό άσπρο από ταυτά που έφεραν τα αδέρφια της από την Αθήνα. Εγώ που ήμουν; Εκεί. Ήμουν παράνυφος με ωραίο νυφικό άσπρο και στεφάνι από ταυταδένια άσπρα τριαντάφυλλα έργο της θείας μου της Γιωργίτσας.
Και να λέει ο θείος μου ο Τσίλης που είσαι Φώτο μου και συ ψυχή καρδούλα μου. Και κλάμα στα γάμο, να λέει και η γιαγιά μου που είσαι Μήτσιο μου με τον ξαδερφούλη σου. Μπαίνει στη μέση η Θεία μου η Σπυριδούλα λέγοντας. Θα σας διώξω όλους έξω, μη γρουσουζεύετε το γάμο της κοπέλας καλέ, και κάπνιζε τσιγάρο. Και να ντρέπονται η θειά μου η Πανάγιω και η γιαγιά μου που κάπνιζε η νύφη τους. Αντροπή χαντακομάρα. Εκεί ήταν και η θεία η Γεωργία η άλλη νύφη της θείας της Παναγιώς που με ένα θυμιατήρι θυμιάτιζε συνεχώς το σπίτι για κάθε κακό γιατί αυτή πίστευε πολύ στο κακό το μάτι, και έλεγε η θεία μου η Πανάγιω. Ούι μωρ Λένη μου, με μπάφιασαν στον καπνό ή μια με τον τσιγάρο και η άλλη με το θυμιατό. Με έκαναν σουργιούνι στον κόσμο.
Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά είναι το θείο μου το Λάμπρο τον Γκοντόρα να τραγουδάει σαν αηδόνι και οι άλλοι να τον ακολουθούν, και γω στην αγκαλιά του παππού μου σκεπτόμουνα πως δεν θέλω να είναι ξένος ο άντρας που θα με πάρει. Και ήταν και κείνος ο Θωμάς ο Ζαρκάδης που έλεγε πως με αγόρασε από τον πατέρα μου και μόλις με πιάσει θα με πάρει.
Ίσως ήταν ο πιο αρχοντικός γάμος που έγινε στην Κρυσταλλοπηγή εκείνα τα χρόνια, μιας και τα δυο αδέλφια ήθελαν αυτό το γάμο αρχοντικό, αφού και κείνοι είχαν κάνει τις οικογένειές τους έτσι θα είχαν κάποιον οι γερόντοι να τους κοιτάζει, να παντρέψουν και την Τσέβω την αδελφή τους να μη λέει ο κόσμος πως έμεινε γεροντοκόρη,,,,,,,,,
Το μπα’ι’ράκι που τα στόλισαν οι βλάμηδες κάτω από το άγρυπνο μάτι της θείας μου της Αθηνάς με ρόδια με τραντάφυλλά και με κορδέλες δεμένους φιόγκους όμορφους.
Όλα ήταν υπέροχα, όμως τα πράγματα δεν ήρθαν καλά για τη θειά μας την Τσέβω.
Ύστερα από λίγα χρόνια ο θείος μας ο Ζώης ο άντρας της θείας της Τσέβως σκοτώθηκε σε τροχαίο στο Γκρέμθα όπως ερχόμαστε από τα Γιάννενα προς την Παραμυθιά. Η θεία μας μετά από χρόνια παντρεύθηκε ένα χωριανό μας το Βαγγέλη που ήταν από την ίδια γενιά τη δική μας το Παυλαίικο αλλά όχι με το Ζαγκαίικο..
Θα ήθελα απλώς να σας γράψω πως τότε τις χαρές και τις λύπες τις έκαναν τα σόγια και οι χωριανοί.
Άλλος κρέας, ένα σφαχτό ή μισό ή ένα μπούτι όσο μπορούσε, άλλος κρασί και τσίπουρο άλλος τυριά γαλοτύρια, γκερεμέζια, τουλουμοτύρια, μέχρι μαρούλια ή ντομάτες και φρούτα.
Κανίσκια ήταν τα δώρα των τραπεζιών. Δώρα του γαμπρού και της νύφης τον καιρό εκείνο ήταν ένα χάλκωμα και ρακοπότηρα, κρασοπότητρα, κανάτα γυαλένια, κλπ. κανίσκια ήταν μια καλάθα μεγάλη που είχε μέσα, κρέας, τυριά, ούζο, κρασιά, ακόμη καρύδια σαλατικά και φρούτα. Οι κοντινοί συγγενείς ολόκληρο σφαχτό.
Ο γάμος κράταγε από την Τετάρτη μέχρι το πρωί της Δευτέρας. Αντί για προσκλητήρια πήγαιναν με μια μπουκάλα τσίπουρο και καρύδια. Αν ήταν από το γαμπρό και τη νύφη καλεσμένοι τους πήγαιναν τα καλέσματα και από τις δυο μεριές.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

ΟΝΟΜΑΤΑ ΧΩΡΙΩΝ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΤΩΡΑ.

Λύκου νυν Χαραυγή.
Κούτσι Βρυσούλα.
Οσδίνα Πέντε Εκκλησιές.
Λαμπανίτσα Ελαταριά.
Άνω Ζάλογγο Άνω ζάλογκο;
Κάτω Ζάλογγο Κάτω Ζάλογκο;
Βρουσίνα Βροσίνα.
Βλαχώρι Πολύδροσο.
Μπισδούνι Ελεούσα.
Τσαρκοβίστα Εκκλησοχώριον.
Κοσόλιανη Αετόπετρα.
Κρετσούνιστα Δεσποτικόν.
Ζέλοβα Βουνοπλαγιά.
Καλοχώρι Καλοχώριον.
Γεωργάνοι Γεωργάνου.
Βερνίκον Βερενίκη.
Στραγανέτσι Διχούνιον.
Βαρμπόμπα Φτέρη.
Γιουργιάνιτσα Γιουργάνιστα Άγιος Χριστόφορος.
Βελτσίστα Κληματιά.
Κεράσοβο Κερασέα.
Λωζιανά Λοζανα.
Μπουτσαράς Βουτσαράς.
Σανδοβίτσα Μάρμαρα.
Κοσόλιανη Αετόπετρα.
Μουσπίνα Λύγγος
Τοσκεσάκι Μικροχώριον.
Πόποβον Αγία Κυριακή.
Μάζη Πολύδωρον.
Τσουρίλα Καλλιθέα.
Βώλια Μούρτος—-Σύβοτα.
Σιαμέτια Άγιος Δονάτος.
Δράγανη Καρβουνάρι.
Νέα Σέλλιανη Κρυσταλλοπηγή.
Σέλλιανη Αγία Μαύρα.
Μενίνα Νεράϊδα.
Ζελίστα Φωτεινόν.
Πογδόριανη Παρακάλαμος.
Βέλιανη Χρυσαυγή.
Πόβλα Αμπελών.
Γλούστα Κεφαλοχώριον.
Βορτόπια Ανάβρυτον.
Κοκκινίστα Κοκκινιά.
Τσαρακλιμάνι Καλλιθέα.
Κωστάνα Μηλέα.
Πλησιβίτσα Πλαίσιον.
Αράχωβα Ριζόν.
Λιβίκιστα Ζωτικόν.
Ραψίστα Πεδινή.
Λιβιάχοβον— Άγιος Ανδρέας.
Γράσδανη Καταμάχη.
Σαλανίκιον Σαλονίκη.
Δράγανη Αμπελιά.
Βέλιανη Χρυσαυγή.
Φραστανά Κάτω Μερόπη.
Βάρφανη Παραπόταμος-Θεσπρωτίας.
Αρίνιστα Κτίσματα.
Πηλαβίτσα Αυλότοπος
Βοϊνίκου Προδρόμι
Γουλά Γερακαρίου—- Πλατάνια Γερακαρίου.
Μετζιτιέ Κεφαλόβρυσον Πωγωνίου.
Τσερβάρι Ζαγορίου—- Ελαφότοπος.
Μπουρντάρι Δαφνόφυτον.
Κουτρρουλάδες Δαφνόφυτου—Σακελλαρικόν.

Από το ανέκδοτο βιβλίο του Πολυδωρίτη αείμνηστου,
+Στέλιος Σουγλές

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ.

Οι λέξεις είναι παρμένες από το ανέκδοτο βιβλίο του αείμνηστου Λυκειάρχη, Στέλιου Χρήστου Σουγλέ.
Λαλάω—– μιλάω, φλυαρώ.
Μπαλαλάω —–Λέω ανοησίες.
Η πλατυχώρια—–ευρυχωρία.
Σιούλας και Σούλας—υποκοριστικό του Αναστασίου.
Κάκω —η θεία
Ντράβαλα—φασαρίες.
Καρακώθηκα από το κρύο—κρύωσα πάρα πολύ, ξεπάγιασα.
Κορίτα.— πέτρινη γούρνα που έπιναν νερό τα ζώα
Κορίτα– πέτρινη σκάφη για το πλήσιμο των ρούχων.
Τσιαγούλι— η σιαγώνα.
Τα κάψαλα, ο σκρούμπος—τα αποκαϊδια, υπολοιπα καύσης–σκρούμπος και του μαλλιού το υπόλοιπο.
Σιαπέρα, σιαδώθε, σιαπάνω— προς τα πέρα, προς τα εδώ, προς τα επάνω.
Ο ρούμπαλος— Βαριά δουλειά.
Παιδοκομάω, —μεγαλώνω παιδιά και γηροκομάω, φροντίζω γερόντους.
Γκουντουλάω —γαργαλάω.
Γκουρτζολάκος —– κουτσολάκος,
Ανατσουργιάζω–ανατριχιάζω.
Το οργιό–το ρίγος.
Η κωλοσούσα –η κωλοσείουσα η κουνιστή.
Η σκουρτίτσα, –ο λαχνός.
Ραβένια –αγονα χωράφια.
Φουρκίζω –εξοργίζω.
Παπαρδέλες,—λέξεις χωρίς νόημα, ανοησίες.
Η προύσια,–τα διάπυρα κάρβουνα.
Η χόβολη ,–η στάχτη που έχει μέσα ακόμα κάρβουνα.
Ο πριόβολος,–το πυρέκβολον αλλά και τσακμάκι, αποτελούμενο από την ίσκα το στερνάρι και το κορδόνι το βαμβακερό που άναβε.
Άζευτος,–αυτός που δεν έχει ζευτεί ποτέ ο αδούλευτος, ο αμάθητος.
Η μπουλίτσα,– κοίλωμα στον τοίχο σε σχήμα κύβου για την τοποθέτηση μικροπραγμάτων, σπίρτα κλωστές, κλπ.
+Στέλιος Σουγλές του Χρήστου.

ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ, ΚΑΛΑΝΤΑ.

Πέρασαν 56 χρόνια από όταν η αρρώστεια της μάνας μου μας έφερε στην Αθήνα. Μια Αθήνα για μας αφιλόξενη μιας και χάσαμε τους φίλους μας το κτηματάκι του παππού μας που ήταν ο Παράδεισος μας.Εκεί ανάμεσα στα δέντρα στα λουλούδια τις κοτούλες μας και τα άλλα μας ζωά. Τη βρύση που έτρεχε το νερό της κάτω από το κατώι του σπιτιού, μα πάνω από όλα το χειμωνιάτικο μας. Πόσα παραμύθια πόσες ιστορίες και πόσα δημοτικά τραγούδια δεν ακούστικαν εκεί τα απέραντα βράδυα του χειμώνα. Εκεί τα βράδυα τότε δεν το καταλαβαίναμε ακούγαμε για τον άρχοντα Κωνσταντίνο, για τον άρχοντα Ανδρόνικο για τον Άγιο Δονάτο που σκότωσε το θεριό και ελευθέρωσε το φανάρι από το δράκο. Αυτά που τότε τα νομίζαμε παραμύθια και που όταν πήγαμε στο σχολείο είδαμε πως ήταν η Ιστορία του τόπου μας. Και πάντα υπήρχε μια υποσημείωση πως απο την παράδοση και το δημοτικό τραγούδι θα σωθεί η αληθινή ιστορία του τόπου. Τα ζώα που ήταν φίλοι μας ακόμα και τα μελίσσια, ποτέ τους δεν μας πείραζαν. Το κτηματάκι μας με την αγάπη του παππού και της γιαγιάς των θείων μας ήταν η αληθινή ζωή και είναι αυτό που λαχταράμε. Και ήρθαμε στην αφιλόξενη Αθήνα και αντί να βλέπουμε τις βρύσες να τρέχουν το λάγαρο νερό το είχαμε βέβαια στο σπίτι αλλά μας μύριζε.Μια δυο γλάστρες βασιλικό δυόσμο και μια γαρουφαλιά ήταν ο κήπος μας. Γύρω από τα σπίτια χώμα λάσπη αλάνες που τα όμορφα γκαλτερίμια μας Τα σχολεία πιο συγκροτημένα άλλα αδιάφορα. Δεν ήταν εκεί ο κύριος ή η κυρία που γνώριζες πριν πας σχολείο και σου χάϊδευε τα μαλλιά σου. Και το μόνο που βλέπαμε από γιορτές ήταν ένα γαϊτανάκι που γύριζε τους δρόμους στις απόκρεω μασκαράδες και τα Χριστούγεννα , Πρωτοχρονιά κάλαντα. Που οι φωτιές των απόκρεω, που τα πειράγματα φίλως και γνωστών.Το Σάββατο του Λαζάρου τίποτα, όλα ήταν διαφορετικά. Εγώ θυμάμαι πάντα τα αδέλφια μου να ετοιμάζουν τα καλαθάκια τους να τα στολίζουν με λουλούδια και να κάνουν ένα μπαστούνι που είχε στην κορυφή το Σταυρό που συμβόλιζε τη Σταύρωση του Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού. Μετά με τα κουδουνάκια τους, τα καλαθάκια τους παρέα, γύριζαν στις γειτονιές να πουν το Λάζαρη. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι έλεγαν θυμάμαι μόνο πως άρχιζε. Εν τη πόλει Βυθανία Μάρθα κλάιει και Μαρία. Και παρακάτω, πές μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη όπου πήγες; Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα και πόνους.Βέβαια αυτό ήταν πολύ μεγάλο τα μικρά ξεμπέρδευαν με ένα Λάζαρε κουσκοπατρίτση δός μου ένα αυγό να πάω σπίτι, δός μου και άλλο ένα να πάρουμε από ένα. Εμείς είμασταν μεγάλη οικογένεια και είχαμε πολλές κότες. Κότες για σφάξιμα και κότες για αυγά. Όταν τα αυγά τα έφερναν τα παιδιά στο σπίτι η μάνα μας φρόντιζε να τα στέλνει σε οικογένειες που δεν είχαν κότες γιατί δεν είχαν που να τις εκθρέψουν.
Αν κάποιος θυμάται το Λάζαρο ας μου το στείλει να τον βάλω στην Ιστοσελίδα μου. Τη Μεγάλη Πέςμπτη πάλι έλεγαν ένα μοιρολόι που είχε όλο το Πάθος του Κυρίου μας. Ούτε αυτό το θυμάμαι.Θυμάμαι μόνο που έλεγε Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαυρη μέρα. Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρισκαταραμένοι για να σταυρώσουν το Χριστό τον Επουράνιο Θεό. Από δω και κάτω δεν θυμάμαι. Κάπου λέει πως δίνουν εντολή να κάνει τρία καρφια στο σιδερά και κείνος κάνει πέντε στα πόδια Του στα χέρια Του και το πεμπτο στην καρδιά Του. Και όλοι μαζύ στην εκκλησία. Μόνο οι κατάκοιτοι έμεναν στο σπίτι. Και οι νοικοκυρές να παστρεύουν και να ασβεστώνουν να πλένουν και να καθαρίζουν να περιμένουν την Ανάσταση του Κυρίου μας με τη μεγαλοπρέπεια που Του αξίζει. Την Μεγάλη Πέμπτη μαζί με το βάψιμο των αυγών έβγαζαν και τα κουδούνια από τα ζώα οι τσελιγκάδες για να μην τραγουδούν και τα πήγαιναν στην εκκλησία. Εκεί από καιρό άκουγαν τους παπάδες να φωνάζουν από την ωραία Πύλη πως όλοι να πάνε όσοι έχουν ζώα γάλα σε αυτούς που δες έχουν για να έχουμε όλοι ένα καλό και ευλογημένο Πάσχα. Το Πάσχα θα πήγαινε να ευλογήσει τα κοπάδια για να έχουν την προστασία του Θεού και να χιλιάσουν.Οι νοικοκυρές των κτηνοτρόφων εκτός από τα κουλούρια έκαναν και ειδικές κουλούρες χιλιοστολισμένες με βουκολικές παραστάσεις και πήγαιναν μετά την Ανάσταση στους ψυχογιούς. Εκεί έκαναν ένα γλέντι όλοι μαζύ. Ακόμα είχαν και έθιμα που ήταν μαντικά. Έβαζαν την κεντημένη κουλούρα στο γκεσέμι και άν εκείνο την έριχνε με τα κεντήδια προς τα πάνω όλα θα πήγαιναν καλά. Αν έπεφτε μα τα κεντήδια προς τα κάτω δεν θα είχαν καλή χρονια΄. Και να μην ξεχνάμε πως τότε σε όποιο σπίτι και να πήγαινες μετά την Ανάσταση ότι και να σε κέρναγαν όταν θα έφευγες θα έπαιρνες ένα κουλούρι και το αυγό σου το κατακόκκινο. Δεν έκαναν τότε αυγά με άλλα χρώματα. Αυτά εγώ τα άκουγα στο σπίτι μου από το λαογράφο πατέρα μου όταν ήρθαμε στην Αθήνα. Βέβαια ήμουν μεγάλη και τα είχα στη μνήμη μου. Μα εδώ ήταν δύσκολο να πεις περάστε και να τους δώσεις όταν θα έφευγαν το κουλούρι με το αυγό σε αμπαλάζ χαρτοπετσέτας. Μέχρι να εσωματοθούμε μας πήρε χρόνια. Και ίσως να μην έχουμε πλήρως ενσωματωθεί. Καλά μας λένε βλάχους και μεις όμως νοιώθουμε υπερήφανοι που είμαστε χωριάτες, βλάχοι κλπ.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.