Στη βρυσοπούλα

Καλοκαίρι. Η μέρα μεγάλη. Οι δουλειές πολλές. Μα και ο χρόνος για έξω λίγος. Κάπου σε κάποια βρύση, σε κάποια σκαλοπάτια στήνονταν σαν κοσμικό δικαστήριο των πεπραγμένων της ημέρας, από τις γυναίκες της γειτονιάς.
Στη βρυσοπούλα στη μικρή πέτρα δίπλα στον πλάτανο και ενώ η βρύση έστελνε δροσιά κι αγέρα κάθουνταν σταυροπόδι οι νιες και οι βάβες, με τη ρόκα, το πλεχτό ή το κέντημα και έκαναν σχολαστική ανασκόπηση της ημέρας. Το μάτι και το αυτί τους άκουγαν και έβλεπαν τα πάντα.
Αφού πρώτα έλεγαν την καλησπέρα και για τα πονίδια τους στη μέση στα ποδάρια στο γοφό, άρχιζαν να μιλάν για τα δικά τους τα χα’ι’ρια, για τον κάματο της ημέρας, και μετά άρχιζαν το κουτσομπολιό.
Εγώ γυναικούλες μου τι να σας πω, δεν μου αρέσει το κουτσομπολιό, μα να την είδες την τάδε τη φουστάνι φόραγε; Είδες χάλια; Ξετσιπωσιά. Που είσαι κα’υ’μένη Λένη που να έβλεπες την και άρχιζε ο κύκλος της ανεξάρτητης και καλόπιστης κριτικής.
Πολλές φορές τις άκουγα και δεν καταλάβαινα τι χαρά έβρησκαν κάθε μέρα να μιλούν πότε για τη μια, πότε για τον άλλον.
Μετά η κουβέντα έφτανε στα πιο μικρά.
Εδώ έμπαινε σε άλλα μονοπάτια η κουβέντα.
Τι λες εσύ που έχεις στο σπίτι σου το τάδε παιδί; Οι γονιοί του τι σόι είναι;
Αυτό και όπως έλεγε η μια στην άλλη, να στέλουν την κοπέλα πότε για προζύμι, πότε για αλάτι να τη βλέπει το παιδί να λένε και καμιά κουβέντα. Σπίρτο με φωτιά, τα μάτια σου δεκατέσσερα αδελφούλα μου μη πάθουμε και καμιά ζημιά. Καλά θα κάνει, να, θα πάρει το γυμνασιόπαιδο, θα του δώκουν και προίκα να ζήσει καλά η τσούπρα. Και χαμογέλαγαν πονηρά. Είχαν βάλει στο μάτι τον γαμπρό.
Και άκουγε ο πλάτανος και άκουγαν και τα μικρά που κρύβουνταν στην κουφάλα του πλάτανου και γέλαγαν με τούτα τα χαμπέρια. Να πάμε και μεις στο γυμνάσιο έλεγε ο Μήτρος.
-Γέγεσαι από το γυμνάσιο ρολαγάς.
-Που να ξέρω.
-τότες δεν θα πάω γυμνάσιο. Δεν μου αρέσει και να διαβάζω.
-Γιατί χαμένε, σου αρέσουν να τρέχεις στα πρόβατα ή να σκάς στη ζέστα στα χωράφια.
Και κει σταμάταγε η κουβέντα μιας και δεν έβγαζαν άκρη. Αυτά ήταν τα βράδυα στη βρσοπούλα μας.
Ήταν όμως και κάτι πρωινά στη βρυσοπούλα, καθώς βάζανε δυο τρεις μαζί η μιά δίπλα στην άλλη τα καζάνια για τη μπουγάδα. Ακούμπαγαν τη σκάφη πάνω στο πέτρινο πεζούλι της βρύσης, άναβαν τη φωτιά και γέμιζαν το καζάνι νερό. Δίπλα σε μια μικρή κατσαρόλα έβραζε το νερό με στάχτη Οι σκάφες τότε ήταν ξύλινες. Πάνω στο πεζούλι ήταν ο κόπανος και ο τρίφτης ένα ξύλο με ραβδώσεις που το βάζανε στη σκάφη όταν έπλεναν τα βρώμικα σκουτιά.
Εκεί καθώς έτριβαν τα ρούχα με το πράσινο σαπούνι και το τρινάλ κάνανε και διάφορες κουβέντες.
Οι πιο πολλές είχαν να κάνουν με τη φαμίλια και τα πεθερικά, ακόμη με τους άνδρες τους.
Έπλεναν μα δεν άπλωναν εκεί. Η κάθε μια θα άπλωνε στο σπίτι της.
Περίεργο ήταν το ρίξημο της αλυσίβας, πάνω στα ασπρόρουχα και ύστερα τ λουλάκιασμα.
Εκείνο που ήταν θαυμάσιο που εγώ μικρό κορίτσι έβλεπα ήταν το λουλάκιασμα.
Όταν έβλεπα τα ρούχα τα λουλακιασμένα να τα φυσάει ο αέρας και καθώς έκαναν ένα λίκνισμα, πέρα- δώθε, πέρα- δώθε, ένοιωθα η αλλοπαρμένη σαν να ταξίδευα μαζί τους, σε κόσμους ξένους, μαγικούς.
Γινόμους πουλί, που πέταγα με τα χελιδόνια πέρα μακρυά εκεί που δεν υπάρχει κανένας πόνος. Στους μαγικούς παράδεισους που έχτιζα στα μικρά μου όνειρα. Όλα τα παραμύθια έχουν μαγικούς τόπους, έπλαθα και γω τους δικούς μου.
Και η γαλάζια σκάφη με το λουλάκι γίνουνταν ωκεανός, που χωρίς κύματα με πήγαινε σε μέρη ξωτικά. Πολλές φορές έκλεβα από τη μάνα μου ένα τετράγωνο κομμάτι λουλάκι το έλοιωνα σε ένα καζάνι και με το μικρό μου χάρτινο καράβι έψαχνα μαγεμένους τόπους με αρτόδενδρα, με φρούτα εξωτικά με λουλούδια μυρωδάτα μεγάλα σαν ένα δένδρο. Εκεί πάνω σε τέτοια λουλούδια θα έχτιζα το σπίτι μου με φύλλα από φοινικιές.
Τι έκανες εκεί ωρή αλαφρο’ι’σκιωτη;
Τίποτε μαμά.
Εσύ θέλεις ξύλο, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, να μαζευτείς.
Χαμογελούσα, ποιος θα μου έδινε ποτέ ξύλο;
Όταν έχεις τον παππού και τη γιαγιά δίπλα σου ποιος θα τολμήσει;
Πολλές φορές εκεί στη φωτιά έβαζαν το τζουβέ και έκαναν από μια τσίκα καφέ γιατί λιγώθηκαν από το πρωί.
Και σαν στέγνωναν τα ρούχα τα μάζευαν με προσοχή, τεντωμένα και τα σεντόνια γωνιά με αντικρυστή γωνία έτσι που όταν τα σιδερώνουν να είναι τέλεια.
Και αυτό δεν το καταλάβαινα όμως είχα και γω μια δουλειά που μου άρεσε.
Το σίδερο. Αυτό με τα κάρβουνα. Και επειδή ήμουν κοντή έστρωνα κάτω την κουβέρτα, έβαζα την πέτρα πάνω στην οποία ακουμπούσα το σίδερο και δίπλα ένα βαθύ πιάτο με νερό. Και κάθε τόσο να σηκώνομαι να κουνάω το σίδερο πέρα δώθε κούνια- μπέλα, κούνια- μπέλα, να ανάψουν τα κάρβουνα.
Και για να πω την αμαρτία μου πολύ μου άρεσε να σιδερώνω.
Και όταν μεγάλωσα, έπαψε να μου αρέσει, αλλά τι να έκανα σιδέρωνα.
Πέρασαν χρόνια, ο πλάτανός μας είναι εκεί, μα φαίνεται πως η μοναξιά τον σκοτώνει. Στην κουφάλα του δεν παίζουν παιδιά. Στα κλαδιά του δεν σκοτώνουν πουλιά με τις σφεντόνες τους αγόρια. Κορίτσια δεν τραγουδούν…
Η βρύση μας λυπημένη κυλάει το νεράκι της το λιγοστό. Τώρα κανένας δεν την καθαρίζει. Κανένας δεν πάει με το γκιούμι να πάρει νερό.
Το νεράκι της φεύγει χωρίς να ποτίζει δένδρα και κλαριά. Οι κήποι γύρω της ξεράαθηκαν. Λίγα δένδρα μονάχα και βάτα, πολλά βάτα. Έπνιξαν τούτα τα βάτα τη ήμερη ζωή για να ξεπηδήσουν κάτω από τα βάτα μανουσάκια και κρόκοι.
Ο Θεός τίποτε δεν αφήνει στην τύχη του. Πάντα παντού η ζωή ακομαχάει και αγωνίζεται να ξεπεράσει το ένα το άλλο. Να ξεπεράσει τη μοναξιά.
Μόνο να, κάποιος βάνδαλος έκλεψε την πέτρινη γούρνα της βρυσοπούλας, και στη θέση της έβαλε μια σιδεροσωλήνα.
Τώρα πολλές φορές βλέπω μπροστά μου τις μαυροφόρες γριές, να κοιτούν περιγελαστικά τον κόσμο ετούτο, που έχει πάντα στο νου του το φα’ι’ και τα ρούχα. Που ξεχνάει ο κακόμοιρος ο άνθρωπος πως το φαγητό είναι για να ζούμε, και τα ρούχα για να μην κρυώνουμε.
Μάθαμε πολλά γράμματα. Θαυμάσαμε τον εαυτό μας πίσω από γραφεία εξουσίας.
Φορέσαμε στολές. Απολαύσαμε τον θαυμασμό. Και μείναμε με τα χέρια μας άδεια από την αλήθεια της ζωής. Την αλήθεια που σημαίνει αγάπη, κόπο, κόπο, κόπο, παιδιά, εγγόνια. Φτάσαμε στην οικογένεια του κανενός παιδιού. Φτάσαμε στην απόλυτη μοναξιά. Όχι δίπλα μας είναι πολλοί. Αλήθεια σε πόσες αγκαλιές κουρνιάζομε; Σε πόσα μάτια βκέπουμε δάκρυα καθώς φεύγουμε. Πόσες αγκαλιές μας περιμένουν στο γυρισμό;; Γιατί τα σπίτια μας είναι κλειστά και τρώμε στα διάφορα μαγαζιά; Πολλές αλήθειες που δεν τις ακουμπάμε.Αν τις ακουμπήσουμε θα πονέσουμε πολύ.
Ήρθε η κρίση και θα ακεφτούμε πως για να μη χαθούμε πρέπει να γεννηθούν έλληνες. Και έλληνες γεννιούνται από έλληνες και όχι με απόδοση ιθαγένειας.
Παιδιά μας, εγγόνια μας σας ζητούμε συγνώμη. Εμείς σας μεγαλώσαμε. Εμείς είμαστε οι δάσκαλοί σας. Αν είναι κάτι να πούμε για σας, ας το πούμε στον εαυτό μας μπροστά στον καθρέφτη μας.
Ότι θυμάμαι χαίρομαι και στην κορφή κανέλα, θα έλεγε η μάννα μου γελώντας τρανταχτά. Αυτή όμως είχε πέντε παιδιά. Εγώ δυο. Είστε μαννούλες μας, οι άγιες της εποχής σας. Μιας εποχής με φτώχεια, με βάσανα με πολέμους. Μιας εποχής που ξέρατε πως οικογένεια, είναι τα παιδιά. Πως πλούτη, είναι τα παιδιά.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ένα μεσημέρι

Κάθε μέρα το πρωί μετά το φαγητό τραχανά ή τσάι με ελιές και ψωμί, ακούγαμε τη γιαγιά μας, να ρωτάει όλους, μα στην ουσία έναν, τον παππού μας.
Τι να φκιάκω το μεσημέρι να φάμε.
– Ότι θες, εσύ ξέρεις, εσύ είσαι η νοικοκυρά, ότι και να κάνεις θα το φάμε.
Είμασταν πολλοί, όμως κανένας δε μιλούσε, κανένας δεν έλεγε, εγώ θέλω.,,,, Θέλω δεν υπήρχε, μόνο η θεία μας η Γιωργίτσα η καλομαθημένη έλεγε. Εγώ αυτό δεν το τρώω.
-Καλά θα φας πατάτες τηγανητές με ένα αυγό.
-Δεν θέλω αυγό και πατάτες, θέλω γιαούρτι και κοκορέτσι.
Δεν της απαντούσαν. Αν θα είχε κοκοτέτσι ο Σιαμάς ο παππούς μας θα της έφερνε.
Η μάνα μου φώναζε γιατί αν κακοπέσει τι θα κάνει πως θα ζήσει.
-Και η γιαγιά μας με τη μάνα μας καταγίνουνταν με τις δουλειές της ημέρας.
Η γιαγιά μας, σαν έσωνε τις δουλειές του σπιτιού, πήγαινε στο μαγαζί να βοηθήσει και τον παππού μας.
Η μάνα μου με την Ασήμω έκαναν όλες τις δουλειές του δικού μας σπιτιού. Αυτές είχαν και χρόνο να πουν τα φλυτζάνια τους να γελάσουν και να κουτσομπολέψουν, κρατώντας ένα πλεχτό ή ένα κέντημα. Το κέντημα της μάνας μου το τελείωσα εγώ όταν έγινα δέκα χρονών.
Το μεσημέρι όλοι παρόντες. Πλέναμε τα χέρια μας στο κατώι που το νερό έτρεχε και οι μεγάλοι στη βρύση.
Μετά καθόμασταν γύρω από τις τάβλες το Χειμώνα στο τραπέζι της αυλής το Καλοκαίρι.
Έκανε ο παππούς μας το Άγιος ο Θεός και μεις κάναμε όλοι το σταυρό μας.
Μετά έκοβε το ψωμί ο παππούς και το μοίραζε η γιαγιά. Αν είχαμε γκιουβέτσι, ή πίτα, το μοίραζαν σε κομμάτια και έτρωγε ο κάθε ένας το δικό του. Τότε δεν βάζαμε πιάτα.
Πιάτα βάζαμε στα φαγιά της κατσαρόλας. Τα πιάτα που τρώγαμε τα παιδιά, ήταν λουμηνένια ή εμαγιέ. Τα πιάτα των μεγάλων πήλινα. Τα καλά τα είχαμε για τους ξένους. Όποιον δεν έφτανε το φαγητό έτρωγε ψωμοτύρι τις αρτυμένες μέρες και ψωμί με ελιές στις νηστείες.
Άμα τελείωνε το φαγητό τότε ο παππούς μας, έκανε το Δι΄ευχών και όλοι μαζί, πηγαίναμε να πλύνουμε τα χέρια μας, εμείς στο κατώι, οι μεγάλοι στις βρύσες τις τσίγκινες.
Κανένας δεν σηκώνουνταν από το τραπέζι αν δεν έλεγε ο παππούς το Δι΄ευχών….
Το βράδυ ήταν πιο εύκολα. Εμείς τα παιδιά τρώγαμε πατάτες ή αυγά με ελιές και ψωμί και οι άλλοι ανάλογα, ρύζι, με γιαούρτι, ή μακαρόνια με σάλτσα ντομάτας που την κάναμε με ντοματοπελτέ που τον έκανε η μάνα μας με τη γιαγιά μας.
Η θεία μας η Γιωργίτσα που τότε ήταν καλομαθημένη, γιατί μετά,,,,, δεν έτρωγε ποτέ από το ντεψί. Αυτή έτρωγε πάντα μόνη της σε πιάτο χωριστά, σαν ψωριάρα.
Αλήθεια τι ήταν τότε τα φαγητά μας;;;;
Συνήθως ότι μας έδιναν τα ζώα μας και ο κήπος. Κοτόπουλο μια φορά την Εβδομάδα, αυγά κάθε μέρα. Γάλα γιαούρτι όταν γένναγαν τα ζωντανά μας μια προβατινούλα και μια κατσικούλα. Κρέας αγοραστό κάθε Κυριακή καμιά φορά και κάθε Πέμπτη
Το κρέας το κάνανε πίτα αν ήταν γίδα μεσολούρι, στιφάδο αν ήταν λαγός, σπάνια, βραστό το Χειμώνα, με φασολάκια η πατάτες το Καλοκαίρι. Η γίδα αν ήταν παχειά την κάναμε το Χειμώνα με φασόλια ξερά ή με γίγαντες στο φούρνο ή στη γάστρα, το Καλοκαίρι με μελιτζάνες ή με μπάμιες.
Τα καθημερινά μας φαγητά ήταν δυο φορές την εβδομάδα όσπρια, σούπα ή μπριάμ στο φούρνο. Τις άλλες μέρες ντολμάδες με λάχανο, με, λαχανίδες, με κληματόφυλλα,με κολοκυθολούλουδα, όλα ορφανά.
Μπριάμ στη γάστρα, το Χειμώνα με κουκιά το Καλοκαίρι με λαχανικά.
Μελιτζάνες τηγανητές με τυρί και δυόσμο. Πιπεριές τηγανητές, κολοκύθια τηγανητά, πατάτες από βραστές,μέχρι φούρνου ορφανές ή γιαχνί, ή πουρέ αυτό σπάνια όταν είχαμε κεφτέδες με σάλτσα ντομάτας.
Στο κρέας δεν βάζω τον πατσά μια και ήταν πρωινό και όχι κανονικά φαγητό. Εμείς πατσάδες και χορδές κάναμε συχνά γιατί ο πατέρας της μάνας μου μεγαλοχασάπης έρχουνταν πολλές φορές και έσφαζε στην Παραμυθιά. Τους πατσάδες τους έδινε στη μάνα μου να τους μοιράσει αφού κρατήσει και για το σπίτι. Τότε εκτός από πατσιά βραστό με σκορδοστούμπι ή αυγολέμονο, κάναμε και χορδές. Τις βάζαμε στη γάστρα με σπανάκι, καύγες, και μυρουδικά.
Εκείνο που έβαλα καλά στο μυαλό μου ήταν. Δεν τρώμε αν δεν πλύνουμε τα χέρια μας και προ παντός αν δεν κάνουμε το σταυρό μας.
Δεν τρώμε ποτέ ένας, ένας. Τρώμε όλοι μαζί, στο ίδιο τραπέζι και αν δεν μας χωράει, τα παιδιά σε διπλανό τραπέζι να είναι μαζί μας δίπλα μας. Οι μεγάλοι μετά λέγανε και πέντε κουβέντες σπιτικές.
Δεν λέμε, δεν, δεν, δεν, να μην γίνουμε σαν τη θεία μας τη Γιωργίτσα που δεν μπορεί να φάει πουθενά και όλο πεινάει, γιατί το ένα της μυρίζει και το άλλο της βρωμάει…
Το φαγητό ήταν πάντα φρέσκο, και τα υλικά το ίδιο, ολόφρεσκα. Ψυγείο δεν υπήρχε. Ψυγείο ήταν το κατώι μας και το πηγάδι μας.
Τα φρούτα τα τρώγαμε εποχής και ότι είχαμε στο περβόλι μας, μόνο πεπόνια και καρπούζια αγοράζαμαν γιατί δεν μας πρόκοφταν.
Και επειδή τότε, ούτε καταψύκτες ούτε ψυγεία υπήρχαν, το φα’ι’ δεν έπρεπε να περσεύει και καλά το Χειμώνα μπορούσε να κρατήσει,το Καλοκαίρι ποτέ, το Καλικαίρι σούριζε. Και αυτό που περίσσευε δεν έπρεπε να είναι στα χαλκώματα.
Στα χαλκώματα χαλάει και οι άνθρωποι παθαίνουν δηλητηρίαση και πεθαίνουν. Έτσι τα βάζαμε στο ράφι μέσα σε στρατιωτικά αλουμήνια σαν τάπερ.
Κανένας δεν έλεγε θέλω αυτό ή εκείνο. Για μας τα παιδιά οι σπασμένες ζαχαρόκουκλες από το μαγαζί του παππού μας ή κανένα λουκουμάκι ήταν πολλά.
Πρασόρυζο, σπανακόρυζο, κολοκυθόγαλο που το έκαναν και πίτα κλπ εδέσματα κουκιά με ρύζι στη γάστρα, αυτά ήταν στο καθημερινό μας τραπέζι. Σαλάμια, λουκάνικά, μορταδέλες, κονσέρβες, δεν αγοράζαμε ποτέ, τίποτε παράξενο δεν έμπαινε στο τσουκάλι….Τα Σάββατα αν έρχουνταν οι Κερκυραίοι, όλη η Παραμυθά έτρωγε ψάρια. Από όλα τα παράθυρα έβγαινε η μυρωδιά των φρέσκων ψαριών που τηγανίζονταν. Με τα ψάρια έβαζαν λάχανα σαλάτα εποχής.
Ο τραχανάς ήταν καλός και για το πρωί και για το βράδυ.
Εγώ δεν τρώω αυτό,εγώ τώρα δεν θέλω εκείνο,ή εγώ θέλω αυτό, και το θέλω έτσι, και κρέμες γάλακτος που κάνουν όλα τα φαγητά ίδια τότε δεν είχαμε. Είχαμε φρέσκο βούτυρο που μοσκοβόλαγε. λάδι εκλεκτό, και βούτυρο λοιωμένο και αρωματισμένο με μτιμτιλίνα.
Κάθε φαγητό είχε τη δική του καθαρή γεύση και δεν χρειάζονταν βελτιωτικά!!!!! Γεύσεων1111. Λαδάκι, λεμονάκι, πελτέ, ρίγανη, αλάτι, πιπέρι μαύρο και κόκκινο, κεδρομπούμπουλα, δάφνη, σαφράν, ντιντιλίνα, μυρωδιές του κήπου τα δικά μας μπαχαρικά και αρτύματα.Όλα μαζεμένα με προσοχή στον καιρό τους και κει μετά τις δέκα το πρωί να μην έχει δροσιά.
Επειδή ο καιρός είναι δύσκολος λέω μήπως να ξαναγίνουμε πάλι οικογένειες και ένα τουλάχιστον γεύμα όποιο μπορούμε να το κάνουμε όλοι μαζί; Μήπως πάψουμε τα δεν τρώω και μάθουμε να τρώμε το κάθε φαγητό με τη γεύση του;;;
Οι συνταγές της γιαγιάς μου είναι καταπληκτικές. Να σας πω πως είναι και το χέρι.
Να βρούμε μια ώρα μόνο για την οικογένεια, παππούδες, γονείς παιδιά. Και αν είναι κοντά οικογένειες αδελφών μας κάθε δέκα πέντε μέρες να τρώμε όλοι μαζί. Να είναι τα ξαδέρφια σαν αδέλφια.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Έθιμα του Λαζάρου στην Παραμυθιά του 1950

Σε λίγες μέρες θα εορτάσουμε την σπουδαιότερη εορτή της Χριστιανοσύνης την Ανάσταση του Κυρίου μας, του Χριστού μας. Στις γιορτές λες και είμαι άλλος άνθρωπος. Χρόνια πολλά πέρασα μακρυά από το χωριό μου. Νοιώθω ενοχές πολλές φορές γιατί η ζωή μου χαρίσθηκε, όμως εγώ πάντα είμαι κολλημένη με τον μαγικό τόπο την Παραμυθιά την πόλη μας.
Αυτά τα χρόνια, είναι χρόνια, που η κάθε μέρα, ήταν ξεχωριστή κι ας ήταν όλες ίδιες.
Ο συννεφιασμένος ουρανός της, η βροχή που λες και βιάζονταν να έρθει, μα δεν ήθελε να φύγει μου άρεσε πολύ. Δεν είμαι βλαμμένη….Μου αρέσει η βροχή…. Ποιος νοιάζεται για τη βροχή όταν ο κόσμος γύρω σου λάμπει. Τσαντούλα έμπα μέσα θα κρυώσεις. Μα συ δεν ακούς, δεν κρυώνεις οι στάλες της βροχής, κοσμήματα ακριβά στα χέρια και στο πρόσωπό σου. Τσαντούλα θα κρυώσεις…..Τώρα με λένε κυρία Αλεξάνδρα, τώρα με λένε γιαγιά, βάβω.
Έτσι όταν κάθομαι στην πολυθρόνα των γηρατιών μου, πάντα τρέχω να βρω τα νιάτα μου. Να τα βρω στα παιδικά μου χρόνια, τα μαγικά χρόνια, σε τόπους εξωτικούς, σε τόπους παραμυθένιους. Στην Παραμυθιά και τα χωριά της. Μου άρεσαν τα χωριά, ήταν ο ίδιος κόσμος σε άλλη χρονική περίοδο. Μια ώρα δρόμος από το χωριό στην πόλη τριάντα χρόνια, η διαφορά της ζωής.
Αλλά όταν έχεις μέσα σου τη χωριατοπούλα, σου αρέσει το χωριό, έτσι μένεις πάντα, μόνο που πια δεν είσαι χωριατοπούλα αλλά βάβω.
Ήταν γύρω στο 1950- 1952 Απρίλης. Η οικογένεια έμενε στην Παραμυθιά και γω με τον πατέρα μου, στο Ζερβοχώρι[ ή Δραγουμή.]Ο πατέρας ανέβαινε στην Παραμυθιά μα και η μάνα μας με τα αδέλφια μου έρχονταν και έμεναν κάπου- κάπου στο χωριό.
Ο καιρός καλός και η φύση οργίαζε. Κάθε Παρασκευή πηγαίναμε στους Χαιρετισμούς και κάθε Κυριακή στην εκκλησία.
Οι διακοπές θα άρχιζαν τη Μεγάλη Δευτέρα.
Από το Σάββατο του Λαζάρου θα είμασταν για διακοπές στην Παραμυθιά. Όμως μέσα στις γιορτές, θα ανταμώναμαν πολλές φορές σε γιορτές και πανηγύρια με τους χωριανούς.
Όλες οι αυλές αυτές τις ημέρες είχαν απλωμένες προίκες στα σκοινιά και τα αέριζαν. Των Βα’ι’ων θα έβαζαν ανάμεσα στα ρούχα δάφνη να μην τα πιάσει ο κόπτσας. Αυτή τη δάφνη θα την έφερναν στο σπίτι την Κυριακή των Βα’ι’ων. Θα έβαζαν στο εικόνισμα και στα σεντούκια, τις καρσέλες, και τα μπαούλα. Βέβαια και της Σταυροπροσκύνησης θα έβαζαν καρυόφυλλα που τα είχαν στην εκκλησιά όταν ήταν γονατιστοί. Τα έβαζαν για μαξιλάρι στα γόνατά τους….
Την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου όλα τα παιδιά ετοίμαζαν τα πράγματά τους για να πάνε το πρωί του Σαββάτου μετά την εκκλησιά να πούνε το Λάζαρο.
Το Σάββατο του Λαζάρου πρωί χαρα’ι’, υπήρχε μια εργασία που την έκαναν οι νέες γυναίκες κουβαλώντας κλαδιά δάφνης στην εκκλησιά. Την έβαζαν σε μια κοφίνα για μα πάρουν όλοι μπόγλικη, να βάλουν στο εικόνισμα και στα προικιά.
Ήταν αυτά, τα βάγια που θα έδινε ο παπάς σε κάθε χριστιανό, που θα ήταν στην εκκλησία και μαζί με το αντίδωρο θα έπαιρνε και ένα κομμάτι δάφνη για το σπίτι, να το βάλουν στο εικόνισμα, να μεταφέρουν στα σπίτια τους την ευλογία του Χριστού μας.
Οι μαθητές, την Παρασκευή το απόγευμα δεν είχαν σχολείο. Το απόγευμα της Παρασκευής πήγαιναν μαζί με το δάσκαλο και έφερναν δάφνη, να στολίσουν όλες τις εικόνες, σε όλες τις εκκλησιές και τα ξωκκλήσια.Στο χωριό όλα τα αγόρια έκαναν σπόρτες από λυγαριές και τις στόλιζαν με βάγια και λουλούδια. Έκαναν με ένα κρανόξυλο ψηλό σαν κοντάρι ένα Σταυρό που τον στόλιζαν με λουλούδια και βάγια ώστε να είναι έτοιμα για το Λάζαρη.
Παρέες παρέες δυο ή τριών παιδιών κρατώντας το Σταυρό, το καλάθι και κουδούνια θα πήγαιναν να τραγουδήσουν το Λάζαρη.
Ήρθε ο Λάζαρης ήρθαν τα βάγια, ήρθε και ο Χριστός στη Βηθανία. Εις την πόλη Βηθανία Μάρθα κλαιει και Μαρία.Αν ήσουν εδώ Χριστέ μου δεν θα πέθαινε ο αδελφός μας και ο φίλος ο δικός Σου.
Και μετά λένε, πές μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη όπου πήγες; Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.
Όταν τελείωναν το Λάζαρη [ κάλαντα Λαζάρου ]]οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά και καραμέλες ή λουκουμάκια. Όσες δεν είχαν αυγά τους έδιναν δεκαρούλες.
Αυτό το έκαναν σε όλα τα χωριά της Παραμυθιάς και στην πόλη.
Τα μικρά παιδάκια που δεν γνώριζαν το Λάζαρη λέγανε. Κούσκο κούσκο Λάζαρε, κούσκο πατρίτσι, δώσμου ένα αυγό να πάω σπίτι, δώσμου κι άλλο ένα να πάρουμε από ένα.
Όλοι, μα όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν στην εκκλησιά κάθε μέρα από του Λαζάρου έως και τη Δευτέρα του Πάσχα.
Μονάχα οι άρρωστοι, και όσους έστελνε ο παπάς για εργασία σε οικογένειες ορφανές μπορούσαν να λείπουν και να πάει ο παπάς το απόγευμα να τους ευλογήσει.
Οι γυναίκες φρόντιζαν τα πάντα να είναι καθαρά, ωραία, και καλά για να δεχθούνε τον Αναστάντα Χριστό μας.
Ακόμα και μέσα στη φτώχεια έστω με λίγο τσίτι ή αλατζά θα έκαναν ένα καινούριο ρούχο πουκάμησο για τα παιδιά, φουστάνι για τις τσούπρες. Στο χέρι τα έρραβαν οι χρυσοχέρες, με χονδρή κλωστή να είναι γερά. Αν δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι καινούριο, έβαζαν μια τσέπη ένα κουμπί ένα καινούριο μπάλωμα. Ναι καινούριο μπάλωμα, και φιλτισένιο κουμπί.Να καμαρώνεις το μπάλωμα, τραγικό, όμως η ελπίδα υπήρχε και το όνειρο επίσης.
Και το φαγητό παρά τη νηστεία ήταν καλύτερο από τον τραχανά του Χειμώνα, αφού η φύση έδινε πολλά καλούδια τούτον τον καιρό.
Τι λέει ο λαός μας; Μην πας το Μάη για άλογα την Πασχαλιά για νύφη.
Όλο πιο στολισμένος και πιο καλοφαγωμένος ήταν ο κόσμος κι ας νήστευαν.
Σπανάκι πράσα, μπαζιά, μπιζέλια, καύγες, μυρουδικά, κουκιά λοβίδια, απ όλα τα αγαθά. Λάχανα μοσκοσίταρο, καύγες και καλαμποκίσιο αλεύρι μας έδινε λαχανόψωμο χορταστικό και ας ήταν και αλάδωτο.
Σταχτοκουλούρα ζεστή, με ελιές ξυδάτες η μαύρες μερακλήδικες με μαραθόσπορο ήταν θαυμάσιο φαγητό.
Κρεμμύδια τηγανισμένα με πιπέρι κόκκινο, σαλιγκάρια με σπανάκι η ψημένα στη χόβολη, φαγητό θαυμάσιο.
Οι πατάτες που ξεθάβονταν φρέσκες καλοπλυμένες έμπαιναν στη φωτιά με μια τσίκα λάδι και πιπέρι κόκκινο καυτερό και έτρωγαν όλοι νόστιμα. Νόστιμα θα πει, μια ελιά τρεις μπουκές και μια πατατούλα ακόμη περισσότερες.
Την ημέρα των βα’ι’ων μετά την εκκλησιά και αφού έπαιρναν το αντίδωρο και τα βάγια πήγαιναν σπίτι. Τα έβαναν στο εικόνισμα. Έβαζαν και στα προικιά στο γιούκο.
Αυτήν την ημέρα σε όλα τα σπίτια έτρωγαν μπακαλιάρο τηγανητό με σκορδαλιά. Βέβαια το μπακαλιάρο τον έκαναν και με λάχανα στο νταβά και με πατάτες στη γάστρα. Η σκορδαλιά γίνονταν από σκόρδο ψωμί και λαδόξυδο. Βέβαια αν είχαν καρύδια, έκαναν καρυδοσκορδαλιά και αν είχαν πατάτες πατατοσκορδαλιά.
Καλαμάρια, γαρίδες, καραβίδες, μύδια, είχαν σπανίως, όταν έρχονταν οι κερκυραίοι στην Παραμυθιά για πούλημα ψαριών και αγορά λαχανικών, ξηρών καρπών, και ρύζι περσάνα Φαναρίου.
Τα σπίτια είχαν ασπρισθεί με ασβέστη και λίγο λουλάκι, τα δένδρα και οι κήποι ήταν πεντακάθαροι και γεμάτοι λουλούδια. Μα δεν είχε ανάγκη ο τόπος μας από τα λουλούδια στις αυλές, μιας και τα ζαμπάκια στόλιζαν όλο το βουνό. Βέβαια οι αυλές συναγωνίζονταν η μια την άλλη σε όμορφα λουλούδια φυτεμένα από τις κοπέλες της οικογένειας. Ναι βρε και γω φύτευα λουλούδια, μου άρεσαν. Ωρίστε να με πείτε τεμπέλα. Οι γαρυφαλιές και οι λύκοι φύτρωναν μόνοι τους στους τοίχους των σπιτιών, πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων.
Τα γκαρμπούσια επίσης και οι αγράμπελη που σιγά – σιγά άνθιζε, σκορπώντας το υπέροχο μεθυστικό αρωμά της.
Δεν θυμάμαι αν τη δάφνη που μοίραζε ο παπάς την πήγαιναν στην εκκλησιά οι νιόνυφες για να έχουν ευλογία.
Έτσι μπαίναμε στο πάθος του Κυρίου μας και θα φθάναμε στην Ανάστασή Του.
Τη Μεγάλη Εβδομάδα οι εργασίες είχαν ημέρα και τάξη. Κουλούρια όλες τις ημέρες. Βάψιμο αυγών Μεγάλη Πέμτη και Μεγάλο Σάββατο. Μεγάλη Παρασκευή ο θρήνος της Παναγίας που τον τραγουδούσαν οι κοπέλες στη γειτονιά τους. Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι εβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρεις καταραμένοι.
Λένε στον γύφτο να κάνει τρία καρφιά και κείνος κάνει πέντε.
Εσύ που τα έφκιαξες, εσύ να διατάξεις που θα τα βάλουμε.
Εκείνος τους είπε να βάλουν δυο στα πόδια Του δυο στα χέρια Του, το πέμπτο το φαρμακερό να βάλουν στην καρδιά Του.
Στα χωριά μας το τριήμερο Μ Τετάρτη Μ Πέμπτη και Μ Παρασκευή δεν παίζουν χαρτιά και τάβλι. Λένε πως σταυρώνουν τον Βαλέ. Αυτά είναι τα έθιμά μας μέχρι των Βα’ι’ων.
Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση της πατρίδας μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Απρίλης

Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα δώρα.
Ήταν τόσο όμορφος ο Απρίλης ντυμένος με τη λουλουδένια στολή του.
Και γω με το βλέμμα στο κενό αντικρύζω το μέλλον σου πατρίδα μου Έλλάδα.
Ποιο μέλλον δηλαδή, ένα μέλλον χωρίς Έλληνες, ένα μέλλον χωρίς χριστιανούς
χωρίς την περηφάνια που μας κληρονόμησαν οι παππούδες και οι προσπαπούδες μας.
Ποτέ σε τούτον τον ευλογημένο τόπο δεν είχαμε ρατσιστικές διαθέσεις όμως
γνωρίζαμε πόσα περάσαμε στους αιώνες και φυλάγαμε μέσα στην καρδιά μας
το τρίπτυχο. Πατρίδα Θρησκεία Οικογένεια.
Και βέβηλοι βεβήλωσαν ότι ωραίο είχε ο τόπος μας και ύστερα σκόρπισαν
τις εικόνες και τα σύμβολα των αγίων μας σε καλάθια υπογείων η σε σοφίτες
αχρήστων αναμνήσεων.
Έφτασε όμως ο κόμπος στο χτένι.
Οι Έλληνες γίναμε μειωνότητα στην πατρίδα μας και αυτοί που το έκαναν
χωρίς ντροπή μας είπαν χθες από τηλεκαναλιού και μεταδώθηκε μέσω fb [[οι γιατροί του κόσμου ]]
πρέπει να τους χωρίσουμε τους λαθρομετανάστες κατά φυλή θρησκεία, κράτος κλπ.
Και γιατί μας τους φέρατε σε μια χώρα μικρή που τώρα κινδυνεύουν όλοι οι
κάτοικοί της από τους λαθρομετανάστες με σφαγή. Αυτό μας το είπε κυρία γιατρός
της ΜΚΟ γιατροί του κόσμου. Αν δεν τους χωρίσουμε θα σφαχτούν. Δηλαδή σφάζουν χωρίς λόγο.
Εδώ να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Όλες αυτές οι ΜΚΟ και οι εργαζέμενοι σε αυτές
ζουν μια χαρά. Κάνανε δε πολλοί και μεγάλες περιουσίες.
Απο που να αρχίσω και που να τελειώσω.
Λοιπόν Έλληνα θα κοιτάς αμέτοχος και θα περιμένεις πότε θα σε σφάξουν για να σου
πάρουν το σπίτι το χωράφι τα ζώα σου; Θα περιμένεις να δεις με τα μάτια σου
πότε θα λιντσάρουν την κόρη και τη γυναίκα σου βιάζοντάς την πρώτα ομαδηκά;
Στα χέρια μας είναι έστω και την τελευταία στιγμή ή να φύγεις χαρίζοντας στους
λαθρομετανάστες τα υπάρχοντά σου ή να ξυπνήσεις και να πάρεις την τύχη του
τόπου σου στα χέρια σου, ξέχασες πως αυτόν τον τόπο με αίμα ελευθέρωσαν οι προγονοί σου
πως με αίμα τον ξανακέρδισαν το 1940 -1944 . Μην ξεχνάς πως είσαι Έθνος ανάδελφο.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Οι εκλογές στη Νέα Δημοκρατία

Χρόνια, από όταν άφησε η ΝΔ τις θέσεις της και μπήκε στα μνημόνια παρακολυθούμε από κοντα τα θέματα του κόμματος μια και μια ζωή από από τα δέκα έξη μου χρόνια έως τα εξήντα πέντε ήμουν ενεργό μέλος ή και στέλεχος του κόμματος αυτού. Η απομάκρυνσή μου έγινε εθελουσίως κατόπιν σκέψεων. Όταν ο αρχηγός του κόμματος μιλά για στα Ζάπεια και μετά γίνεται μέρος της γραμμής των επιβολών από τους δανειστές έχασε το παιχνίδι. Αυτή η γραμμή αν δεν ήταν τόσο σκληρή με τα ΕΜΦΙΑ τις απολύσεις μπορεί να γινότανε ανεκτή όμως η εξόντωση ένος λαού δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ.
Έτσι ο κόσμος, κακώς λέμε εμείς, στις εκλογές δεν πήγε να ψηφίσει με τα γνωστά αποτελέσματα.
Να κάνει κυβέρνηση,τον χαβαλέ του ΣΥΡΙΖΑ. Και να λουζόμαστε τους λαθρομετανάστες, και τους κάθε είδους κακόβουλους εχθρούς που μας στέλνουν αυτές τις ορδές των βαρβάρων.
Η ανωρημότητα του λαού και το σύστημα ΠΑΣΟΚ που είχε επιβληθεί στο λαό μας της εύκολη πρόσβαση στο εύκολο κρατικό χρήμα ήταν ο πόλος έλξης των ελλήνων στις κάλπες να να βάλουμε τα παιδιά στο δημόσιο να μην εργάζονται να κάνουν δουλίτσες έξω να περνάν καλά,αυτοί βέβαια να περνάν καλά, όμως ο λαός και η οικονομία περνάει άσχημα.
Έτσι η Ελλάδα μας που έγινε με θυσίες και αγώνες πάει προς το χαμό.
Αυτό ήταν το πολιτικό σκηνικό αυτό που μπορούσαμε να δούμε οι αδαείς. Εκείνο που δεν βλέπαμε που δεν βλέπουμε είναι ο νέος χάρτης των μεγάλων. Η Κύπρος μας βρήσκεται στη μέγκενη των ΕΕ και Νατο’ι’κών δυνάμεων.
Η Ρωσία προβάλει και επιβάλει. Τα εθνικά κράτη όπου Ρώσοι εκεί και το κράτος Ρωσία. Η αρχή έγινε με την Κριμαία, αύριο με την Υπερδνειστερία κλπ κλπ όπου ρωσικός ή ρωσόφωνων λαών.
Βέβαια αυτό να το δούμε με προσοχή. Μας επιβάλουν οι Ευρωπαίοι φίλοι μας και οι φίλοι μας του ΝΑΤΟ τούρκους αξιωματικούς στα νησιά μας. Ο λαός μας σε κατάθλιψη, και η συνδιαχείριση του Αιγαίου όπως την ονειρεύονται,,,, οι φίλοι μας,,,,, και οι εχθροί μας γίνεται πράξη με τις ευχές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Και σε αυτή την στιγμή, έγινε η εκλογή αρχηγού στη ΝΔ. Αρχηγός είναι πλέον στη ΝΔ είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Είναι ο κύριος Μητσοτάκης ο άνθρωπος που θα μπορέσει να βοηθήσει την Ελλάδα μας;
Θα το δούμε. Οι ώρες είναι δύσκολες η Μεσόγειος από τη Λιβύη μέχρι την Τουρκία φλέγεται, η Κύπρος ο κόμβος αυτός που έχουν πέσει πάνω του πολλοί και θέλουν μια βάση, θα αντέξει;
Είναι ο Κυριάκος αυτός που θα κρατήσει το τιμόνι της χώρας ή μαζύ με τον Τσίπρα και την παρέα του; Ευχόμαστε για την πατρίδα μας να μπορέσει να περάσει το σκόπελο και να μπορέσει να βγει από τη μέγγενη των δανειστών και των ΕΕ φίλων μας.
Πάντως με αυτούς που κυβερνούν σήμερα τον τόπο μας, τα πράγματα είναι δύσκολα. Γνωρίζω πως κανένας από τους ανίκανους δεν θέλει να μιλήσει για τον Κώστα Καραμανλή έναν άνθρωπο που τον έφαγε η διεθνής μαφία των δανειστών που είναι να δεις και τα γεράκια του καπιταλισμού.
Είμαστε ως πρόσωπα στην πλευρά της Λα’ι’κής δεξιάς μια δεξιάς με πρόσωπο ανθρώπινο. Με πρόσωπο που δεν θα αφήνει τον άνθρωπο να πεθαίνει χωρίς γιατρούς και φάρμακα για να μην πληρώσει το κράτος αυτά που ωφείλει. Ήρθε η ώρα του Μητσοτάκη θα πουν πολλοί. Ελπίζουμε πως θα πήρε κάποια μαθήματα και του ευχόμαστε καλή επιτυχία.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Ο επισκέπτης

Χρονιάρες μέρες.Μέρες γιορτινές με ανοιχτές τις καρδιές μας.
Τότε η ζωή ήταν διαφορετική. Ο άνθρωπος του τότε είχε να κάνει με τη φύση με τα στοιχειά της και όχι με την τεχνολογία. Φως δεν είχαμαν, είχαμαν λαδοκάντηλα, και λάμπες πετρελαίου.
Τηλέφωνα δεν είχαμαν, είχε τηλέφωνο, η χωροφυλακή, τα ΤΕΑ και ο ΟΤΕ.
Ήταν κάτι καβουρδιστήρια, που τα γύριζαν με το χέρι και απαντούσαν πέντε δέκα χωριά. Τότε ο τηλεφωνητής έλεγε πχ Κουκλιούς θέλω.
-Είσαι η Παραμυθιά; Άκουγες πέντε φωνές να γκαρίζουν, γιατί νόμιζαν πως η φωνή έφτανε με τον αέρα.
-Κλείστε μωρ διαόλοι να μπορέσω να κουβεντιάσω.
-Έχεις κανέναν άρρωστο να κάνουμε και μεις κάτι;
-Κλείστε σας είπα, μη με σκάτε. Κλείστε με εμποδάτε.
Δεν τα έκλειναν ήταν περίεργοι να ακούσουν τι θα πει η Παραμυθιά.
Έκλειναν τα τελέφωνα! και μιλούσες, όμως πολλές φορές δεν μπορούσες ούτε να πιάσεις όποιον ήθελες, γιατί τα τελέφωνα, ήταν στους καφενέδες των χωριών. Και ο καφετζής είχε και πρόβατα και μανάρες γίδες και χωράφια ή τον είχε ζαλίκι [ το διάολο ] και δεν ήθελε να κρίνει σε κανέναν.
Σε κάποια χωριά το είχαν στη κοινότητα και το σήκωνε ο γραμματέας όμως μήπως ο γραμματέας ήταν στην κοινότητα; Αμ δεν ήταν. Είχε και κείνος γίδια, χωράφια, αμ τι θα κάθουνταν μοναχός του; Άμα ήθελες κάτι τον έπαιρνες από το καφενείο και μαζύ πηγαίνατε στην κοινότητα με τη ρακή στο χέρι ενώ ο καφετζής φώναζε. Να μου φέρετε τα ρακοπότηρα ρε σεις διαόλοι.
Οι παραμυθιώτες μεταξύ τους έστελναν αγγελιοφόρους.
Στην πόλη της Παραμυθιάς λοιπόν, αν δεν μπορούσες να πας κάπου για κάποιο λόγο, έστελνες ένα παιδί.
Αυτό το παιδί, μπορεί να ήταν δικό σου ή της γειτόνισσας.
Τηλεφωνική επικοινωνία δεν χρειάζονταν. Όλες οι γυναίκες, μόλις χάραζε ο Θεός τη μέρα ντύνουνταν, στολίζουνταν, μη βγουν έξω σα τζουντάμια. Και στολισμένες, ντυμένες έκαναν τις δουλειές.
Τις έβλεπες και έλεγες πως; Με την τσίπλα στο μάτι έξη η ώρα έτοιμες σαν να παν στην εκκλησιά, να σκουπίζει να ασπρίζει της πλάκες της αυλής,να χαιρετάει, μέσα στην καλή χαρά.
Επίσης από του Θεού τη νύχτα έπρεπε να κάνουν όλες τις δουλειές του σπιτιού μη πάει καμμιά κουτσομπόλα για καφέ στις οχτώ και δεν είναι όλα στην τάξη.
Μια δυο μέρες πριν τα φώτα, ο πατέρας μας, έφερε έναν ξένο στο σπίτι μας.
Δεν τον γνώριζε, καλός άνθρωπος του φάνηκε, φτωχός άνθρωπος του φάνηκε, τον έφερε στο σπίτι μας να μείνει χρονιάρες μέρες.
Κανένας δεν πρέπει να είναι στους δρόμους, συμφώνησε και η μάνα μου.
Ο πατέρας της και τα αδέλφια της τώρα, και ο παππούς της τα παλιότερα χρόνια γυρίζαν στα χωριά για ζώα. Ήταν ζωέμποροι, και κοιμούνταν στα χωριά στα σπίτια του κόσμου. Έτσι και μεις είχαμαν το σπίτι μας ανοιχτό, τάμπαρος, που έλεγε η θειά μου η Τσίλω [ Βασίλω, Βασιλική ] και χόλιαζε για τον κόσμο και τι θα πει ο κόσμος, που έχεις και τσούπρα, όπου τσούπρα είμαι εγώ.
Έφερε ο πατέρας τον ένθρωπο κι αφού η μάνα μας τον καλωσόρισε ρώτησε αν θέλει καφέ, τσίπουρο ή ούζο.
Βάλε τσίπουρο είπε ο πατέρας στο μαγαζί τσίπουρο έπινε, βάλε και μένα ένα, βάλε και μεζέ.
Έβαλε η μάνα μας τσίπουρο, τηγάνισε αυγά, έβαλε ελιές και τυρί. Τότε ήταν αυτό πολύ καλός μεζές, ήταν εκείνα τα χρόνια, μεζές για γαμπρό όχι μόνο για ξένο.
(Όταν πήγαιναν σε ένα σπίτι γαμπρό τα χρόνια εκείνα,του βάζανε για μεζέ τηγανητά αυγά ομελέτα που τα πασπάλιζαν με ζάχαρη να δείχνουν αρχοντάδες.)
-Βασίλη σε λίγο θα είναι έτοιμα και τα μακαρόνια. Έβαλε το νερό να βράσει μακαρόνια, και δίπλα ένα κατσαρόλι για τη σάλτσα.Αυτή τη σάλτσα την έκανε με σάλτσα ντομάτα πελτέ που τον έκαναν μόνες τους τον Αύγουστο, κρεμμύδια σκόρδα ψιλοκομμένα, και ρίγανη, ή κεδρομπούμπουλα.
Θα τα έκαιγε τα μακαρόνια με βούτυρο, και με κόκκινο καυτερό πιπέρι τα μισά και με γλυκό κόκκινο πιπέρι, για μας. Θα έβαζε στο τραπέζι και γαλοτύρι. Αν δεν έκανε σάλτσα τότε θα έριχναν κεφαλοτύρι τριμμένο.
-Να φύγω δάσκαλε, είπε ο επισκέπτης μας, βάζω σε δουλειά τη δασκαλίνα.
-Εμείς δεν θα τρώγαμε, του είπε η μάνα μου;
-Βλέπω έχεις ένα τσούρμο παιδιά.
Του Θεού είπε η μάνα μου.
Βοήθησα και γω είπε ο πατέρας μου και η μάνα μας τον αγριοκοίταξε.
-Άσε χριστιανέ μου, είπε η μάνα μας, μη σκέφτεσαι, και μένα οι δικοί μου στους δρόμους είναι. Ο πατέρας και τα αδέλφια μου, κάποιες γυναίκες τώρια, ίσως τους βάζουν φα’ι’.
-Έκατσε χωρίς να κραίνει και χωρίς να λέει γιατί ήρθε στην Παραμυθιά.
Είσαι σοβαρός σαν τον αδελφό μου τον Αλέξη, είπε η μάνα μου.Άκριντος είναι κι ο Αλέξης μας, μα είναι πολύ καλός.
-Ήρθα να δω ένα φίλο, μα δεν τον βρήκα. Ξένος είναι και τούτος στον τόπο σας.
-Δεν τον ρώτησαν ποιος. Και γιατί να τον ρωτήσουν; Αν ήθελε κάτι να πει θα το έλεγε μόνος του.
Η μάνα μου του έστρωσε στο κρεβάτι μου, και χαρά εγώ που θα κοιμώμουνα με τα αδέλφια μου και είχα μεγάλη χαρά γιατί κάθε μέρα αυτά έπαιζαν μέχρι να φωνάξει ο πατέρας μας στα κρεβάτια σας, δεν βλέπετε η αδελφή σας;
Και γω σκάνιαζα μοναχή μου και πως να έκανα φασαρία, μόνη μου;
Το βράδυ εκεί γύρω στις οχτώ λίγο πριν τον ύπνο ήρθε ο παππούς μου να μας καληνυχτίσει και να μας φέρει τις σπασμένες ζαχαρόκουκλες από το μαγαζί.
Μόλις τον είδε ο ξένος πετάχτικε και τον αγκάλισε. Βλάμη μου, βλάμη μου.
-Ωρέ πως βρέθκες εδώ, τι αέρας σε έφερε πάλε.
-Τα παιδιά σου είναι βλάμη μου;
-Τα παιδιά μου είναι.
-Πως;
-Θα τα πούμε αύριο πουρνό- πουρνό γιατί πρέπει να πάω για τα Γιάννενα.
-Που τον βρήκες το βλάμη Βασίλη μου;
-Δεν τον βρήκα ούτε με βρήκε, βρεθήκαμαν στο καφενείο του….
Βγήκαν σιαπάνου κι ας είχε νυχτώσει.
Απο που ήταν, από που έρχουνταν, που θα πήγαινε, δεν τον ρώτησε ούτε η μάνα μας, μήτε ο πατέρας μας, όμως το ότι ήταν βλάμης του παππού ήταν σα να γνώριζαν. Σίγουρα βλάμηδες ήταν από το στρατό.
Σαν πέρασαν τα χρόνια και βρεθήκσμε στην Αθήνα, τον βρήκαμε και μας βρήκε. Βλεπόμασταν συχνά και με την οικογένειά του.
Ο άνθρωπος, ο φτωχός, ο αγράμματος, ο μεροκαματιάρης, ήταν αξιωματικός του Ελληνικού στρατού.
Ήταν σε αποστολή. Κανένας δεν έπρεπε να τον δει, ούτε στα ΤΕΑ, ούτε στη χωροφυλακή, έπρεπε να φτάσει σε κάποιο χωριό έτσι φτωχός για τσομπάνης. Εκεί τότε δρούσαν πράκτορες Αλβανοί και Ιταλοί.
Περίεργο να μην το ήξερε ο πατέρας μας. Ίσως φυλάγονταν από τα παιδιά,εμάς δηλαδή.
Οι αλβανοί εύκολα περνούσαν για δικοί μας, αφού τότε πολλοί μιλούσαν αρβανίτικα και όταν βρήσκονταν ανάμεσα σε αρβανιτόφωνους έλληνες έβρησκαν και καταφύγιο και έπαιρναν και μυστικά, όπως, που έχει χωροφυλακή, πόσους άνδρες έχει, που έχει ΤΕΑ, πόσους έχει, που έχει φυλάκιο φυλάγεται όλη την ημέρα; Πότε αλλάζουν βάρδιες…..κλπ
Ήταν τότε ένας άλλος πόλεμος μετά τον πόλεμο. Ένας τέτοιος πόλεμος, νομίζω πως έχει φουντώσει και τα τελευταία χρόνια που βλέπουν την πατρίδα μας αδύναμη.
Είναι όμως πολύ διαφορετικός αυτός ο πόλεμος, δεν έχει στρατό κι αν έχει είναι στην πατρίδα τους,
Αυτό το κομμάτι δεν θα το έγραφα στο FB ποτέ. Όμως και τούτα τα χρόνια, είναι δίσεκτα, πρέπει όλοι μας να γίνουμε φρουροί της πατρίδας μας πριν είναι αργά.
Πολλές χιλιάδες είναι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες. Λαθρομετανάστες.
Είματε σίγουροι πως ανάμεσά τους δεν υπάρχουν πράκτορες;
Να σας πω, πως τότε σε χωριό μια ώρα με τα πόδια από την Παραμυθιά, έπιασαν πράκτορες αλβανούς που δρούσαν, από τα αποτσίγαρα, που ήταν από τσιγάρα Αλβανικά.
Ο καφετζής, άκουγε πως πρέπει να προσέχουν, το είπε στον παπά πως τα αποτσίγαρα δεν ήταν σαν τα ελληνικά.
Ο παππάς το είπε στο δάσκαλο και ο δάσκαλος στο στρατό.
Προσοχή όλοι μας. Μπορεί ανάμεσα στους δυστυχισμένους να είναι πολλοί προδότες κατάσκοπποι, της πατρίδας μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδυ Θωμά.

Λαός και Τύπος

Όσο πιο έγκυρη φωνάζει πως είναι μια εφημερίδα, τονίζουμε το [το φωνάζει,] όσο πιο πολλά δώρα δίνει, τόσο έχει πίσω της τη διαπλοκή. Και θα πω χωρίς τύψεις πως τόσα χρόνια που διαβάζω εφημερίδες, πολλές φορές ο χρόνος μου έδειξε, πως ακόμα και όταν υπάρχει κανονική είδηση δίνεται με τέτοιον τρόπο που να μπορεί να εκβιάσει τον λαό και την εξουσία για να τα αρπάξουν τα τρωκτικά της δημοσιογραφίας, οι ιδιοκτήτες πρώτα και μετά οι παρακάτω, γνωρίζουν καλά τις ανάγκες του λαού και κάνουν τη δουλειά της προπαγάνδας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε τις πλαστές φωτογραφίες του Μητσοτάκη από τις κουροφυλλάδες.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε το σκάνδαλο των εκλογών του 2000 που ψήφισαν όχι τα δένδρα αλλά οι ξένοι που κατά χιλιάδες ήρθαν με αεροπλάνα και με κάτι χαρτιά που δεν ήταν ταυτότητες, δεν μιλούσαν ελληνικά και ψήφιζαν παρά τις ενστάσεις που γινόνταν και που η ΝΔ ποτέ δεν ξεσήκωσε γνωρίζοντας πως θα τίναζε στον αέρα τους Ολυμπιακούς αγώνες κλπ.
Και επειδή αυτά είναι μακριά, ας θυμηθούμε το μένος και τα τραπέζια που στήθηκαν για να ρίξουν τον Κ Καραμανλή, πρώτα με τον υπουργό που έφερε στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών το παιδί του που ήταν πολύ άρρωστο εθισμένο και ήθελε να βοηθήσει στη θεραπεία του.
Όλες οι εφημερίδες με προεξέχοντες τους ανθρώπους του κίτρινου τύπου έδιναν και έπαιρναν πω πω πω σκάνδαλο.Ο υπουργός έφερε το παιδί του στην Αθήνα και φώναζαν αυτοί που ψωμίζονταν στου Τζοχατζόπουλου τα γραφεία. Εκεί δεν είχαν δει και δεν είχαν ακούθσει τίποτε.
Κατόπιν ήρθε ο Μαγγίνας ένας αξιοπρεπής σοβαρός πολιτικός με γνώσεις και εργατικότητα τον έλοιωσαν γιατί έκανε στο σπίτι του κάποιες προσθήκες, νόμιμα όπως όλοι της περιοχής. Δεν έφαγε ο Μαγγίνας λεφτά, δεν ξέχασε να δηλώσει εκατομμύρια…..Η πολιτική σκηνή δεν έχει πολλούς Μαγγίνες.
Τα κοράκια της δημοσιογραφίας, προ παντός αυτά που πασάρουν τον εαυτό τους για σοβαρό και το μόνο που κάνουν είναι να μετέχουν σε διάφορες δουλίτσες και να τα πιάνουν χονδρα, επιλέγουν σκάνδαλο. Ζαχόπουλος, μέγα σκάνδαλο η γκομενοδουλειά και ότι αντέδρασε στον εκβιασμό για την αρπαγή από τον πάσχοντα με αυτοκτωνικό ιδεασμό…….εργατολόγο,,,,
Βατοπέδι, εκεί να δεις σκάνδαλο, έδωσαν χιλιάδες στρέμματα και τη λίμνη για ένα ακίνητο Ολυμπιακό ποπυ σάπισε και το κατάκλεψαν…, τώρα για τα αεροδρόμια ο δημοσιογράφος των στρογγυλών τραπεζιών λέει πως το τίμημα είναι καλό….και δεν κάνει όχι στρογγυλά αλλά ούτε τετράγωνα τραπέζια, ούτε ροτόντες.
Τι μου ήρθε τώρα και κράζω τους κραγμένους; Μα οι εκλογές στη ΝΔ.
Βγαίνουν και καίγονται γιατί δεν τους βγήκε αυτό που ήθελαν. Ακόμα κλαίνε γιατί αργούν να βγουν τα τελικά αποτελέσματα από τα επιτελεία της ΝΔ.
Και κείνη η Κοραή,,,,, Θεέ μου,,, που κανένας δεν της δίνει σημασία γιατί όλο πηγές έχει και όλο δεν της βγαίνουν, και όλο χαζογελάει με νοήματα………
Τα αποτελέσματα δεν θα βγουν κυρία Κοραή όπως και όποτε θες εσύ, για να κάνεις εσύ και η παρέα σου παιχνιδάκια, αρκετά έκανες.
Δεν γνωρίζεις κυρία μου πως με τα ηλεκτρονικά μηνύματα έμεινε εκτός βουλής ο Κάρολος Παπούλιας και στη θέση του βγήκε άσχετος.Αυτό θέλατε ε!
Δεν γνωρίζεις πως αν στείλουν ψεύτικα αποτελέσματα για να βγουν τα σωστά και να δικαιωθούν οι αδικημένοι χρειάζονται μήνες και χρόνια στο εκλογοδικείο; Τα γν ωρ’ίζει ο λαός μα δεν τα γνωρίζετε εσείς,,,,Έτσι όμως θα γεμίζατε τα ραδιόφωνά σας και τις φυλλάδες σας με όλου του κόσμου τις ψευτιές. Ακόμη και τον Κ Ο Υ Ρ Α Σ Μ Ε Ν Ο ,,,,Κώστα Καραμανλή λυσάξατε να του βάλετε στο στόμα του λέξεις για να πουλήσετε ότι απέμεινε στο δυστυχή τόπο μας. Και άρχισαν να καταλαβαίνουν το παιχνίδι σας και οι Ταξιτζίδες που τους καλοπιάνατε, τους θέλατε κράχτες της δικής σας διαπλοκής.
Τον θέλετε τον Κώστα Καραμανλή υποχείριο δεν σας βγήκε.
Όλα τα γνωρίζεις κυρία Κοραή και χαζογελάς ακριβώς γιατί γνωρίζεις κι αυτό είναι χειρότερο. Αν είχαν βγει αμέσως τα αποτελέσματα με ηλεκτρονικό τρόπο θα πέφτατε να φάτε τη Νέα Δημοκρατία, όπως κάνατε με την αστοχία πριν… Βλέπεις δεν καταφέρατε παρά την ενορχηστρωμένη μουσική της παλιανθρωπιας να την καταστρέψετε.Γιατί χωρίς κυβέρνηση και χωρίς αντιπολίτευση θα κάνατε πάρτυ.Σας φάνηκε πολύ καλό το τίμημα για τα 14 δέκα τέσσερα αεροδρόμια,,,,,,, γιατί; Αλήθεια ήταν καλό; Σας ακούμε και τα χάνουμε, εκεί που σκούζατε και σκίζατε τα ιμάτιά σας με τον Σαμαρά, για το αεροδρόμιο τώρα που εκεί θα γίνουν καταυλισμοί μούγκα. τώρα τους μουλιάσατε στο σάλιωμα.
Αν το καταφέρετε αυτό, δηλαδή να χαθεί η ΝΔ, τότε θα είχατε κερδίσει τα πάντα. Να είστε οι επιβολεις των θέσεων των δανειστών μας πάνω στο λαό για τον οποίο κόπτεσθε. Αφήστε λοιπόν τα κλάματα και κάντε δημοσιογραφία που σημαίνει ειδήσεις και τα σχόλια σε άλλη σελίδα η στήλη.Ο λαός όμως πήγε ψήφισε και πάλι δεν μπορέσατε να κρύψετε τη χολή σας πως πήγαν μόνο 400000 χιλιάδες να ψηφίσουν, πήγαν κυρία μου όσοι μπόρεσαν γιατί γνωρίζουν οι νεοδημοκράτες να σώζουν το κόμμα τους.Να κρατούν τη Ελλάδα μας ψηλά.
Ολαός κουράσθηκε. Δεν σας χρειάζεται. Ακούει πάλι ξένο τύπο. Διαβάζει πάλι ξένο τύπο.
Και η κορο’ι’δία πάει σύννεφο. Διαφημίζουν συμπληρώματα διατροφής πανάκριβα πρ’ι’όντα. Ποιος όμως χρειάζεται συμπληρώματα διατροφής αυτός που δεν τρέφεται καλά. Δίνει το θύμα [ όλοι εμείς ] τα χρηματά μας για τα χημικά και δεν αγοράζουμε τροφή. Αυτόν τον καιρό τα πορτοκάλια κάνουν 0,50 ευρώ και λιγότερο τα μανταρίνια ομοίως, η συκωταριές 3,50 ευρώ και τα χόρτα ραδίκι λάχανο είναι τόσο φθηνά στις λα’ι’κές που με τα χρήματα ενός και μόνο φιαλιδίου βιταμινών να έχουμε φρούτα και σαλατικά με όλες τους τις βιταμίνες τις φυσικές και όχι τις σνθετικές.Και κείνα τα κολαγόνα που όταν τα πίνετε είναι σαν να τρώτε λίγα γραμμάρια κρέας και τίποτε άλλο τι να πω. Όποιος δε πιστεύει αυτό που γράφω να ρωτήσει το γιατρό του ή ένα χημικό.
Φίλοι μη σας παρασύρουν ακόμα και με τις επιταγές που μοιράζουν αυτές είναι μεγάλο κόλπο
Έχετε δει κανένα μήνα, που να κερδίθηκαν και οι δέκα; Κάθε εβδομάδα κερδίζουν δυο τρεις. Οι άλλες λέει είναι στις επιστροφές. Δυστυχώς οι πιθανότητες και τα μαθηματικά, μας λένε πως πρέπει στις επιστροφες να είναι το 20% το πολύ και όχι το 80%. Και αν προσέξετε το μόνο που κάνουν από τα ραδιόφωνά τους είναι η διαφήμιση της όποιας βλακείας τους και η προσπάθεια να γίνουμε όλοι παίγνια των επιδιώξεών τους, που δεν είναι το δικό μας καλό μα το καλό της τσέπης τους. Και συ καλή μου αφημερίδα ΕΣΤΙΑ μήπως θα πρέπει να ακουμπήσεις περισσότερο στο λαό;Σε χρειαζόμαθε.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Μικρά μα όχι ασήμαντα

Βραβεία Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών
Στις 15 /12 / 2015 η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών έκανε την ετήσια απονομή των βραβείων της στην ποίηση, το διήγημα,και τα ειδικά βραβεία Χρονικό μαρτυρίας, πατριωτικά, θρησκευτικά κλπ.
Είχαμε τη μεγάλη χαρά να βραβευθούν οι συνεργάτες της εφημερίδας μας κύριος Απόστολος Πάσχος, με χρυσό μετάλλειο για το όλον έργο του και με ειδικό βραβείο.
Επίσης ο κύριος Θεοφάνης Β Παυλίδης με το Βο βραβείο ποίησης.
Τους συγχαίρομε από τα βάθη της ψυχής μας και ευχόμαστε να είναι γεροί και δημιουργικοί.
Στον πρόεδρο της ενωσής μας κύριο Λευτέρη Τζόκα να είναι πάντα γερός και να βοήθα, όπως κάνει με τους διαγωνισμούς και την έκδοση του περιοδικού ΄΄ δημιουργία ΄΄ στην πνευματική ανύψωση της χώρας.
Σε όλους τους βραβευθέντες ένα μεγάλο εύγε.
Η γράφουσα δεν έλαβε μέρος σκεπτόμενη πως πρέπει να κάνουμε τόπο στα νιάτα.
ΑΠΘ
Δεν γνωρίζω γιατί τον τελευταίο καιρό δεν μας ανακοινώνουν οι εφημερίδες μας καθώς επίσης τα ραδιόφωνά μας, ( φερέφωνα )τα εγκλήματα που γίνονται στη χώρα μας, πολλές φορές ειδεχθή. Αυτά τα εγκλήματα που γίνονται στην καθημαγμένη χώρα μας, για ληστείες μετά φόνων έχουν φοβήσει όλον τον ελληνικό λαό. Βέβαια τώρα αστυνομία δεν έχουμε, γιατί προσέχουν μην αλληλομαχαιρωθούν οι λαθρομετανάστες. Και για τους Έλληνες ισχύει αυτό που έλεγαν οι παλιοί, φούρνος να μην καπνίσει. Ας κόψουν το λαιμό τους οι Έλληνες και μάλιστα οι συνταξιούχοι που κατά το Λοβέρδο δεν πεθαίνουν κιόλας. Έτσι έδωσαν και ιθαγενεια στους μαύρους και κιτρινοκόκκινους, χωρίς να δουν αν μπορούν να ενσωματωθούν, γιατί υπάρχουν άνθρωποι μετέχοντες της Ελληνικής παιδείας, που είναι άξιοι της τιμής και της ιθαγένειας, και περιποιούν τιμή τη χώρα μας. Και περιποιούν τιμή, ακριβώς γιατί θέλουν και πάσχουν να αποκτήσουν την Ελληνική παιδεία….. που εν πολλοίς εμείς απωλέσαμεν…..
Μήπως επειδή τα εγκλήματα γίνονται από τους λαθρομετανάστες; Μήπως τα κρύβουν για να μην αγανακτήσει ο λαός; Μήπως είναι φρικτά και μόνο μίσους; Στα χωριά μας λένε, φύλαγε φείδι το Χειμώνα να σε φάει το Καλοκαίρι.
Μα τούτος ο λαός κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, δεν ξυπνάει με τίποτε. Και δεν φοράει και τσαρούχια εδελφάκι μου.

Φρόντεξ
Μας λένε πως η Φρόντεξ θα φυλάει τα σύνορα της πατρίδας μας και πως δεν θα παίρνει εντολές από την Ελλάδα μας.
Δηλαδή τι θα κάνει η Φρόντεξ; Θα παίρνει εντολές από τη Γερμανία και την Τουρκία; Ζήτω που καήκαμε.
Αλέξη που χαζογελάς και δεν λες λέξη μας έκαψες. Κύριε Αβραμόπουλε καλά τρως καλά πίνεις ρίξε και μια ματιά κατά Ελλάδα μεριά, μη ξεχνάς πως για να τρως και να πίνεις καλά εκεί σε έστειλαν οι Έλληνες. Το μούντζωμα απαγορεύεται.
Και το ποιο σπουδαίο ρε, τι θα κάνει η Φρόντεξ θα τους πνίγει εκεί στη θάλασσα ή θα τους παίρνει από την Τουρκία να μας τους φέρνει γρήγορα και χωρίς να κουράζονται.
Και αφού η Τουρκία θα πάρει 3.000.000.000 [[ δις είναι ]] και αυτά για να κάνει οικισμούς στο χώρο της και καταγραφή τι χρειάζεται η Φρόντεξ και γιατί να έρθουν στην Ελλάδα μας. Γιατί η μη παρέμβαση της Ελλάδας. Α ααααα
Μήπως μας ετοιμάζουν οι φίλοι μας νέα χουνέρια; Να μην ξεχνάμε πως στα μνημόνια μας έβαλε το βλαμμένο για να σώσει τις ευρωπα’ι’κές τράπεζες. Από αυτό είχε πολλά οικονομικά κέρδη ο ΓΑΠ.
Ας έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Βλαμμένο, βλαμμένο μα κερδισμένο. κερδισμένο.

Βέβαια θα νοιώθετε υπέροχα με την ανάληψη της χώρας μας, να φροντίζει τη στέγαση των λαθρομεταναστών και ότι η Ε.Ε θα δίνει για κάθε λαθρομετανάστη το ποσό των τριών [3 ] ευρώ την ημέρα.Για τους Έλληνες πάλι φούρνος να μην καπνίσει.
Και μεις σαν χώρα πλούσια, ….ελεύθερη…. δεχθήκαμε ότι μας λένε. Η αριστερά σε όλο της το μεγαλείο. Κάποτε αιματοκύλησε τη χώρα μας και έκανε περισσότερα εγκλήματα από τους εχθρούς μας.
Και τώρα ένας νέος άνθρωπος που ο λαός πίστεψε, πως ως άφθαρτος, θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και θα αναδειχθεί σε μεγάλο άνδρα για την πατρίδα μας. Μας σκάβει το λάκκο.
Δυστυχώς η πατρίδα μας, από τις ενέργειες αυτού του ανεγκέφαλου που μόνο για καταλήψεις ήταν, και που φαίνεται πως γράμματα δεν έμαθε, ούτε διδάχθηκε τίποτε, από τους μεγαλύτερους και ποιους μεγαλύτερους δηλαδη τους ξεχασιάρηδες που ξέχασαν τα τριάντα οχτώ ακίνητα και τα δυο εκατομμύρια;
Από που; Τώρα εμείς τραβάμε κουπί στη γαλέρα και βοηθάμε να μπορέσει η χώρα μας, αφού εξοντωθουν όλοι οι έλληνες να έχουν κατοίκους εργάτες, τους λαθρομετανάστες.
Βήμα, βήμα κάνουν πράξη τα όνειρα της Νέας Τάξης Πραγμάτων για αλλοίωση του πληθυσμού της Ελλάδος και ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Θεός σώζει ίσως την Ελλάδα μας, αφού γεννήθηκαν πρβλήματα με τη Ρωσία και την Τουρκία.
Να μην ξεχνάμε πως τα συμφέροντα των κρατών δημιουργούν τις συμμαχίες.

Έρχονται σε οχτώ ημέρες τα Χριστούγεννα, ας είναι ο φάρος που θα μας οδηγήσει κοντά στο Χριστό μας.
Ο Χριστός μας δεν μας ζητάει τίποτε, γιατί Εκείνος δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Εμείς έχουμε την ανάγκη Του, για να έχουμε γαλήνη και ψυχική ηρεμία. Μέσα από την προσευχή μας ακουμπάμε πάνω Του τα βασανά μας.
Ας μην κοιτάμε τα δένδρα τα δώρα τα χρυσά και ασημένια πλαστικά μπιχλιμπίδια. Ας θυμηθούμε πως ο Χριστός μας γεννήθηκε στη Φάτνη και όχι σε παλάτι. Έζησε ταπεινά ανάμεσα σε ταπεινούς. Βοήθησε στην ανύψωση του ανθρώπου.
Ας ακούσουμε το λόγο Του, τούτες τις άγιες μέρες. Και να πούμε στα παιδιά μας πως ο δικός μας Άγιος ο πραγματικός Άγιος Βασίλης είναι ένας σεπτός άγιος, που το έργο του ήταν έργο παιδείας για τα παιδιά, πρόνοιας και θεραπείας για τους αρρώστους και φροντίδα για τους γέροντες με χρήματα και έργα δικά του. Ο πανεπιστήμων αυτός Άγιος, ήταν από μια άγια οικογένεια, οικογένεια αγίων, [επτά αγίους έχει η οικογένεια του αγίου Βασιλείου ]. Ναι έδινε δώρα ο δικός μας Άγιος Βασίλης, χαμογελούσε και προστάτευε. Δεν ήταν ένας χοντρομπαλάς κοκκινομάγουλος παππούς, που γελάει καλόκαρδα χο χο χο και μοιράζει δώρα. Αυτός είναι ο άγιος Νοέλ των βορείων λαών της Ευρώπης. Ο δικός μας Άγιος Βασίλης ήταν, γιατρός, φιλόσοφος,νομικός και αδύνατος που κοιμούνταν πάνω σε σανίδια ενώ προήρχετο από πάμπλουτη οικογένεια και που έκανε τον πλούτο του σχολεία νοσοκομεία γηροκομεία. Αυτός είναι ο ιεράεχης μας,ο Άγιος Βασίλης.. Ας τιμήσουμε όπως αξίζει το δικό μας Άγιο Βασίλη.
Το ξέρω πως έχουμε όλοι, λίγο πολύ οικονομικά προβλήματα, μα ας στερηθούμε ένα γλυκό από τον εαυτό μας, σαν να κερνάγαμε τον ίδιο το Χριστό και ας το βάλουμε στα καλάθια του όλοι μαζύ μπορούμε.
Έτσι οι γιορτές μας θα γίνουν πολύ πολύ λαμπερές και υπέροχες. Έτσι ίσως κάποιοι προσευχηθούν για μας.
Κρατάτε τα τρελά κέφια σας, και τα ψεύτικα στολίδια και τις μουτσούνες για τις αποκριές.
Τώρα ας γιορτάσουμε με χαρά και αγάπη Χριστιανικά τιμώντες τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας.

Κάπου στη γειτονιά μας είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, ας πάμε να του κάνουμε παρέα κρατώντας ένα γλυκάκι σπιτικό, να ανοίξουμε το σπίτι του, να του πούμε λόγια αγάπης να του χαμογελάσουμε να νοιώσει το χέρι μας ζεστό και την καρδιά μας κοντά του. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο δώρο που θα κάνουμε στον εαυτό μας και στο Χριστό μας.
Και κάπου δίπλα μας υπάρχουν σωματεία πολυτέκνων και ατόμων με ειδικές ανάγκες.
Ένα παιχνιδάκι μικρό δύο τριών ευρώ, ένα ζευγάρι ζεστές κάλτσες στη γιαγιά, ένα ζευγάρι παντόφλες από τη λα’ι’κή των πέντε ευρώ θα δώσει μεγαλύτερη χαρά σε μας, όπως και στον αποδέκτη.
Εύχομαι ολόψυχα καλές ευλογημένες χριστιανικές γιορτές.
Ο νέος χρόνος ας είναι χρόνος αναδημιουργίας της πατρίδας μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ;

Αυτό που σήμερα συμβαίνει στην πατρίδα μας, είναι αυτό που με αίμα απέτρεψαν το 1941 οι στρατιώτες μας.
Όλοι γνωρίζουμε τι έγινε τότε. Οι γερμανοί έτρεξαν να βοηθήσουν τους συμμάχους τους ιταλούς.
Έτσι ήρθαν, με μπόμπες, με φλογοβόλα, με τανκς και αεροπλάνα, έτσι πάθαμε ότι πάθαμε από τους βάρβαρους Ούνους, που ήταν τόσο βάρβαροι, ώστε δεν σεβάσθηκαν τίποτε. Έκαψαν χωριά αφού πρώτα σκότωσαν όλους τους κατοίκους που βρήκαν μπροστά τους.
Μετά γκρέμισαν και έκαψαν, αφού έκλεψαν ότι πήραν. Ακόμη έκαναν αρχαιολογικές εκσκαφές έβγαλαν αρχαία και τα έστειλαν στα μουσεία τους. Μας πήραν το χρυσό, το αναγκαστικό δάνειο, μας χρωστάν μα δεν μας δίνουν αντί αυτού σήμερα με ελάχιστο τίμημα μας παίρνουν τα αεροδρόμιά μας.
Λοιπόν σήμερα έχουμε μια φρόντεξ στα σύνορά μας στη Μακεδονία μας και στο Αιγαίο που θα λειτουργεί ανεξάρτητα χωρίς να ερωτάται η Ελλάδα μας.
Επίσης αυτή η ΤΡΟ’Ι’ΚΑ ππου έγινε ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ όταν έχει συνομιλίες με τους υπουργούς μας γραμματείς και φαρισαίους θα τους παίρνει κάμερα που θα καταγράφει τα πάντα, γιατί η κυβέρνησή μας και οι αξιωματούχοι μας λένε ψέματα. Έτσι λέει για την κυβέρνησή μας η Ε.Ε.
Αλήθεια τι παραπάνω θα μας έκαναν οι κατακτητές εάν τους άφηνε να περάσουν; Αυτό σήμερα πως θα το πούμε; Αυτό δεν είναι κατάκτηση; Και αν δεν είναι τότε τι θα πούμε; Δυστυχισμένη μου πατρίδα.
Κοιτάω τη φωτογραφία του θείου μας του Μήτσιου και κλαίω, τι να του πω τζάμπα έδωσες τη ζωή σου θειούλη μου.
Ακόμη σκέπτομαι μήπως έχει δίκιο η Ε.Ε που μας λέει πως ο Αλέξης Τσίπρας που φωνάζει να φύγουν δηλαδή να φύγει το ΔΝΤ μα μας δείχνει το ΔΝΤ μια αίτηση έγγραφη του Ιουνίου του 2015 που έχει υπογράψει ο Τσίπρας και ο Τσακαλώτος ππου ζητούν την παρουσία του ΔΝΤ στην Ελλάδα μας..
Αχ Αλέξη πρωθυπουργέ μας, έγινες ρεζίλι, σε κράζουν όλοι, και συ δεν θα μπορείς να πεις τίποτε.
Ακόμα καταλαβαίνεις γιατί στη Βουλή σε προκάλεσε ο Με’ι’μαράκης όταν είπε πως δεν ξέρει αν δευτερολογήσει θα το κάνει αν το κάνει ο πρωθυπουργός.
Ο πρωθυπουργός όμως ήθελε να κλείσει λέγοντας όσες κοτσάνες ήθελε.
Αλέξη Πρωθυπουργέ της Ελλάδος έπαψες να έχεις κύρος όλοι σε σκέπτονται σαν ένα κακομαθημένο παλιόπαιδο που δεν θέλει να μάθει. Ήρθε και η αποκάλυψη της πρώην βουλευτίνας σου πως ο έρπης που έβγαλες από τη στεναχώρια σου κατά τη διαπραγμάτευση τη μαγάλη των δέκα επτά ωρών ήταν ψεύτικος το έκανες με μακιγιάζ.
Βρε τα χάλια μας, Σουρή αν ζούσες οι έλληνες θα είχαν τη χαρά να διαβάζουν τα κείμενά σου στο Ρωμιό σου και να γελάν έστω πικρά.
Ειδήσεις για την Ελλάδα μας δεν υπάρχουν, υπάρχουν ειδήσεις για μετανάστες για λαθρομετανάστες που κάνουν ότι μπορούν να καταστρέψουν μια χώρα ππυ τους συνδράμει σε κάθε τους βήμα από το υστέρημά μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Τράπεζες και οι παρέες των δημοσιογράφων και των πολιτικών

Αγοράζετε εφημερίδες; Βλέπετε TV; Ακούτε ραδιόφωνο; Νομίζετε ότι γνωρίζετε τι μας γίνετε;, Ότι γνωρίζουμε τι μας συμβαίνει; Κούνια που μας κούναγε κι ακόμα μας κουνάει. Το βασικότερο θέμα δεν είναι η κατάσταση στη ΝΔ κι αν μαλλιοτραβήχτικαν οι υποψήφιοι αρχηγοί ή αν αν. αν . Δεν είναι βέβαια και το τι είπε και τι θα κάνει ο Πούτιν. Ας μην τον ματιάσουμε, αυτός αγαπάει τον τόπο του και δεν είναι προδότης. Το σοβαρότερο που έγινε στη χώρα μας αυτή τη στιγμή, αυτές τις ημέρες, είναι ότι κάποιοι για φακές αλάδωτες, άρπαξαν τις τράπεζες μας. Και αν οι τράπεζες ήταν ιδιωτικές φούρνος να μην καπνίσει για μας, όμως αυτές οι ιδιωτικές τράπεζες, [[ήταν των ελλήνων που είχε δανειστεί για χατήρι τους 211.000.000.000,]] είχαν και τα κάποια των Ταμείων και των Οργανισμών μας.Τα λεφτά μας δηλαδή.
Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που την ανακεφαλαιώσαμε τόσες φορές, εκτός από τις εγγυήσεις είχε και τα λεφτά μας, των Ασφαλιστικών Ταμείων μας.
Οι μισοί δημοσιογράφοι [ πουλημένοι ή απούλητοι, στρέφουν την προσοχή μας, να ασχοληθούμε με αυτά που ασχολούνται αυτοί δηλαδή ΝΔ και προφητείες. Να ασχοληθούμε με τις προφητείες των Αγίων μας καλό είναι αλλά μετά, και οι άλλοι μισοί μας λένε κοίτα τον Πούτιν, τον οποίο σέβομαι κι εκτιμώ πολύ, κοίτα μας λένε τον Πούτιν τι κάνει στον Ερντογάν, με τον Πούτιν και τον Ερντογάν ασχολήσου.Σοβαρότατα τα θέματα, όμως όταν καίγεται το σπίτι μας κοιτάμε πρώτα να σβήσουμε τη φωτιά και μετά να δούμε για όλα τα άλλα.
Θα κάνουμε και μια απεργία λένε,[[ έτσι για να εκτονώσουμε τον κόσμο!!!!!!!!!!1, που θα φωνάζει κάτω τα χέρια από τις συντάξεις!!!! αυτές που έκαναν φτερά κατα 45% και που ο Αλέξης, το γελαστό κωλόπαιδο ο καταληψίας, θα έδινε και δέκατο τρίτο μισθό στους χαμηλοσυνταξιούχους. Μα αντί να δώσει θα τους πάρει τον δωδέκατο και πιθανόν τον ενδέκατο μισθό.Τι θα του πάρει, βρε του τα πήρε τότε με την υποχρεωτική μετάβαση στο υπουργείο οικονομικών για να πληρώσουμε 7,500,000 000 στο ΔΝΤ.Μας δουλεύουν κανονικά.
Σήμερα δεν κλαίμε για τους τραπεζίτες και τις ιδιωτικές τράπεζες. Σήμερα κλαίμε γιατί σε ένα χρόνο δεν θα έχουμε σύνταξη, δεν θα έχουμε τα χρήματα που πληρώναμε χρόνια για να έχουμε αυτήν την εξασφάλιση των γηρατιών μας, δεν θα έχουμε, ούτε για το φως ούτε για το ψωμί μας.
Και από ότι άκουσα ως τώρα από τον κύριο Βασίλη Λεβέντη, το μηχανικό, μη το ξεχνάμε, είπε ότι ήταν φίλος του πατέρα του Αλέξη Τσίπρα, του αείμνηστου Παύλου Τσίπρα. Μήπως ο κύριος Λεβέντης ήταν ένας από τους μηχανικούς του αείμνηστου Παύλου;Εγώ ρωτάω απλώς………….
Και ας ξανάρθουμε στις τράπεζές μας. Πουλήθηκαν οι μετοχες των τραπεζών, σε ποιους; Μας το είπαν;
Αγόρασαν μετοχές των τραπεζών οι πολιτικοί μας; Αυτά τα λεφτά που είχαν έξω κάποιοι τα έφεραν να αγοράσουν τις τράπεζες;
Η Εθνική πούλησε τις μετοχές της προς τρία λεπτά του ευρώ. για να αγοράσεις ένα εκατομύριο μετοχές που κάποτε κόστιζαν 26.000.000 ευρώ ολόκληρα έπρεπε να δώσεις αυτό το ποσόν το ξαναγράφω 26.000.000. Σήμερα για να πάρεις ή τις πήραν ή τις αγόρασαν τις μετοχές της Εθνικής ένα εκατομμύριο μετοχές, μόνο, μόνο, με ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΥΡΩ. Αριθμητικά τριάντα χιλιάδες ευρώ 30.000.
Είχαν δικαίωμα να τις αγοράσουν αυτοί που είχαν μετοχές να μεγαλώσουν το φάκελό τους; ΟΧΙ. Μήπως μπόρεσε το κράτος η ή εκκλησία να αγοράσει αυτές τις μετοχές; Δεν γνωρίζουμε τι έγινε και ποιος ή ποιοι είναι οι αγοραστές.
Σε λίγο θα μας πουν δεν έχουμε να πάρετε σύνταξη τα φάγατε. Όχι κύριοι ανεγκέφαλοι της πολιτικής της πατρίδας μας, που με παιδιά και συντρόφους σας έχετε στασίδι στη βουλή [βουλευτές, γραμματείς και φαρισαίοι, υπάλληλοι της βουλής ] και τρώτε και πίνετε είς βάρος των κορό’ι’δων, δεν φταίει ο λαός για ότι συμβαίνει. Φταίει η αριστερά που τώρα κυβερνάει και μας ξεπουλάει. Έκανε ότι μπορούσε να σπρώχνει τα πράγματα στο γκρεμνό με τους εκβιασμούς της. Σήμερα οι Έλληνες εκτός από τα κεντροδεξιά πολιτικά κοράκια γνώρισαν για τρίτη φορά τα αριστερά πτωματοφάγα όρνια.
Το γελαστό παιδί ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο νεκροθάφτης της πατρίδας μας. Δεν το έκανε από βλακεία μάλλον το έκανε από εκδίκηση. Εκδικήθηκε τις τράπεζες και το λαό για το ΣΚΑΠΑΝΕΑ;;;; Ας μας το πει, αυτός που ήθελε την καστροφή του τόπου, και την έκανε.Ξεγέλασε τους πάντες. Αλογοσούρτης. Τι να πεις φταίει αυτός η εκείνοι που τον ψήφισαν; Μήπως φταίνε τα λα’ι’κίστικα μέσα μαζικής ενημέρωσης των ΜΜΕ, ποπυ στην αναμπουμπούλα χαίρονται……
Δεν κλαίω για τους τραπεζίτες και τις τράπεζές τους, όχι κλαίω για τα χρήματά μας τις οικονομίες μας των Ασφαλιστικήν μας Ταμείων.
Η αριστερά είναι χειρότερη από τη δεξιά. Όλοι όμως ήταν χέστες από αυτούς που είχαν ελληνική συνείδηση δεν μίλησαν, δεν μιλούν. Δεν λέω για τους προδότες όπως ο Σιμίτης ή τους κλέφτες τύπου Τζοχατζίπουλου λέω και για κείνους που γνώριζαν και δεν μίλησαν ξεκάθαρα στο λαό μας. Που δεν είχαν το θάρρος να πουν την αλήθεια στον ελληνικό λαό. Και συ τώρα ψάχνεις λύσεις στα κόκκινα δάνειά σου. Λύσεις δεν υπάρχουν οι τράπεζες δεν μας ανήκουν, ανήκουν στα ξένα κοράκια κι αυτά θα κάνουν τη δουλειά τους. Την γνωρίζουν καλά τη δουλεία τους. Το δικό μας χρέος, είναι χρέος που πρέπει να πληρωθεί, το χρέος της Γερμανίας προς την Ελλάδα μας τι είναι; Σύκα που ζουλιούνται ή κούφια καρύδια;
Ο Θεός σώζει όμως για να σώσει έπρεπε και μεις να κουνήσουμε τα πόδια μας, να κλωτσίσουμε το σάπιο κράτος της διαφθοράς.
Δεν κλαίμε για τις τράπεζες αλλά για την περιουσία τους, που ήταν περιουσία μας, γιατί έγιναν με τον ιδρώτα μας, που αρπάχτηκε για λίγα ευρώ.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά
Να μη ξεχνάμε πως η δεύτερη φορά αριστερά μαζύ με τον πατριώτη Πάνο!!!!!!!!!! μας έσκαψαν βαθιά το λάκκο με τα κόλπα έξι μήνες με τα κάπιτολ κοντρόλ [ κοίτα τι μαθαίνω η γριά ] και με τη υποχρεωτική κλοπή των υπολοίπων χρημάτων των αποθεματικών των ταμείων μας. Μήπως αντί να φωνάζουμε στις πορείες τα γνωστά συνθήματα, μήπως λέω θα έπρεπε όλοι μαζύ με φωνή μεγάλη να φωνάξουμε σε όλες τις γλώσσες του κόσμου ώστε να μας ακούσουν, Μέρκελ Σόιμπλε,φέρτε τα λεφτά μας αυτά που μας χρωστλάτε από το αναγκαστικό δάνειο; Αυτά που μας χρωστάτε από την καταστροφ’ή της χώρας μας αυτά τα δις που μας χρωστάτε από τις αρχαιότητες που κλέψατε από τα μουσεία μας και που κλέψατε κάνοντας ανασκαφές παράνομες κάι που γίνεται σήμερα από την ISIS. Μήπως να φωνάξουμε πρέπει να το φωνάξουμε σε όλον το κόσμο και προς τους δανειστές μας, πάρτε το χρέος μας από τη Γερμανία. Ξεχρεώστε μας, σας δίνουμε τα δικαιώματά μας για το γερμανικό δάνειο και τις γερμανικές επανορθώσεις;;;. Θα το κάνουμε ή θα πίνουμε τον καφέ μας στο Σύνταγμα σε μια ακόμα απεργία σκοπιμότητας; Ε; Τι λέτε

ΑΠΘ