Αναμνήσεις που ο χρόνος δεν σκοτώνει

Μικρή ήμουν πολύ μικρή τριών η τεσσάρων χρονών.
Έπαιζα με κάτι πετρούλες στην αυλή κάποιου σπιτιού. Δεν ξέρω που ήταν, οι γονείς μου δεν ζουν για να μου πουν.
Σαν ρωτούσα τη μάνα μου, μου έλεγε.
-Τι θυμάται το σκατό,,,, ποιος έχει την όρεξή της…
Μα εγώ είχα όρεξη και να παίξω και να βαρέσω την ξαδέρφη μου, που όλο ήθελε τα πράγματά μου.
Ίσως να ήμουνα σκατόπαιδο.
Ρώτησα και τη ξαδέρφη μου, που ήμασταν στην ίδια ηλικία και ζούσαμε μαζί στα χρόνια τα μικρά μας;
-Ωρή χαζή είσαι; Όπου μας πήγαιναν πηγαίναμε. Δεν ήταν μωρή πόλεμος τότε.
-Ήταν πόλεμος και πάντα ακούγαμαν πυροβολισμούς, όμως εμείς παίζαμε στις ρίπες στα πριγκόρια ή στη μεγάλη πέτρα;
-Άει στο καλό σου Αλεξάνδρα,, τι χαλεύεις. Τι θα αλλάξει στον κόσμο αν θυμηθείς τι κάναμε και που ζούσαμε τον παλιό καιρό.
Θυμάσαι μωρή τι έφαγες πριν ένα χρόνο σαν σήμερα;
-Αυτό δεν έχει σημασία.
-Και έχει σημασία! το που ήμασταν τότες, που δεν καταλαβαίναμε άλλο από το ότι θέλαμε νερό ή ψωμί..
Δίκιο μπορεί να έχεις, μα ψάχνω να βρω το σπίτι που ζούσαμε. Έχω κάτι αναλαμπές. Κάτι έγινε τότε.
Δεν ήταν ούτε το πατρικό στην Παραμυθιά, ούτε το σπίτι στο χωριό, ούτε κανενός μπάρμπα.
-Διάολε,πως ήταν αυτό το σπίτι θυμάσαι;
Μήπως έχεις πάει ποτέ σε χρόνους ύστερους;
-Σε ρώτησα κάτι, θυμάσαι;
-Το μόνο που θυμάμαι, είναι η αυλή με άσπρες πέτρες… ναι, είχε μια μεγάλη αυλή με μια τεράστια κρεββατίνα γεμάτη σταφύλλια.
-Αχού,,, μωρή, υπήρχε τότε σπίτι παλιά, που να μην είχε μια μεγάλη κρεββατίνα- κληματαριά και κανα- δυο πέργκολες για κρασί για ξύδι για τσίπουρο,,, δεν ήταν. Όλες οι αυλές μικρές μεγάλες είχαν κληματαριά.. Άλλο άλλο..
-Είχε μια ωραία άσπρη κατσίκα μαλτέζα που…
-Άσε, όλα τα σπίτια είχαν κατσίκα μαλτέζα, για γάλα για το κατσικάκι του Πάσχα, Των Χριστουγέννων και της Παναγιάς τρία με τέσσερα έκαναν αυτές γιαυτό όλα τα σπίτι είχαν κατσίκα μαλτέζα…και για λίγο γιαούρτι…
-Είχε μπάσια από δω κι από κει στο τζάκι με κάτι μαυροκόκκινα χράμια από άχερο ή τζάφκες καλαμποκιού.Ένα γιούκο ψηλό σκεπασμένο με κόκκινο και άσπρο σεντόνι…
-Αστραπή και βροντή ,,είσαι καλά,,,
Αν δεν αποφασίσεις και αρχίσεις να μου λες πως πίσω είχε μια μουριά, πως είχε μια καρυδιά και κότες,άσε δεν θα το βρούμε, ξέρεις, τότε όλα τα σπίτια είχαν όσα λέμε παραπάνω.
Προσπάθησε να θυμηθείς και μη με σκας με τις παραξενιές σου..

Είχε δίκιο, κάπως έτσι ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά που έζησα εγώ. Όλα ήταν χτισμένα στην πλαγιά. είχαν κατώι χωρισμένο στα δυο από τη μια μεριά βάζανε τα ζώα μη τα κλέψουν οι κλέφτες,,, έκλεβαν πολύ τότες… και το άλλο μισό για να βάζουν τα γεννήματα…Καλαμπόκι κρεμμύδια, σκόρδα,ελιές τυρί και γαλοτύρι. Είχε μια πέτρινη σκάλα με πολλά σκαλοπάτια και χαγιάτι με τσίγκένια σκεπή.
-Καλά ψάξε να βρεις βελώνα στα άχερα,,χα χα χα,,
Και τότε προσπάθησα να βρω κάτι άλλο που να ήταν διαφορετικό.

Σας ορκίζομαι δεν είχαν. Μόνο μερικά που ήταν χτισμένα στο ίσιο δεν είχαν κατώι. Αυτά ήταν σαν να είχες τον όροφο. Αντί για κατώι είχαν πέτρινες καλύβες ή βριζοκάλυβα. Πολλές φορές το σπίτι ήταν μικρότερο από τα αχούρια τα πέτρινα που βάζανε τα βόδια, τα άλογα και γα’ι’δουράκια.
Όλα τα σπίτια είχαν πολλά παιδά, όλα είχαν μέσα γέρους και γριές.
Τότες στο ίδιο σπίτι ζούσαν γιαγιάδες παιδιά εγγόνια και δισέγγονα…Και έμαινε τσατμάς για ένα δωμάτιο ακόμη…
Είχαν αργαλειούς και αυλές ασπρισμένες που μοσχομύριζαν οι αλτάνες οι δυόσμοι οι λεβάντες και τα καρυοφύλλια.
Είχαν και τριανταφυλλιές, μερτζούσια, ζίνιες και ντάλιες, μικρές και μεγάλες.
Είχαν έναν κήπο με λαχανικά. Απ΄ όλα έβγαζε ο τόπος και στα ψηλά και στα χαμηλά.
Σε όλα τα σπίτια δίπλα από τη σκάλα έξω,είχαν βουτσελοτόπι, για την βουτσέλα, δίπλα ήταν το γκιούμι οι στάμνες. Μέσα πάνω στο τραπέζι είχαν κανάτες, και χαλκό, για το νερό. Τα ποτήρια και οι κανάτες δεν έβγαιναν από το σπίτι γιατί έσπαγαν. Από το σπίτι έβγαινε η βουτσέλα που τη λέγανε και βαρέλα, το γκιούμι και η μπούκλα που ήταν μικρή, βολική.
Αγαπημένη μου πατρίδα. Είσαι τόσο ξεχωριστή.
Σε όσους τόπους κι αν πέρασα, σε όσους τόπους κι αν έζησα τη δική σου ομορφιά δεν τη βρήκα.Εσύ ήσουν η πιο όμορφη.
-Γιατί; Αυτό το είπε η ξαδέρφη μου…
Δεν της απάντησα, απάντησα στον εαυτό μου…
Γιατί χτύπησα στα βράχια σου. Γιατί μάτωσα το χώμα σου. Γιατί έκανα όνειρα τα βράδια ακούγοντας πότε τον αγέρα να φυσά,πότε το τίκ τάκ της βροχής,τις βροντές και τις αστραπές, που με τρόμαζαν μα δεν μιλούσα, τι σουλιώτισσα θα ήμουν τότε, αν έδειχνα το φόβο μου… Το ψιλόβροχο, τα σύννεφα που κρύβανε τα δάκριά μου, καθώς κοιτούσα τα άστρα, και κείνα,,,ντυμένα μες τα ασημένια τους ρούχα μου, έστελναν δώρα, βραχιόλια, κοσμήματα που κανένας δεν μπορούσε να τα δει.Ήταν δικά μου… Τα άστρα μου, πάντα μου αντιλογιούνταν. Δεν με γέλασαν ποτέ. Πόσες φορές δεν ανταλλάξαμε σκέψεις….Τους χαμογελούσα και κείνα τρεμοπαίζοντας μου έκλειναν το μάτι…Γιατι πολλά πρωινά με ξύπναγαν πουλιά που καλούσαν τα ταίρια τους. Γιατί όπου κι αν πήγαινα άκουγα καλημέρα Τσαντούλα. Δεν θύμωνα με το Τσαντούλα. Γιατί γνώριζα κάθε πετρούλα κάθε δεντράκι. Γιατί ήταν δίπλα μου όλα ότι αγαπούσα.
Γιατί; Γιατ΄;
Εκεί με είδα,,όχι στον καθρέφτη της ντουλάπας, μα στο νερό της μπουρίμας που την ήξερα και με ήξερε.Εκεί τάραζα τα νερά της και έβλεπα παράξενο το πρόσωπό μου. Είδα στον καθρέφτη της Μπουρίμας, να αλλάζω από μικρό παιδάκι σε κοπέλα μικροκαμωμένη αλλά κοπέλα, δεσποινίς.
Και άρχιζα να κάνω όνειρα.
Φαίνεται πως το μπόι δεν παίζει ρόλο στα όνειρα. Αυτά ήταν δικά σου καταδικά σου.
Γιατί!
Για κείνο το πλατσούρισμα ξυπόλυτη στην βρυσοπούλα που με άκουγε κι έκανε βουή να μην με ακούν οι άλλοι. Η βρύση δεν μου μιλούσε, εγώ όμως, έπαιρνα τα μηνύματα που μου έστελνε.Ήμουν αλαφρο’ι’σκιωτη…αυτό έλεγε η μάνα μου… Χαρές εγώ !!Καμάρωνα..
Αλαφρο’ι’σκιωτη, σαν τις νεράιδες του παραμυθιού. Δεν τους έμοιαζά το ξέρω, κι ας μην κοίταζα ποτέ μου τον καθρέφτη. Αυτός, θα έβλεπε μόνο την θωριά μου, μα εγώ ήθελα να ξέρει την ψυχή μου, την καρδιά μου.Όμως την ψυχή μου δεν την έβλεπε κανείς. Μόνο τα αστέρια ή η βροχή, σαν είχα δάκρυα στα μάτια. Τότε δεν τα έβλεπε κανείς έτσι η βροχή γίνονταν ένα με τα δάκριά μου και πλένανε μαζί το πρόσωπό μου την καρδιά μου, την ψυχή μου.
Δεν το βρήκα αυτό το χωριό των τριών μου χρόνων. Βρήκα όλα τα άλλα,ένα- ένα από τη γέννησή μου μέχρι τα δέκα έξη μου χρόνια που έφυγα για την Αθήνα.
Εκεί άρχισε μια άλλη ζωή.
Και πόσο άγριο μου φαινότανε εκείνοτο΄΄ να προσέχεις, εδώ δεν είναι η Παραμυθια΄΄.
Πόσο ήθελα να είμαι στην Παραμυθιά.
Μα αυτό με τη φυγή τελειώνει. Όταν φύγεις από ένα τόπο για πολύ, ξεριζώνεσαι και ριζώνεις εκεί που πας.
Πολλοί θα ζήλευαν τη ζωή μου, γιατί έζησα καλά. Έκανα ότι κάνουν όλοι άνθρωποι οι τυχεροί. Έκανα οικογένεια με το δημοσιογράφο, λογοτέχνη, ποιητή και χρονογράφο Χρήστο Ι.Θωμά που μεγάλωσε στην Παραμυθιά και στην Παραμυθιά τελείωσε το Γυμνάσιο. με παιδιά και εγγόνια σπουδαία. Μάνα είμαι ότι θέλω λέω.
Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους Δούλεψα, με πολούς και έκανα κάποια από τα ονειρά μου πραγματικότητα.
Όμως εγώ νόμιζα πως δεν είχα γεννηθεί για όλα αυτά.
Ήμουν και είμαι μια χωριατούλα..
Μου ταίριαζε το χωριό τα χώμα οι πέτρες ο κήπος.
Αν ήμουν άξια για όλα αυτά;
ΟΧΙ
Για τούτο ο καλός Θεός μου έδωσε να κάνω ότι μπορούσα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ

Κάθε μέρα που περνάει η πατρίδα μας βουλιάζει όλο πιο βαθειά στης καταστροφής το χάος.
Οι άπατριδες και άθεοι, αυτοί που δεν πήγαν στρατό και που δεν προσευχήθηκαν ποτέ, χωρίς ντροπή καταστρέφουν τη χώρα.
‘Ηρθαν με χίλια ψέματα, διαγραφή χρέους, δικαιοσύνη, κλπ όνειρα.
Τι έκαναν; Στρώθηκαν στο φα’ι’ τακτοποιόντας ανθρώπους που δεν νοιώθουν Έλληνες που δεν υπηρέτησαν την πατρίδα βλέπε τους Καρανίκες. …
Οι συντάξεις πέφτουν. Άλλες συντάξεις δεν βγαίνουν και οι υπό συνταξιοδότηση περιμένουν και χρεώνονται.
Οι λαθρομετανάστες τρων και πίνουν ενώ οι Έλληνες πεινούν.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα παιδιά που σπουδάζουν δεν έχουν βιβλία.
Από την ώρα που βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πληρώνουν τα βιβλία για τους φοιτητές στους εκδότες.
Δήλωση εκδοτών, έχουμε να πληρωθούμε από το 2015.
Έτσι σιγά- σιγά θα κλείσουν τα σχολεία όπως κλείνουν όλες οι υπηρεσίες.
Θαυμάστε τους.
Θαυμάστε όμως και τους φοιτητές ! ! ! που υποτίθεται ότι σπουδάζουν να γίνουν κάτι. Είναι αυτοί που κατάντησαν τις σχολές τους, σαν δημόσια ουρητήρια.
Ακόμη δεν ξέρω αν είναι φοιτητές αυτοί που εύκολα διαπομπεύουν ακόμη και με αφίσες έναν ευπρεπή άνθρωπο που ζητά την ευπρέπεια του πανεπιστημίου.
Κάθε δημόσιος χώρος πληρώνεται από μας τον λαό.
Εσύ φοιτητή που δεν βγάζεις χρήμα αλλά σε πληρώνουμε, εσύ που καταστρέφεις,, δεν πρέπει να τιμωρηθείς με αποβολή; Ακόμη δεν πρέπει να αποκαταστήσεις τη ζημιά έστω αν δεν έχεις χρήματα με προσωπική εργασία;;;
Έχεις δικαίωμα να βρωμίζεις το χώρο νέε μου που για να σπουδάζεις 10 χρόνια σε πληρώνουμε εμείς όλοι οι φορολογούμενοι.
Κύριες και κύριοι, εμείς όλοι οι Έλληνες χαιρόμαστε που σπουδάζετε,θέλουμε τα παιδιά μας να είναι ψηλά.
Εσείς όμως έχετε υποχρέωση να διαβάζετε και να σπουδάζετε και όχι να μπεκρουλιάζετε και να κοπροσκυλιάζετε.
Εσείς είστε το μέλλον τούτου του τόπου.
Εχέτε όμως και υποχρεώσεις και καθήκοντα.
Ο καθηγητής σας που εύκολα τον βρίζετε, δεν είναι φασίστας, είναι αληθινός δάσκαλος. Τι σας είπε ο …φασίστας.. παιδιά…. μην κολλάτε στον φρεσκοβαμμένο τοίχο. Κάντε χώρους μέσα στους οποίους θα βάζετε τις ανακοινώσεις σας.
Αγαπημένα μας παιδιά η ζωή είναι στη μάθηση στη δημιουργία και όχι στην ξάπλα και την τεμπελιά και στο μπεκρούλιασμα…
Ο καθηγητής σας είναι ο άνθρωπος που σας καθοδηγεί και σας περιμένει στα αμφιθέατρα να κάνετε διάλογο για το μάθημα και τη ζωή.
Θα τα ξαναπούμε.

Κάτι δεν πάει καλά στη Ε.Ε και στη χώρα μας

Σε όλη την Ε.Ε οι ηγέτες μα πιο πολύ οι λαοί είναι σε επιφυλακή.
Μέχρι τώρα πολλές επιθέσεις από τον ISIS. Καταστροφές θύματα αθώα. Μέχρι τώρα οι πρόσφυγες μα και οι φτωχοί Ασίας και Αφρικής παίρνουν τον δρόμο της Ε.Ε και μάλιστα σκοπός τους η Γερμανία, να βρουν καλύτερη ζωή.
Η Γερμανία που τους έκλεινε το μάτι ελάτε,,, δεν τους θέλει πια. Αρκετοί ήρθαν. Τέρμα.
Έκανε ότι μπορούσε η Ε.Ε να τους καστρέψει.
Να καταστρέψει όχι μόνο την Ασία και την Αφρική μα και την Ευρώπη. Θυμάστε την Γιουγκοσλαβία έργο της Ε.Ε ήταν.
Και τώρα μέσα στην αλαζονεία τους τρέχουν να τελειώσουν το έργο τους. Την υποταγή όλου του κόσμου.
Έτσι ξύπνησαν τα θεριά. Σε όλα τα κράτη βία και θανατικό από τους φανατικούς.
Μα ο διχασμός έγινε βαθύ ποτάμι αδιάβατο. Η Ισπανία χωρίζεται. Η Αγγλία μας έχει αποχαιρετήσει από χρόνια δύο. Στην Ιταλία κάποιοι στο βορά κουνιούνται.
Και η καλή μας Ε.Ε έφερε στην Ελλάδα χιλιάδες μουσουλμάνους που αύριο μπορεί να είναι το δαδί της φωτιάς.
Πολύ συμφέρει σε κάποιους να μην υπάρχουν λαοί που θυμούνται.
Κάτω οι θρησκεία, κάτω το Έθνος, κάτω η γλώσσα, κάτω ο στρατός,κάτω τα γράμματα,,, όλα κάτω.
Τι θα μείνει.
Η σκλαβιά με άλλο πρόσωπο.
Σήμερα, όπως κάθε μέρα χιλιάδες άνθρωποι μπαίνουν στα τρύπια σύνορά μας.
Μπορούμε να καμαρώνουμε το τζαμί πάνω από τα μνημεία των αρχαίων μας προγόνων; Θα το καμαρώνει όλος ο κόσμος.
Αλήθεια δεν γνωρίζουν πως κάτω από το τζαμί που χτίζουν υπάρχουν αρχαία;;;
Μα τους απάτριδες και άθεους δεν τους νοιάζει τίποτε μόνο να κατεδαφίσουν ότι υπάρχει. Να μην υπάρχει ΕΛΛΑΔΑ…
Τι να υπάρχει, πολύχρωμα σημαιάκια πορνων και διεφθαρμένων, και απαγόρευση των παρελάσεων των μαθητών του στρατού,,, όμως επιτρέπουμε τις παρελάσεις των
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Κάθε μέρα και χειρότερα

Το κάθε πέρσυ και καλύτερα έχει ξεπερασθεί.
Τώρα ισχύει το κάθε χθές και καλύτερα αφού η ζωή μας χειροτερεύει με ταχύτητα πυραύλου.
Κάθε μέρα στην πατρίδα μας που δεν μπορεί ούτε ψωμί να προσφέρει στους ΄Έλληνες που άνεργοι δυστυχώς πεινούν, ούτε γάλα πολλοί δεν έχουν για τα μωρά τους, ούτε ζέστη ούτε ούτε …
Στη χώρα μας λοιπόν κάθε μέρα έρχονται λαθρομετανάστες. Έρχονται και λίγοι πρόσφυγες.
Η Ε.Ε κάνει πως δεν ακούει και δεν βλέπει.
Οι Έλληνες είναι σε κατάσταση μελαγχολίας που δεν έχει <<εξήγηση.>>
Αντί να ξεσηκωθούμε μοιρολογάμε την τύχη μας, ενώ τα νιάτα πετούν για άλλες πατρίδες.
Φεύγουν τα δικά μας νιάτα και στη θέση τους έρχονται οι λαθρομετανάστες που πολλοί είναι γέροι, άρρωστοι και βασανισμένοι.
Ποια χώρα μπορεί να τους περιθάλψει;
Η Ελλάδα μας.
Με ποιους πόρους;
Η καταχρεωμένη μας πατρίδα δεν έχει το ψωμί των παιδιών της που πολλά πεθαίνουν αβοήθητα στα πεζοδόμεια των σκοτεινών δρόμων των βρώμικων πόλεών μας.
Αυτούς της Ε.Ε στην οποία συμμετέχουμε με 30% και που τα χρήματα τα παίρνουν οι ΜΚΟ γερμανικές γαλικές εβρα’ι’κές κλπ κλπ κλπ δεν τους νοιάζει τίποτε. Σφυρίζουν αδιάφορα, καταπίνοντας την περιουσία των Ελλήνων και της Ελλάδας μας..
Μέσα λοιπόν στον πόνο και στην καταστροφή εμείς πίνουμε το καφεδάκ μας και φιλολογούμε.
Είναι και κείνα τα ραδιόφωνα που αντί για ειδήσεις μας πασάρουν κουτσομπολιά και αντί για πατρίδα από το πρωί ως το βράδυ ξένη μουσική.
Τα δικά μας πολυφωνικά τραγούδια, τα υπέροχα ακριτικά, κρηρικά, ποντιακά, είναι μόνο για το Καλοκαίρι σε κάποια θέατρα. Έτσι για να κάνουμε κάποια πανηγύρια χωρίς πολιτισμό.
Και μεις, όσοι πιάνουμε την πένα, ξεχνάμε πως πατρίδα είναι πολλά πράγματα.
Η γλώσσα μας, τα ήθη και τα έθιμά μας, η θρησκεία μας.
Ξεχνάμε ή κάνουμε πως ξεχνάμε; Μήπως εθελοτυφλούμε στο Ωχαδελφικό κίνημα των απάτριδων;
Οι νέοι μας ξέχασαν και το αλφάβητο γράφουν με λατινικούς χαρακτήρες.Δεν πάνε στην Εκκλσία. Δεν επισκέπτονται τα Μουσεία μας. Δεν γνωρίζουν την Ελλάδα μας. Έτσι χάνεται η πατρίδα μας,στις ρωγμές της αμνησίας των καιρών.
Ας ξυπνήσουμε από τον λήθαργο αν θέλουμε να ζήσει η Ελλάδα μας. Αυτή που πριν λίγα χρόνια, πότισαν με το αίμα τους οι πατεράδες μας, με το χαμόγελο στα χείλη. Εκεί η Πίνδος μάρτυρας στέκει, στα άταφα κόκκαλα ηρώων γονιών μας παππούδων και προσπαππούδων..
Ας θυμηθούμε τα λόγια του ποιητή.
Και αν είναι να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
Θεία ειν η δάφνη μια φορά κανείς πεθαίνει.

Βρε που πάμεεεεε

Καταστροφή στη Σαμοθράκη. Ευτυχώς δεν είχαμε θανάτους. Οι Έλληνες είναι μαθημένοι από τούτα.
Τα εργοστάσια κλείνουν.
Οι επενδύσεις πάνε στο εξωτερικό.
Θα τους έλεγα καλό ταξείδι, όμως αυτόν τον καιρό έχουμε δυσκολίες οικονομικές.
Πάμε στον πάτο στην παραγωγή.
Όλα πάνε κατά ανέμου. Μόνο τα ΣΥΡΙΖΑΚΙΑ ζουν ευτυχισμένα ως σύμβουλοι υπουργών και βοηθών υπουργών καθώς και στελέχη στο Δημόσιο. Με τι γνώσεις….. Μα με πλαστό πτυχίο από κάποιο ΤΕΙ
Και να ήταν μόνο αυτά;
Καταστροφή περιβάλλοντος; Και;
Εδώ έχουμε ευτυχισμένους μετανάστες.
Πως έρχονται;
Με κότερα με τι θες να έρχονται.
Σας μαύρισα την ψυχή!
Συγνώμη αλλά αυτή είναι σήμερα η πατρίδα μας.
Ποια χαρά έχουμε;
Δεν τα ξέρετε τα νέα;;;;
Βγάλαμε τους φονιάδες, τους παιδεραστές, τους εμπόρους ναρκωτικών από τις φυλακές.
Ποιους αφήσαμε μέσα;
Αυτούς που δεν πληρώνουν τους φόρους.
Αν τιμωρήθηκε ο αδελφός του πρωθυπουργού για τις πλαστογραφίες, χα χα χα,,,
ΟΧΙ σιγά για μια πλαστιογραφθιούλα κάνετε έτσι;

Εγώ ο πρόεδρος και κάτι άλλα σιάφαρα

Αγαθός είναι ο Γιώρης. Έχει τις γιδούλες του την κυρά του μια γυναίκα μεγαλύτερη αλλά δυνατή που κρατάει το σπίτι στις πλάτες της;. Σε μικρό χωριό της Παραμυθιάς ζούσαν και πορεύονταν όπως όλος ο κόσμος μια χορτάτος μια νηστικός.
Στην πόλη της Παραμυθιάς αν και ήταν κοντά δεν πάγαινε. Εκεί χωρίς λεφτά δεν κουνιέσαι ντιπ.
Στο χωριό κάθεσαι στο μεσοχώρι, έρχονται και οι άλλοι και στήνουν την κουβέντα μέχρι να σουρουπώσει να πάνε για φα’ι’ και ύπνο.
Πήγαινε όμως σαν ήθελε κανένα εργαλείο γερό γύφτικο. Τουες καλύτερους σιδεράδες είχε η Παραμυθιά. Ότι μανταλοί΄δι ήθελες σου το έσιαχναν.
Μια μέρα πλησίαζε κι ο Λάμποβος καληώρα, και αποφάσισε να πάει για ψώνια.
Κόκκινη κλωστή καινούριο κασάρι. Μπλε κλωστή φαρίνα για καμιά πίτα. Κίτρινη κλωστή σπόρια για το περβόλι τα δικά τους τα έφαγε ο κόπιτσας κακό χρόνο να έχει. Την ουρά τση αλπούς στο ντροβά να πάει στην Αστυνομία να πάρει το χάρισμα. Κάθε που έπιαναν τα δόκανά του αλπού χαρές στο σπίτι. Θα τους έφερνε και μισή οκά λουκούμια από τα καλά με τσίγαλο.
Έβαλε λίγα τα λεφτά στην τσέπη και πέντε φορές είπε στη γυναίκα του τι θα της φέρει κοιτώντας τις κλωστές.
Περνάει από την Αστυνομία πρώτα να δώσει την ουρά να πάρει το ρεγάλο.
Μετά ντουγρού για τον σιδερά. Κουλάντρισε και τα άλλα, άφησε το σακκούλι σε ένα μαγαζί και πάει για βόλτα.
Δεν πήγαινε ποτέ κάτω στο πηγάδι. Τι να δει εκεί. Εκεί κάτι δόλιες πούλαγαν λάχανα τυρί αυγά να πάρουν όπως και κείνος τα χρειούμενα.
Και τα πιο χρειαζούμενα ήταν το αλάτι, τα σπίρτα, το πετρόλαδο, οι κλωστές κλπ…
Άρχισε να γυρίζει και να χαζεύει. Κόσμος πολύς. Σε λίγες μέρες θα είχε η Παραμυθιά Λάμποβο. Αυτός στο Λάμποβο δεν έρχουνταν. Ποτές δεν είχε έρθει. Το Λάμποβο σε γελάν για να σου πάρουν τον παρά σου.
Το τι παρά είχε ο κόσμος τότε, άσε μαύρα μου χάλια. Χειρότερα από σήμερα….
Σε μια στιγμή ακούει το όνομά του.
Γιώρ΄ βάρα δώθε στο καφενείο κερνάω ούζο.
Ήταν ο πρόεδρος του χωριού τους.
Βάρεσε κατά το καφενείο < βαράω το δρόμο =περπατάω τον δρόμο τώρα γιατί βαράνε το δρόμο τι να σας πω>.
Εκεί σε λίγο ήρθαν και κάτι γνωστοί του προέδρου, παραμυθιώτες.
Είπαν πολλά, έμασε η μέρα και αφού χαιρετίσθηκαν πήγαν να πάρουν τα σακκούλια τους και για τα χωριά τους.
Σήμερα ο Γιώρς ήταν περήφανος. Έκατσε με τον πρόεδρο στον καφενέ και του μίλησε για όλα, ως και για τις νέες εκλογές.
Ο Γιώρς τάχασε, τόσο πολύ τον υπολόγιζε ο πρόεδρος, πολύ, του τόπε χωρίς τις δικές σου ψήφους, βγαίνει ο Τάσσης που δεν είναι και σόι σου.
Τούδωκε το λόγο. Χρόνια τον ψηφίζουν στο σπίτι του όλοι. Γιατί να αλλάξουν;.
Μόλις φτάνει στον χωριό αφήνει τα πράγματα στο σπίτι και μπρος για τον καφενέ.
Είχε να πει για τα ψώνια, για τον καραγκιώζη που ήταν στο πάνω καφενείο του Καρκαμισιού, για όλα.
Μαζώχκαν όλοι γύρω του και τον ρώταγαν τι ψώνισε, αν είχε κόσμο η Παραμυθιά, αν του έδωσαν τα λεφτά στην αστυνομία για την ουρά της αλεπούς. Για τα λουκούμια και το πλαστάρι που έφερε δεν είπε τίποτε.Αυτοί ήταν ικανοί να περάσουν απ΄το σπίτι να θέλουν λουκούμι και πλαστάρι. Του τόπε η Γιώραινα. Μη πεις για τούτα θα έρθουννα μας τα φαν. Και για τούτα δεν είπε ούτε λέξη.
Τα άλλα, τα είπε όλα καταλεξής.
Μετά στάθκε σοβαρός και πήρε ύφος βαρύ.
Ο καφετζής κατάλαβε ώρα για το πείραγμα.
-Δε μου λες Γιώρ΄ποιον είδες στην Παραμυθιά, ποιους αντάμωσες. Έκατσες σε καφενέ;
Βομβαρδισμός ερωτήσεων.
-Έκατσα στον καφενέ και πήρα ένα ρακί αψύ αδερφάκι μου.
-Ποιος ήταν στην παρέα σου, ρωτάει περίεργα ο καφετζής;.
Και ο Γιώρς σοβαρά σοβαρά.
Εγώ, ο πρόεδρος, και πέντε έξη σιάφαρα. <σιάφαρα= σκουπίδια,>
Βέβαια ο πρόεδρος είχε μιλήσει για την συνάντηση.
Τα σιάφαρα ήταν γνωστοί έμποροι από την Παραμυθιά και η κουβέντα τους για τις εκλογές.
Από τότε η φράση λέγεται συχνά σαν παραλογισμός.
Εγώ ο πρόεδρος και κάτι άλλα σιάφαρα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Ο ΓΑΜΟΣ

Δυο υπέροχα νέα παιδιά, με αγάπη για τον τόπο, τη φύση και την ζωή, ένωσαν τις ζωές τους με τα δεσμά του γάμου.
Ο Ηλίας Ευθυμίου και η Αικατερίνη Τσαγκαροπούλου.
Διάλλεξαν να παντρευτούν σε ένα χωριό παλιό τη Λαμπανίτσα ή Ελαταριά.
Μέσα στα έλατα σε ένα μικρό εκκλησάκι που δίπλα του ένας σύλλογος έκανε ένα σεμνό στέγαστρο, κι ας ήταν οι καρυδιές και τα έλατα οι πιο καλές ομπρέλες.
Σεμνή η τελετή, τα παιδιά μας απλά καλοβαλμένα και με λίγο άγχος.
Μέρες έτρεχαν να είναι όλα τέλεια.
Από τα δικά τους χέρια πέρασαν όλα.
Σεμνή η τελετή του γάμου τα νιάτα έλαμπαν κουμπάροι, αδέλφια, γονείς και οι συγγενείς χαμογελούσαν και εύχονταν να ζήσουν να γεράσουν.
Λίγες στάλαγματιές βροχής δεν χάλασε το κέφι.
Πριν ανοίξουν οι ομπρέλες έλαμψε ο ουρανός και τα φρεσκοδροσισμένα έλατα μοσκομύριζαν.
Και κει μέσα στα έλατα με την τσίκνα του ψητών της σούβλας, των κοκκορετσιών, και των μεζέδων όλα τοπικά από ανθρώπους του χωριού έγινε γλέντι τρικούβερτο, με το κρασί τις μπύρες και τα αναψυκτικά να δροσίζουν τους καλεσμένους…
Τα παιδιά μπήκαν στο χορό με τους κουμπάρους και πίσω οι γονείς και τα αδέλφια.
Ο τραγουδιστής Μιχάλης Μιχόπουλος και η ομάδα του, ήταν μια πανδαισία μια υπέροχη μουσική χωρίς τα τέρατα της τεχνολογίας.
Η δυνατή καθαρή και μελωδική φωνή του Μιχάλη ήταν υπέροχη. Αντιλαλούσαν τα βουνά. βουβάθηκαν τα πουλιά, ήθελαν κι εκείνα να ακούσουν.
Δεν τους έφυγε νότα, ούτε στα ηπειρώτικα, ούτε στα ναξιώτικα, ούτε στα κερκυρα’ι’κα.
Και ενώ το γλέντι καλά κρατούσε τα τραπέζια ασταμάτητα γέμιζαν ψητό, κοκκορέτσι,σαλάτες, τυριά, μεζέδες και το κρασί το τσίπουρο,οι μπύρες κι τα αναψυκτικά έδιναν και κείνα το κέφι.
Πολύς ο κόσμος κι ας θύμωσαν μερικοί, που δεν έγινε ο γάμος στο χωριό μας.
Οι ίδιοι άνθρωποι τώρα λέγανε. Βρε τι ωραίος γάμος και τι τοποθεσία, δεν είχαμε δει τόσο ωραίο μέρος.
Στα παιδιά μας τον Ηλία και την Κατερίνα που είναι συλλέκτες μανηταριών και γνωρίζουν καλά τον τόπο και την μάνα γη, εύχομαι από καρδιάς να ζήσουν ευτυχισμένα.
Στη γιαγιά Αφροδίτη που με λεβεντιά χόρεψε τη βασιλαρχόντισσα να είναι γερή να χορέψει και στα βαφτίσια.
Στον κύριο Δημήτρη Κόκκινο να χαρεί και στα παιδιά του. Λεβέντης και λεβέντικος ο χορός.
Στις ωραίες κερκυραίες και ναξιώτισσες που με χάρη έδιναν μαθήματα χορού, πάντα σε χαρές.
Στους γονείς να τους ζήσουν ευτυχισμένα.
Να ζήσετε παιδιά μου, να γεράσετε και να δώσετε την ευκαιρία στο νούνο σας και τη νουνά σας, τους λεβέντες, να βαφτίσουν, πέντε γυιους και μια μηλιά.
Οι νονοί κέρασαν παραδοσιακές δίπλες σε περιτύλιγμα διάφανο,και τούρτες.
Οι μπομπονιέρες ήταν πολύ όμορφες στολισμένες με ένα φυσικό κουκουνάρι πεύκου.
Τα παιδιά έλαμπαν μέσα σε απλά ρούχα μοναδικής ομορφιάς όπως τα παιδιά μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Το νυφικό

Σας έχει τύχει να γνωρίζετε έναν άνθρωπο από οταν γεννηθήκατε και μετά;
Να τον γνωρίζετε καλά και να βρήσκεστε με την απορία. Άλλον άνθρωπο να γνωρίζετε για δέκα πέντε χρόνια και άλλον στα υπόλλοιπα χρόνια της ζωής σου που μετράν έξη δεκαετίες.
Μπορεί ένας άνθρωπος να χάσει τη σπιρταδα του, την χάρη του, και να γίνει κάποιος άλλος;
Σε μένα έτυχε τούτο το περίεργο.
Βέβαια ήμουν παιδί και πολλές φορές έλεγα εν μπορεί έτσι να ήταν πάντα, δεν μπορεί να έγινε μετά τα είκοσι πέντε χρόνια της.
Την αγαπούσα πολύ.Την αγαπώ πολύ.
Ήταν όμορφη σαν άγγελος αναγεννησιακός πάνω σε ουράνιο θόλο εκκλησίας.
Και μετά!.. η έξυπνη καλομαθημένη κοπέλα με τα χιλιάδες ενδιαφέροντα, έγινε μια κυρούλα.
Μια κυρούλα όχι από αυτές που το βλέμμα τους, είναι δρεπάνι, που θερίζει τις αγωνίες της ζωής της, αλλά δρεπάνι που βάζει τα όρια στα στάχυα της οργής από τα στάχυα της γαλήνης.
Πέρασε κι αν δεν πέρασε στη ζωή της.
Ούτε οργή, ούτε θέλω άκουγες από το στόμα της.
Πριν χαράξει ο Θεός τη μέρα, άρχιζε τις δουλειές της. Και μετά καθισμένη στο σαλονάκι της, στο καθιστικό της ή στην κουζίνα και αν ο καιρός το επέτρεπε στα σκαλοπάτια του σπιτιού της, παρέα για καφέ.
Και μαζί θα τους έβγαζε και γλυκό του κουταλιού.
Και μετά η κάθε μια άκουγε τα μελλούμενα που ήταν γραμμένα στο κουπάκι του καφέ.
Τη θυμάμαι κομψή, δυνατή να δείχνει πάνω στο μεγάλο τραπέζι την τέχνη της.
Πολλά κορίτσια βγήκαν από τα χέρια της. Όλες έμαθαν εκτός από τέχνη καλούς τρόπους, ευγένεια και αυτό το κλικ που κάνει τον άνθρωπο ξεχωριστό.
Θα τη δούμε ανύπαντρη να ράβει με όλες τις μαθήτριες της γύρω, το νυφικό της αδελφής της.
Πολλά νυφικά είχε ράψει μα τούτο έπρεπε να είναι το καλύτερο.
Το ύφασμα ακριβό μεταξωτό και ένα κομμάτι γνήσια νταντέλα γκιπούρ.
Το φόρεμα θα ήταν σε τρία κομμάτια. Το πάνω με μετάξι και νταντέλα, με καρδιόσχημο ντεκολντε.. Η πρώτη φούστα σε ίσια γραμμή σε κανονικό μήκος σανέλ. Πάνω από αυτή τη φούστα, μια μεγάλη αέρινη φούστα, χωρίς φόδρα που θα έδειχνε το μεγαλείο της νύφης.
Αυτό μετά τον γάμο θα ήταν η εσάρπα που θα συνόδευε στις βραδυνές εξόδους τη νύφη και θα στόλιζε πολλά φορέματα. Μια σάρπα μια ετόλ μπορεί χρόνια να είναι βασικό αξεσουάρ μιας κυρίας. Και θα ήταν μια ωραία κυρία όταν θα στέκουνταν δίπλα στον άνδρα της σε κάθε έξοδό τους….
Με κάποιες αλλαγές το φόρεσαν κι άλλες κοπέλες.
Και είχε τόσο κέφι που και στο μικρό κουκλί ( εγώ ήμουν αυτό στα οκτώ μου χρόνια ) όπως το έλεγαν έραψε ένα υπέροχο φόρεμα λευκό για παρανυφάκι. Και ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα. Ένα τσαντάκι πουγκί πανέμορφο.
Ύστερα από χρόνια παντρεύτηκε και κείνη και έγινε η κυρούλα της αυλής.
Έπλεχε, μαγείρευε, είχε ένα σπίτι που έλαμπε και στα χέρια της το βελονάκι έκανε προικιά για τα παιδιά της.
Προσπαθούσα να την ξυπνήσω.
Τίποτε.
Δεν μπορούσα να δεχθώ πως άλλαξε τόσο, πως έγινε άλλος άνθρωπος.
Έραψε πριν παντρευτεί και το δικό της νυφικό. Υπέροχο σε στυλ σανέλ χωρίς υπερβολικές σούρες η κλος.
Κάπου κάπου το βλέμμα της ζωήρευε μα ήταν μόνο μια αναλαμπη.
Εκεί στη γειτονιά όλες λες και είχαν πάθει κάτι σαν μάγια. Τα μάγια της αδιαφορίας, της λεξιπλασίας του κουτσομπολιού.
Όχι δεν ήταν κάτι κακό. Μόνες τους τα μολόγαγαν και ύστερα έλεγαν. Μωρέ γυναικούλες μου μην τα πείτε παραπέρα.
Που παραπέρα; Όλος ο κόσμος τους, ήταν αυτός.
Δεν έννοιωθαν πλήξη. Ακόμα και το καθημερινό φαγητό γινόταν αιτία μακράς συζήτησης.
Μα σήμερα μιλούν για το νυφικό.
Άντε μωρή να θυμηθείς να ράψεις το νυφικό της εγγονής μου δεν θέλει να νοικιάσει. Το θέλει δικό της. Δεν θέλει νάυλον μα μεταξωτό κινέζικό, αληθινό….
Χαμογέλασε και είπε. Ξέρετε πόσα χρόνια έχω να ράψω;
-Πολλά.
-Αν δεν έρχονταν ν< ραφτεί η αδελφή μου θα είχα ξεχάσει πως γαζώνει η μηχανή. Οι μηχανές συπλήρωσε. Στακάτε ρε σεις και θα σας φέρω κάτι. Την περίμεναν. Πάλι κανένα γλυκό θα φέρει λόγιασαν. Δεν έφερε γλυκό, μα τυλιγμένο μέσα σε βαμβακερή σακκούλα έφερε το νυφικό της. Δεν στο δίνω γιατί δεν είναι πια καλό. Η τσούπρα είναι ψηλή και λιγερή. Θέλω απλά να πω, πως ένα καλό νυφικό από καλό ύφασμα δεν κοστίζει πάνω από 600-800 ευρώ μαζί με τη μοδίστρα. Ξέρετε πόσο νοικιάζονται αυτά της μιας μέρας πάνω από 1.000. ευρώ. Ξέρετε πόσες νύφες το φόρεσαν μετά; Πολλές. Ελπίζω σε όλες να έφερε τύχη.Αν δεν σηκώσεις το σαμάρι δεν βλέπεις της πληγές του αλόγου,μουρμούρισε. Γύρισε σε μένα και μου ψιθύρισε. Εγώ θα το φόρεγα με άλλη χαρά αν δεν με ανάγκαζαν να μείνω εδώ. Λες, να μην χτύπησε η καρδιά μου. Χτύπησε. Μα δεν μπορούσσα να τον παντρευτώ κι ας ήταν καλύτερος όπως και όλοι όσοι με ζήτησαν και ήταν καλύτεροι μα θα με έπαιρναν από εδώ.... Αυτό για να μείνω να γεροκομήσω τους γονείς μου. Η μάνα μου με εκβίαζε πως αν φύγω από την πόλη θα πέσει από το γκρεμό. Κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα μα χτύπησε. Δεν μίλησα. Τρεις μέρες έκανα να κοιμηθώ. Θεέ μου. Θεέ μου. Τώρα μπορώ να καταλάβω την γυναίκα που είναι. Την κυρούλα. Αν σκέπτονταν θα έπρεπε να τρελαθεί ή να φύγει. Και δεν είχε μέσα της την επανάσταση. Συμβιβάστηκε. Πάνω από όλα συμβοβάστηκε με τον εαυτό της. Και συμβιβάστηκε χάνοντας τον χαρακτήρα της, την αβρότητά της,τον αέρα της αρχόντισσας. Τον αληθινό εαυτό της. Έγινε η κυρούλα της γειτονιάς. Είναι καλή και αξιοπρεπής, όμως δεν είναι ο εαυτός της. Την πήρε από κάτω η ζωή. Και δεν είχε καιρό για επαναστάσεις. Και τώρα σε ποιον να επαναστατήσει; Εκείνοι που έφταιγαν δεν είναι εδώ. Κι αν ήταν θα άλλαζαν τα πράγματα;;; Δεν ξέρω. Κάθε μέρα βρήσκω ποιοι οδήγησαν σωστά τα βήματά μου. Εμένα η ζωή μου χαρίσθηκε. Κυρά μου, σ΄αγαπώ πολύ. Και σε θαυμάζω απεριόριστα. Ξέρεις,, δεν ξέρω αν εγώ μπορούσα,,,να βάλω στην ζωή μου τόσο αυστηρούς κανόνες.Να απαρνηθώ τον εαυτό μου.....Δεν ξέρω... Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Απόψεις

Πρώτα μας μίλησαν για τα πετρέλαια, Για το χρυσό για για για…
Τούτα τα καλούδια οι άνθρωποι στα χωριά μας τα γνώριζαν.
Τα γνώριζαν μα δεν κάτεχαν τον τρόπο να τα βγάλουν από τη μαύρη γης και να ξεγνοιάσουν και να καλοσυνέψουν τη μαύρη τους ζωή.
Έτσι από τα αρχαία χρόνια με καράβια ή με άλογα και κάρα περπατούσαν κι όπου έβρησκα μια μικρή γωνιά που θα μπορούσαν να κάνουν τα χωριό τους το έστηναν με λάσπη άχερα, και καλάμια ή ξύλα από γύρω.
Ζούσαν λιτά και χαίρονταν τη ζωή με τα παιδιά τους και τος παρέες τους.
Ύστερα πήγαν εργάτες, δεν έκαναν δικές τους πόλεις, μπήκαν στον τρόπο του τόπου που τους φιλοξενούσε.
Τώρα ο τόπος τους έχει πετρέλαιο.
Χρόνια τα ξέρουν αυτά.
Για να τα πάρουν τζάμπα χρειάζονταν να βρεθεί η Ελλάδα μας στα τάρταρα της οικονομικής δυστυχίας της πείνας του λαού της στις αυτοκτονίες.
Και ήρθαν οι βάρβαροι με τα καθρεφτάκια.
-Θα πάρουμε τα πετρέλαια αλλά θα σας δώσουμε;;;;
-Μα αυτά δεν φτάνουν ούτε για καφέ.
-Ε και; Ζήσε με λάχανα και καφέ.
-Που να βάλω λάχανα αφού θα βρωμάν πετρέλαιο.
-Κόψτε το λαιμό σας.
Μερικοί αυτοί ήταν πάντα στα κόλπα, κοίταξαν τον ουρανό και είπαν δόξα Σοι Κύριε κι ας μην πίστευαν, θα ζήσουμε άρχοντες. Δεν άκουσαν το κόψτε το λαιμό σας.
-Μα δεν θα ζήσουν άρχοντες;;;;
-Πως γίνεται αφού θα έχουμε πετρέλαιο;
-Ξέρετε γιατί πεινάν στην Βενεζουέλα;
Το ξέρουμε, αλλά, εκεί είναι Νότια Αμερική.
Και δω τι είναι, γουρούνια δεν μας λένε;;;
Βρέθηκαν έλληνες προδότες που τα πούλησαν για 130.000.000 δολάρια το χρόνο τα πετρέλαια του Ιονίου και της Ηπείρου;. Το ποσό αυτό είναι ελάχιστο μπροστά σε κείνο που εισπράτουν από τους φόρους στην κτηνοτροφεία στην γεωργία στον τουρισμό.
Θα καταστρέψουν τη χώρα μας, χωρίς να πάρουμε αντάλλαγμα όπως οι αραβικές χώρες.
Δεν χορταίνουν οι οχτροί μας. Αυτοί τα θέλουν όλα και μας γονατισμένους να παρακαλάμε για ένα πιάτο φακές.
Εμείς θα τους αφήσουμε;
Η γη μας ανήκει θα τη δώσουμε για ένα τρύπιο Ευρώ;
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

ΚΡΑΤΟΣ ΑΔΙΚΙΑΣ

Ο Τσακαλώτος, ο υπουργός μας των οικονομικών έκανε νόμο με υπόδειξη των δανειστών και του ΔΝΤ που λέει ποιος θα πληρώσει για τον Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ. Καλά καταλάβατε, ναι ο υπουργός των οικονομικών ο Τσακαλώτος τον έκανε τον νόμο να μην μας πάθει τίποτε ο Γεωργίου είναι πάνω από όλους τους ΄Έλληνες.