Aλήθεια πότε θα αποκτήσουμε κράτος έθνος;

Στο κράτος που λέγεται Ελλάδα δυστυχώς ισχύει το μπάτε σκυλιά αλέσατε και αλεστικά μη δίνεται.
Σε κάθε περίπτωση οι εταιρείες που πολλές είναι διεθνείς και δεν πληρώνουν ΦΠΑ, εισπράτουν ΦΠΑ.
Παλιά ήταν οι τράπεζες με τα ψευδή στοιχεία σήμερα είναι οι τηλεφωνίες και οι Ηλεκτροπουλητές, που άλλα λένε κι άλλα κάνουν, το έβαλαν να μας πεθάνουν..
Τηλεφωνική εταιρεία ενώ οι λογαριασμοί της βγαίνουν προκαταβολικά, στέλνουν ή δεν στέλνουν τους λογαριασμούς και αν δεν τον πληρώσεις σε πέντε μέρες σου κόβουν το τηλέφωνο. Αυτό το κάνουν για να εισπράτουν 3,5 ευρώ επανασύνδεσης. Αυτό μου έγινε πολλές φορές. Αυτόν τον μήνα στις 21 /6 / 2017 μου ήρθε ο λογαριασμός διπλός. Λέω στην ταχυδρόμο γιατί άργησε; Μα δεν μου απάντησε. Να σας υπογράψω πότε σας το παραδίνω μου είπε, γιατί εγώ είπα πως μήπως φταίει το ταχυδρομείο.
Ότι οι λογαριασμού που βγαίνουν την πρώτη του μηνός στέλνονται στις 16 επιβεβαίωσε και υπάλληλος της εταιρείας. Όπως έμαθα πολλές εταιρείες κάνουν ΚΌΛΠΑ.
Θα στείλω τις διαφωνίες μου και θα σας πω πως και γιατί δεν υπολογίζουν τίποτε;;;

Γεια και χαρά σου λεβεντιά

Αγαπητοί συνέλληνες από σήμερα ημέρα απεργίας πρέπει να κλάψουμε για τον Έλληνα και όχι για την λεβεντιά του.
Αγαπητέ μου φίλε που αγαπάς την Ελλάδα και δεν επιτρέπεις στον εαυτό σου τη φυγή, ετοιμάσου να πεθάνεις χωρίς σκέψη.
Άκουσα πως ο νέος που θα μπαίνει στα σώματα ασφαλείας, θα μπαίνει με 400 ευρώ το μήνα.
Βέβαια αυτό θα έχει όλες τις συνέπειες που έχει η απόλυτη φτώχεια. Πως θα πληρώσει νοίκι έστω ενός δωματείου; Πως θα φάει, και πως θα είναι πάντα περιποιημένος. Στολή καθαρή σιδερωμένη κλπ.
Θα είναι σε θέση να έχει και δυο δουλειές και μάλιστα βρωμοδουλειές. Αυτό γίνεται και τώρα και πριν. Τώρα όμως θα είναι καθεστώς.
Στο νου μου ήρθε η ανακοίνωση των ΜΚΟ οι οποίες τρέχουν να βγάλουν χρήματα για τους λαθρομετανάστες. Σπίτια έστω και προκατασκευασμένα. Και στα κρυφά διαμερίσματα! ά! χα! χα! και παράνομό εμπόριο που δεν θα τολμά να τους πειράξει κανείς…. Τζάμπα, φως νερό τηλέφωνο ψυγεία πλυντήρια, κλπ και 400 τετρακόσια ευρώ για τα εξοδά τους τσιγάρα μπύρες κλπ κλπ κλπ….
Και μη μου πείτε ότι τα δίνει η Ε.Ε. Η Ε.Ε δίνει αλλά μέσα εκεί δίνουμε κι εμείς ένα μεγάλο ποσό περίπου ίσο με 2.000.000.000 ευρώ το χρόνο, όπως μας είπε ο Υπουργός Εξωτερικών, κύριο Κοτζιάς.
Γιατί να πάει ο αστυνομικός των 400 ευρώ να σκοτωθεί για ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Γνωρίζει πως αν σκοτωθεί, η γυναίκα του και τα παιδιά του δεν θα έχουν σύνταξη….
Επίσης λύσσαξαν να αλλάξουν,,,τα της παιδείας.Απλά πράγματα, να αξιολογούνται από επιτροπή ανεξάρτητη που δεν θα έχει σχέση με το σχολείο…
Εδώ τα σχολεία δεν έχουν ούτε τα απλά βοηθήματα εποπτικά μέσα βιβλία κύρους μας ζητούν ,,,,
Η γενική κατάσταση της χώρας άλλαξε στα δυο χρόνια ΣΥΡΙΖΑ πολύ πάρα πολύ.
Όλα προσαρμόζονται στα μέτρα του Αλέξη και της παρέας του. Γυμνάσιο χωρίς γνώσεις πανεπιστήμιο κάθε σχολή διπλάσιο χρόνο φοίτησης κι αυτό γιατί έτσι έκανε ο Αλέξης και η παρέα του.Στα δέκα χρόνια πήραν πτυχίο, και με σπρώξιμο κέρδισαν κι αυτό το πτυχίο της χάριτος…
Τώρα ως γριά ή βάβω σκέφτηκα και τον εαυτό μου.
Αυτοί οι νέοι που θα παίρνουν 400 ευρώ όσο θα παίρνουν οι λαθρομετανάστες και που θα τους κυνηγάει η εφορία για το σπίτι που του άφησε ο πατέρας του και αφού δεν θα έχει να πληρώνει θα του παίρνουν το σπίτι αλλά δεν θα του δίνουν προκατασκευασμένο.
Γεια και χαρά σου λεβεντιά των Ελλήνων. Σκάσε και σκάψε.

ΕΙΡΗΝΗ

Ο κόσμος καίγεται. Η περιοχή μας είναι γεμάτη εστίες πολέμου. Συρία, Λιβύη, Ιράκ, παντού φωτιές παντού βροντές όπλων, παντού φωτιά και σίδερο,παντού θάνατος.
Ένας θάνατος στο όνομα της Ειρήνης και της Δημοκρατίας. Στο όνομα της ΕΙΡΗΝΗΣ.
Ας κάνουμε ένα σωματείο λοιπόν για την εξάπλωση της ΕΙΡΗΝΗΣ σε όλον τον κόσμο. Αλήθεια τί αξία θα είχε; Βέβαια δεν γνωρίζω πως μπορούν αυτές οι οργανώσεις να συμβάλουν στην Ειρήνη. Με τραγούδια; Με ποιήματα; Με λόγους;Απλά με τίποτε. Μάλλον είναι η στάχτη στα μάτια κάποιων που νομίζουν πως μπορούν κάτι να κάνουν. Ίσως ρωμαντικών, ίσως αργυρώνητων… Αυτό που υπήρχε και θυμάμαι πολύ καλά, ήταν τα κινήματα Ειρήνης παλιά, τότε με τα παιδιά των λουλουδιών. Καλά περνούσαν, καλά τραγουδούσαν, ζούσαν σε σπηλιές, κάνανε ότι τους καπνίσει, κλπ κλπ, μα ο κόσμος και τότε ήταν μέσα στις φλόγες πολέμων. Αλήθεια γιατί ο κόσμος της Δημοκρατίας και της ”ειρήνης” βομβάρδισε τη Σερβία και έσυρε την Ευρώπη σε παιχνίδια διαφθοράς; Αλήθεια γιατί μετά θάνατον αθωώθηκε ο Μιλόσεβιτς…
Αλήθεια πιστεύετε πως αυτοί που ζουν πουλώντας όπλα και που απο΄κει πηγάζουν τα περισσότερα κινήματα ειρήνης θα πάψει να πουλάει πολεμικές μηχανές; Μήπως τα κινήματα ειρήνης είναι μια ακόμα μπίζνα;;;
Μα είναι μόνο η Αμερική, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία που ζουν από αυτές τις βοιομηχανίες;
ΟΧΙ. Ο πόλεμος είναι μεγάλη μπίζνα. Καταστρέφουμε μια χώρα. Βάζουμε το μανδύα του καλού και την ξαναχτίζουμε.
Μόνο; ΟΧΙ. Της πασάρουμε και τα μεταλλαγμένα σε σπόρους φυτεμένους στα χαρτόκουτα. Πετάς το κατεστραμμένο χαρτόκουτο και να το μεταλλαγμένο. Και χαίρεται ο φτωχός που απόχτησε τέτοιο φυτό μοναδικό.
Ακόμη τα νοσοκομεία χρειάζονται μοσχεύματα για πλούσιους του κόσμου και για πειράματα. Αλήθεια ποια τιμωρία έβαλαν στο Κόσσοβο και στην Τουρκία που γνωρίζουν ο ΟΗΕ η Ε.Ε κλπ πως έγιναν σε χιλιάδες αιχμαλώτους αφαίρεση οργάνων και πετάχτηκαν σαν σκυλιά, σε ομαδικούς τάφους; Πετάχτηκαν κατακρεουργημένα, χιλιάδες παιδιά χιλιάδες νέοι.
Αλήθεια η Τουρκία μπήκε στην Κύπρο, έσφαξε, κατέστρεψε, άρπαξε.
Τι έκανε ο ΟΗΕ ψηφίσματα έβγαλε πολλά. Που τα έγραψε η Τουρκία; Εκεί που ξέρετε.
Μπήκε πριν λίγους μήνες στη Συρία. Με θράσσος είπε πως μπήκε να διώξει τον Άσσαντ. Τι έκαναν ο ΟΗΕ τι έκανε η Ε.Ε το ΝΑΤΟ κλπ παρατρεχάμενοι; Τίποτε. Τίποτε.
Και η Ρωσία; Ε’ αυτή για λίγο μάλωσε τον Σουλτάνο. Όχι δεν χόρεψε οριεντάλ ο Πούτιν.
Που είσαι συ που γράφεις για να φέρεις την ΕΙΡΗΝΗ. Δεν έμαθες πως η Ειρήνη θέλει κότσια και δύναμη! Κρίμα στο μελάνι σου.
Λοιπόν. Για να μην υπάρχει πόλεμος πρέπει τα κράτη να είναι δυνατά. Ο Μεταξάς δεν θα έλεγε το ΟΧΙ αν δεν είχε ετοιμάσει τη χώρα για πόλεμο.
Αλήθεια πιστεύτετε πως οπαδός της Ειρήνης, θα βραβεύονταν από τον Σιμόν Πέρες. Ναι μέλος οργάνωσης ειρήνης βραβεύτικε από τον πρόεδρο του Ισδραήλ.Με πόση περηφάνια κάποιοι μας μιλούν για την” Ειρήνη” που δεν την πιστεύουν, μα την καπηλεύονται.
Γράφουν πολλοί για να συγκινήσουν τον κόσμο για τα παιδιά. Μα ποιος δεν αγαπάει τα παιδιά;
Τα παιδιά είναι το μέλλον της γης.
Για να δούμε πως τα μεταχειρίζεται η πολιτισμένη ειρηνική ανθρωπότης; Τα μεταχειρίζεται σαν σκλάβους σε υπόγεια μπουντρούμια, που εργάζονται χωρίς σταματημό για ένα κομμάτι ψωμί για ένα κανάτι νερό.
Εργάζονται εντατικά για μας τους πολιτισμένους. Ο κόπος τους,, απλά ένα κομμάτι ψωμί.
Αυτό δεν κάνουν και στη χώρα μας;Έχετε απορία πως ξεκινούν τους πολέμους;
Εγώ δεν έχω καμιά. Τα γηρατειά έρχονται και σε γεμίζουν με μια άχρηστη γνώση που κανείς δεν θα της δώσει σημασία όσο κι αν φωνάξεις,η φωνή σου θα πνιγεί πριν βγει από το στόμα σου..
Υποχρέωσαν τη χώρα σε δις, πολλά δις ευρώ. Αυτά για να αγοράσουμε, τα όπλα τους.
Σήμερα μας λένε πως δεν φτάνουν.
Γιατί;
Βγήκε κι ο Λεβέντης να πει. Θα αγόραζα όπλα σήμερα, έστω κι αν έκοβα 200 ευρώ από τις συντάξεις.
Άντε λεβένταγα μου,αλήθεια πως θα το έκανες; Ξέρεις πότε θα έπαιρνες τα όπλα; Μετά το θάνατό σου.
Που πήγαν τα δις; Βέβαια πήγα στα ατιμώρητα παιδιά του ΠΑΣΟΚ που σήμερα πολλά μας κυβερνούν γιατί είναι στο ΣΥΡΙΖΑ.
Αν αγαπάμε την Ειρήνη ας αγαπήσουμε την πατρίδα μας και τα σύμβολά της.
Αν δεν μπορούμε ας παραδώσουμε τα κλειδιά της χώρας κι ας φύγουμε όλοι για μακρυά.
Ειρήνη χιλιοστεφανωμένη, χιλιοτραγουδισμένη, δεν κερδίζεσαι με λόγια παχιά και με πολλές γιορτές.
Κερδίζεσαι με την προετοιμασία. Και δεν λέω προετοιμασία τη ρεμούλα και το γέμισμα στα μπουγκιά κάποιων παράσιτων της Ελληνικής Πατρίδας. Λέω την προετοιμασία, του λαού και του στρατού.
Αν θέλεις την Ειρήνη να είσαι έτοιμος για τον πόλεμο έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι.
Αυτοί τα είπαν όλα από τότε και φύτεψαν τις ρίζες της Ειρήνης. Δεν φύτρωσε. Δύσκολα θα φυτρώσει μα όχι με γιορτές. Όταν δίπλα σου ο Ερντογάν είναι έτοιμος να σε κατασπαράξει εσύ θα κάτσεις να του πεις σφάξε με αγά μου να αγιάσω;
Εσύ που καις σήμερα την Σημαία της πατρίδας σου. Εσύ που βρίζεις τα όσια και τα ιερά, θα είσαι το πρώτο θύμα, εκτός αν σκύψεις στα τέσσερα και γίνεις γουσουφάκι.
Ποιος τολμάει να πειράξει τι Ισδραήλ με τη φοβερή συνοχή, τον πατριωτισμό, και την πολεμική μηχανή; Κανένας.
Πάρτε μαθήματα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά
Οι λαθρομετανάστες είναι μια μπόμπα στα θεμέλια της πατρίδας μας.
Λεβένταγα από κει να πάρεις τα λεφτά.Και πρόσεχε Λεβένταγα μπόμπες είναι στον τόπο μας.

Μετανάστες, Κάπιταλ Κοντρόλ, διορισμοί, άδειες TV

ΖΗΤΩ Η 28 ΟΚΤΩΒΡΗ 1940
Σήμερα πρέπει να φύγουν. Σήμερα και όχι αύριο.
Και ποιος να έρθει; Θα μου πεις.
Αν ήξερα θα σου έλεγα. Δυο μόνο δεν πρέπει να έρθουν.
Ο Γιώργος ο λεβέντης ο καραμπουζουκλής και ο Αλέξης το βλαμμένο.
Ήρθε και έφερε το Βαρουφάκη. Γέμισαν βρισιές αυτούς που μας κράταγαν στο χέρι.
Δεν γνώριζαν πως χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις το φιλάς.
Και καλά γράμματα δεν έμαθαν γιατί στα κλάμπ και στις καφετέρειες δεν μαθαίνοται.
Άρχισαν να πηγαινοέρχονται με στυλ χαζοχαρούμενων παλιάτσων σε χώρες ταξίδια μαγικά σ
αν λέτσιοι και έβριζαν τους συνεργάτες τους το λιγότερο. ΄΄Δανειστές΄΄
Του ένος έβριζαν τη μάνα, του άλλου την αμορφωσιά και μεις όλοι γελούσαμε με τους
ντα’ι’δες που έχουμε στην Κυβέρνηση.
Κόστος στα ντα’ι’λίκια του Αλέξη και του Γιάνη με ένα Ν τόσο αγράμματος ο λεβέντης,
κόστος τα κάπιταλ κοντρόλ και το σφίξιμο της θηλιάς στο λαιμό μας.
Θα βάραγε ο λεβέντης ο Αλέξης τα νταούλια και θα χόρευε η Μέρκελ αφού θα της
ζητάγαμε τα χρωστούμενα. Βγάλαμε και το λογαριασμό.
Και ο νταής έγινε σκυλάκι καναπέ, που η Μέρκελ το χορεύει όπως θέλει.
Πάει αυτό. Άντε πρωτάρηδες ήταν……
Σκέφτηκε, σκέφτηκαν άλλοι για αυτόν πάντως το βλαμμένο άνοιξε διάπλατα την πόρτα της
χώρας μας, να φέρει τους λαθρομετανάστες και όχι πρόσφυγες.
Μαροκινοί Αφγανοί Ιρακινοί, Ιρανοί, Αιγύπτιοι,,,,, από κάθε χώρα.
Και αυτοί αφού λιάζονταν εξαφανίζονταν. Ήταν οι πλατείες το σουρωτήρι.
Δεν ρωτάω πόσα έβγαλαν σε δις ευρώ κάποιοι……
Μα έκλεισαν οι άλλοι τις τρύπες στο σουρωτήρι και μένουν εδώ τρων πίνουν και γλεντάνε
ενώ οι Έλληνες ψωμολυσάνε.
Καλά Θεό δεν είχαν, έτσι τα έβαλαν με τη θρησκεία μας, αγκαλιάζοντας το εβραί΄κό δόγμα,
το καθολικό, και το ισλαμ.
Αυτά ένας άνθρωπος που επειδή αυτός δεν τα έπαιρνε΄΄τα γράμματα΄΄ ζητάει να μείνουν τα Ελληνόπουλα άθεα
και αγράμματα. Ολα τον ενοχλούν τον Αλέξη και την παρέα του.
Μας έφερε το βλαμμένο και ένα δάνειο μεγάλο αγγούρι που άλλοι το φάγανε και μεις θα ζοριστούμε
να το πληρώσουμε. 85.000.000.000 ευρώ. Από αυτά ως τώρα έχουμε δώσει όλα για τις βλεκείες
Βαρουφάκη Τσίπρα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, δίνουμε πάνω από δυο δις για τους λαθρομετανάστες που οι πιο πολλοί
είναι με αρρώστειες και που τις θεραπεύουν στα νοσοκομεία που δεν χωράν τους έλληνες.
Αυτά κάθε χρόνο χωρίς υποδομές κλπ κλπ κλπ
Πήγε και στην Τουρκία με τη χαζοχαρούμενη παρέα του και έδωσε στον Ερντογαν τα πάντα.
Κατάλαβε ο σουλτάνος με ποιους έχει να κάνει και το έριξε στον καρσιλαμά.
Ακόμη αφού διόρισε 57,000 χιλιάδες και πολλοί δημοσιογράφοι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ θέλησε να τελειώσει
τα κουρέλια της δημοκρατίας που είχαμε. Νόμος ΠΑΠΑ τηλεοπτικό τοπίο. Έκανε και είπε τόσα
που έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Έτσι πάπαλα η υπόθεση Κανάλια. Βγήκε και η Γεροβασίλη να τα ψάλει
στα δικαστήρια.
Και μεις σήμερα μια μέρα σημαντική για όλη την Ελλάδα μας. Αύριο είναι μια μέρα δόξας.
Τίποτε. Σήμερα μιλάμε για τα ραδιοτηλεπτικά.
Όμως φίλοι μου μην κολλάτε σε αυτά. Η χώρα μας πουλήθηκε. Πουλήθηκε για 99 ενενήντα εννιά χρόνια.
Είδαμε πως οι γεμανικές επιχειρήσεις, στα ελληνικά προ’ι’όντα δε βάζουν την Ελληνική σημαία, αλλά
μόνο ένα γραμματόσημο με μπλε και άστρες γραμμές.
Και αν ήταν για τα Γερμανιικά μαγαζιά άντε και να το φάμε. Όταν βλέπω σε μαγαζί που πουλά μόνο
ελληνικά προ’ι’όντα της εταιρείας Κολιονάσιος από τα Γιάννενα να έχουν πάνω τη σημαία γραμματόσημο
χωρίς το σταυρό τρελάθηκα.
Και είδα πως αυτό που εμείς βγάλαμε΄΄ το Σταυρό΄΄ τον έχει ο Ερυθρός Σταυρός. Οι σημαίες 10 κρατών της ΕΕ.
Και τώρα να πούμε και κάτι πολύ τραγικό. Κάθε μήνα πληρώνω, πληρώνουμε όλοι την ΕΡΤ. Δεν πρέπει η ΕΡΤ
να μας λέει ειδήσεις. Ακούσατε ειδήσεις. Περισότερες και καλύτερες ειδήσεις λέει ο σταθμός του Δήμου της αθήνας.
Αυτά και σε όλη τη χώρα οι λαθρομετανάστες χτυπούν, βρίζουν και ζητούν δικαιώματα και επιδόματα τη στιγμή που οι Έλληνες αυτοκτωνούν συνεχώς από τη φτώχεια, άστεγοι και πεινασμένοι.
Ας διώξουμε τους βλάκες που μας κυβερνούν. Ας κάνουν συγκυβέρνηση όλοι μαζί.
Ας βρουν το Ζωλώτα που μας χρειάζεται. Είναι ανίκανοι ας το παραδεχτούν. Φαντάζεσθε το Κύριο Μολυβιάτη να κάνει τις βλακείες του Ξυδάκη ή του Κοτζιά;;;; ΟΧΙ. Τι τους κρατάμε; Το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν οι καθαρίστριες και τα παιδιά της ΕΡΤ και τα 57.000 χιλιάδες συριζόπουλα που βρήκαν ακριβοπληρωμένες θέσεις στο δημόσιο.
Εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν. Ας τους φέρουμε πίσω. Μαρκεζίνης, κλπ κλπ
Καλημέρα σας. Σήμερα ας τιμήσουμε τους νεκρούς μας που έπεσαν στα βουνά της Πίνδου για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Την Ελευθερία που δόλιοι την πούλησαν χωρίς αιτία για 99 χρόνια. Τόσα θα είναι ΄σκλάβοι τα παιδιά και
τα εγγόνια μας.Έτσι, χωρίς Θεό, χωρίς σημαία, χωρίς ιστορία, δεν θα υπάρχουν Έλληνες και Ελλάδα.
Μπορούμε να τη σώσουμε; ΝΑΙ. Αρκεί να είμαστε έλληνες με ψυχή.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Σύνταγμα κωλόχαρτο!!!!!!

ΤΜΗΜΑ Α
΄Αρθρο 1
1 Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Είναι;;;
2 Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λα’ι’κή κυριαρχία.
3 Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.
Είναι έτσι!!!
Άρθρο 2
1 Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
Πως με πεινασμένους Έλληνες στους δρόμους, με άρρωστους που πεθαίνουν χωρίς γιατρό!!!!
ΤΜΗΜΑ Β΄
Άρθρο 3
Σχέσεις Εκκλησίας Πολιτείας.
ΜΕΡΟΣ ΒΕΥΤΕΡΟ
Αρθρο 4
1 Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Είμαστε;;;;
2 Οι Έλληνες και Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Είναι αλήθεια;;;
3 4
5 Οι Έλληνες πολίτες συνησφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
Αυτά λέει στην Αρχή το Σύνταγμα της Ελλάδας μας.Είναι έτσι;;;
Και το Σύνταγμα θα πρέπει να τη τηρούν όλοι οι Έλληνες όλοι χωρίς εξαιρέσεις.
Γίνεται αυτό;;;; Για να δούμε αδέλφια μου.
Θα γινόταν αν όντως όλοι εισέφεραν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
Αυτό ισχύει σήμερα.
ΟΧΙ.
Σήμερα ο άνεργος πληρώνει ΕΜΦΙΑ φορο αβάστακτο για τους ανέργους γιατί οι γονείς του έδωσαν ένα σπίτι να μένει τι να το έκαναν να το έπαιρναν μαζί τους στον τάφο; Δεν γίνεται.
Αυτό είναι το πρώτο, και πολύ βασικό. Αυτός που δεν έχει πληρώνει χωρίς η εφορία να ψάξει αυτό που έχει ο άνεργος πότε το έκανε αν το έκανε κι αν τότε πλήρωνε φόρους.Και πληρώνει δανειζόμενος. Και έτσι χάνει τη στέγη που η πολιτεία κατά το Σύνταγμα έχει υποχρέωση να του παρέχει στο λαό.
Ας το ξεχάσουμε αυτό.
Γιατί οι βουλευτές έχουν αφορολόγητο το 75% του μισθού τους,, άσε τα κόλπα για αποζημείωση. ΓΙΑΤΙ;
Αλήθεια πως γίνεται και κάτι που στερούν με νόμο στον Ελληνικό λαό, το δίνουν στους πολιτικούς δικαστικούς από τον κλητήρα μέχρι την κορφή;
Είναι αυτό συνταγματικά ορθό;
ΟΧΙ
Είναι οι Έλληνες ίσοι ενώπιων του νόμου όταν ο απλός πολίτης Έλληνας χωρίς αιτία αν δεν έχει ταυτότητα μαζί του σέρνεται σαν σκουλήκι;
Αν είναι έτσι,,, ο φονιάς βουλευτής έστω και ακούσια, γιατί δεν σέρνεται όπως ο απλώς πολίτης.
Είναι Συνταγματικά δίκαιο να πληρώνει ο φτωχός άνεργος Έλληνας τον πλουσιοπάροχα αμειβόμενο δημοσιογράφο της ΕΡΤ αφού πολλές φορές δεν έχει ρεύμα, δεν ακούει δεν βλέπει ΕΡΤ. Η ακροαματικότητα της ΕΡΤ είναι στα τάρταρα. Γιατί τους πληρώνουμε;;;; Αλήθεια γιατί είναι μια τρύπα που τρυπώνουν συνέχεια [ πάντα] όχι σήμερα.
Αλήθεια πόσο ίσα είναι τα παιδιά ενώπιον του Συντάγματος όταν ορίζει ΄΄ Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
Την είδατε εσείς αυτήν την πολιτεία στους Έλληνες που κοιμούνται στα χαρτόκουτα; Τη βέπετε στους λαθρομετανάστες και όχι στους πρόσφυγες [ 20% είναι πρόσφυγες ] αν και κει κρύβονται τζιχαντιστές που τώρα που χάνουν εδάφη, τρέχουν προς την Ευρώπη που δεν τους θέλει κι ας είναι δημιούργημά τους….
Την είδατε στα πεινασμένα παιδιά; ΟΧΙ.
Που είναι το Συνταγμα των Ελλήνων;
Πουθενά.
Οι απατεώνες βουλευτές πρόσθεσαν άρθρο που οι κλέφτες πολιτικοί να μην διώκονται. Τρώνε πίνουν εις βάρς των βλαμμένων που πληρώνουν για την αφεντιά τους.
Που είναι η ισοπολιτεία, όταν δεν ρωτάται ο κάθε άρχων του Δημοσίου τραπεζίτης η κοπρίτης που τα βρήκε και έκανε τις βιλάρες των πολλών πολλών εκατομμυρίων Ευρώ.
Κάνουν δήλωση έσχες. ΟΧΙ,,, όμως το πόθες έσχες, μπριτς που θα τους ελέγξουν.
Ελέγχουν όμως το φουκαρά που πάνε να του πάρουν το μοναδικό σπίτι για να να μείνει δρόμο, και σαν την κατοχή του 1942-1944, ο πάσα ένας κλέφτης βουλευτής, δικαστικός, τραπεζίτης να του πάρουν το σπίτι ή να τα πάρουν μέσα από FANS δεν τα λένε που πίσωκρύβονται τα παιδιά τα φιλαράκια από παλιά….
Μας λένε πως τα πιάνουν οι γιατροί. Ναι, κάποιοι τα πιάνουν. Δεν μπορούν να τους βρουν. Χα. Σπίτια, βίλες, εξοχικά,
έχουν όλοι οι γιατροί;;;; Και λέω βίλες και όχι το σπίτι που του έκανε ο πατέρας του η που αγόρασε με δάνειο.
Εδώ βρήσκουν αυτόν που χρωστάει 300 ευρώ στην εφορία και του τα κατάσχουν αυτούς γιατί δεν τους ΄βλέπουν;
Κάποιοι μεγαλοδικηγόροι δεν θέλουν πληρωμές μέσα από την τράπεζα, τα θέλουν ντούκου στο χέρι και χωρίς απόδειξη.
Αυτοί που έχουν πενήντα ακίνητα πλήρωναν φόρους;;;;
Αυτοί που έχουν ολόκληρα μουσεια στα σπίτια τους μα λένε που τα βρήκαν και πόσο τα αγόρασαν….
Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι.
Να πληρώσει και ο εργάτης που εργάζεται, αν έχει,, εύκολα τον βρήστεις κινητά που κάνουν 200 ή 1000 ευρώ. Χρήση πολλών ευρώ,,, λογαριασμούς που ανανεώνονται κάθε τρεις και λίγο κρύβουν χρήμα. Δεν πληρώνεις για τούτα όταν δεν έχεις τα βασικά, στέγη έστω και μικρή πολύ μικρή, φαγητό,….
Αυτά τα απλά τα γνωρίζει ο υπουργός μας και όσα λένε όλοι τους,,, είναι στάχτη στα μάτια. Ναι και οι συδικαλιστές του ΚΚΕ μαζί με όλα τα μπουμπούκια κανόνιζαν διορισμούς κλπ αχρείαστων έτσι για να βολέψουν τους δικούς τους. Αχ όλοι τα συμφεροντά τους κοιτάνε.
Έφτασε ο λαός να λέει, γιατί ζω σε τούτο τον άδικο τόπο, με τους σκάρτους πολιτικούς με τις μεγάλες τσέπες.
Γιατί δεν μιλώ για τους παπάδες; Δεν στα παίρνουν με το ζόρι. Εκεί αν θες τα δίνεις, να σας πω πως από τις κηδείες ο παπάς και η εκκλησία μαζί με τον ψάλτη παίρνουν όσο δυο στεφάνια.
Έλληνες αδέλφια μας.
Δίπλα μας να βάλουμε το Σύνταγμα και επειδή δεν έχουμε χρήματα για μηνύσεις και αγωγές θα κάνουμε τις καταγγελίες μας ομαδικά χίλιοι, χίλιοι πεντακόσιοι κλπ. Πως είχαμε τις αδελφότητες, τα σωματεία τα πολιτιστικά, έτσι πρέπει να οργανωθούμε, μποστάρηδες οι άνεργοι.
Καλημέρα σας και όλοι μαζί μπορούμε.
Χωρίς κόμματα και αποκόμματα.
Όλοι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στα βράχια τρώγοντας και πίνοντας ας πάνε στο καλό.
ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

28 Οκτώβρη 1940

Ο μήνας Οκτώβρης, ήταν ο μήνας της δόξας, ο μήνας του Αγίου Δημητρίου.
Ασπρισμένες αυλές, στολισμένες με πολύχρωμα χρυσάνθεμα, κιτρινοπορτακαλιά ξυνά, έκαναν το Φθινόπωρο γοητευτικό, ρωμαντικό, καθώς τα χαλκοπράσινα φύλλα, στόλιζαν τη γη στους κήπους και το δάσος.
Γεννήθηκα στον πόλεμο. Οι μνήμες μου είναι από ακούσματα των γονιών μου και των παππούδων μου. Ήταν ακόμη, από τους λόγους, των δασκάλων μου, που είχαν το παράσημο στο στήθος και τη φλόγα στα μάτια. Μας εξυμνούσαν κάθε χρόνο, τούτη την ημέρα, ή μάλλον τούτο το τριήμερο, που ήταν ίδιο, σαν το τριήμερο της 25ης Μαρτίου.
Καθισμένη στο παραγώνι τα βράδυα πριν την ευλογημένη μέρα, ακούγαμε για το μεγάλο πανηγύρι της δόξας των Ελλήνων. Και κει, στη μικρή μας πόλη, είχαν πολλά να μας πουν. Πολλά στα οποία οι ήρωες της δόξας, ήταν οι δικοί μας άνθρωποι.
Ένας νέος, που χάρισε στην πατρίδα τα πόδια του, ζούσε εκεί, ανάμεσά μας, χαμογελούσε μέσα από το περίπτερό του.
Σε κάθε σπίτι υπήρχαν φωτογραφίες των παιδιών που έπεσαν πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Βορείου Ηπείρου. Παιδιά που για μοναδικό τους σάβανο είχαν το χιόνι.
Αυτές τις μέρες η γιαγιά μας κρατούσε το θυμιατό, ένα ωραίο μπρούτζινο θυμιατό και θύμιαζε το σπίτι κλαίγοντας που να ξέρω ποιους. Ακόμα οι ιστορίες και σαν μύθοι ακούμπαγαν την ψυχή μας.
Στο τάδε οχυρό, να, Μπροστά οδηγός, η ίδια η Παναγιά. Την είδα…. Την είδαμε να μας μιλάει.
Φορούσε μαύρα, είχε ένα πέπλο που μας σκέπαζε, μας χαμογελούσε, θα νικήσετε μας έλεγε….
Και όλοι φορούσαν κατάσαρκα το σταυρό και την εικόνα της μάννας Παναγιάς, τη φωτογραφία της γυναίκας,των παιδιών τους,ή την αγαπημένη τους.
Σε ένα γράμμα στη μάνα του λέει ο νέος στρατιώτης. Μάνα μου γράφεις μια γραφή και με ρωτάς τι κάνω. Στις Αλβανίας τα βουνά, στα χιόνια θα πεθάνω…….
Δεν με φοβίζουν μάνα μου, του εχθρού μας τα κανόνια, μα με φοβίζουν μάνα μου. της Πίνδου τα άγρια χιόνια.
Εκεί ακούγαμε τη γιαγιά, να μας λέει, πως με την αδερφή της και τη νύφη της [ τη μάνα μας ] κουβάλαγαν σφαίρες και ψωμί, ρούχα καθαρά, νερό, στους φαντάρους μας, στους δικούς τους. Το ίδιο και η γιαγιά η Γεωργία στο δικό της χωριό. Όλη αυτή η γραμμή των συνόρων ήταν σε πόλεμο γιατί στο δικό μας τόπο οι οχτροί ήταν τέσσερεις. Οι ιταλοί που αφού τους νικήσαμαν, ζήτησαν και ήρθαν βοηθοί τους,,, με όλη τη φοβερή πολεμική τους μηχανή,, οι γερμανοί. Σύμμαχοί τους οι βούλγαροι. Οι αλβανοί ήρθαν με τους ιταλούς στην αρχή. Οι αλβανοί βλέπεις από παλιά ιταλοί και αλβανοί ήταν σύμμαχοι.Μα τι περίεργο,,, αυτοί οι σύμμαχοι,,, όταν πήγαν στην Ιταλία εκεί στα 1991- τους έπνιξαν στη θάλασσα.
Μα ο πόλεμος για τα Ελληνόπουλα, ήταν γιορτή. Εμπρός της Ελλάδος παιδιά, τραγουδούσε η τραγουδήστρια της νίκης η Σοφία Βέμπο. Με το κορόιδο Μουσολίνη τα Καλουτάκια, στην πρώτη γραμμή όπως η Σοφία. Εκεί και μια άλλη τραγουδήστρια η μετέπειτα ηθοποιός Ρένα βλαχοπούλου και άλλοι και άλλες πολλές. Στρατιώτες, εκεί στις κορφές της Πίνδου ο Τσαρούχης ο Κωνσταντάρας, ο Παπαγιαννόπουλος, όλοι ήταν εκεί στην πρώτη γραμμή.
Έπεφταν οι σφαίρες γύρω τους, μα αυτές οι γυναίκες δεν φοβούνταν, τη δική σου δεν την ακούς έλεγαν.
Τον πόλεμο τον περίμεναν. Εκεί άνδρες, γυναίκες, παιδιά έκαναν τα πολυβολεία και μικρά οχυρά. Από μόνος του ο τόπος είναι οχυρό.
Ήταν μαζί τους τα δικά τους παιδιά, στρατιωτικοί. Ο Κατσιμήτρος ο ήρωας των ηρώων, Κωστάκης ο θρύλος, Ζώτος ο ατρόμητος, Λώλος ο λεβέντης, Νάκος, Πάκος, ποιον να θυμηθώ ο κατάλογος είναι μακρύς.
Και πολλοί παλιοί, αμέσως έκαναν ομάδες εθελοντών, αφού η πατρίδα δεν τους κάλεσε λόγο ηλικίας.
Και είχε έρθει ο πόλεμος τη βραδυά της 28ης Οκτωβρίου με τελεσίγραφό της Ιταλίας στον πρωθυπουργό μας Ιωάννη Μεταξά.
ΟΧΙ
ΌΧΙ είπε ο πρωθυπουργός, και αυτό το ΟΧΙ, το πήρε ο λαός και το έκανε σημαία, δίπλα στη γαλανόλευκη. Και σαν έφτασε πάνω στα άγρια χιονισμένα βουνά το έκανε φωνή το έκανε σύνθημα, ΑΕΡΑ και νίκησαν μα χάθηκαν και πολλοί όμως δεν δείλιασαν γιατί μπροστά τους ήταν τα λιοντάρια μας οι αξιωματικοί.
Ναι, ξεχύθηκαν νέοι, γέροι, στη φωτιά. Σαν έτοιμοι από καιρό. Γιατί τι να πούμε, αξιωματικοί ήταν οι ήρωες του 1913 του 1922 και η απόσταση από το 1922 ήταν μόνο 18 χρόνια. Σηκώθηκε όλη η γενιά που πολέμησε το 1909-1913 που η ίδια πολέμησε το 1920 και στάθηκε εθελοντής δίπλα στα παιδιά τους που τώρα ήταν ο στρατός του έθνους μας της Ελλάδας μας.
Και τώρα το 1950, παιδιά εμείς με τρεμάμενη ή δυνατή φωνή με το βλέμμα πέρα στον ουρανό να δούμε, να δούμε και μεις την Παναγιά, απαγγέλαμε τα ποιήματά μας με το στήθος γεμάτο περηφάνια.
Ήταν και ο πατέρας μου εκεί έλεγε το ένα, ήταν και ο παππούς μου, το άλλο. Εγώ δεν έχω πατέρα, έμεινε πάνω στο βουνό μουρμούριζε δακρυσμένο ένα άλλο.. Και δεν ήταν βουρκωμένα μόνο τα δικά του μάτια, ήταν και τα μάτια όλων, γιατί σε κάθε σπίτι έλειπε ένας, δυο, τρεις.
Μέρες ετοιμάζαμε τη γιορτή κουβαλώντας δάφνη να στολίσουμε τους ΗΡΩΕΣ μας, από τον παλιό καιρό, από τον καιρό της επανάστασης που έφερε τη Λευτεριά. Σε κάθε τάξη του σχολείου ήταν η εικόνα του Χριστού μας και οι ΗΡΩΕΣ. Όλοι ήταν εκεί.
Να κάνουμε τα στεφάνια που θα καταθέσουμε στο δικό μας Ηρώο των δικών μας Ηρώων.
Και τραγουδούσαμε τραγούδια για τη Σημαία μας και εμβατήρια.
Με το χαμόγελο στα χείλη….
Και το Τη Υπερμάχω Στρατηγώ….
Όλος ο κόσμος με τα καλά του πήγαινε στην εκκλήσιά μας, με πρόσφορα και κόλυβα για τους ήρωές μας.
Ακόμη τότε, στα δικά μου χρόνια, τραγουδούσαμε το Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα. Τραγουδούσαμε το έχω μια αδελφή, μικρούλα λυγερή τη λένε Βόρειο Ήπειρο, την αγαπώ πολύ. Τραγούδια για την Κύπρο μας.
Και σήμερα εμείς, που τότε ήμασταν τα παιδιά, που τα τραγουδούσαμε, ξεχάσαμε τα όνειρα της γενιάς μας. Ξεχάσαμε τα οράματα μας. Και περιμένουμε σαν κότες, γιατί όλα τα άλλα ζώα αμύνονται, τη σφαγή μας. Λες και θα ζήσουμε αιώνια. Αιώνια ζεις όταν η ζωή σου, έδωσε κάτι στο περασμάτης, στο τόπο σου, στην οικογένειά σου, στην πατρίδα σου.
Καλοζωισμένοι, σκεπτόμαστε τις ψησταριές, τους χορούς και τα πανηγύρια. Ξεχάσαμε πως αυτά πήγαιναν πάντα με τη Λευτεριά. Λες και μόνο φα’ι’ και γλέντι είναι η ζωή. Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ, τι είναι;
Θα κάνουν τα εγγόνια μας παρέλαση; θα τους πουν στο σχολείο τους για τις μέρες ΄δόξης τις λαμπρές, των παππούδων τους; Αν δεν το κάνουν οι άλλοι, ας το κάνουμε εμείς.
Ο Σουλτάνος Ερντογαν βρυχάται. Θυμάται την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Εμείς τι κάνουμε; Αφήνουμε τον εχθρό, πέμπτη φάλαγγα, να μπαίνει στην πατρίδα μας και να την ορίζει αντί να πει ένα ευχαριστώ. Φωνάζει για το φαγητό που δεν του αρέσει την ώρα που οι Έλληνες πεινάνε.
Για τα σπίτια που τους χαρίσαμε και που πολλοί Έλληνες δεν έχουν.
Ο Θεός ας φυλάξει την πατρίδα μας. Ο Θεός που οι άθεοι τον έδιωξαν από τα σχολεία μας, και προσπαθούν να τον διώξουν και απο΄τις ψυχές μας..
Μα εκεί στα σχολεία υπάρχουν ήρωες δάσκαλοι.Κάποιοι θα μιλήσουν.
Η παρέλαση τότε, οι σχολικές γιορτές ήταν το παραμύθι που θα λένε οι νέοι στα παιδιά τους μόνο αν ξυπνήσουμε.
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή.
σε γνωρίζω από την όψη
που με βια μετράει τη γη.
Απ τα κόκκαλα βγαλγμένη,
των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε Ω χαίρε Ελευθεριά.
Και όλα αυτά κάτω από την ευλογία της εκκλησίας μας. Που ήταν και αυτή εκεί να ευλογάει τα όπλα των παλλικαριών μας.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ο Άγιος Δημήτριος ας είναι βοηθός μας μαζί με την Κυρά την Παναγιά μας
Σε όσους γιορτάζουν Χρόνια Πολλά και στον αδελφό μου το Δημήτρη.
Κάποιοι από την πόλη μας την Παραμυθιά μεγάλοι σε ηλικία έφτασαν όπου η πατρίδα είχε ανάγκη.
Ο Χρήστος Κούρτης έφτασε ως την Κρήτη όπου αγωνίσθηκε γεναία, ο Παύλος Χ Παυλου ο παππούς μου έκανε τον Ιερό Λόχο να σκοτωθούν μέχρι ενός και μετά να περάσουν οι γερμανοί.
Άκουγα πως σε μια μεγάλη ήττα των ιταλών στη Σκάλα οι παραμυθιώτες τραγουδούσαν.
Βγήκαν οι ιταλοί στη Σκάλα,/ με μαντολίνα και φτερά,/ και κόψανε και μια φευγάλα,/ βρε Βερτινίη κερατά /[μασκαρά]
Κορόιδο Βερτινόη,/ κρίμα στο πρώτο μπόι,/ καρδια λαγού σαν έχεις, /πρέπει πάντα να προσέχεις ,/ ξέρεις είσαστε δειλοί.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ti θέτε; Ε;

Ναι ρε και τζαμί θα κάνουμε και σε όλη την Ελλάδα και κοινότητες ξένων προσφύγων τι θέτε;
Βέβαια εμείς τίποτε δεν θέλουμε αλλά να είναι εκείνος ο ρημαδονόμος για το ρατσισμό
και αποφασίσαμε να ζητήσουμε τα ίδια δικαιώματα με τους πρόσφυγες.[ λαθρομετανάστες ]
Τζαμί αυτοί; Το τάμα του έθνους εμείς. Πόσοι είναι αυτοί; πόσα ξοδεύετε για τους λαθρομετανάστες
Ότι αυτοί, ανάλογα και οι Έλληνες.
Σπιτάκια με όλα τα κομφόρ αυτοί και μεις όσοι είμαστε άνεργοι και δεν έχουμε που να μείνουμε.
Παράνομη πώληση στα παζάρια και στα τραίνα στα λεωφορεία και στους σταθμούς αυτοί και μεις. Να
βγάζουμε το παντεσπάνι μας, χωρίς εφορίες και χάλια. Να τα στέλνουμε και όπου θέλουμε όπως οι λαθρομετανάστες.
Ελευθέρας στην κίνηση των επιβατών αυτοί και εμείς. Στο μετρό που εμένα με πιάνουν και με βάζουν να
πληρώσω πολλά ενώ οι λαθρομετανάστες φεύγουν κύριοι.
Στο κάτω κάτω εμείς κάνουμε δήλωση εφορίας και μας φορολογάτε όποτε θέλετε.
Αυτούς γιατί δεν τους φορολογάτε αδέρφια;
Με πιάνει ένας κόμπος στο λαιμό, τόσο που αν μια μέρα μας δεςίτε να σας πιάνουμε από το λαιμό
μη σκιαχθήτε, απλώς θέλουμε να σας κάνουμε τα ίδια με αυτά που κάνουν στους καούς οι φίλοι σας.
Αδέρφια και κείνον τον κόφτη τι να σας πω στο λαιμό μου κάθεται.
Δεν ακούτε;
Δεν πειράζει θα ακούσετε όταν έρθει η οργή του λαού.
Η αρχή θα γίνει αν τολμήσουν να πατήσουν ξανά στις εκκλησιές μας.
Ποιος σας είπε βρε καθίκια ότι θέλουμε να πληρώνουμε τις ζημειές που κάνουν οι φίλοι σας στα
πανεπιστήμιά μας; Να τα πληρώσει το κόμμα το ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Στη βρυσοπούλα

Καλοκαίρι. Η μέρα μεγάλη. Οι δουλειές πολλές. Μα και ο χρόνος για έξω λίγος. Κάπου σε κάποια βρύση, σε κάποια σκαλοπάτια στήνονταν σαν κοσμικό δικαστήριο των πεπραγμένων της ημέρας, από τις γυναίκες της γειτονιάς.
Στη βρυσοπούλα στη μικρή πέτρα δίπλα στον πλάτανο και ενώ η βρύση έστελνε δροσιά κι αγέρα κάθουνταν σταυροπόδι οι νιες και οι βάβες, με τη ρόκα, το πλεχτό ή το κέντημα και έκαναν σχολαστική ανασκόπηση της ημέρας. Το μάτι και το αυτί τους άκουγαν και έβλεπαν τα πάντα.
Αφού πρώτα έλεγαν την καλησπέρα και για τα πονίδια τους στη μέση στα ποδάρια στο γοφό, άρχιζαν να μιλάν για τα δικά τους τα χα’ι’ρια, για τον κάματο της ημέρας, και μετά άρχιζαν το κουτσομπολιό.
Εγώ γυναικούλες μου τι να σας πω, δεν μου αρέσει το κουτσομπολιό, μα να την είδες την τάδε τη φουστάνι φόραγε; Είδες χάλια; Ξετσιπωσιά. Που είσαι κα’υ’μένη Λένη που να έβλεπες την και άρχιζε ο κύκλος της ανεξάρτητης και καλόπιστης κριτικής.
Πολλές φορές τις άκουγα και δεν καταλάβαινα τι χαρά έβρησκαν κάθε μέρα να μιλούν πότε για τη μια, πότε για τον άλλον.
Μετά η κουβέντα έφτανε στα πιο μικρά.
Εδώ έμπαινε σε άλλα μονοπάτια η κουβέντα.
Τι λες εσύ που έχεις στο σπίτι σου το τάδε παιδί; Οι γονιοί του τι σόι είναι;
Αυτό και όπως έλεγε η μια στην άλλη, να στέλουν την κοπέλα πότε για προζύμι, πότε για αλάτι να τη βλέπει το παιδί να λένε και καμιά κουβέντα. Σπίρτο με φωτιά, τα μάτια σου δεκατέσσερα αδελφούλα μου μη πάθουμε και καμιά ζημιά. Καλά θα κάνει, να, θα πάρει το γυμνασιόπαιδο, θα του δώκουν και προίκα να ζήσει καλά η τσούπρα. Και χαμογέλαγαν πονηρά. Είχαν βάλει στο μάτι τον γαμπρό.
Και άκουγε ο πλάτανος και άκουγαν και τα μικρά που κρύβουνταν στην κουφάλα του πλάτανου και γέλαγαν με τούτα τα χαμπέρια. Να πάμε και μεις στο γυμνάσιο έλεγε ο Μήτρος.
-Γέγεσαι από το γυμνάσιο ρολαγάς.
-Που να ξέρω.
-τότες δεν θα πάω γυμνάσιο. Δεν μου αρέσει και να διαβάζω.
-Γιατί χαμένε, σου αρέσουν να τρέχεις στα πρόβατα ή να σκάς στη ζέστα στα χωράφια.
Και κει σταμάταγε η κουβέντα μιας και δεν έβγαζαν άκρη. Αυτά ήταν τα βράδυα στη βρσοπούλα μας.
Ήταν όμως και κάτι πρωινά στη βρυσοπούλα, καθώς βάζανε δυο τρεις μαζί η μιά δίπλα στην άλλη τα καζάνια για τη μπουγάδα. Ακούμπαγαν τη σκάφη πάνω στο πέτρινο πεζούλι της βρύσης, άναβαν τη φωτιά και γέμιζαν το καζάνι νερό. Δίπλα σε μια μικρή κατσαρόλα έβραζε το νερό με στάχτη Οι σκάφες τότε ήταν ξύλινες. Πάνω στο πεζούλι ήταν ο κόπανος και ο τρίφτης ένα ξύλο με ραβδώσεις που το βάζανε στη σκάφη όταν έπλεναν τα βρώμικα σκουτιά.
Εκεί καθώς έτριβαν τα ρούχα με το πράσινο σαπούνι και το τρινάλ κάνανε και διάφορες κουβέντες.
Οι πιο πολλές είχαν να κάνουν με τη φαμίλια και τα πεθερικά, ακόμη με τους άνδρες τους.
Έπλεναν μα δεν άπλωναν εκεί. Η κάθε μια θα άπλωνε στο σπίτι της.
Περίεργο ήταν το ρίξημο της αλυσίβας, πάνω στα ασπρόρουχα και ύστερα τ λουλάκιασμα.
Εκείνο που ήταν θαυμάσιο που εγώ μικρό κορίτσι έβλεπα ήταν το λουλάκιασμα.
Όταν έβλεπα τα ρούχα τα λουλακιασμένα να τα φυσάει ο αέρας και καθώς έκαναν ένα λίκνισμα, πέρα- δώθε, πέρα- δώθε, ένοιωθα η αλλοπαρμένη σαν να ταξίδευα μαζί τους, σε κόσμους ξένους, μαγικούς.
Γινόμους πουλί, που πέταγα με τα χελιδόνια πέρα μακρυά εκεί που δεν υπάρχει κανένας πόνος. Στους μαγικούς παράδεισους που έχτιζα στα μικρά μου όνειρα. Όλα τα παραμύθια έχουν μαγικούς τόπους, έπλαθα και γω τους δικούς μου.
Και η γαλάζια σκάφη με το λουλάκι γίνουνταν ωκεανός, που χωρίς κύματα με πήγαινε σε μέρη ξωτικά. Πολλές φορές έκλεβα από τη μάνα μου ένα τετράγωνο κομμάτι λουλάκι το έλοιωνα σε ένα καζάνι και με το μικρό μου χάρτινο καράβι έψαχνα μαγεμένους τόπους με αρτόδενδρα, με φρούτα εξωτικά με λουλούδια μυρωδάτα μεγάλα σαν ένα δένδρο. Εκεί πάνω σε τέτοια λουλούδια θα έχτιζα το σπίτι μου με φύλλα από φοινικιές.
Τι έκανες εκεί ωρή αλαφρο’ι’σκιωτη;
Τίποτε μαμά.
Εσύ θέλεις ξύλο, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, να μαζευτείς.
Χαμογελούσα, ποιος θα μου έδινε ποτέ ξύλο;
Όταν έχεις τον παππού και τη γιαγιά δίπλα σου ποιος θα τολμήσει;
Πολλές φορές εκεί στη φωτιά έβαζαν το τζουβέ και έκαναν από μια τσίκα καφέ γιατί λιγώθηκαν από το πρωί.
Και σαν στέγνωναν τα ρούχα τα μάζευαν με προσοχή, τεντωμένα και τα σεντόνια γωνιά με αντικρυστή γωνία έτσι που όταν τα σιδερώνουν να είναι τέλεια.
Και αυτό δεν το καταλάβαινα όμως είχα και γω μια δουλειά που μου άρεσε.
Το σίδερο. Αυτό με τα κάρβουνα. Και επειδή ήμουν κοντή έστρωνα κάτω την κουβέρτα, έβαζα την πέτρα πάνω στην οποία ακουμπούσα το σίδερο και δίπλα ένα βαθύ πιάτο με νερό. Και κάθε τόσο να σηκώνομαι να κουνάω το σίδερο πέρα δώθε κούνια- μπέλα, κούνια- μπέλα, να ανάψουν τα κάρβουνα.
Και για να πω την αμαρτία μου πολύ μου άρεσε να σιδερώνω.
Και όταν μεγάλωσα, έπαψε να μου αρέσει, αλλά τι να έκανα σιδέρωνα.
Πέρασαν χρόνια, ο πλάτανός μας είναι εκεί, μα φαίνεται πως η μοναξιά τον σκοτώνει. Στην κουφάλα του δεν παίζουν παιδιά. Στα κλαδιά του δεν σκοτώνουν πουλιά με τις σφεντόνες τους αγόρια. Κορίτσια δεν τραγουδούν…
Η βρύση μας λυπημένη κυλάει το νεράκι της το λιγοστό. Τώρα κανένας δεν την καθαρίζει. Κανένας δεν πάει με το γκιούμι να πάρει νερό.
Το νεράκι της φεύγει χωρίς να ποτίζει δένδρα και κλαριά. Οι κήποι γύρω της ξεράαθηκαν. Λίγα δένδρα μονάχα και βάτα, πολλά βάτα. Έπνιξαν τούτα τα βάτα τη ήμερη ζωή για να ξεπηδήσουν κάτω από τα βάτα μανουσάκια και κρόκοι.
Ο Θεός τίποτε δεν αφήνει στην τύχη του. Πάντα παντού η ζωή ακομαχάει και αγωνίζεται να ξεπεράσει το ένα το άλλο. Να ξεπεράσει τη μοναξιά.
Μόνο να, κάποιος βάνδαλος έκλεψε την πέτρινη γούρνα της βρυσοπούλας, και στη θέση της έβαλε μια σιδεροσωλήνα.
Τώρα πολλές φορές βλέπω μπροστά μου τις μαυροφόρες γριές, να κοιτούν περιγελαστικά τον κόσμο ετούτο, που έχει πάντα στο νου του το φα’ι’ και τα ρούχα. Που ξεχνάει ο κακόμοιρος ο άνθρωπος πως το φαγητό είναι για να ζούμε, και τα ρούχα για να μην κρυώνουμε.
Μάθαμε πολλά γράμματα. Θαυμάσαμε τον εαυτό μας πίσω από γραφεία εξουσίας.
Φορέσαμε στολές. Απολαύσαμε τον θαυμασμό. Και μείναμε με τα χέρια μας άδεια από την αλήθεια της ζωής. Την αλήθεια που σημαίνει αγάπη, κόπο, κόπο, κόπο, παιδιά, εγγόνια. Φτάσαμε στην οικογένεια του κανενός παιδιού. Φτάσαμε στην απόλυτη μοναξιά. Όχι δίπλα μας είναι πολλοί. Αλήθεια σε πόσες αγκαλιές κουρνιάζομε; Σε πόσα μάτια βκέπουμε δάκρυα καθώς φεύγουμε. Πόσες αγκαλιές μας περιμένουν στο γυρισμό;; Γιατί τα σπίτια μας είναι κλειστά και τρώμε στα διάφορα μαγαζιά; Πολλές αλήθειες που δεν τις ακουμπάμε.Αν τις ακουμπήσουμε θα πονέσουμε πολύ.
Ήρθε η κρίση και θα ακεφτούμε πως για να μη χαθούμε πρέπει να γεννηθούν έλληνες. Και έλληνες γεννιούνται από έλληνες και όχι με απόδοση ιθαγένειας.
Παιδιά μας, εγγόνια μας σας ζητούμε συγνώμη. Εμείς σας μεγαλώσαμε. Εμείς είμαστε οι δάσκαλοί σας. Αν είναι κάτι να πούμε για σας, ας το πούμε στον εαυτό μας μπροστά στον καθρέφτη μας.
Ότι θυμάμαι χαίρομαι και στην κορφή κανέλα, θα έλεγε η μάννα μου γελώντας τρανταχτά. Αυτή όμως είχε πέντε παιδιά. Εγώ δυο. Είστε μαννούλες μας, οι άγιες της εποχής σας. Μιας εποχής με φτώχεια, με βάσανα με πολέμους. Μιας εποχής που ξέρατε πως οικογένεια, είναι τα παιδιά. Πως πλούτη, είναι τα παιδιά.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ένα μεσημέρι

Κάθε μέρα το πρωί μετά το φαγητό τραχανά ή τσάι με ελιές και ψωμί, ακούγαμε τη γιαγιά μας, να ρωτάει όλους, μα στην ουσία έναν, τον παππού μας.
Τι να φκιάκω το μεσημέρι να φάμε.
– Ότι θες, εσύ ξέρεις, εσύ είσαι η νοικοκυρά, ότι και να κάνεις θα το φάμε.
Είμασταν πολλοί, όμως κανένας δε μιλούσε, κανένας δεν έλεγε, εγώ θέλω.,,,, Θέλω δεν υπήρχε, μόνο η θεία μας η Γιωργίτσα η καλομαθημένη έλεγε. Εγώ αυτό δεν το τρώω.
-Καλά θα φας πατάτες τηγανητές με ένα αυγό.
-Δεν θέλω αυγό και πατάτες, θέλω γιαούρτι και κοκορέτσι.
Δεν της απαντούσαν. Αν θα είχε κοκοτέτσι ο Σιαμάς ο παππούς μας θα της έφερνε.
Η μάνα μου φώναζε γιατί αν κακοπέσει τι θα κάνει πως θα ζήσει.
-Και η γιαγιά μας με τη μάνα μας καταγίνουνταν με τις δουλειές της ημέρας.
Η γιαγιά μας, σαν έσωνε τις δουλειές του σπιτιού, πήγαινε στο μαγαζί να βοηθήσει και τον παππού μας.
Η μάνα μου με την Ασήμω έκαναν όλες τις δουλειές του δικού μας σπιτιού. Αυτές είχαν και χρόνο να πουν τα φλυτζάνια τους να γελάσουν και να κουτσομπολέψουν, κρατώντας ένα πλεχτό ή ένα κέντημα. Το κέντημα της μάνας μου το τελείωσα εγώ όταν έγινα δέκα χρονών.
Το μεσημέρι όλοι παρόντες. Πλέναμε τα χέρια μας στο κατώι που το νερό έτρεχε και οι μεγάλοι στη βρύση.
Μετά καθόμασταν γύρω από τις τάβλες το Χειμώνα στο τραπέζι της αυλής το Καλοκαίρι.
Έκανε ο παππούς μας το Άγιος ο Θεός και μεις κάναμε όλοι το σταυρό μας.
Μετά έκοβε το ψωμί ο παππούς και το μοίραζε η γιαγιά. Αν είχαμε γκιουβέτσι, ή πίτα, το μοίραζαν σε κομμάτια και έτρωγε ο κάθε ένας το δικό του. Τότε δεν βάζαμε πιάτα.
Πιάτα βάζαμε στα φαγιά της κατσαρόλας. Τα πιάτα που τρώγαμε τα παιδιά, ήταν λουμηνένια ή εμαγιέ. Τα πιάτα των μεγάλων πήλινα. Τα καλά τα είχαμε για τους ξένους. Όποιον δεν έφτανε το φαγητό έτρωγε ψωμοτύρι τις αρτυμένες μέρες και ψωμί με ελιές στις νηστείες.
Άμα τελείωνε το φαγητό τότε ο παππούς μας, έκανε το Δι΄ευχών και όλοι μαζί, πηγαίναμε να πλύνουμε τα χέρια μας, εμείς στο κατώι, οι μεγάλοι στις βρύσες τις τσίγκινες.
Κανένας δεν σηκώνουνταν από το τραπέζι αν δεν έλεγε ο παππούς το Δι΄ευχών….
Το βράδυ ήταν πιο εύκολα. Εμείς τα παιδιά τρώγαμε πατάτες ή αυγά με ελιές και ψωμί και οι άλλοι ανάλογα, ρύζι, με γιαούρτι, ή μακαρόνια με σάλτσα ντομάτας που την κάναμε με ντοματοπελτέ που τον έκανε η μάνα μας με τη γιαγιά μας.
Η θεία μας η Γιωργίτσα που τότε ήταν καλομαθημένη, γιατί μετά,,,,, δεν έτρωγε ποτέ από το ντεψί. Αυτή έτρωγε πάντα μόνη της σε πιάτο χωριστά, σαν ψωριάρα.
Αλήθεια τι ήταν τότε τα φαγητά μας;;;;
Συνήθως ότι μας έδιναν τα ζώα μας και ο κήπος. Κοτόπουλο μια φορά την Εβδομάδα, αυγά κάθε μέρα. Γάλα γιαούρτι όταν γένναγαν τα ζωντανά μας μια προβατινούλα και μια κατσικούλα. Κρέας αγοραστό κάθε Κυριακή καμιά φορά και κάθε Πέμπτη
Το κρέας το κάνανε πίτα αν ήταν γίδα μεσολούρι, στιφάδο αν ήταν λαγός, σπάνια, βραστό το Χειμώνα, με φασολάκια η πατάτες το Καλοκαίρι. Η γίδα αν ήταν παχειά την κάναμε το Χειμώνα με φασόλια ξερά ή με γίγαντες στο φούρνο ή στη γάστρα, το Καλοκαίρι με μελιτζάνες ή με μπάμιες.
Τα καθημερινά μας φαγητά ήταν δυο φορές την εβδομάδα όσπρια, σούπα ή μπριάμ στο φούρνο. Τις άλλες μέρες ντολμάδες με λάχανο, με, λαχανίδες, με κληματόφυλλα,με κολοκυθολούλουδα, όλα ορφανά.
Μπριάμ στη γάστρα, το Χειμώνα με κουκιά το Καλοκαίρι με λαχανικά.
Μελιτζάνες τηγανητές με τυρί και δυόσμο. Πιπεριές τηγανητές, κολοκύθια τηγανητά, πατάτες από βραστές,μέχρι φούρνου ορφανές ή γιαχνί, ή πουρέ αυτό σπάνια όταν είχαμε κεφτέδες με σάλτσα ντομάτας.
Στο κρέας δεν βάζω τον πατσά μια και ήταν πρωινό και όχι κανονικά φαγητό. Εμείς πατσάδες και χορδές κάναμε συχνά γιατί ο πατέρας της μάνας μου μεγαλοχασάπης έρχουνταν πολλές φορές και έσφαζε στην Παραμυθιά. Τους πατσάδες τους έδινε στη μάνα μου να τους μοιράσει αφού κρατήσει και για το σπίτι. Τότε εκτός από πατσιά βραστό με σκορδοστούμπι ή αυγολέμονο, κάναμε και χορδές. Τις βάζαμε στη γάστρα με σπανάκι, καύγες, και μυρουδικά.
Εκείνο που έβαλα καλά στο μυαλό μου ήταν. Δεν τρώμε αν δεν πλύνουμε τα χέρια μας και προ παντός αν δεν κάνουμε το σταυρό μας.
Δεν τρώμε ποτέ ένας, ένας. Τρώμε όλοι μαζί, στο ίδιο τραπέζι και αν δεν μας χωράει, τα παιδιά σε διπλανό τραπέζι να είναι μαζί μας δίπλα μας. Οι μεγάλοι μετά λέγανε και πέντε κουβέντες σπιτικές.
Δεν λέμε, δεν, δεν, δεν, να μην γίνουμε σαν τη θεία μας τη Γιωργίτσα που δεν μπορεί να φάει πουθενά και όλο πεινάει, γιατί το ένα της μυρίζει και το άλλο της βρωμάει…
Το φαγητό ήταν πάντα φρέσκο, και τα υλικά το ίδιο, ολόφρεσκα. Ψυγείο δεν υπήρχε. Ψυγείο ήταν το κατώι μας και το πηγάδι μας.
Τα φρούτα τα τρώγαμε εποχής και ότι είχαμε στο περβόλι μας, μόνο πεπόνια και καρπούζια αγοράζαμαν γιατί δεν μας πρόκοφταν.
Και επειδή τότε, ούτε καταψύκτες ούτε ψυγεία υπήρχαν, το φα’ι’ δεν έπρεπε να περσεύει και καλά το Χειμώνα μπορούσε να κρατήσει,το Καλοκαίρι ποτέ, το Καλικαίρι σούριζε. Και αυτό που περίσσευε δεν έπρεπε να είναι στα χαλκώματα.
Στα χαλκώματα χαλάει και οι άνθρωποι παθαίνουν δηλητηρίαση και πεθαίνουν. Έτσι τα βάζαμε στο ράφι μέσα σε στρατιωτικά αλουμήνια σαν τάπερ.
Κανένας δεν έλεγε θέλω αυτό ή εκείνο. Για μας τα παιδιά οι σπασμένες ζαχαρόκουκλες από το μαγαζί του παππού μας ή κανένα λουκουμάκι ήταν πολλά.
Πρασόρυζο, σπανακόρυζο, κολοκυθόγαλο που το έκαναν και πίτα κλπ εδέσματα κουκιά με ρύζι στη γάστρα, αυτά ήταν στο καθημερινό μας τραπέζι. Σαλάμια, λουκάνικά, μορταδέλες, κονσέρβες, δεν αγοράζαμε ποτέ, τίποτε παράξενο δεν έμπαινε στο τσουκάλι….Τα Σάββατα αν έρχουνταν οι Κερκυραίοι, όλη η Παραμυθά έτρωγε ψάρια. Από όλα τα παράθυρα έβγαινε η μυρωδιά των φρέσκων ψαριών που τηγανίζονταν. Με τα ψάρια έβαζαν λάχανα σαλάτα εποχής.
Ο τραχανάς ήταν καλός και για το πρωί και για το βράδυ.
Εγώ δεν τρώω αυτό,εγώ τώρα δεν θέλω εκείνο,ή εγώ θέλω αυτό, και το θέλω έτσι, και κρέμες γάλακτος που κάνουν όλα τα φαγητά ίδια τότε δεν είχαμε. Είχαμε φρέσκο βούτυρο που μοσκοβόλαγε. λάδι εκλεκτό, και βούτυρο λοιωμένο και αρωματισμένο με μτιμτιλίνα.
Κάθε φαγητό είχε τη δική του καθαρή γεύση και δεν χρειάζονταν βελτιωτικά!!!!! Γεύσεων1111. Λαδάκι, λεμονάκι, πελτέ, ρίγανη, αλάτι, πιπέρι μαύρο και κόκκινο, κεδρομπούμπουλα, δάφνη, σαφράν, ντιντιλίνα, μυρωδιές του κήπου τα δικά μας μπαχαρικά και αρτύματα.Όλα μαζεμένα με προσοχή στον καιρό τους και κει μετά τις δέκα το πρωί να μην έχει δροσιά.
Επειδή ο καιρός είναι δύσκολος λέω μήπως να ξαναγίνουμε πάλι οικογένειες και ένα τουλάχιστον γεύμα όποιο μπορούμε να το κάνουμε όλοι μαζί; Μήπως πάψουμε τα δεν τρώω και μάθουμε να τρώμε το κάθε φαγητό με τη γεύση του;;;
Οι συνταγές της γιαγιάς μου είναι καταπληκτικές. Να σας πω πως είναι και το χέρι.
Να βρούμε μια ώρα μόνο για την οικογένεια, παππούδες, γονείς παιδιά. Και αν είναι κοντά οικογένειες αδελφών μας κάθε δέκα πέντε μέρες να τρώμε όλοι μαζί. Να είναι τα ξαδέρφια σαν αδέλφια.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Έθιμα του Λαζάρου στην Παραμυθιά του 1950

Σε λίγες μέρες θα εορτάσουμε την σπουδαιότερη εορτή της Χριστιανοσύνης την Ανάσταση του Κυρίου μας, του Χριστού μας. Στις γιορτές λες και είμαι άλλος άνθρωπος. Χρόνια πολλά πέρασα μακρυά από το χωριό μου. Νοιώθω ενοχές πολλές φορές γιατί η ζωή μου χαρίσθηκε, όμως εγώ πάντα είμαι κολλημένη με τον μαγικό τόπο την Παραμυθιά την πόλη μας.
Αυτά τα χρόνια, είναι χρόνια, που η κάθε μέρα, ήταν ξεχωριστή κι ας ήταν όλες ίδιες.
Ο συννεφιασμένος ουρανός της, η βροχή που λες και βιάζονταν να έρθει, μα δεν ήθελε να φύγει μου άρεσε πολύ. Δεν είμαι βλαμμένη….Μου αρέσει η βροχή…. Ποιος νοιάζεται για τη βροχή όταν ο κόσμος γύρω σου λάμπει. Τσαντούλα έμπα μέσα θα κρυώσεις. Μα συ δεν ακούς, δεν κρυώνεις οι στάλες της βροχής, κοσμήματα ακριβά στα χέρια και στο πρόσωπό σου. Τσαντούλα θα κρυώσεις…..Τώρα με λένε κυρία Αλεξάνδρα, τώρα με λένε γιαγιά, βάβω.
Έτσι όταν κάθομαι στην πολυθρόνα των γηρατιών μου, πάντα τρέχω να βρω τα νιάτα μου. Να τα βρω στα παιδικά μου χρόνια, τα μαγικά χρόνια, σε τόπους εξωτικούς, σε τόπους παραμυθένιους. Στην Παραμυθιά και τα χωριά της. Μου άρεσαν τα χωριά, ήταν ο ίδιος κόσμος σε άλλη χρονική περίοδο. Μια ώρα δρόμος από το χωριό στην πόλη τριάντα χρόνια, η διαφορά της ζωής.
Αλλά όταν έχεις μέσα σου τη χωριατοπούλα, σου αρέσει το χωριό, έτσι μένεις πάντα, μόνο που πια δεν είσαι χωριατοπούλα αλλά βάβω.
Ήταν γύρω στο 1950- 1952 Απρίλης. Η οικογένεια έμενε στην Παραμυθιά και γω με τον πατέρα μου, στο Ζερβοχώρι[ ή Δραγουμή.]Ο πατέρας ανέβαινε στην Παραμυθιά μα και η μάνα μας με τα αδέλφια μου έρχονταν και έμεναν κάπου- κάπου στο χωριό.
Ο καιρός καλός και η φύση οργίαζε. Κάθε Παρασκευή πηγαίναμε στους Χαιρετισμούς και κάθε Κυριακή στην εκκλησία.
Οι διακοπές θα άρχιζαν τη Μεγάλη Δευτέρα.
Από το Σάββατο του Λαζάρου θα είμασταν για διακοπές στην Παραμυθιά. Όμως μέσα στις γιορτές, θα ανταμώναμαν πολλές φορές σε γιορτές και πανηγύρια με τους χωριανούς.
Όλες οι αυλές αυτές τις ημέρες είχαν απλωμένες προίκες στα σκοινιά και τα αέριζαν. Των Βα’ι’ων θα έβαζαν ανάμεσα στα ρούχα δάφνη να μην τα πιάσει ο κόπτσας. Αυτή τη δάφνη θα την έφερναν στο σπίτι την Κυριακή των Βα’ι’ων. Θα έβαζαν στο εικόνισμα και στα σεντούκια, τις καρσέλες, και τα μπαούλα. Βέβαια και της Σταυροπροσκύνησης θα έβαζαν καρυόφυλλα που τα είχαν στην εκκλησιά όταν ήταν γονατιστοί. Τα έβαζαν για μαξιλάρι στα γόνατά τους….
Την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου όλα τα παιδιά ετοίμαζαν τα πράγματά τους για να πάνε το πρωί του Σαββάτου μετά την εκκλησιά να πούνε το Λάζαρο.
Το Σάββατο του Λαζάρου πρωί χαρα’ι’, υπήρχε μια εργασία που την έκαναν οι νέες γυναίκες κουβαλώντας κλαδιά δάφνης στην εκκλησιά. Την έβαζαν σε μια κοφίνα για μα πάρουν όλοι μπόγλικη, να βάλουν στο εικόνισμα και στα προικιά.
Ήταν αυτά, τα βάγια που θα έδινε ο παπάς σε κάθε χριστιανό, που θα ήταν στην εκκλησία και μαζί με το αντίδωρο θα έπαιρνε και ένα κομμάτι δάφνη για το σπίτι, να το βάλουν στο εικόνισμα, να μεταφέρουν στα σπίτια τους την ευλογία του Χριστού μας.
Οι μαθητές, την Παρασκευή το απόγευμα δεν είχαν σχολείο. Το απόγευμα της Παρασκευής πήγαιναν μαζί με το δάσκαλο και έφερναν δάφνη, να στολίσουν όλες τις εικόνες, σε όλες τις εκκλησιές και τα ξωκκλήσια.Στο χωριό όλα τα αγόρια έκαναν σπόρτες από λυγαριές και τις στόλιζαν με βάγια και λουλούδια. Έκαναν με ένα κρανόξυλο ψηλό σαν κοντάρι ένα Σταυρό που τον στόλιζαν με λουλούδια και βάγια ώστε να είναι έτοιμα για το Λάζαρη.
Παρέες παρέες δυο ή τριών παιδιών κρατώντας το Σταυρό, το καλάθι και κουδούνια θα πήγαιναν να τραγουδήσουν το Λάζαρη.
Ήρθε ο Λάζαρης ήρθαν τα βάγια, ήρθε και ο Χριστός στη Βηθανία. Εις την πόλη Βηθανία Μάρθα κλαιει και Μαρία.Αν ήσουν εδώ Χριστέ μου δεν θα πέθαινε ο αδελφός μας και ο φίλος ο δικός Σου.
Και μετά λένε, πές μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη όπου πήγες; Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.
Όταν τελείωναν το Λάζαρη [ κάλαντα Λαζάρου ]]οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά και καραμέλες ή λουκουμάκια. Όσες δεν είχαν αυγά τους έδιναν δεκαρούλες.
Αυτό το έκαναν σε όλα τα χωριά της Παραμυθιάς και στην πόλη.
Τα μικρά παιδάκια που δεν γνώριζαν το Λάζαρη λέγανε. Κούσκο κούσκο Λάζαρε, κούσκο πατρίτσι, δώσμου ένα αυγό να πάω σπίτι, δώσμου κι άλλο ένα να πάρουμε από ένα.
Όλοι, μα όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν στην εκκλησιά κάθε μέρα από του Λαζάρου έως και τη Δευτέρα του Πάσχα.
Μονάχα οι άρρωστοι, και όσους έστελνε ο παπάς για εργασία σε οικογένειες ορφανές μπορούσαν να λείπουν και να πάει ο παπάς το απόγευμα να τους ευλογήσει.
Οι γυναίκες φρόντιζαν τα πάντα να είναι καθαρά, ωραία, και καλά για να δεχθούνε τον Αναστάντα Χριστό μας.
Ακόμα και μέσα στη φτώχεια έστω με λίγο τσίτι ή αλατζά θα έκαναν ένα καινούριο ρούχο πουκάμησο για τα παιδιά, φουστάνι για τις τσούπρες. Στο χέρι τα έρραβαν οι χρυσοχέρες, με χονδρή κλωστή να είναι γερά. Αν δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι καινούριο, έβαζαν μια τσέπη ένα κουμπί ένα καινούριο μπάλωμα. Ναι καινούριο μπάλωμα, και φιλτισένιο κουμπί.Να καμαρώνεις το μπάλωμα, τραγικό, όμως η ελπίδα υπήρχε και το όνειρο επίσης.
Και το φαγητό παρά τη νηστεία ήταν καλύτερο από τον τραχανά του Χειμώνα, αφού η φύση έδινε πολλά καλούδια τούτον τον καιρό.
Τι λέει ο λαός μας; Μην πας το Μάη για άλογα την Πασχαλιά για νύφη.
Όλο πιο στολισμένος και πιο καλοφαγωμένος ήταν ο κόσμος κι ας νήστευαν.
Σπανάκι πράσα, μπαζιά, μπιζέλια, καύγες, μυρουδικά, κουκιά λοβίδια, απ όλα τα αγαθά. Λάχανα μοσκοσίταρο, καύγες και καλαμποκίσιο αλεύρι μας έδινε λαχανόψωμο χορταστικό και ας ήταν και αλάδωτο.
Σταχτοκουλούρα ζεστή, με ελιές ξυδάτες η μαύρες μερακλήδικες με μαραθόσπορο ήταν θαυμάσιο φαγητό.
Κρεμμύδια τηγανισμένα με πιπέρι κόκκινο, σαλιγκάρια με σπανάκι η ψημένα στη χόβολη, φαγητό θαυμάσιο.
Οι πατάτες που ξεθάβονταν φρέσκες καλοπλυμένες έμπαιναν στη φωτιά με μια τσίκα λάδι και πιπέρι κόκκινο καυτερό και έτρωγαν όλοι νόστιμα. Νόστιμα θα πει, μια ελιά τρεις μπουκές και μια πατατούλα ακόμη περισσότερες.
Την ημέρα των βα’ι’ων μετά την εκκλησιά και αφού έπαιρναν το αντίδωρο και τα βάγια πήγαιναν σπίτι. Τα έβαναν στο εικόνισμα. Έβαζαν και στα προικιά στο γιούκο.
Αυτήν την ημέρα σε όλα τα σπίτια έτρωγαν μπακαλιάρο τηγανητό με σκορδαλιά. Βέβαια το μπακαλιάρο τον έκαναν και με λάχανα στο νταβά και με πατάτες στη γάστρα. Η σκορδαλιά γίνονταν από σκόρδο ψωμί και λαδόξυδο. Βέβαια αν είχαν καρύδια, έκαναν καρυδοσκορδαλιά και αν είχαν πατάτες πατατοσκορδαλιά.
Καλαμάρια, γαρίδες, καραβίδες, μύδια, είχαν σπανίως, όταν έρχονταν οι κερκυραίοι στην Παραμυθιά για πούλημα ψαριών και αγορά λαχανικών, ξηρών καρπών, και ρύζι περσάνα Φαναρίου.
Τα σπίτια είχαν ασπρισθεί με ασβέστη και λίγο λουλάκι, τα δένδρα και οι κήποι ήταν πεντακάθαροι και γεμάτοι λουλούδια. Μα δεν είχε ανάγκη ο τόπος μας από τα λουλούδια στις αυλές, μιας και τα ζαμπάκια στόλιζαν όλο το βουνό. Βέβαια οι αυλές συναγωνίζονταν η μια την άλλη σε όμορφα λουλούδια φυτεμένα από τις κοπέλες της οικογένειας. Ναι βρε και γω φύτευα λουλούδια, μου άρεσαν. Ωρίστε να με πείτε τεμπέλα. Οι γαρυφαλιές και οι λύκοι φύτρωναν μόνοι τους στους τοίχους των σπιτιών, πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων.
Τα γκαρμπούσια επίσης και οι αγράμπελη που σιγά – σιγά άνθιζε, σκορπώντας το υπέροχο μεθυστικό αρωμά της.
Δεν θυμάμαι αν τη δάφνη που μοίραζε ο παπάς την πήγαιναν στην εκκλησιά οι νιόνυφες για να έχουν ευλογία.
Έτσι μπαίναμε στο πάθος του Κυρίου μας και θα φθάναμε στην Ανάστασή Του.
Τη Μεγάλη Εβδομάδα οι εργασίες είχαν ημέρα και τάξη. Κουλούρια όλες τις ημέρες. Βάψιμο αυγών Μεγάλη Πέμτη και Μεγάλο Σάββατο. Μεγάλη Παρασκευή ο θρήνος της Παναγίας που τον τραγουδούσαν οι κοπέλες στη γειτονιά τους. Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι εβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρεις καταραμένοι.
Λένε στον γύφτο να κάνει τρία καρφιά και κείνος κάνει πέντε.
Εσύ που τα έφκιαξες, εσύ να διατάξεις που θα τα βάλουμε.
Εκείνος τους είπε να βάλουν δυο στα πόδια Του δυο στα χέρια Του, το πέμπτο το φαρμακερό να βάλουν στην καρδιά Του.
Στα χωριά μας το τριήμερο Μ Τετάρτη Μ Πέμπτη και Μ Παρασκευή δεν παίζουν χαρτιά και τάβλι. Λένε πως σταυρώνουν τον Βαλέ. Αυτά είναι τα έθιμά μας μέχρι των Βα’ι’ων.
Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση της πατρίδας μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.