Mια Κυριακή του Μάη

Παραμυθιά 1958 απόφαση της οικογένειας, θα φεύγαμε από την πόλη μας.
Στην Αθήνα μας περίμενε ένα νοικιασμένο σπίτι. Το Καλοκαίρι, είχε παρθεί η απόφαση. Θα φεύγαμε. Ο πατέρας θα ζητούσε μετάθεση, θα έρχονταν και κείνος σε λίγο. Ήρθε μετά από δυο χρόνια.
Η γιαγιά μας, ήταν σιωπηλή, και ο παππούς μας μαραμένος. Όλο μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν, ενώ στα μάτια τους έτρεχε ένα δάκρυ. Δεν θα βλέπω τα καμάρια μου έλεγε η γιαγιά μας.
Τον Σεπτέμβρη, θα πηγαίναμε σχολείο στην Αθήνα.
Η καρδιά μου σφίχτηκε, πόνεσα, δεν ήθελα να φύγω. Θα έχανα τους αγαπημένους μου παππού, γιαγιά, θείους θείες. Το χωριό μας. Τα χωριά που εγώ έζησα.Θα έχανα τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές μου. Τα βουνά μας,τους κάμπους μας τη λίμνη και το ποτάμι,τον κόσμο μας. Θα χάναμε τα Καλοκαίρια τις εκδρομές μας τα βουνά μας, τα άπαρτα κάστρα μας.
Ακούγαμε τις κουβέντες των μεγάλων καιρό, μα δεν πιστεύαμε πως θα φεύγαμε. Η μάννα μας ήταν αδύναμη, δεν ήταν η μάννα που εμείς είχαμε, η Τζαβέλαινα, που θύμωνε όταν τη φώναζαν έτσι. Και έβαζε τα πράγματα στη θέση τους.
Όταν μας το είπαν τρομαγμένα μουγκαθήκαμε. Μαζευτήκαμε στη γωνιά της κουζίνας μας. Δεν κλάψαμε, δεν μιλήσαμε.Ακόμα μόνο τα μάτια του παππού μας μιλούσαν, πονούσε, και μεις δεν θέλαμε να πονάει… Τα αγόρια, σαν το σκέφτηκαν ίσως και να χάρηκαν λίγο. Αφού ακούσθηκαν σε λίγο να φώναζουν. Ωραία, ωραία, θα δούμε αληθινό ποδόσφαιρο. ΑΕΚ, ΑΕΚ, ΑΕΚ και έτρεξαν να παίξουν μπάλα.. χωρίς να μαλώνουν.ΑΕΚ ήταν οι άνδρες της οικογένειας μας.
Τα αδέλφια μου ήταν πολύ μικρότερα από μένα.Εγώ ήμουν δέκα πέντε χρονών ο Δημήτρης δώδεκα και ο Φάνης οχτώ τα μικρά δεν καταλάβαιναν και πολλά, απλά ένοιωθαν σιγουριά στην αγκαλιά της μάννας μας.
Σε μένα όμως ένα καρφί μπήκε στην καρδιά μου. Δεν ήθελα να φύγω με τίποτε. Σκεφτόμουνα για πρώτη φορά πόσα χατήρια μου έκανε η θεία μου η Γιωργίτσα. Σκεπτόμουνα το περβόλι μας, το περβόλι του παππού μας τον διό μας παράδεισο.
Από μωρό ζουσα μια περιπέτεια. Γεννήθηκα το 1942 και μέχρι το 1949 είχαμε πόλεμο. Πολλές πόλεις μας φιλοξένησαν. Γιάννενα, Κέρκυρα, Ηγουμενίτσα, Λιβιάχοβο, χωριά άγνωστα, δρόμους σοκάκκα άγνωστα μες τα δένδρα, ερημιές, μες τη νύχτα, σαν τα φαντάσματα. Ύστερα ήρθε η ειρήνη.
Στο δένδρο της καθήσαμε, και τραγουδούσαμε μαζί με τα πουλιά. Ήταν τόσο όμορφα όλα, η οικογένεια, ο κήπος, τα ζωντανά μας τα παιχνίδια μας. Άνθιζαν τα δένδρα μας όλο τον καιρό και πάντα κάποια δένδρα ήταν γεμάτα καρπούς πορτοκαλιούς πράσινους, κόκκινους, άσπρους, κίτρινους,,, σε κάθε εποχή και διαφορετικά,που εμείς τα τρώγαμε άπλυτα από το δένδρο και φώναζαν οι δικοί μας να τα πλένετε το νερό είναι δίπλα σας.
Δεν θέλαμε να φύγουμε. Η απόφαση όμως είχε παρθεί.Τα μικρά όμως ήταν σαν της παλάτζας τους δίσκους πότε από δω πότε από κει. Τι ωραία που θα είναι στην Αθήνα σαν τον κινηματογράφο. Δεν θέλουμε να φύγουμε από την γιαγιούλα μας.
Οι λόγοι ήταν σοβαροί. Η υγεία της μάννας μου και μια σοβαρή εγχείριση που είχε κάνει και έπρεπε να είναι εκεί κοντά στους γιατρούς.
-Πατέρα, να πηγαίνω πεζοπορία γύρω στον τόπο μας τις Κυριακές;
-Να πηγαίνεις, γιατί όχι. Τι λες την Κυριακή να πηγαίνουμε μαζί.Δεν ήθελε να γυρίζω μόνη μου αλλά ποτέ δεν έλεγε όχι είχε το δικό του τρόπο να νοιώθουμε ελεύθερα χωρίς περιορισμούς ενώ ήμασταν πάντα κάτω από τη ματιά τους.
Άλλο που δεν θέλαμε, οι εκδρομές με τον πατέρα μας ήταν μαγικές.
Τότε δεν το καταλαβαίναμε. Αυτές δεν ήταν εκδρομές, ήταν μάθημα Πατριδογνωσίας. ιστορίας, μυθολογία, γεωγραφία,οικολογία. Όλα σαν ένα μαγικό παραμύθι.
Και ήταν αυτές οι εκδρομές, οι φωτογραφίες του μυαλού μου, που έμειναν ανεξίτηλες στον χρόνο.Που τις κατέγραφα αργότερα, γιατί φοβώμουν μην ξεχάσω, και δεν ήθελα να ξεχάσω.Από το 1949-1957 ήταν οι καλύτερες μέρες της ζωής μου.
Την πρώτη Κυριακή, ήρθε η έκπληξη. Με το φορτηγό του Ασβεστά, φίλου του πατέρα και συνάδελφου του θείου μας του Σωκράτη φτάσαμε στην Γλυκή.
Θα μέναμε όλη την ημέρα. Θα βλέπαμε όλους τους συγενείς αφού πρώτα θα πηγαίναμε να προσκυνήσουμε στους τάφους των προγόνων μας.
Περάσαμε στους συγγενείς μας, αφήσαμε τα δώρα της γιαγιάς και της μάννας μας που ήταν καφές ζάχαρη μαντήλι ή ποδιά για τις μεγάλες. Η μάννα μας έστελνε και μπουκάλια με βυσσινάδα για αρρωστικό.Τα βύσσινα τα είχε από το χωριό της το Λιβιάχοβο. Μετά αφού περάσαμε το γεφυράκι το σιδερένιο που είχε πάνω του ο Αχέροντας πήραμε το δρομάκι της Σκάλας της Τζαβέλαινας.
Ήταν μια στενή ανηφόρα που εμάς δεν μας κούραζε. Και στην Παραμυθιά έτσι ήταν, ανηφόρες- κατηφόρες. Βέβαια εδώ ήταν πολύ πιο δύσκολα όμως εμείς είμασταν παιδιά δεν αφήναμε βράχο για βράχο γκρεμό για γκρεμό που να μην ματώσουμε τα γόνατά μας και τους αγκώνες μας, καμιά φορά και το κεφάλι μας.
Αν χαζέψαμε; ΟΧΙ. Καλό μας έκανε.
Πολλές φορές το χρόνο ανεβαίναμε αυτόν τον δρόμο τη Σκάλα της Τζαβέλαινας και φτάναμε στο Σούλι γεμάτοι περηφάνια.
Σε τούτα τα άγρια μέρη, πολέμησαν οι πρόγονοί μας. Μην ξεχνάτε πως σε τούτον τον αγρότοπο ζούσαν αυτοί που δεν μπορούσαν να ζήσουν ραγιάδες σκλάβοι, με σκυμμένο κεφάλι.Και κει ακούγαμε τον πατέρα μας, να μας μιλάει, να μας μιλάει, για μάχες,για νίκες,για στεφάνια δόξας, για παιδιά και γυναίκες ηρωίδες που έδωσαν τα πάντα για τη λευτεριά.
Και μας μιλούσε ο πατέρας μας, για τους αγώνες των Σουλιωτών,τον τρόμο του Αλή σαν έριχνε στον αγώνα τους καλύτερους πολεμηστές του και κει που νόμιζε πως θα κερδίσει τούτο το βουνό των ξυπόλυτων,έχανε τους άνδρες του, που έτρεχαν να γλυτώσουν από του Φώτου το σπαθί του Λάμπρου το ντουφέκι. και έλαμπαν τα μάτια του, σαν μας μιλούσε για τα ματωμένα ράσα των δικών μας ρασοφόρων του Διονύσιου του Σκυλόσοφου, τιμή μας έλεγε να σε βρίζουν οι οχτροί σου.
Τον Σαμουήλ τον άλλο εθνεγέρτη ψυχών, που ακολούθησε τον δρόμο που του χάραξε ο Άγιος Εθνομάρτυρας δάσκαλός του, Κοσμάς ο Αιτωλός.Από τη οικογένεια των Θεμελήδων ήταν. Από τη Γιουργάνιστα που δυστυχώς το άλλαξαν το όνομα του χωριού και το κάνανε Γεωργάνιστα.
Μα και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Ηπειρώτης ήταν. Οι γονείς του Κοσμά του Αιτωλού ήταν από τούτα τα μέρη. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μπορεί να γεννήθηκε στο Αιτωλικό, πατρίδα του έλεγε και την Ήπειρο, αφού και οι δυο γονείς του έφυγαν λόγο των τούρκων από τα Γραμμένια….
Και παίρναμε μαθήματα κι ανάσες λευτεριάς και δόξας.
Ύστερα ακούγαμε για τις γυναίκες της Σουλιώτισσες, αυτές τις ηρωίδες που κράτησαν στο βυζί το παιδί και στην πλάτη το ντουφέκι.΄΄ Με τα φυσέκια στην ποδιά.΄΄
Είναι οι ίδιες γυναίκες που έστησαν το χορό του Ζαλόγγου. Ήταν και οι δικές μας εκεί.
Βέβαια βρέθηκαν άνθρωποι προδότες που θέλουν να μην υπάρχουν αυτοί οι ήρωες.
Άλλος τους κάνει αλβανούς, ξεχνώντας πως άλλο αρβανίτης και άλλο αλβανός. Ακόμα και αυτοί οι μουσουλμάνοι της περιοχής το γνώριζαν καλά πως λίγοι ήταν οι τούρκοι. Οι πιο πολλοί ήταν εξωμότες που πρόδωσαν πατρίδα και θρησκεία για πλούτη. Αυτοί οι ίδιοι είναι και σήμερα προδότες του έθνους και της πατρίδας μας. Οι υλιστές άθεοι.
Τραγουδούσαμε τραγούδια όπως.
Στη βρύση στα Τσερίτσιανα στον πάτο από τη χώρα.
Μπουλκ- πασάδες κάθωνταν κι όλο Μαργαριτιώτες,
κι αγνάντευαν τον πόλεμο,πως πολεμάει το Σούλι
πως πολεμούν, μικρά παιδιά γυναίκες σαν τους άνδρες.
Πως πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν πρώτο παληκάρι.
Φέρνει φουσέκια στην ποδιά,στερνάρια στο ζωνάρι.
Ας έρθουν οι παλιότουρκοι τίποτε δεν μας κάνουν……
Και πριν φύγουμε, προσκυνούσαμε ακόμη μια φορά νοερά εκείνους τους αγωνιστές, το Σούλι, το αιματοβαμένο.
Σαν τα κατσίκια παίρναμε το δρόμο της επιστροφής.Εύκολη η κατηφόρα.
Ήταν ένα παιχνίδι αυτό. Είχαμε φάει τις τηγανήτες που μας είχε η μάννα μας στο χάλκινο νταβά,με μπόλικη ζάχαρη.
Στην ποταμιά, στην άκρη στη γέφυρα καθόμαστε για ξεκούραση. Ο Νίκος μας συγγενής μας έφερνε φρούτα από τα περβόλια του και μεις σε λίγο φεύγαμε για τη Γλυκή, στους κουμπάρους μας.
Εκεί θα έρχονταν να πιει τον καφέ του και να μας πάρει ο αείμνηστος Ασβεστάς που θα μας γύριζε στην πόλη μας.Ήταν Παραμυθιώτης.
Όσο χαρούμενα ήμασταν το πρωί, τόσο κουρασμένα είμασταν το απόγευμα.
Όταν το αυτοκίνητο ξεκινούσε για την Παραμυθιά, εμείς στην καρότσα πάνω σε μια κουρελού κοιμώμασταν και ξυππνούσαμε με κόπο σαν φτάναμε στην Παραμυθιά.
Ο αείμνηστος Ασβεστάς αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου, γιατί όπως έλεγε κάθε φορά που μας έβλεπε, πως ο πατέρας μας, του έσωσε τη ζωή.
Ήταν στον καιρό του εμφυλίου.
Κάποιος τον κατηγόρησε για κάτι πολύ κακό.Εκείνος δεν ήταν εκεί που τον κατηγορούσαν. Ήταν σε κάποιο χωριό και κει ήταν και ο πατέρας μου.
Το άκουσε ο πατέρας μου και ευτυχώς πριν βγει η απόφαση έτρεξε και είπε την προσωπική του μαρτυρία για τον Ασβεστά. Ο κύριος Σταυρόπουλος, δέχθηκε την μαρτυρία του πατέρα μου και ο ασβεστάς αθωώθηκε. Από τότε όπου μας έβλεπε ήθελε να μας πάρει στο αυτοκίνητο να μας πάει στον προορισμό μας….
Αυτό το γράφω για να δείτε πως τότε μέσα στη φωτιά του αδελφικού πολέμου πολλοί για να κερδίσουν κάτι, πολλές φορές ήταν γη ή σπίτι, κατηγορούσαν σαν προδότες κάποιους άλλους.
Ο αείμνηστος Ασβεστάς ήταν αριστερός, αλλά όχι προδότης.
Τώρα που οι καιροί είναι δύσκολοι ας είμαστε ενωμένοι μια ψυχή.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Αχ μάννα μου

Καθισμένη στο πλατύσκαλο της σκάλας που πήγαινε κατά το κατώι, κοίταγε την μεγάλη πορτοκαλιά μας και μουρμούριζε.
Αχ μάννα μου, αχ μάννα μου.Μήτσιο μου Μήτσιο μου παιδάκι μου. Φύλαγε τις ώρες να μην την ακούσει ο παππούς μας.
Την κοίταγα πάντα με αγάπη κι ας μην την καταλάβαινα. Ήταν κοντούλα, από κείνη πήρα το μπόι μου το μαργαριταρένιο, χα, από κείνη έκλεψα την υπομονή και το χαμόγελο που πάντα το είχε καρφωμένο στο στόμα της κι ας την έτρωγαν χίλια φείδια.Ο Πάυλος μαράθκε έλεγε και σκούπιζε τα μάτια της.
Την κοίταγα και πίστευα πως η γιαγιά μου ήταν μεγάλη πολύ μεγάλη δηλαδή γριά. Φορούσε μαύρα ρούχα, με σούρα ή πιέτες, μαντήλι γκούσια, μια ποδιά με δυο τσέπες,μαύρη ήταν και η ποδιά. Στις τζέπες είχε το μαντήλι της, ένα άσπρο σιδερωμένο καθαρό κεντημένο και με μπιμπιλιασμένο, κι ένα μπάλωμα στριφωμένο σκούρο. Και στην άλλη τσέπη της είχε τις μέντες για κέρασμα στο δρόμο, στην μεγάλη πέτρα, στη βρύση, στον πλάτανο. και τα χέρια της ηταν πολύ μα πολύ βασανισμένα.Στα ξύλα πήγαιναν με τη μάνα μου, όταν μπορούσαν. Στο σπίτι έκανε όλες τις δουλειές. Η Αθηνά έκανε δοτλειές η Γιωργίτσα δεν είχε πλύνει ούτε τα βρακί της. Ήταν χειρότερη από μένα μα δεν το μαρτυράγαμε. Είχε τη δουλειά της, τη σχολή, δεν ήταν για τέτοια. Μα όταν πεντρεύτηκε έγινε για τέτοια και για χειρότερα,, έμαθε από όλα και ήταν σαν να είχε μεγαλώσει, στη σκάφη και στις μπουγάδες..
Θηρίο είναι ο άνθρωπος και .όλα τα μαθαίνει.
Τα μαλλιά της γιαγιάς μου ήταν κάτασπρα σαν μπαμπάκι, έμοιαζαν ασημένιο και κατσαρό. Το προσωπό της όμως ήταν σαν μια μεγάλης κοπέλας.Στα υπέροχα γαλάζια μάτια της καθρευτίζουνταν ο κόσμος της ψυχής της. Η καρδιά της.
Πάντα σαν το ζιζάνιο χωνόμουνα στην αγκαλιά της και όταν ήταν κουρασμένη δεν της μίλαγα. Το καταλάβαινα σαν έκανε ένα ωχ, ωχ, ωχ, Πανήγια μου Κυρά μου, κι αφέντη μου Χριστέ μου.
Προσευχή έκανε, ΄έλεγα μέσα μου, μα γιατί στη σκάλα και γιατί όταν μοιρολόγαγε το Μήτσιο της.
Το προσωπό της όμως κάτασπρο κι αρρυτίδαστο έδειχνε σαν να ήταν νέα. Ήταν η γιαγιά μου τότε 55 χρονών.
Άνοιγε τη τσέπη της, έβγαζε το ντενεκεδένιο κουτάκι με τις πράσινες μέντες και έλεγε πάρτε να γλυκάνει το στόμα σας γυναίκες μου, γιατί πολύ- πολύ μας βασάνισε ο χάρος.
Η γιαγιά μου στα μοιρολόγια της έλεγε νταντέματα στο θείο μου. Πιο κάτω μια γειτόνισσα μάλωνε με το χάρο και του έλεγε.
Αν είχες χάρε δυο παιδιά θα σούπαιρνα το ένα, να σου μαράνω την καρδιά σαν έκαψες κι εμένα.
Ζύμωνε η γιαγιά μου ψωμάκι, έφκιαχνε φαγάκι κι όλο δόξα τον Θεό έλεγε.
Κάναμε χίλιες ζαβολιές, μα ήταν σαν να μην τις έβλεπς.
-Μάλωσέ τα κάπου κάπου, μαμά, της έλεγε ο πατέρας μας.
-Τι κάνουν παιδάκι μου, αυτά είναι ευλογημένα παιδάκια.
-Και μεις τότε ντρεπόμασταν, και τρέχαμε να τη φιλήσουμε, και να την αγκαλιάσουμε. Εκείνη μας φιλούσε τα μαλλάκια μας τα γραμμένα όπως μας έλεγε..
Τα χρόνια πέρασαν. Μεγαλώσαμε. Ήρθαν κι άλλα μέλη στην οικογένεια και άλλα παιδιά.
Εκείνη η γιαγιά μας γερασμένη στέκουνταν ορθή. Είχε χάσει τον παππού μας.
Αυτός αναπαύκε έλεγε και ένα δάκρυ χάραζε γραμμή στο προσωπό της που όμως ακόμα ήταν αρρυτίδιαστο.
Με τα παιδιά στις διακοπές τρία αυτοκίνητα φτάναμε στη μικρή μας πόλη.
-Γιαγιά θα πάμε να φάμε έξω.
-Ήρθαν τα παιδιά μου, και θα φάνε έξω.
Τι τα θέλω τα ξάλμα έλεγε για τα χέρια της, αν δεν μπορούν να κάνουν μια πίτα για τα παιδιά μου. Και έκανε την κριγιασόπιτα,στο μεγάλο σινί και την έψηνε στη γάστρα. Και πάνω στην πυρουστιά, στη φωτιά, έβαζε το κακκάβι να κάνει και μπαρμπουνοφάσουλα λουβιά φρέσκα από τον κήπο.Έβγαζε και τυρί μπόλικο από τον ντενεκέ. Οι ντομάτες είναι από την Σταυραινα μας έλεγε.Το πήρα από το Ζορκάδι το τυρί, το έχει από τον τάδε τέτοιο τυρί δεν έχει η Αθήνα. Κασέρι και γραβιέρα έπαιρνε από τα παιδιά του Κωλέτση νομίζω..
Εντάξυ όμως αύριο θα φάμε έξω. Και το μεσημέρι και το βράδυ.
-Κάνει πολύ το αυτοκίνητο να μας πάει στη Γλυκή;
-Όχι σαν να πάς με τα πόδια στο Ραχούλι και λιγότερο.
-Ε΄τότες να με πάτε στο Νίκο, να φάμε εκεί, να δω και την ξαδέρφη μου, να δω και τους κουμπάρους μας, τους Τσιαλαίους.Πέταγε η καρδιά της και με τη μάννα μου ήταν σε ευθεία γραμμή. Ότι έλεγε η γιαγιά μας το πισθάγκωμε η μάννα μας.
Και πηγαίναμε. Μα η μάννα μας το πρωί έστελνε τον αδελφό μου τον Παύλο να πει στο Νίκο να έχει ψητό κατσίκι από το Σούλι.
Και κείνος είχε και φρέσκα ψάρια από το ποτάμι. Και καλαμπόκια που θα τα έψηνε στη φωτιά όταν αποσώζαμε το φαγητό.
Της άρεσαν της γιαγιάς τα ψάρια. Της μάννας μας τα γεμιστά. Και μόλις φτάναμε έμπαινε στην κουζίνα με τη θεια και έξω ένα τραπέζι με τριάντα άτομα.Και πέρναγαν γνωστοί και το τραπέζι μεγάλωνε.
Και όσο να κόψουν το κατσίκι το τραπέζι γέμιζε λουκάνικα ψημένα, τυρί και ομελέτες.
Να και γω στα καλαμπόκια να μαζέψω βλίτα, εγώ το βλίτο. Και να τα πλύνω στο ποτάμι και να τα βράσω για σαλάτα.
Μάζευα και μια τσάντα τρυφερά και στύφνο και αντράκλες με μπόλικο άνηθο να κάνουμε λαχανόπιτα με τυρί.
Ετούτη Λένη σου μοιάζει, της έλεγαν και η γιαγιά έλεγε τη μάννα της μοιάζει, είναι προκομέμη.
Γιατί πότε έμαθε να κάνει δουλειές; Έλεγε η μάνα μου.
Ξέρει άλλα νυφούλα μου.
Η μάννα μου, που ήταν μια δυνατή, δυναμική γυναίκα. Δεν μπορούσε να καταλάβει το δεν μπορώ.
-Όλα τα μπορεί ο άνθρωπος, θεριό είναι ο άνθρωπος έλεγε. Έσκαψα τη γη με τα χέρια μου να θάψω το μαξούμι μου και γύρω έπεφταν τα βόλια και οι μπόμπες.
Η μάννα μου πάντα κοίταγε να μην στεναχωρήσει τα πεθερικά της. Ήταν καλοί άνθρωποι. Τους είχε μεγάλο σεβασμό.
Η μάννα μας ήταν από άλλη γενιά, τρανή. Φαίνουνταν κι ας τη γνώριζες για πρώτη φορά. Ήταν σαν να είχε άστρο.
Είχε τα χαρακτηριστικά λαδιά μάτια της μάννας της που τα είχε από τη γιαγιά της ,με καφετιές βούλες μέσα.
Έτσι σαν αστέρι λαμπερό έζησε στο τόπο μας. Μα κι όταν ξετοπίσαμαν και πάλι έλαμπε, περίεργο πράγμα.
Μέχρι σαν έβγαζε λόγο η αγράμματη μάννα μου της τετάρτης δημοτικού, όλοι την άκουγαν με προσοχή.Τη χειροκροτούσαν και ξεσήκωνε ένα μικρό χαμό… Ο λόγος της ήταν κοφτός και σταθερος.
Πολλά μεγάλα και μικρά περνάει ο άνθρωπος. Εκείνο που του γλυκαίνει τα στερνά είναι η αγάπη και η γιαγιά μας την είχε όπως και η μάννα μου.
Η γιαγιά μου στα στερνά της ήταν στη θεία μου τη Γιωργίτσα και έφυγε πλήρης ημερών.
Η Γιωργίτσα πρώτη νοσοκόμα.
Η μάννα μου που είχε το ίδιο καρφί στην καρδιά της με τη γιαγιά μου αφού και κείνη έχασε το Χρήστο μας στα είκοσί του χρόνια.Είχε χάσει όμως πολλά παιδιά μικρά δυο τριών χρονών….
Πίκρες που έχει η ζωή, και βάσανα μεγάλα.
Έχει και χαρές πολλές. Μα την έλλειψη του παιδιού δεν την ξεχνάς ποτέ.
Η γιαγιά μου πάντα συμμερίζονταν τη μάννα μου. Έχασε τόσα παιδιά έλεγε. Πικρό λόγο δεν μου είπε, κι ας ήτανε φαρμάκι από το θάνατο η καρδιά της.
Αυτά τα λίγα λόγια, γράφτηκαν σαν μια προσευχή στη μνήμη της μάννας μου και της γιαγιάς μου.
Μπορεί και για τον εαυτό μου, που με ευλόγησε ο Θεός με καλά παιδιά κι εγγόνια.
Μου λένε είσαι τυχερή. Και είμαι. Αφού μένω με τα παιδιά μου που με σέβονται και με αγαπούν. Και γω τα αγαπώ πολύ και να δεις που σκέφτομαι πότε θα τελειώσει ο Παναγιώτης μου να παντρευτεί με την κοπέλα του να δω και δισέγγονα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Ανοιχτή επιστολή

Αγαπημένε μου αδελφέ Δημήτρη, περαστικά.
Δεν ξέρω αν πρέπει να έρθω γιατί αν συγκινηθείς μπορεί να σου κάνω κακό μα κι αν δεν έρθω ίσως νομίζεις πως δεν νοιάζομαι για σένα. Βέβαια Δημήτρη μου, έχεις γύρω σου την οικογένειά σου. Όμως να, εγώ φαντάζομαι και νομίζω πως με χρειάζεστε, όπως τότε, παλιά, που ήμουν η μεγάλη και σεις τα μικρά. Όλοι θα θέλαμε να είμαστε εκεί και να σου κάνουμε πλάκες. Και γιατί όχι, να μας κάνεις και συ.
Εγώ σήμερα αδελφούλη μου, όλη τη νύχτα έπαιζα κρυφτό με τις αναμνήσεις μας.
Πέντε χρονών εγώ σε κρατούσα από το χέρι γιατί ήθελες και συ να έρθεις στο σχολείο στο νηπιοτροφείο. Και γω σε έπαιρνα αγοράκι μου να πάμε. Και ύστερα ήθελες να γυρίσεις στη μαμά. Και γω η σεργιανιάρα άλλο που δεν ήθελα σε πήγαινα στη μαμά και γύριζα ξανά στο νηπιοτριφείο.
Από μικρός 4-5 χρονών κρατούσες σφεντόνα, δεν θυμάμαι όμως να σκότωσες πουλάκια.
Έπαιζες με τα αγόρια του Παπαγρηγορίου,και γω με την Ελένη του Κούρτη.
Ύστερα σου άρεσε τόσο η φύση οι δουλειές που κανένα από τα παιδιά της γειτονιάς δεν έκανε. Εσύ με το Γιώργο τον ξαδελφό μας εκάνατε φάρμα κουνελιών και περιστεριών σε ξένο χωράφι κοντά στο ποτάμι..
Πόσο έκλαψα που σε χτύπησε η μαμά μας. Και τότε μου έδωσε και μένα μια, για να κλαίω δίκαια, όπως μου είπε.
Μεγαλώναμε αδελφούλη και πάντα αγαπημένα όλα, όμως εγώ ήμουν κορίτσι και σας χάλαγα τα παιχνίδια.
-Τοτέ σου έλεγα, γιατί δεν με θέλετε;
-Σε θέλουμε και σε αγαπάμε, μα δεν ξέρεις μπάλα και χάνομε.
Πόσο όμορφα ήταν στην πόλη μας! Τα βράχια μας, οι μεγάλες πέτρες, που σαν ανεβαίναμε τρέχαν τα φίδια να κρυφτούν μας έτρεμαν.Και μεις δεν τα σκιαζόμασταν.Για να πω την αλήθεια εγώ δεν τα έβλεπα, γιατί στα παιχνίδια ξέχναγα τα γυαλιά μου και δεν έβλεπα. Μη τολμήσεις να με πεις στραβάδι ούτε γκαβή. Μια χαρά είμαι τώρα που για πρώτη φορά δεν χρειάζομαι γυαλιά. Ο γιατρός μου, κάνοντας μου εγχείριση στον καταρράκτη μου, μου έφκιαξε και τη στραβωμάρα μου. Τη μυωπία και αστιγματισμό μου.
Εκεί τότε αδελφούλη είχε όλες τις εποχές, τις ένοιωθες τις μύριζες, καθώς η γη άλλαζε τη στολή της. Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας. Και κάθε μια εποχή είχε με δικές της χάρες,με διακριτές όλες τους τις διαφορές. Η ομορφιά της γης, σε έναν τόσο μικρό τόπο. Άπαρτα βουνά, κάμποι, ποτάμι,το Κεφαλόβρυσο και πηγές τόσες πολλές, που δεν τις γνωρίζαμε όλες και κει στον κάμπο η λίμνη μας η Χότκοβα.Και όλα αυτά με μεγάλη ιστορία. Κωκκυτό λένε το ποτάμι μας το αρχαίο. Έλλα την αρχαίο πόλη μας. Κάστρα από όλες τις εποχές. Εκκλησιές μοναστήρια εκκλησάκια δείγματα σεβασμού των ελλήνων της ιδιαιτέρας μας πατρίδας στο Θεό μας και στους Αγίους του.
Παραμύθια με δράκους, κοντονούρηδες και μακρυνούρηδες, με στρατηγούς και άρχοντες που όριζε ο Βασιλιάς. Με αρχόντισσες καλές και κακές. Τον Αράπη στον πλάτανο ,,,,,Το μαγικό καρύδι του…..
θυμάμαι αδελφούλη μου, ένα Καλοκαίρι, που το περάσαμε σε διάφορα χωριά με τον πατέρα μας.
Θυμάσαι ένα Χειμώνα, τζάκι σχολείο μα και Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και τα Άγια Θεοφάνια. Γιόρταζε ο πατέρας μας ο Βασίλης, ο αδελφός μας ο Χρήστος και ο Φάνης μας.
Πως να μην χαίρεσαι το Χειμώνα, με το τζάκι τις γιορτές τις διακοπές από το σχολείο; Και παιχνίδια μικρά ασήμαντα ίσως, μα άγνωστα σε πολλά παιδιά. Και πάντα καινούρια ρούχα που μας τα έραβε η θεία η Γιωργίτσα με τη μαμά μας.
Αυτό το γράμμα αγάπη μου θα το διαβάσεις όταν γίνεις καλά και πιούμε καφέ στη θεία μας τη Γιωργίτσα.
Και την Άνοιξη που όλος ο κόσμος ήταν λουσμένος στην πρωινή δροσιά στης Άνοιξης τα χρώματα και τα αρώματα.
Το ξέρω πως τώρα είναι τα δύσκολά μας Δημήτρη μου, όμως θα περάσουν και θα βρεθείς ξανά στο σπίτι σου να σε αγκαλάζουν τα εγγονάκια σου και οι κόρες σου, με τη Βιργινία σου να σε ψιλομαλώνει γιατί ξεχνάς τα φάρμακά σου.
Όλοι προσευχόμαστε να γίνεις γρήγορα καλά. Είμαστε δυνατά σκαριά οι Παυλαίοι.
Ύστερα σε περιμένουν τα εγγονάκια σου όπως είπαμε, να τα πηγαίνεις βολτα και να τους παίρνεις ζαχαρωτά και παιχνιδάκια.Για τα παιδιά όχι για μας.
Θυμάστε βρε τα βατραχάκια που μας έφερνε ο μπαμπάς και τα βάζαμε στα παπούτσια μας και καθώς περπατούσαμε ακούγονταν ο θόρυβος. Εκείνα τα πουλάκια τα κόκκινα που σαν τα πιέζαμε κάνανε τσίου τσίου,,,,
Αγάπη μου θυμήσου τα Καλοκαίρια τα τρελα. Ένα μήνα στο χωριό της μάνας μας, ξεγνοιασιά, με τη σφεντόνα να τρέχεις με τα ξαδέλφια μας για πουλιά, και γυρίζατε με τις τσέπες γεμάτες κράνα και πετροκέρασα.
Αγαπημένε μου αδελφέ. Αγωνιστής ήσουν και είσαι. Πρέπει να νικήσεις και αυτή τη φορά.Είμαι σίγουρη πως θα νικήσεις.
Γεννηθήκαμε αγωνιστές και νικητές. Φέτος την Άνοιξη και το Καλοκαίρι θα προσέξεις, όπως κάνω εγώ. Πως θα έλεγε η μάνα μας. Τον φυλάει αυτή τον απαυτό της. Θα φυλάτε και σεις τον δικό σας απαυτό.
Γιατί σαν περάσει το Καλοκαίρι θα έρθει το φθινόπωρο. Και εσυ ως γνήσιο παιδί της γης θα τη σκάψεις να την ετοιμάσεις για τη σπορά. Όταν έρχονται τα παιδιά και τα εγγόνια σου να χαίρονται το περβολάκι σου. Τώρα εγώ σου λέω βάλε κάποιον για το σκάψιμο. Μετά εσύ τα φροντίζεις. Θυμάσαι όπως όλη την ημέρα είμασταν στο περβόλι του παππού μας του Παύλου και της γιαγιάς μας της Ελένης.Θυμάσαι, που μήτε να φάμε δεν πηγαίναμε στη μάνα μας, τρώγαμε στη γιαγιά μας πάντα.
Θυμάσαι που θέλαμε ακόμα και να κοιμώμαστε εκεί;
Είμαι η μεγαλύτερη από όλους σας. Πάντα ήμουν το σαραβαλάκι. Αντέχω. Θα αντέξεις και συ.
ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ έγραφε το κάδρο της γιαγιάς μας. Και αυτό θα περάσει.
Πολλά μας ήρθαν μαζεμένα. Μα είναι για όλον τον κόσμο. Πόση χαρά νοιώθω όταν όλοι μου λένε πόσο καλός είναι ο Δημήτρης τι καλόκαρδός τι δουλευτής΄.
Λοιπόν αγαπημένε μου αδελφέ προσεύχομαι να γίνεις καλά. Χρωστάμε στον εαυτό μας κάτι τα τρία τα μεγάλα, μια εκδρομή στα χωριά που υπηρέτησε ο πατέρας μας Από την Τσουκνίδα μέχρι την Ελευσίνα. Χρωστάμε να πάμε για καφέ στη Δραγουμή στο Παγκράτι, στο Ραχούλι. Να ανεβούμε όχι με τα πόδια αλλά με αυτοκίνητο στην Αγία Μαύρα στην Αγία Τριάδα και στο Λευτροχώρι, στην Κρυσταλλοπηγή που εμείς τη λέγαμε Κεφαλόβρυσο…Να πάμε στη Γλυκή στο μαγαζί του Νίκου που το έχει ο γυιος του ο Θωμάς. Προσκύνημα στο Σούλι γιατί και κει έβαλε τη σφραγίδα του ο πατέρας μας.
Αγάπη μου, προσεύχομαι να γίνεις γρήγορα καλά.Και μη σε νοιάζει ακόμα κι αν περπατάς με μπαστούνι.
Χρόνια παρέα μου είναι το μπαστουνάκι μου. Ωραίο είναι. Σε αγαπώ πολύ. Αγωνίσου δίπλα σου οι κορούλες σου η Βιργινούλα σου που είναι σπουδαίο παιδί και σπουδαία γιατρός,,,, τη Ματούλα με τα εγκονάκια σου…Τη γυναία σου,,, όλοι δίπλα σου είναι. Και μεις με την προσευχή μας.
Περαστικά αγάπη μου, ευχομαι σε λίγες μέρες να σου διαβάσουν αυτό το κείμενο. Γιατί όπως ξέρεις ποτέ δεν μπορώ με το στόμα να πω της καρδιάς μου τα αισθήματα και συναισθήματα.
Η μεγάλη σας αδελφή που όλα σας την ακούγατε ακόμη και όταν ήταν λάθος
Ξέρεις σε αυτήν την εκδρομή θα ψάξουμε να βρούμε μαθητές και μαθήτριες του πατέρα μας.
Να βρούμε τους μαθητές του, να μας μιλήσουν για το δάσκαλό τους, για τον πατέρα μας, για τον Βασίλη Π Παυλίδη.
Έχεις δίκιο ότι σήμερα είμαστε προδομένοι σαν λαός, από τα βλαστάρια που μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν και μας έφεραν σε αυτήν τη κατάσταση.
Μου μιλούσες για τη σύνταξη που στην κουτσούρεψαν κι ας είχες σαράντα και χρόνια εργασίας.
Και γω, ως συνήθως σου απαντούσα. Τι να κάνουμε; Είναι για όλον τον κόσμο. Δόξα τον Θεό.
Αδελφούλη μου έσω δυνατός.
Θυμάσαι που μικρό παιδί πήγες για πρώτη φορά σε δουλειά στην Αθήνα. Δεν ήσουν τότε ούτε δέκα πέντε χρονών.
Θυμάσαι πως ήσουν τρελαμένος που ο Μαυρίδης ο εργοστασιάρχης σου έδωσε πάνω απο το μεροκάματο;Παραγωγή το είπε.
Άντε λοιπόν να γίνεις γρήγορα καλά να παίξουμε και τάβλι. Έχει παραγίνει καλός ταβλαδώρος ο Φάνης.
Φιλιά. Περαστικά σου αγάπη μου.Ο Θεός μαζί σου.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Πρωταπριλιά

Καλημέρα σας και καλό μήνα.
Κάποτε μια μέρα σαν κι αυτήν ψάχναμε να βρούμε κάποιο ψέμα, να το πούμε και να το πιστέψουν όλοι, όσοι το ακούσουν.
Αυτά τα ψέματα που αμέσως ο ψεύτης τα μαρτυρούσε έκανε όλους να γελάσουν λέγοντας και του χρόνου με υγεία.
Πως βγήκε τούτο το έθιμο εγώ δεν το γνωρίζω. Ξέρω όμως πως συνυπήρχε με το έθιμο του Αγιασμού της πρώτης κάθε μήνα. Ακόμη και αν έβρεχε του μαγικού νερού. Έτσι λέγανε το νερό της Πρωταπριλιάς. Ακόμη Πρωταπριλιά χάραζαν τα κλήματα στις κρεββατίνες για να μαζέψουν το καλυτντικό τους δάκρυ.
Χαρούμενος μήνας ο Απρίλης.
Η μέρες ξενοίγουν το κρύο σιγά σιγά μας αποχαιρετά και ο κόσμος μας, γέμιζε χρώματα αρώματα, πεταλούδες, ζωή….
Τα ποτάμια γίνονταν ελκυστικά και τα σπίτια ζωήρευαν από τα χελιδονάκια που έστηναν τις φωλιές τους κοντά στον άνθρωπο.
Λένε πως τότε που έγινε ο κατακλυσμός του Νώε, και στην Ελλάδα έχουμε κατακλυσμό με σωσμένους τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα, τότε που στην Ελλάδα μας υπήρχε η γενιά των χάλκινων ανθρώπων, και στην Κίνα και σε όλον τον κόσμο έγινε κατακλυσμός,, λένε πως όταν σταμάτησε να πέφτει νερό, όταν η Κιβωτός ακούμπησε στο όρος Αραράτ τότε ο Νώε είπε στο κοράκι πήγαινε να μου πεις τι γίνεται στον κόσμο.
Πήγε το κοράκι βρήκε πτώματα και το έριξε στο φα’ι’ ξεχνώντας τον σκοπό για τον οποίο πήγε.
Τότε ο Νώε έστειλε το κουνούπι.
Αυτό αποφάσισε να πει ότι όλα είναι κατεστραμμένα και τίποτε δεν ζει πολύ τραγικά.
Το χελιδόνι παρακάλεσε το κουνούπι να πει πως η βροχή σταμάτησε και πως όλα σιγά σιγά στρώνουν φαίνονται κάμποι δένδρα βουνά….
Γέλασε το κουνούπι σκληρά, θα τα πω όπως εγώ νομίζω είπε υπεροπτικά. Και τότε το χελιδόνι του έφαγε τη γλώσσα.Ήθελε να μπορέσει ο Νώε να ξαναφκιάξει τον κόσμο.
Πάει λοιπόν στο Νώε το κουνούπι και δεν μπορεί να μιλήσει κάνει μόνο ζβμ ζβμ ζβμ και γυρίζει γύρω γύρω….
Τι λες; Ρωτάει ο Νώε; Βζμ, βζμ , κάνει το κουνούπι και γυρίζει γύρω από το χελιδόνι.
Μα τι λέει ξαναρωτά ο Νώε.
Λέει να σας πω εγώ, να, να στείλουμε το περιστέρι.
Ας το στείλουμε το περιστέρι λέει ο Νώε.
Έτσι και έγινε.
Σε λίγες μέρες το περιστέρι γύρισε κρατώντας στο στόμα του ένα κλαδάκι ελιάς.
Αυτό το κλαδάκι είναι το σύμβολο της συμφωνίας των ανθρώπων με τον Θεό, ‘οπως και το ουράνιο τόξο που σκέπασε τη γη.
Αυτά για τα παλιά τα χρόνια.
Τι γίνεται τώρα;
Τώρα οι πάντες διαβρωμένοι από την ύλη, την καλοπέραση και την τεμπελιά έπαψαν να πιστεύουν στα ιδανικά του ανθρώπου.
Αγάπη, καλοσύνη, εργασία, ιδανικά έχουν πνιγεί στη χαβούζα της αθε’ι’ας του υλισμού.
Ακούς τους κουφικέφαλους να σου λένε δεν υπάρχει Θεός και συ λες, Θεέ μου συγχωρεσέ μας δεν ξέρουν τι λένε, δεν βλέπουν το Μεγαλείο σου.
Τα διδάγματα των αρχαίων μας προγόνων, η γλώσσα μας, ο Χριστός μας ξεχάσθηκαν.
Ο δρόμος μπροστά μας, είναι η καταστροφή.
Ο καιρός του τέλους των Ελλήνων είναι εδώ μπροστά μας.
Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…. Αυτό δεν τραγουδάμε ακόμη κάποιοι;
Ναι αλήθεια είναι πως η Ελλάδα μας ποτέ δεν θα πεθάνει,,, αλλά αν δεν γεννιούνται Ελληνόπουλα πως θα ζήσει;
Σαν τόπος, μπορεί. Μα αν δεν υπέρχουν Έλληνες τότε θα λένε μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια χώρα η Ελλάδα που…….
Ας πούμε στον εαυτό μας τη σκληρή αλήθεια.
Μόνο εμείς μπορούμε να σώσουμε την πατρίδα μας.
Σήμερα και κάθε μέρα ας λέμε στον εαυτό μας ΑΛΗΘΕΙΕΣ. Ας θυμηθούμε τους Αγίους μας, τους Ηρωές μας, να πριν λίγα χρόνια τους πατεράδες μας… Έτσι μπορεί να σώσουμε την Ελλάδα μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.
Και επειδή η μυθολογία μας είναι πολύ ωραία και διδάσκει ας τη μαθαίνουμε στα παιδιά και τα εγγόνια μας.
Ας τους πούμε για τον ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ, ΤΟΝ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΥΡΡΑ
Είναι ένας πολύ ωραίος μύθος.

Απρίλης

Μάρτης τριάντα.
Πότε πέρασε και τούτος ο μήνας.
Τρέχει ο χρόνος σα νερό, με ταχύτητα ανέμου και μεις μετράμε το σήμερα που γίνεται αύριο και μεθαύριο.Που πολλές φορές ξεχνάμε να το ζήσουμε. Ξεχνάμε γιατί κυνηγάμε τη ζωή, που την κρατάμε στα χέρια μας, και,, την αφήνουμε για αύριο…ένα αύριο που πάντα είναι σήμερα. Την αφήνουμε έτσι να περάσει χωρίς να τη δούμε, παρα μόνο, όταν μας το θυμήσουν οι ρυτίδες της ψυχής μας.Οι ρυτίδες του προσώπου; Μα ποιος νοιάζεται γι΄αυτές…..
Μάρτης 30 και σε δυο μέρες ο Απρίλης.Και γω σκλάβα των αναμνήσεών μου.
Κοιτώ τα βλαστάρια μου, ο μεγάλος μου εγγονός, φοιτητής πάει Θράκη. Η μικρή που πάει λύκειο θα πάει Κέρκυρα, θα μείνουν όμως και μια μέρα στα Γιάννενα.
Που πήγαμε τότε εμείς; Στους Δελφούς.
Αχ Απρίλη μου, αχ, πόσα δεν θυμάμαι, πόσα δεν έχω μπροστά μου σε φωτογραφίες. Εδώ με το σχολείο στο Καρυώτι, εκεί στην Παναγία στα χαλάσματα, στη Μεγάλη Βρύση, κλπ κλπ κλπ.
Εδώ προσφέροντας λουλούδια στη Βασίλισσα εκεί στις γυμναστικές επιδείξεις, ποιο δίπλα με τα κορίτσια του Γυμνασίου του Αιγάλεω που τα φιλοξενήσαμε στα σπίτια μας στην εκδρομή τους στην Παραμυθιά.
Κλείνω το Αλμπουμ, μα το ξανανοίγω. Βλέπω την Αθηνά του Πέτσα, φίλη αγαπημένη, δεν είναι εδώ, έφυγε στα είκοσί της χρόνια. Βλέπω και λείπουν πολλοί, που έφυγαν νέοι.
Κλείνω με πίκρα το άλμπουμ αλλά τι να σας πω, πάντα διώχνω την πίκρα μου, κανείς δεν θέλω να με δει θλιμένη δεν μου ταιριάζει. Πως θα διατηρήσω τον τίτλο της χαζοχαρούμενης αν είμαι θλιμένη;
Απρίλης με τα λούλουδα και Μάης με τα δώρα λένε στα χωριά μας.
Και γω που ότι θυμάμαι χαίρομαι θα σας πάω πίσω στα μικράτα μου στην Πρωταπριλιά.
Πρωί- πρωί, όλες οι τσούπρες πήγαιναν στην εκκλησιά για Αγιασμό. Κάθε πρώτη του μήνα όλες οι εκκλησίες έκαναν Αγιασμό.
Να πιούμε όλοι από λίγο και ύστερα να ραντίσουμε το σπίτι και τα κήπια μας, τις αυλές και τα ζώα μας.
Tην πρώτη του Απρίλη αν βρέξει μαζεύουμε το νερό που έχει μαγικές ιδιότητες για την καλονή μας μα και για την τύχη μας όπως και το δάκρυ της κληματαριάς.
Γιατί; Δεν το ξέρω. Ξέρω όμως πως το μάζευαν και το έβαζαν σε νταμιζάνα.
Αυτή τη μέρα όλοι είχαν τον νου τους να μην ξεγελαστουν γιατί όλοι θέλαν να πουν ένα αθώο ψέμα που να γίνει πιστευτό.
Θυμάμαι μια γειτόνισσα που φώναζε κλαίγοντας. Αχ αχ αχ μωρ τσούπρες μου, πήραν φυλακή το δεσπότη μας και κλαίγανε τα παιδάκια του, λαχτάρησα.
Τι λες μωρή, που είναι τα μαύρα, μή και χρειάζονται τίποτες;
Και έπεσε πλατύ γέλιο από τις πολλές. Πρωταπριλιά μωρή πάει την έπαθες.
Μα στην ουσία η Πρωταπριλιά είναι η αρχή της Άνοιξης.
Τώρα ο ήλιος γίνεται λαμπερός, οι στάλλες πάνω στα χορτάρια δεν είναι από βροχή αλλά τα διαμάντια της νυχτερινής δροσιάς που σε λίγο θα ανέβει θυμίαμα, στον Πλάστη και Θεό μας.
Τα βράδυα, θα είναι δροσερά τόσο που θα κρατάμε ένα ζεστό μάλλινο ζακετάκι γιατί ακόμα έχει κρύο.
Δειλά- δειλά τα κοριτσάκια βάζανε τα ελαφρά πουκάμησά τους με ένα γιλέκο καρό ή ριγέ ακόμα και μονόχρωμα.
Το ίδιο και τα αγόρια.
Διάβασμα, όσο πιο πολύ μπορούσαμε. Στο κάτω- κάτω της γραφής τι μένει; Λίγος καιρός.
Βγάλε το Πάσχα, βγάλε τις εξετάσεις και τις γυμναστικές επιδείξεις, πάει κι αυτός ο χρόνος.
Απρίλης.
Ο καταπράσινος κάμπος ντύνεται στα κόκκινα με τις παπαρούνες, στα κίτρινα με τα νεκρολούλουδα, στα ροζ με τα κυκλάμινα τις ανεμώνες, Θεέ μου ποια ομορφιά μπορεί να σκεπάσει αυτήν την μυρωμένη ζωγραφιά του Απρίλη.Αυτούς τους πίνακες που ο Θεός μας χάρισε απλώχερα.
Και κείνο το αεράκι που λυγίζει τα στάχυα του σταριού που ακόμα είναι πράσινα και κάπου κάπου ανάμεσά τους να χορεύουν οι σταρίθρες γλαδιόλες τις λένε επιστημονικά.
Στα βραχώδη μέρη κι από αυτά η πόλη μας είναι γεμάτη, ξεφυτρώνουν μελισσάκια μα και σαπούνια που όμορφα ψηλά δείχουν τα πολυκέφαλα μπουκέτα τους. Και μεις να τα κόβουμε για να σαπουνίζουμε τα χέρια μας στη βρυσοπούλα.Και απορούσαμε με τη σαπουνάδα που γέμιζε τα χέρια μας.
Απρίλης, κι ο πλάτανος μας γεμίζει μεγάλα δροσερά φύλλα που το αεράκι τα κάνει να τραγουδούν, το δικό τους σκοπό, δίπλα στο τραγούδι του νερού της βρυσοπούλας μας.
Όλα τα σπίτια μας, είναι ασπρισμένα. Μερικά έχουν το χρώμα του ελαφριού γαλάζιου, του γαλάζιου του ουρανού.
Απρίλης, ο μήνας της χαράς.
Τον Απρίλη, το Πάσχα γίνονται οι περισσότεροι γάμοι.
Αχ, πώς περνάει ο καιρός.
Αχ, πόσο πολυ νοσταλγώ τα χρόνια εκείνα, με τις μικρές χαρές μα με την πανέμορφη φύση που τη στερούμαστε. Τώρα πάμε μια έξοδο μέχρι τους πρόποδες της Πάρνηθας, ή στο Κρυονέρι και γυρίζουμε γεμάτοι με ευχαρίστηση.Τότε όλα ήταν ένας πίνακας ζωγραφικής.

Τότε ζούσαμε σε έναν Παράδεισο που δυστυχώς τον σκέπαζε το αλουμινόχαρτο του πολιτισμού που το νομίζαμε χρυσάφι.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Μάνα πεινάω

Την ιστορία αυτή, μας την έλεγε η γιαγιά μου. Ήταν τότε το 1917.
Ιταλικές και αλβανικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Θεσπρωτία μας.
Για λίγο καιρό. Mα αν σκεφτεί κανείς, πως μόλις to 1913 είχαμε απελευθερωθει και πως ακόμα αφεντάδες στις περιουσίες, ήταν οι αγάδες, καταλαβαίνει τη φτώχεια των Ελλήνων και μάλιστα αυτών που ζούσαν σαν φαντάσματα στις άκρες της πόλης μας.
Πείνα μεγάλη έπεσε τον καιρό εκείνο στη Θεσπρωτία, μα και αρρώστεια κακιά.
Ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Τα πρόσωπα έγιναν ωχρά και τα μάτια μεγάλωσαν σα να ζητούσαν να βρουν σε λίγους άγριους σπόρους, τον Θεό.
Το παιδί ήταν τότε μόνο τριών χρονών.
Πείναγε πολύ. Όλοι πείναγαν. Νοικοκύρηδες ήταν. Μα τούτος ο καιρός έφερε χάλια πολλά.Η πείνα και η αρρώστεια χτύπησε όλες τις πόρτες των Ελληνων.
Οι άλλοι είχαν, κι αν δεν είχαν άρπαζαν, άρπαζαν από όπου έβρησκαν.
Μάνα πεινάω.
Στον κήπο είχαν φυτέψει απ όλα΄. Όμως μια χαλασιά, ένα κακό, τι να μολογήσουν. Ευτυχώς τα καμπρολάχανα έμειναν μεγάλωναν και θέριεψαν. Έτσι, η μάνα έκοβε φύλλα τα έβραζε στο κακάβι στη χόβολη και τα έβαζε μπροστά να φάνε. Τους έριχνε και λίγο λάδι.
Μάνα πεινάω.
Άπλωνε το χέρι της και του έδινε να φάει το βρασμένο λάχανο.
Δεν το ήθελε.
Έκλενε το στόμα του.
Μάνα πεινάω.
Τότε πήγε η μάνα στον κήπο έκοψε ένα ολόκληρο λάχανο, καθάρισε το κοτσάνι, και έμεινε το μέσα η ζουμερή καρδιά και το έδωσε στο παιδί της να φάει. Δεν το έφαγε.
Μάνα πεινάω.
Φάε παιδάκι μου, φάε, του είπε δακρυσμένη, φάε ετούτο το καλό..
Δεν θέλω άλλα κάκανα, θέλω τσιωμί θέλω τσιωμί.
Αυτό δεν είναι λάχανα, φάτο παιδάκι μου.
Δε θέλω κάκανα δεν θέλω τσιοκάνια. Θέλω τσιωμί.
Που να το βρει το ψωμί!
Σκέφτηκε να το σκιάξει. Έπρεπε να φάει από τα λάχανα, αλλοιώς θα της πέθαινε.
Το πήρε στην αγκαλιά της.
Αυτό νόμισε πως θα του δώσει ψωμί.
Την αγκάλιασε σφιχτά, δεν θέλω άλλα κάκανα, θέλω τσιωμί.
Βγήκε έξω με το παιδί στην αγκαλιά της.
Περπάτησε σιακάτ. Έφτασε μπροστά από ένα πηγάδι και δείχνοντας το πηγάδι, του είπε.
Θα φας λάχανα, αυτό έχουμε. Αλλοιώς θα σε ρίξω στο πηγάδι.
Έκανε πως το σπρώχνει στο πηγάδι.
Ούρλιαξε.
Σώπασαι παιδάκι μου, σώπασαι. Το έσφιξε πάνω της και γύρισαν στο σπίτι.
Τώρα θα φάμε ότι μας έδωσε ο Θεός.
Την κοίταξε με παράπονο.Δεν έφαγε.
Μέσα στην ψυχή του, απόμεινε ο φόβος. Η μάνα του ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι. Η μάνα του ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι.Μέσα στην ψυχή της απόμεινε ο φόβος, θα το χάσει το παιδί.
Τα χρόνια πέρασαν, ποιος δίνει σημασία στις πληγές των παιδιών. Σάμπως ξέρουμε πότε πληγώνουμε, ή πληγωνόμαστε;
Κάποτε σε μια γιορτή η μάνα πήγε κοντά στο παιδί της. Πόσο σε αγαπώ παιδάκι μου, του είπε.
Την κοίταξε αυστηρά. Δεν μ΄αγαπάς μάνα. Αν με αγαπούσες δεν θα πήγαινες να με ρίξεις στο πηγάδι.
Είχε ξεχάσει η ίδια το περιστατικό.
Πότε παιδάκι μου, εγώ σε αγαπάω. Τι είναι αυτά που λες;
Πήγες μάνα, πήγες να με ρίξεις στο πηγάδι. Παιδί ήμουν. Τα λάχανα μου έφερναν πόνο στην κοιλιά μου.
Με πήγες στο πηγάδι να με ρίξεις μέσα, να πνιγώ. Κι αν δεν έκλαιγα αν δεν φώναζα θα με είχες ρίξει.
Τι είναι αυτά που λες παιδάκι μου, απλά ήθελα να σε φοβήσω, να φας, να μη μου πεθάνεις, τώρα που είσαι μεγάλος το καταλαβαίνεις αυτό, έτσι δεν είναι;
-Ήθελες να με ρίξεις στο πηγάδι. Δεν με έριξες γιατί φοβήθηκες. Φοβήθκες όταν έκλαψα. Είσαι η μάνα μου. Σου χρωστάω τη ζωή μου, όμως, πήγες να με ρίξεις στο πηγάδι.
Πέρασαν τα χρόνια.Μια χρονιά φεύγοντας η μάνα, γριά πια, από την Αθήνα,έμειναν μεσοδρομής, τους έπιασε στο Ρίο θάλασσα άγρια. Δεκέμβρης μήνας ήταν.
Τα πλοία δεν μπορούσαν να περάσουν, ο κόσμος ήταν αναγκασμένος να μένει στο κρύο.
Έμαθαν από το πρακτορείο τα παιδιά της πως ούτε θα πήγαινε μπροστά, το αυτοκίνητο, ούτε μπορούσε να γυρίσει θα έμενε να περιμένει τον καιρό να κοπάσει.
Τέσσερα παιδιά είχε η βάβω. Κανένα δεν κουνήθηκε να πάει να δει τι κάνει η γριά.
Όλα είχαν τα δικά τους βάσανα.
Ο γυιος της αυτός που φώναζε πως ήθελε να τον ρίξει στο πηγάδι, πήρε το λεωφορείο και πήγε στο Ρίο. Έβγαλε δυο εισητήρια.
Μαζί του είχε ένα παλτό μάλλινο.
Όταν τον είδε στην πόρτα του φέρυ μπόουτ, έβαλε τα κλάματα. Είχε φοβηθεί πολύ. Και να, που ήρθε κάποιος να την πάρει.Ζεστάθηκε η καρδιά της.
-Έλα μάνα, πάμε στο σπίτι μας.
Έτρεμε από τη συγκίνηση. Δεν τον περίμενε. Το ήξερε πως ήταν άρρωστος βαριά. Κάποιον από τους άλλους περίμενε μα δεν ήλθαν.
Την πήγε στο σπίτι του στην Αθήνα.
Της έβαλαν ένα ντιβάνι δίπλα στο ΄τζάκι να ζεσταθεί.Να απλώσει τα πόδια της.
Κάτσε εδώ, της είπε η νύφη της, θα σου φέρω λίγο ζεστό γάλα να πιεις να ζεσταθείς.
Τι γυναίκα είναι τούτη η νύφη, την κοιτάει σα μάνα κι ας έχει τόσα παιδιά.
-Δεν ήθελα να σε ρίξω στο πηγάδι, του είπε.
-Ήθελες μάνα. Ίσως δεν άντεχες το κλάμα μου, ίσως δεν άντεχες να με βλέπεις να πεινάω.
-Δεν ήθελα παιδάκι μου.
-Ήθελες μα δεν κρίνεσαι, γιατί μάνα σε δύσκολους καιρούς,,, μες την ψυχή μας γίνεται χαλασμός, γίνεται πόλεμος. Ίσως δεν ήξερες, ίσως δεν άντεχες. Η πείνα μάνα σε αγριεύει.
Θυμάσαι μάνα, την άλλη πείνα το 1942. Ξερός ο κάμπος, σαψιαλιασμένος από τις φωτιές των οχτρών. Ο κάμπος δεν είχε στάχυ. Δεν είχε ρόκα καλαμποκιού. Όλοι έψαχναν μια ψάνα άγρια βρώμη, μια ψάνα στάρι ξεχασμένο. Τούτον τον καιρό στα μέρη μας μόνο λίγο λάδι είχε, μα ο οχτρός δεν άφηνε να μαζέψουν τον καρπό. Σα φαντάσματα τις νύχτες τα παιδιά μάζευαν όσες ελιές μπορούσαν. Άντε να βγάλεις λάδι στις πέτρες, μέσα στη σκάφη.
Θυμάσαι που δίναμε μια οκά λάδι για μια οκά καλαμπόκι;
Μπορούσες να χορτάσεις μάνα με λάδι και σταφίδες;
Αν δεν φας ψωμί, ότι να φας, δεν χορταίνεις. Όλο θα πεινάς.
Είχαμε λίγο λάδι, ψωμί δεν είχαμε. Είχαμε λίγες σταφίδες ψωμί δεν είχαμε.
Περνούσαν τα χρόνια μα δεν το ξέχασε ποτέ.
Η μάνα του, το έφερνε βαριά.
Και κείνος, είχε μια πληγή στα στήθεια.
Πέθανε πριν από τη μάνα του. Ήταν εκείνη εκεί και του χάυδευε τα λίγα μαλλιά του και το πρόσωπό του.
Η μάνα πέθανε μετά από χρόνια. Το πίστευε, το πίστευε μονολογούσε, το πίστευε πως ήθελα να το ρίξω στο πηγάδι. Ποια μάνα πετάει το παιδί της στο πηγάδι και μάλιστα αγόρι.
Φαντάζομαι πως τη διαφορά θα τη βρουν στον παράδεισο, γιατί οι βασανισμένοι εκεί πηγαίνουν. Το λέει και το Άγιο Ευαγγέλιο.
Αυτή την ιστορία, μου την είπε κάποτε η γιαγιά μου. Έγινε στην Παραμυθιά το 1917 από κατοίκους μόνιμους της Παραμυθιάς. Η πείνα ήρθε όταν οι ιταλοί είχαν αρπάξει πάλι την Θεσπρωτία μας, την πανέμορφη κόρη της Απείρου Χώρας, με το στέμμα της την Παραμυθιά που πολλές φορές έγινε πεδίο σκληρών μαχών.
Καλές γιορτές και .ολοι με τα μάτια μας στραμμένα στο Χριστό μας, στη Ταπεινή Του Φάντη, ας βρούμε το νόημα της ζωής, ας βρούμε το σχοινί του παραδείσου, να κρατηθούμε γερά από αυτό. Αυτό το κομπολόι των προσευχών. Το κομποσκοίνι της πίστης μας, που κάθε κόμπος του, είναι και μια προσευχή.
Κύριε Ελέησον.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Μικρές ιστορίες στην Παραμυθιά του 1950

Γύρισαν ο κόσμος στην πόλη μας. Ο κόσμος που ο πόλεμος τον ξετόρνιασε από δω κι από κει στα βουνά και στα λαγκάδια. Ο πόλεμος τελείωσε. Και η Ειρήνη σαν ολόδροση κόρη πρόβαλε χαρίζοντας χαμόγελο στων πικραμένων τα χείλη.
Τα σπίτια ακόμη και των πονεμένων άρχισαν να ανοίγουν.
Σιγά- σιγά τα σπίτια και οι καρδιές άνοιξαν και τραγούδια ακούγονταν, σε χαρές, σε γιορτές, μα και έτσι απλά, να περάσει η βραδυά.. Μια παρέα νέα παιδιά, ένα ραδιόφωνο, ένα ακορτεόν και να το γλέντι. Όχι, δεν χρειάζονταν τότε ποτά και μεζέδες για να γλεντήσουν. Αρκούσαν τα νιάτα, αρκούσε η ίδια η ζωή.
Μετά από εννιά χρόνια σκλαβιάς, πένθους, βασάνων ήρθε επιτέλους η Ειρήνη να φέρει πάλι το χαμόγελο στον πεινασμένο και δύστυχο λαό μας.Ακόμα και οι βάβες που δεν είχαν πένθος,σήκωσαν το μαντήλι τους και το έδεσαν πάνω στο κεφάλι.
Τα πράγματα άρχισαν να φκιάχνουν. Λίγο- λίγο η ζωή πήρε το δρόμο της. Λίγο- λίγο άρχισαν να καλλιεργούνται τα χωράφια να μαζεύονται οι καρποί από τα δένδρα.
Στα χωριά μας στον κάμπο ο κόσμος φτωχός αλλα το ψωμί το λάδι και την ελιά το είχε και δόξα τον Θεό.
Στην πόλη πολλά δύσκολα υπήρχαν και έδειχναν μεγαλύτερη τη διαφορά στις κοινωνικές τάξεις.
Ακόμη οι γνήσιοι Παραμυθιώτες δεν αγαπούσαν και πολύ τους χωριάτες. Δεν ταίριαζαν πολύ. Άλλος ο κόσμος της πόλης άλλος του χωριού.
Αυτό γιατί η ζωή τους ήταν διαφορετική, οι τρόποι τους ήταν διαφορετικοί.
Οι κάτοικοι της πόλης είχαν άλλη κουλτούρα. Του χωριού οι άνθρωποι είχαν τη δική τους νοοτροπία.
Οι νέοι κάτοικοι, αυτοί που ήρθαν από τα χωριά, είχαν μεγάλη διαφορά, τα έβλεπες από το ντύσιμο, το περπάτημα, μέχρι το καλημέρισμα, τον τρόπο της ζωής τους.
Κοντα μαλλιά, λίγο ρουζ, ένα φόρεμα με ντεκολντε που φορούσαν οι γυναίκες της πόλης προκαλούσαν το κουτσομπολιό στους ανθρώπους των χωριών. Αυτές φορούσαν σκούρα ρούχα μακρυά, φορούσαν μαντήλια μαύρα οι μεγάλες, μαντήλια άσπρα τα κορίτσια και οι νέες κοπέλες και γυναίκες. Τα μαλλιά τους πλεγμένα σε πλεξίδες και το πρόσωπο κουρασμένο και μαυρισμένο, με βαθειές ρυτίδες, που τους χάραζε ο ήλιος, όταν κάτω από τις καφτές του αχτίδες, αυτές αγωνίζουνταν σπάζοντας σβώλια από χώμα ή σέρνοντας τη σβάρνα στο χωράφι. Χάλαγε το δέρμα τους από τα τριάντα τριάντα πέντε χρόνια τους.Μα με τα χρόνια σαν ήρθαν στην πόλη άσπρισαν ομόρφηναν άλλαξαν.
Να τις έβλεπες στο σκάλο ντυμένες με σκούρα ρούχα να σκαλίζουν ολημερίς, χωρίς διάλειμμα, με μόνη διακοπή, να πάρουν μια ανάσα, να πιουν νερό και να βυζάξουν το παιδί που το είχαν μαζί τους με τη σαρμανίτσα.
Αυτές οι γυναίκες σαν ήρθαν στην πόλη είχαν περισσότερο χρόνο για ξεκούραση μιας και τα μεροκάματα ήταν λίγα.
Έκαναν ρόκα, αργαλειό, πλύσιμο μα τα χρήματα λίγα.
Ήταν τότε παραμονή της Αγίας Βαρβάρας, όταν μια γειτόνισσα, κοντοχωριανή της ήρθε στη μάνα μου. Βέργω έχεις λίγο στάρι για μπόλια;.
-Έχω της είπε η μάνα μου.
-Να σου φέρω λίγο καλαμπόκι να μου δόσεις στάρι για μπόλια;
-Άν έχεις ρόκες άστρο φέρε αλλοιώς έχω δεν χρειάζεται. Φέρε ένα αγγειό να σου βάλω.
-Είναι καθαρή η ποδιά μου, βάλε μου στην ποδιά, λίγο εγώ και τα παιδιά θα είμαστε ο αφέντης είναι ακόμα σιακάτ έχει δουλειά ακόμα. Αχ όμως σακατέφκε και φράγκο με το ζόρι το ψωμί.Βάσανα βάσανα.
Της έβαλε η μάνα μου ένα σαγάνι στάρι άσπρο από αυτό που δεν έχει άγανα και είναι πιο νόστιμο.
Την άλλη μέρα ήρθε και είπε, άε μωρή Βέργω τι έπαθα.
-Καλά τι έπαθες μάνα μου, της είπε η μάνα μου με αγωνία.
-Έβαλα τα μπόλια να βράσουν. Τα είχα ώρα, όταν ξαφνικά πετιέται από τη γρεντιά η γάτα μας και πέφτει μες την κατσαρόλα με τα μπόλια.
– Ουι ωρ μαύρη μου και τι έκανες;
-Τι να κάνω την έβγαλα όξω με την κατσαρόλα την πέταξα μακρυά ενώ τα παιδιά άρχισαν να σκούζουν τα μπόλοια μας τα μπόλια μας, θέλουμε τα μπόλια μάνα, θέλουμε τα μπόλια.
Τα άπλωσα σε ένα ντεψί και έριξα νερό άντε να βρεις τις τρίχες από τη γάτα μου μουτέφκε μέσα στα μπόλια.
Σπυρί σπυρί τα καθαρίσαμαν. Τα βάλαμαν ξανά στη φωτιά και τα έβρασα πάλε. Τους έβαλα μέσα και μια τσίκα ζάχαρη έτσι τα έφαγαν και δεν σκάνιασαν.
Α δεν σου είπα, σήμερα η μουτεμένη γάτα ήρθε πάλι η ξάλμη στο σπίτι.
Είπα να τη σκοτώσω μα τρώει φείδια και ποντίκια είναι καλή γάτα.
Η μάνα μου της είπε. Άκου έχω λίγο στάρι ακόμα, να σου δώσω και αν έχεις καλαμπόκι άσπρο φέρε μου λίγο.
Θα σου δώκω και λίγο σταρένιο αλεύρι κάνε καμιά λειτουργιά
Έτσι ήταν τότε. Ο ένας κοίταγε και τον άλλον με ότι είχε.
Η γιαγιά μου μοίραζε πορτοκάλια, η Ζωίτσα του Κούρτη σε όποιον αρρώσταινε η ήταν μόνος του έστελνε γιαούρτι πρόβειο πολύ νόστιμο.
Οι άνθρωποι βέβαια στην πόλη ήταν όπως και τώρα διαφορετικοί.
Όμως αυτή η διαφορετικότητα, ήταν και αυτό που έδινε το χρώμα και τον πλούτο.
Στην Παραμυθιά υπήρχαν και χαρακτηριστικοί τύποι ανθρώπων που έδιναν και κείνοι το δικό τους στίγμα.
Τότε δεν είχα την νοημοσύνη να μπορέσω να μαζέψω αυτά που έλεγαν που πολλά τα νόμιζαν αστεία όμως είχαν πολλή σοφία.
Πέρασαν τα χρόνια η ζωή πέρασε και μέσα της πέρασαν άλλα ήθη και άλλα έθιμα. Τα παλιά ξεχάστηκαν. Αυτά τα παλιά όμως δημιουργούσαν παρεές και φιλίες μέχρι το θανατο.
Τώρα κανείς δεν θα μπορέσει να ξεχωρίσει την κοπελίτσα του χωριού, από την κοπέλα της πόλης.
Νομίζεις πως όλοι οι άνθρωποι, είναι από το ίδιο καλούπι. Ξέχασαν την προσωπικότητά τους, θέλουν να μοιάσουν σε πρότυπα που πολλά είναι θλιβερά ανθρωπάκια χωρίς πραγματική αξία.
Ας περιμένουμε με σκέψη τις γιορτές, με χαμόγελο, αγάπη και αλληλοβοήθεια, ο ένας προς τον άλλο. Ας ξαναβρούμε την ψυχή του Έλληνα την καρδιά του τη λάμψη στα μάτια του.
Ας χτυπήσει στο στήθος μας η Ελληνική καρδιά η Ελληνική ψυχή.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Mπρος και πίσω τ΄ Αη- Νικόλα η καρδούλα του Χειμώνα

Τούτες τις μέρες της έντονής βροχής, θυμάμαι, όλο θυμάμαι. Και είναι μια βίτσα αυτή η μνήμη που βαράει τις πιο κρυφές γωνιές της ψυχής μου. Εκεί που ο χρόνος έθαψε τις αναμνήσεις μου βαθειά. Και ξεχύνονται σαν άλογα ατίθασα προσπαθόντας να βρους το δρόμο της σιωπής. Να βρουν το δρόμο του χαμόγελου και των δακρύων. Τούτες τις μέρες της ξεκούρασης, μετά τη σπορά που έχει τελειώσει, στον κάμπο της Παραμυθιάς, από το Νιοχώρι ώς τη Γλυκή και την Ποταμιά, έρχεται και η ώρα της αγρανάπαυσης και των ανθρώπων, όπως έλεγε ένας μπάρμπας μας ο Αλέξης, παλιός δάσκαλος.
Αγρανάπαυση μπάρμπα, λέμε όταν αφήνουμε τα χωράφια να ξεκουρασθούν.Δεν τα φυτεύουμε για ένα η περισσότερα χρόνια, αυτό λέει ο πατέρας μας.
-Τι να το πω, ανθρωπανάπαυση, δεν πάει.Πάει.
-Δεν πάει.
-Χα, να θυμάστε πως τούτες τις μέρες, από της Παναγοπούλας και μετά αρχίζουν οι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα γα την πρωτοχρονιά για τα Φώτα.
Κάτστε κάτου σκάνδαλα, να σας πω. Ετούτες τις μέρες η μάνα σας θα κάνει μπόλια. Θα τα φάμε πολλές φορές, μα τα μπόλια είναι μια παλιά αρχαία γιορτή, όπως και οι αποκριές. Είναι γιορτές, που έρχονται από την Αρχαία Ελλάδα μας.
Παλιός δάσκαλος ο μπάρμπας, δεν είχε μπει σε τάξη να διδάξει. Τελείωσε το Σχολαρχείο, ήταν δάσκαλος, τότε στο Ελληνικό. Τότε, όπως μας έλεγε ο μπάρμπας, ο δάσκαλος δεν είχε μισθό. Ήταν με ξάι. Ξάι πα να πει με τροφές που του πήγαιναν οι μαθητές. Και ότι του πήγαινε το χωριό. Η φαμίλια του, είχε πολλά γιδοπρόβατα. Τι, να είναι δάσκαλος και να βαράει ντέφι στο ζωνάρι του. Άσε που ο πατέρας του, του είπε. Θες δασκαλίκι θα μάθεις να τρως αέρα κοπανιστό. Μα εμείς τον λέγαμε δάσκαλο και του άρεσε. Και μεις τον αγαπούσαμε πολύ. Κάθε φορά που έρχονταν στο σπίτι κράταγε ξερά σύκα και κυδώνια, μια τσαντίλα τυρί φρέσκο και μια τσαντήλα γκίζα. Η μάνα μας τα αλάτιζε να τα έχει για πίτες στις γιορτές. Βέβαια τυρί έκανε και ο πατέρας της στα μπαντζαριά όμως τούτο το τυρί ήταν το καλύτερο. Έβγαζε και ένα μεγάλο βάζο με βούτυρο λοιωμένο και αρωματισμένο με ντιντιλίνα από το σακκούλι και της έλεγε. Η μάνα σου στέλνει και φάρμακο για τις γιορτές. Να κάνεις κουραμπιέδες και γαλατόπιτες.
Όξω έχω τα λεφτόκαρα να παίξετε τις γιορτές μονά ζυγά. Δεν τα έφερα μέσα γιατί είναι μπροστά τα παιδιά.
Το σακούλι είναι ραμμένο.
Τα μάτια μας καρφώνονταν στα κυδώνια. Περιμέναμε τη μάνα μας να πει. Άντε βάλτε να τα ψήσετε.
Εμάς τα κυδώνια τελείωναν γρήγορα, αφού η μάνα μας τα έκανε γλυκό και μαρμελάδα..
Έτσι γρήγορα γρήγορα τα βάζαμε έτσι χωρίς να τα καθαρίσουμε, απλώς πλυμένα, σε ένα ντεψί χωρίς να ρίξει νερό στην άκρη στο τζάκι και τα σκεπάζαμε με το σιάρτς. Πάνω από το σιαρτς ρίχναμε στάχτη και κάρβουνα.
Αυτά ψένουνταν και ο τόπος μοσκοβόλαγε. Και μεις περιμέναμε να ψηθούν να τα φάμε πασπαλισμένα με ζάχαρη και κανέλα..
Την ημέρα της Παναγοπούλας [τα εισόδια της Θεοτόκου,] η μάνα μας έκανε μπόλια. Από το βράδυ έβαζε το μεγάλο κακάβι με στάρι ρόκες καλαμπόκι[ με το κότσιαλο ] και λίγα ρεβύθια, φασόλια κλπ όμως αυτά πολύ λίγα.
Τους έριχνε λίγο αλάτι και αυτά έβραζαν όλη τη νύχτα.
Τα σούρωνε πριν φύγουμε για την εκκλησία και τους έριχνε μέσα αμύγδαλα ασπρισμένα, καρύδια ζάχαρη και κανέλα. Πολλές φορές τους έβαζε και σταφίδες σουλτανίνιες.
Πρωί με τα καλά μας για τον Άγιο Νικόλα την εκκλησία μας. Στο τέλος κοινωνούσαμε όλοι, για να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Εκεί μας περίμεναν τα μπόλια.
Αφού γυρίζαμε λοιπόν από την εκκλησία, και είχαμε κοινωνήσει μας έβαζε όλους γύρω στο μεγάλο τραπέζι να φάμε όλη η οικογένεια. Μας έβαζε εμάς σε ένα μεγάλο πιάτο και στους μεγάλους στα πιάτα τους. Εμας σε ένα άλλο πιάτο μας έβαζε και από μια ρόκα καλαμπόκι. Το ζωμό τον έκανε κρέμα.
Στο σιδερένιο τηγάνι έβαζε αλεύρι ή σιμιγδάλι σκέτο, χωρίς τίποτε, και το ακουμπούσε στην πυροστιά. Το καβούρδιζε όπως στο χαλβά μόνο που δεν είχε τίποτε μέσα εκτός από το αλεύρι.. Μετά αυτό το σκούρο αλεύρι το έριχνε στο σταρόζουμο έριχνε και ζάχαρη το έκανε κρέμα και το μοίραζε σε όποιον ήθελε. Όλοι οι μεγάλοι θέλανε.
Μια χρονιά καθώς περνούσα μπροστά από την πύλινη λεκάνη που είχε τα βρασμένα μπόλια, άπλωσα το χέρι μου και έφαγα τρία σπυριά. Ήμουν δεν ήμουν επτά χρονών. Με μάλωσαν και δεν με άφησαν να κοινωνήσω. Μα τα έφτυσα δεν τα έφαγα ξεχάστηκα ,,, τίποτε τα παρακάλια δεν πιάνανε τότε. Και δεν έφτανε αυτό, όταν μετάλαβαν όλοι και γυρίσαμε στο σπίτι με κορό’ι’δευαν πως εγώ έπρεπε να μεταλάβω από τον κώλο του παπά.
Μα εμείς στο σπίτι μας, μπόλια κάναμε και του Αγίου Ανδρέα, αλλά και της Αγίας Βαρβάρας. Και μια άλλη μέρα πριν τα Χριστούγεννα μα δεν θυμάμαι ποια.
Ήταν μια καλή τροφή πρώτον γιατί είχε όλους τους καρπούς χωρίς λίπος. Δεύτερον έρχονταν με παραδόσεις ανάμεικτες από την θρησκεία μας και την αρχαία μας μνήμη.
Τρίτο μαθαίναμε και μεις τα παιδιά τη νηστεία και την εγκράτεια.
Έτσι μαθαίναμε ακόμη μαζί με την παράδοση για τα μπόλια που αλλού τα λένε πολυσπόρια αλλά και τη σωστή νηστεία. Τα μπόλια είναι καρποί της γης, δυναμωτικοί και υγειηνοί.
Από δω και πέρα θα έρθουν και οι καλλικάνζταροι.
Τα σπίτια θα καίνε στο θυμιατό τους λιβάνι που διώχνει όλα τα κακά.
Η κουζίνες ψήνουν μπακλαβάδες σπιτικούς, λουκουμάδες, χαλβάδες και απλές τηγανήτες με μέλι. Νηστεύουν όλοι. Όμως χαίρονται δεν κακοπαθαίνουν. Είναι χαρούμενοι. Σε λίγο θα νοιώσουν όλοι την ψυχή τους καθαρή και τη ζωή τους να αναγεννάται μέσα από τις τόσες μεγάλες γιορτές.
Εκείνο που έμαθα τα τελευταία χρόνια είναι ότι το δένδρο και ο στολισμός του είναι αρχαίο Ελληνικό έθιμο. Την εγκυρότητα της είδησης έχω από τη σχολή Δασολογίας του ΑΠΘ, η οποία Σχολή έχει κάνει πολλές ανακοινώσεις για το θέμα.
Επίσης η σχολή δηλώνει πως τα δένδρα που κόβονται είναι τα δένδρα που πρέπει να κοπούν για να αναπτυχθούν τα εύρρωστα.
Πολλά δε, προέρχονται από καλλιέργεια δένδρων που κάθε έξη -επτά χρόνια κόβονται για το σκοπό αυτό.
Δεν το γνώριζα και το μεταφέρω γιατί πολλοί ίσως αισθάνονται τύψεις που στολίζουν δένδρο, και κάνουν καραβάκι.
Φαντάζεσθε όμως να στολίζουν καραβάκι στο Εφταχώρι στα Ζαγόρια και στο Σούλι;
Καράβια είχαν τα νησιά.Εκεί στολίζουν καραβάκια.
Ας γιορτάσουμε όλοι ταπεινά όπως ταπεινά γεννήθηκε ο Χριστός μας στη Φάτνη.
Απο μας δεν ζητάει τίποτε παρά μόνο αγάπη.
Η νηστεία απλά είναι μια άσκηση εγκράτειας. Παλιά όλος ο κόσμος νήστευε. Οσπρια, πατάτες μπατσαριές και λαχανόπιτες νηστίσιμες. Ρύζι,[ καλαμάρια, σουπιές, χταπόδια, γαρίδες, καβούρια, μύδια,] αυτά παλιά δεν τα γνωρίζαμε.
Και το τσαγάκι ή ο καφές με ψωμί και ελιές, οι τηγανήτες με ζάχαρη ή μέλι, ο χαλβάς ο σπιτικός η ο αγοραστός, τα λάχανα στο νταβά με όσπρια η κριθαράκι, σπανακόρυζο, πρασόρυζο, κουκιά μπριάμ, όλα αυτά είναι πολύ απλά και νόστιμα
Ο Χριστός μας από μας ζητάει μόνο καλοσύνη αγάπη, αγάπη.
Πολλές φορές μας το τόνισε. Αν έχεις όλα τα προσόντα μα δεν έχεις αγάπη, είσαι άδειος ντενεκές.
Καλό μήνα, και με το καλό να δεχθούμε την γέννηση του Χριστού μας με το φως της ελπίδας για τη σωτηρία και την αναγέννηση της πατρίδας μας.
Αγαπημένοι φίλοι μου. Σας ευχαριστώ πολύ για την αγάπη σας.
Έζησα μαζί σας στιγμες πολύ καλές. Σας ευχαριστώ πολύ.
Και γω ξαναθυμήθηκα μαζί σας, φίλους παλαιούς, βρήκα τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, μια πηγή δροσιάς, μια πηγή χαράς….
Σας ευχαριστώ πολύ πολύ.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Το φλυτζάνι και οι γειτονιές

Μια μέρα με χαμόγελο
Έφυγαν οι άνδρες για τις δουλειες τους. Τα παιδιά φεύγουν για το σχολείο. Και τότε όλες οι γειτόνισσες βγήκαν στην αυλή, το ραντεβού του καφέ.Ντυμένες χωρίς την ποδιά τους θα περνούσαν μια ώρα ξεκούρασης και χαλάρωσης.
Ποια θα κάνει τον καφέ;
Πριν απαντήσουν ο καφές ήταν έτοιμος. Δίπλα στο τζάκι η Βέργω είχε μια κατσρόλα με ζεστό, βραστό νερό.
Τρία μπρίκια και ο καφές έμπαινε στα χοντρα φλυτζάνια. Κακά τα ψέματα, όσα ωραία φλυτζάνια κι αν έβαλαν στη σερβάντα τους κανένα δεν κράταγε τον καφέ τόσο ζεστό και κανένα δεν κράταγε το κα’ι’μάκι σαν το χοντρό φλυτζάνι του καφενείου.
Δίπλα η στάμνα με το νερό και δίπλα τα ποτήρια για όποια θέλει.
Όλες μαζί, με γέλια και χαρές, αλλά και παράπονα, άρχιζαν την κοβεντούλα τους.
Από τα μεσάνυχτα πριν το ρολόι της πόλης χτυπήσει πέντε ήταν στο πόδι.
Σκούπα, πιάτα, πρωινό, όλα στην τρίχα και μετά αφού και οι ίδιες έβγαζαν την ποδιά μαζεύονταν για το καφεδάκι τους.
Εκεί πλάι μόλις τελείωνε ο καφές η καφετζού της κάθε γειτονιάς γύριζε το φλυτζάνι αφού το σταύρωνε και μουρμούριζε ακατάληπτες φράσεις.
Μετά το γύριζε και αυτό γινότανε με τη σειρά για όλα τα φλυτζάνια.
Ύστερα ένα- ένα το έλεγε η καφετζού. Στην Παραμυθιά όλες οι γυναίκες λένε το φλυτζάνι. Άλλες λίγο, άλλες πολύ.
Εκεί στον τελβέ του φλυτζανιού, ήταν ένας κόσμος από σημαδάκια εδώ αυτό εκεί, εκείνο όλα τα γράφει το άτιμο. Όλοι και όλες κάτι έψαχναν. Αγάπη, κατανόηση, παιδιά, τρυφερότητα από το σύζυγο, μα και πονηρές σκέψεις.
Οι μάνες έψαχναν στο φλυτζάνι το τυχερό της τσούπρας τους.
Οι ανύπαντρες το δικό τους τυχερό και όλες μαζί χαχάνιζαν με γέλιο καρδιάς και ψυχής.
Ήταν τούτη η ώρα, σαν μια ψυχοθεραπεία, αφού το φλυτζάνι η κυρα φλυτζανού το έλεγε φανερά και όλες έλεγαν πές μου τι βλέπεις, πες μου τι βλέπεις.
Τότε δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα. Καθώς μεγάλωνα, είδα, πως μέσα από το φλυτζάνι βγάζανε τα εσώψυχά τους. Έτσι σαν κάθαρση, σαν ένα ξορκισμα στο κακό, στο μάτι, στη γλωσσοφαγιά, στη ζήλεια. Όλα αυτά, τα τόσο φτηνά, μα που όλες τις κοινωνίες τις κατατρέχει, έτσι είναι ο άνθρωπος, ύλη και ψυχή.Το άψυχο σώμα δεν αμαρτάνει. Η ψυχή μόνη της χωρίς το σώμα δεν αμαρτάνει.
Η μάνα μου έλεγε το φλυτζάνι και δεν θα το πιστέψετε πόσες γραμμές είχε μέσα αυτό το μικρό φλυτζάνι. Έρωτες γάμους, παιδιά, λεφτά, μέχρι αν το παιδί που θα γεννηθεί είναι τσούπρα ή αγόρι.
Στην περίπτωση αυτή υπήρχαν και άλλοι τρόποι, είναι οι γνωρίζοντες το σχήμα της κοιλιάς της γκαστρωμένης.
Τσουρλωτή κοιλιά, αγόρι.
Κοιλιά πλαδαρή προς τα πίσω. Κορίτσι.
Και αν δεν έβγαινε αγόρι, σίγουρα το κορίτσι θα ήταν δυνατό και ζωηρό σαν αγόρι.
Εδώ υπήρχε και άλλη διάγνωση οι φακίδες, ασχήμαινε η γυναίκα και έκανε φακίδες; Αγόρι.
Ομόρφαινε η γυναίκα έγινε κούκλα; Κορίτσι.
Βέβαια υπήρχε και το σοφό, τσουβάλι κλειστό δεν ξέρεις τι βγάζει.
Γιατί δεν έκαναν υπέρηχο; Αλήθεια; Αμ, αυτό και να υπήρχε δεν θα το έκαναν. Τι λες,,, μπριτς.Αν ήταν τσούπρα ποιος θα τους έδινε σημασία όσο ήταν γκαστωμένες, χα χα χα.
Εκεί λοιπόν στο χάχανο και το κλάμα άκουγες τα πάντα του σπιτιού τους. Ακόμη και πόσες φορές κοιμήθηκαν με τον άντρα τους και γέλαγαν πλατειά.
Μα όταν χτύπαγε το ρολόι, μια ώρα μετά, σαν σούστες σηκώνουνταν με μια καλημέρα ή ένα γεια και αύριο πάλε.
Σήκωνε μια κοπέλα τα φλυτζάνια και το δίσκο τα έπλενε και τα έβαζε στο σπίτι.
Αυτό τις καθημερινές.
Τις Παρασκευές όμως τα πράγματα άλλαζαν. Την Παρασκευή όλες ήθελαν να ακούσουν το φλυτζάνι κατά μόνας.
Αλήθεια πόσα μυστικά είχαν και πως να τα κρύψεις σε μια διάφανη κοινωνία που δεν ήταν αγγέλων μα ούτε και διαβόλων.
Πολλές φορές και την Παρασκευή έπιναν έξω το καφέ τους και έφευγαν με το χτύπημα του ρολογιού, μα μετά μια- μια έρχονταν στο σπίτι με φλυτζάνι από το σπίτι τους.
Δεν το ξέρετε,,,, ότι το πρώτο φλυτζάνι της Παρασκευής που πίνεις καφέ,,, χωρίς να έχεις φάει, τα λέει καλύτερα, γράφει και περισσότερα.
Δεν θέλω αντιρρήσεις ορίστε μας. Η μάνα μου και η θεία μου η Γιωργίτσα επιστημόνισσες του είδους. Τζάμπα χάλαγαν τόσο καφέ καθάριο!
Κάθονταν στην κουζίνα μας, και έλεγαν και έλεγαν και έλεγαν.
Η αληθεια είναι πως το φλυτζάνι ήταν το πρόσχημα. Μια παρηγοριά ήθελαν. Κάπου να πουν κάτι και να μην τον κρίνουν αυστηρά, να μιλήσουν.
Και αυτό το κατάλαβα στη δουλειά μου, που μικρές μεγάλες, μου έλεγαν κάθε τους μυστικό.
Γιατί; Τότε κατάλαβα και το γιατί. Ήταν απλό. Αν δεν κατακρίνεις, αν προσπαθείς να καταλάβεις τότε βοηθάς έστω και αν δεν πεις το αρεστό. Ένα χαμόγελο. ένα σφίξιμο του χεριού, μια κουβέντα ελπίδας……
Είναι σαν όταν πας στην εξομολόγηση και βγάζεις τα βάρη της ψυχής σου, που μπορεί να μην ειναι καν βάρη να μην είναι τίποτε, που εσύ όμως τα βλέπεις βουνά. Και κει, σου χρειάζεται ένας άνθρωπος χωρίς διάθεση κουτσομπολιού. Ένας άνθρωπος μάνα.
Είναι ακόμη η συμπάθεια και η γλύκα της μιας απλής κουβέντας, τι κάνεις έτσι παιδί μου; Κουράγιο, όλα θα παν καλά. Και πολλές φορές πηγαίνουν.Ο έρωτας η αδυναμία, ήταν απαράδεκτο. Μα πως μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος χωρίς αγάπη χωρίς όνειρα χωρίς ελπίδες; Πώς;
Η Ασιγέ ονειρευονταν τον ερχομό της κόρης της που έφυγε το 1944, μαζί με τους πολλούς.
Η Μπισδέκω σχεδίαζε πως οι φτωχές κοπέλες της, που ήταν καλές κι εργατικές, θα μπορούσαν να παντρευτούν χωρίς προίκα. Μάνα ήταν για τις κόρες της νοιάζουνταν.
Η Ντίνα ποθούσε να γυρίσει ο άντρας της πίσω, στο σπίτι τους το ρημαγμένο.
Κάθε πόρτα και το καρφί της, κάθε σανίδα και ο ρόζος της.
Ατελέστατοι όπως είμαστε ψάχνουμε τα σακκούλια των άλλων που είναι μπροστά μας, τα δικά μας είναι πίσω, δεν τα βλέπουμε, έτσι μας λέει ο μύθος του Αισώπου..
Σε τόσο μικρές κοινωνίες δεν υπάρχουν μυστικά, μάλλον τραβηγμένες αλήθεις υπάρχουν, μέσα από διαθλαστικούς καθρέφτες.
Αυτές τις ώρες, εγώ ως μικρή, έπρεπε να είμαι πάνω στο σπίτι ή στο σχολείο.
Έτσι το Καλοκαίρι δεν μπορούσα να είμαι μαζί με τις γυναίκες. Έτσι μου άρεσε να κάθομαι στο παράθυρο, να κοιτάω κάτω στον κάμπο και να βλέπω τα σύννεφα να μου χαμογελούν πίσω από τα χαμηλά λοφάκια, που έκλειναν τον κάμπο μας.
Πόσο όμορφη ήταν η πόλη μας με τα γύρω της χωριά, απλώς υπέροχη, μοναδική.
Τότε δεν μπορούσα να φαντασθώ τι ήταν το αγόρι και γιατί το κορίτσι ήταν βάρος. Στο σπίτι μας μόνο η μάνα μου δεν ήθελε κορίτσια. Όλοι οι άλλοι ήθελαν ένας προς δέκα και βάλε, άρα η μάνα είχε το λάθος.
Πολλά με δίδαξε η ζωή, καθώς περίεργη, παρακολουθούσα τα πάντα. Κατέγραφα συμπεριφορές και πολλές φορές δεν μπορούσα να καταλάβω να βρω το δρόμο που οδηγεί στην έξοδο από τα στενά μονοπάτια.
Οι άντρες γνώριζαν το γυναικείο πάθος για το φλυτζάνι. Ωχ αδελφέ, μήπως και κείνοι δεν πήγαιναν στο καφενείο να ξεφύγουν λίγο από τη μιζέρια να πουν κουβέντες αντρίκιες.
Ε, και οι γυναίκες, έλεγαν κουβέντες γυναικείες.
Δίπλα δίπλα, μάνα και κόρη, νύφη και πεθερά.
Περίεργη που είναι η ζωή στο περασμά της.Πόσα αγκάθια θα πατήσεις σε πόσα σκαλοπάτια θα γλυστρήσεις μέχρι να βρεις τη δική σου δοκό ισορροποίας.
Γιατί τι ήταν και γιατί δεν είναι η γυναίκα, ο ισορροπιστής όλων των προβλημάτων του σπιτιού.
Κρύβει την κόρη, κρύβει το γυιο της, κάνει τη χαζή όλα αυτά σε ένα παιχνίδι ισορροποίας και κατευνασμού
Από πάνω της περνούσανε και περνούν όλα. Αγάπησε η κόρη εσύ φταις, δεν την πρόσεχες.
΄Έμπλεξε ο γυιος εσύ φταις, τι μάνα είσαι.Μέχρι να μεγαλώσουν και να πάρουν το δικό τους δρόμο στον κύκλο της ζωής.
Έχει η κόρη σοβαρότητα είναι λιγόλογη και δεν στην ζητάν, τότε εσύ πάλι φταις που δεν είναι γυναίκα και δεν την ορμήνεψες μικρή. Εσύ φταις που την κατάντησε έτσι.
Λες και κάθε άνθρωπος δεν γεννιέται με τα διά του χούγια. Ναι, παίρνει και από τη φαμίλια του, όμως πιο πολύ γεννιέται. Ουτε τα ζώδια τους παίζουν ρόλο. Πως το ξέρω; Τι κάνω, μπρίκια κολλάω; Αφού είμαστε τρία αδέλφια ψάρια και δεν μοιάζουμε καθόλου στο χαρακτήρα μπιτ κατα μπιτ ε, γιατί, άρα τζίφος τα ζώδια..
Νοσταλγώ πολλές φορές την αυλή μας, τη μαγική αυλή μας, με τις τόσες ομορφιές.Ένα χωριό ζουσαμε σε κείνη τη γειτονιά με τις πολύ όμορφες κοπέλες και τα ωραία δυνατά παιδιά, που τα έβλεπες να κυνηγάνε τη ζωή να την πιάσουν από τα κέρατα και να τη βάλουν κάτω. Μα η ζωή παίζει τα δικά της παιχνίδια, κι αν είσαι τυχερός ή τυχερή θα κλάψεις λίγο, δεν θα κλαις συνεχώς. Και θα χαμογελάς όταν βλέπεις απέναντί σου, την οικογένειά σου να χαμογελά.
Είσαι ο καθρέφτης τους γυναίκα, είσαι η δύναμή τους
Δεν ξέρω αν είναι ακόμα έτσι περίκλειστη γεμάτη λουλούδια η αυλή μας, αν έχει παιδιά ζωηρά τόσο ζωηρά σαν τα αδέλφια μου και τους φίλους τους, που δεν σταμάταγαν μέχρι να φωνάξουν οι μανάδες, να έρθουν να κάνουν την προσευχή τους να ξαπλώσουν να πέσει το πεπλο της νύχτας και να φέρει τον ύπνο στα μάτια μας και στη ψυχή μας
Τότε μες της νύχτας τη σιγαλιά, άκουγες βήματα να ελαφριπατούν ήταν νεράιδες και μάγισσες, που μιλούσαν με τα αστέρια και έκαναν ευχές με μάγια του έρωτα και ξόρκια της αγάπης.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Πάσχα στην Παραμυθιά του 1954

Ο καιρός ήταν καλός. Η φύση οργίαζε. Τα πουλιά, χελιδόνια, πελαργοί, ήταν στις φωλιές τους. Και μεις παιδιά ζούσαμε στην ανεμελιά του καιρού. Δεν είχαμε σχολείο για πολλές μέρες, θαύμα θαυμάτων.
Εγώ κανονικά θα έπρεπε να φοράω μια ποδιά και να κάνω δουλίτσες. Η μάνα μου πολύ θα το ήθελε. Μα πως να τα βάλει με όλους τους άλλους που έλεγαν πως είμαι μικρή!
Στην κρεμάστρα πίσω από την πόρτα ήταν κρεμασμένο ένα λευκό ταφταδένιο φόρεμα. Ο θείος ο Σωκράτης μου είχε φέρει παπούτσια τελατίνη άσπρα από την Αθήνα και η Θεία μου η Γιωργίτσα μου έφκιαξε ένα τεράστιο φιόγκο για τα μαλλιά μου που ήταν ίδιος με το φόρεμα.Στα αδέλφια μου είχαν ράψει κουστουμάκια μαύρα βελούδινα από ένα φόρεμα που δεν έκανε της μάνας μας. Το διόρθωσε όμως στα βελούδα οι ραφές φαίνονται έτσι έγιναν κουστουμάκια για τα παιδιά.
Δεν ήθελα φιόγκο ήμουν μεγάλη πια. Μα δεν το έλεγα, γιατί η μάνα μου θα με έστρωνε στις δουλειές.
Αυτό το Πάσχα έπρεπε να είναι το καλύτερό μας. Θα έρχονταν τα σόγια από την Αθήνα και το Μεσολόγγι. Η μάνα μου φρόντιζε να υπάρχουν τα πάντα. Δίπλα μας στο σπίτι του Κίτσιο Κούρτη. Η κυρά Ζωίτσα μια μοναδική σιωπηλή γυναικα έκανε τυριά γιαούρτια με τις κόρες της και κουλούρια πολλά κουλούρια και φρόντιζε τα πάντα όρθια σιωπηλή. Πάντα στη δουλειά, μα αόρατη, σιωπηλή, με μια γλυκειά μελαγχολία, με τις κόρες της να τρέχουν δίπλα της, εκτός από την Ελενίτσα που ήταν πιο μικρή και από μένα. Πιο μικρή είπα και έγραψα όχι πιο κοντή. Πιο κοντή ήμουν εγώ.
Παραδίπλα η Καλλιόπη με τη φινετσάτη παρουσία της, φρόντιζε για τη δική της οικογένεια, πόσο όμορφη ήταν η Γιολάντα σαν νεράιδα. Παραδίπλα τα κορίτσια του Παπαγρηγόρη έδιναν μαθήματα νοικοκυριού και κομψότητας. Ήταν σα μεγάλες, κουμάνταραν τη ζωή, σοβαρές, γλυκές και γω ήθελα να τους μοιάσω όπως και στις Κουρτοπούλες.
Εκεί πήγαινα εγώ και με χτένιζαν, όλο με χτένιζαν και μου έβαζαν λεπτές υπέροχες βελούδινες κορδέλες και όχι τεράστιους φιόγκους σαν αυτούς που μου έκανε η θεία μου η Γιωργίτσα. Με μάθαιναν και ράψιμο, ήταν χρυσοχέρες υπέροχες πανέμορφες.
Η μόνη που ήταν στον κόσμο των ξωτικών ήταν η Ντίνα. Αυτή δεν έκανε τίποτε. Κοιτούσε μόνο τα παιδιά και έκλαιγε.
Είχε χάσει το Χρηστάκη της, το μοναχογυιό της, και όλο μάλωνε με τον άνδρα της.Ήταν σαν ο ένας να έρριχνε το βάρος για το θάνατο του παιδιού τους στον άλλον.
Τα κοφίνια με τα κουλούρια, τα κόκκινα αυγά, τα αμυγδαλωτά ήταν έτοιμα. Στις κοφίνες των παιδιών είχαν άλλα κουλούρια, άλλα γλυκά όχι αυτά που είχαν για τον κόσμο..
Εμείς τσουρέκια δεν κάναμε, ούτε αγοράζαμε έτοιμα. Η μάνα μας έκανε κουλούρες για το σπίτι και για τα ζώα του παππού μας. Έκανε και κουλούρες και κουλούρια που θα τα πηγαίναμε στους νονούς μας τη Δευτέρα του Πάσχα.
Οι αυλές μοσχομύριζαν ασβέστη και τριαντάφυλλα.Πάνω στα σαιδερόφρακτα παράθυρα είχαν βάλει τις πιο ανθισμένες γλάστρες, έτσι τις έλεγαν, ντενεκέδες ασπρισμένοι ήταν, με βασιλικούς, γαρουφαλιές χιόνι, μερτζούσια.
Τη Μεγάλη Παρασκευή θα τρώγαμε μόνο χαλβά και μαρμελάδες με ψωμί, η καλύτερή μας. Το Πάσχα γιορτάζαμε και το θείο μας το Σωκράτη που τον λέγανε και Γιώργο αν το Πάσχα έπεφτε αργά.
Ήρθανε και τα σόγια. Η θεία μας η Μαριάνθη φορούσε κάτι μακρυά μοντέρνα ρούχα και γάντια, της άρεσε και το ούζο. Κάπνιζε η θεία μας η Μαριάνθη σαν αράπης και η γιαγιά μας αντρέπουνταν που θα γενούμασταν ρεζίλι και χαντακωμάρα στον κόσμο. Μα η θεία η Μαριάνθη ήταν οδηγός γεωργικού τρακτέρ, πως να την καταλάβει η γιαγιά μας;.
Αυτά ήταν η προετοιμασία. Κάθε απόγευμα εκκλησία. Μα τα καλά μας θα τα φορούσαμε την Ανάσταση.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί όλοι στον Άγιο Νικόλα για να εκκλησιασθούμε και να μεταλάβουμε.
Πάνω από την εκκλησιά έμεναν οι συγγενείς και κουμπάροι μας του Τσίλη Δήμου.
Εκεί θα πηγαίναμε για καφέ και μεις τσαγάκι. Με έπαιρνε η Ελευθερία από το χέρι να με πάει στο λιβάδι να μάσουμε μελισσάκια. ( Είναι τα μελισσάκια Ελληνικές ορχιδέες.) Μετά τον καφέ πηγαίναμε όλοι μαζί στο σπίτι της γιαγιάς μας.
Τα παιδιά σκαρφάλωναν στις μεγάλες πέτρες και ο παππούς τους φώναζε. Σήμερα δεν πρέπει να χτυπήσετε και να βγει αίμα πήρατε το Χριστούλι σε μεταλαβιά.
Προσέχαμε πολύ, μα στο παιχνίδι αν τραυματίζονταν κανείς, ρούφαγε το αίμα του να μη πέσει κάτω γιατί είχε μέσα το Χριστούλι μας.
Αύριο θα ήταν το Άγιο Πάσχα. Εμείς πηγαίναμε πάντα στον Άγιο Νικόλαο για εκκλησιασμό εκτός από τη Μεγάλη Παρασκευή και το Βράδυ της Ανάστασης. Αυτές τις δυο μέρες πηγαίναμε στη Μεγάλη εκκλησια στην Παναγία την Παραμυθία μας. Αύριο θα τρώγαμε μαγειρίτσα, μόλις γυρίζαμε από την εκκλησία. Θα παίρναμε το αυγό από το χέρι του Δεσπότη μας όταν τελείωνε η θεία λειτουργία. Στον εκκλησιασμό το βραδυνό της Ανάστασης επειδή μεταλαβαίναμε το Μ Σάββατο μόλις έλεγε ο Παπάς το Χριστός Ανέστη που το ψάλαμε όλοι μαζί, αλλάζαμε ευχές και φιλιά, τρώγαμε το αυγό και το κουλούρι που είχαμε σε ένα μαντήλι στην τσέπη μας. Τα τσόφλια τα δίναμε στη μάνα μας που τα έβαζε στην τσάντα της. Τρώγαμε λοιπόν και το κουλούρι και προσπαθούσαμε να μην γεμίζουμε τα ρούχα μας ζάχαρη άχνη. Οι μεγάλοι αλλάζανε φιλιά και ευχές αφού πρώτα αγκάλιαζαν εμάς.
Μετά τη θεία λειτουργία της Ανάστασης όλοι μαζί στο σπίτι μας. Έμπαινε η μαγειρίτσα στο τραπέζι και ξεσκέπαζαν τα πιάτα που είχαν τα τυριά το γιαούρτι τις σαλάτες. Η μάνα μας μετά τη μαγειρίτσα είχε και πατσά δυο καττσαρόλες και χορδές.
Στις μεγάλες γιορτές είχαμε όλοι ποτήρια νερού και κρασιού και όχι κύπελα, είχαμε και τις κανάτες για το νερό και το κρασί, δεν είχαμε το χαλκό όπως τις άλλες μέρες.
Σε πολλούς άρεσε ο πατσάς με σκορδοστούμπι. Οι πολιτισμένοι τον έτρωγαν αυγολέμονο, και η γιαγιά μας έλεγε Αχ να ήταν και ο Μήτσιος μου. Λένη μου, πάψε, της έλεγε ο παππούς μας, σήμερα είναι χαρά.
Το μεσημέρι η μάνα μας θα έβαζε στη γάστρα κρέας με λάχανα και χορδές με σπανάκι μυρουδιές, τυρόπιτα, λαχανόπιτα, και γαλατόπιτα γλυκειά. Η γιαγιά μας την πίτα της την κρεατόπιτα, μια μοναδική πίτα.
Τα δυο αρνιά κρέμωνταν στο γκουμπέ. Ευτυχώς που δεν έμπαιναν οι γάτες να μας κάνουν νοικοκυραίους όπως έλεγε η μάνα μου.
Την άλλη μέρα θα πηγαίναμε στην Παναγιά θα ψήναμαν το αρνί μας και θα γλεντάγαμαν. Αν δεν είχε καλό καιρό θα γιορτάζαμε στο σπίτι το θείο μας το Σωκράτη που τον λέγανε και Γιώργο.
Από το πρωί κομμένη η καλημέρα. Λέγαμε Χριστός Ανέστη και μας απαντούσαν. Αληθώς Ανέστη.
Σαράντα μέρες θα λέγαμε πρωί- απόγευμα το Χριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη….
Η θεία η Μαριάνθη έπαιρνε ένα καραφάκι ούζο πήγαινε στη βρυσοπούλα και γω πήγαινα πίσω της με ένα πιάτο πίτα.
Οι άλλες θείες μας, κάθονταν και έλεγαν, τι ωραία είναι στο χωριό, θαύμα θαύμα, τι νόστιμα τα φαγητά, υπέροχα υπέροχα, θα είναι το ξύλο έλεγε η μια που δεν ήξερε να βράσει αυγά. Μπορέι, μα να δεις εγώ τι κάνω υπέροχες μαγιονέζες και πολύ ωραία σου για γλυκό που κάνω έλεγε η άλλη. Ούτε ένα ποτήρι δεν έπλεναν.
Και η μάνα μου χαρούμενη,,,, όποια έχει συνταγές που δεν ξέρω,,, θα ήθελα να μου δείξει εγώ είμαι από χωριό τίποτε δεν κατέχω, η πεθερά μου με έμαθε. Μα δεν της έδειχνε καμιά ήταν καλύτερα τα έτοιμα ή οι παίνιες..
Μπούτσκες έλεγε η μάνα μου και μπόφκες. Κάνε με νύφη μακρυά να ξέρω να παινιούμαι και γέλαγε πλατύκαρδα.
Τις πιο πολλές φορές μετά το Πάσχα άρχιζαν οι γάμοι. Πολλοί γάμοι γίνονταν στα σπίτια, κατάλοιπο από την τουρκοκρατία.
Σε όλους τους γάμους εκτός από τα δώρα έπρεπε να πάνε και κανίσκι.
Η μάνα μου και η γιαγιά μου για το κανίσκι έκαναν πίτες ή ψωμιά και πήγαιναν και κρέας.
Μια φορά τη Δευτέρα του Πάσχα μετά την εκκλησιά ήρθε ο θείος μας ο Κοσμά Καλόγερος.
Κάθεται στην καρέκλα και για να πειράξει το θείο μας το Σωκράτη, βάζει μια δεσμίδα χρήματα στην καρέκλα να καθήσει.
Τι είναι αυτά Ξάδερφε του λέει ο Θείος, αχ μωρέ ξάδερφε, μισή ρόδα από το αυτοκίνητό μου είναι.
Βλέπετε τα πειράγματα ήταν οικογενειακά και καλόκαρδα. Ο δε θείος μας ο Σωκράτης πολύ χωρατατζής
Αν δεν γιορτάζαμε το θείο γιατί του Αηγιωργιού έπεφτε μετά το Πάσχα πηγαίναμε τη Δευτέρα στον Αηγιώργη ή στο χάλασμα της Παναγιάς και ψήμαμαν εκεί το αρνί μας. Εκεί το γλέντι ήταν τρικούβερτο.
Το αρνί του Πάσχα ήταν συνήθως δώρο από αναδεχτούρια. Το έφερναν και πάνω του ζωγράφιζαν με κόκκινη μπογιά ένα σταυρό.
Οι νουνοί είχαν για τα αναδεχτούρια δώρο απλά ρουχαλάκια ή ένα χάλκωμα και λαμπάδες.
Σε όλη την πόλη της Παραμυθιάς, τις ημέρες της διακαινησίμου εβδομάδος είχαν γλέντια. Γραμόφωνα και ραδιόφωνα στη διαπασόν. Και τότε όλος ο κόσμος άκουγε ελληνικά τραγούδια δημοτικά ελαφρά ή ρεμπέτικα. Και χόρευαν και γλένταγαν φτωχοί και πλούσιοι, το Πάσχα ήταν γιορτή για όλους. Έσφαζε ο παππούς μας ο Χρήστος της μάνας μου ο πατέρας 50-80, αρνιά ή κατστίκια. Τις πατσιές αφού τις άδειαζε τις πήγαινα εγώ σε οικογένειες φτωχές να κάνουν Πάσχα. Έβαζε και λίγες δραχμές για να έχει πολλές δουλειές. Του έλεγε ο παπα Ηλίας και το μοναστήρι του Διχουνιού που ο παππούς μας αγόραζε τα ζώα του. Δίνεις με το ένα στα δίνει ο θεός διπλά και τριπλά του έλεγε ο παπα Ιάκωβος..
Ήταν η ζωή μας όνειρό. Πολλές φορές ρώτησα τον εαυτό μου, γιατί;
Μα είμασταν παιδιά. Τις φουρτούνες τις είχαν οι μεγάλοι. Ύστερα τότε υπήρχε η αλληλοβοήθεια. Υπήρχαν οι δεσμοί οικογένειας έως πέμπτα ξαδέρφια.
Είμαστε από την ίδια ρίζα έλεγαν.
Κανένας δεν τολμούσε να πειράξει σόγια. Όλοι μαζί για να μην τους ντροπιάσουν.
Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Στη μικρή μας αυλή θα βάλουμε τη σούβλα που θα τη γυρίζει το μηχανάκι. Τα παιδιά δεν θα τσακονώνται ποιος θα τη γυρίσει.Δεν θα ακούς τη φωνή, μη κλέβεις την πετσούλα, δεν θα ψηθεί καλά, θα γίνει ξερό, θα χάσει τους χυμούς του.
Μα μεις όλο κλέβαμε και όλο μας έλεγαν. Όποιος κλέβει πετσούλα δεν θα φάει μετά. Μα δεν τρώγαμε γιατί είμασταν συνέχεια κοντά στην καλαθούνα με τα δικά μας ( των παιδιών )κουλούρια. Μη σπάτε τα αυγά δεν θα έχω για τον κόσμο.
Έβαψα και γω εκατό έλεγε η γιαγιά μας. Έχω και άβαφα πολλά στο κατώι.
Τώρα οι οικογένειες είναι μικρές. Ο κόσμος διψάει δια λίγη εξοχή.
Εμεις ακόμη το Πάσχα το θέλουμε όλοι μαζί στο σπίτι μας, όπως και τα Χριστούγεννα.
Παλιοί άνθρωποι, παλιές ιστορίες.
Το Πάσχα τότε είχε πολλά στολίδια μα πάνω από όλα είχε τη φύση που οργίαζε σε χρώματα και αρώματα.Είχε την ευσέβεια των χριστιανών, ακόμα δεν ήταν ο κόσμος υλιστής και άθεος. Σήμερα πηγαίνουν στην εκκλησία μόνο να ακούσουν το Χριστός Ανέστη που δεν το ακούν από τις στρακα στρούκες, και να τρέξουν για τη μαγειρίτσα. Ένα φα’ι’ που το κάνουν μόνο μια φορά το χρόνο και απορείς, αφούς τους αρέσει τόσο, γιατί δεν κάνουν μαγειρίτσα κάθε μήνα;;;
Εγώ κάνω πολλές φορές το χρόνο.
Κοκκορέτσι δεν κάναμε, αγοράζαμε αν έκανε ο Σιαμάς, που η γυναίκα του, ήταν σόι της γιαγιάς μου της Ελένης.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.