Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Αγαπητοί φίλοι Ηπειρώτες και όλοι οι Έλληνες όπου γης.
Στον τόπο μας σήμερα συντελούνται πολλά και φοβερά εγκλήματα.
Πρώτο και μεγαλύτερο η προς τα μνημόνια στροφή της Ελλάδας λόγο χρέους. Δεν οδηγήθηκε η Γερμανία σε μνημόνια που μας χρωστάει το αναγκαστικό δάνειο.΄΄ Αποζημειώσεις, αποκαταστάσεις, αρχαία, εκκλησιαστικά αντικείμενα,” Αν η Γερμανία πλήρωνε το δάνειό της η Ελλάδα δεν θα χρειάζονταν μνημόνια.
Πάει αυτό το φάγαμε εμείς. Αυτοί χλαμπανιάζουν…
Αυτοί φάγανε τα λεφτά από τους τόκους που μας βάζουν καπέλο στα δάνεια που δεν θα είχαμε.
Τωρα υπάρχει μεγαλύτερη καταστροφή.
Οι εχθροί μας θα πάρουν όλο τον υπόγειο πλούτο και να αφήσουν στην Ήπειρο τα σκουπίδια τους.
Κανένας λαός στις χώρες που έχει πετρέλαιο δεν είναι πλούσιος.Ο λαός σε αυτές τις χώρες πεινάει.
Οι λαοί στις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες, είναι σε κατάσταση μεγάλης φτώχειας ενώ οι εταιρείες έχουν δις.
Αν δεν αντιδράσουμε όλοι μαζί, αν δεν τους διώξουμε, θα είμαστε άξιοι της τύχης μας.
Μας φτάνει ο τουρισμός, η γεωργία η κτηνοτροφία να ζήσουμε πολλές χιλιάδες κάτοικοι.
Πάντως ο περιφερειάρχης,,, ελάχιστος,,, δεν φαίνεται πουθενά.
Όσο για την εταιρεία που τα πήρε τα πετρέλαια ,,,,. Για το πως πως τα πήρε τα πετρέλαια μούγκα. Αυτός δεν είναι περιφερειάεχης αλλά τι να πω.
Όσο άσχετος και να είναι δεν θα έβγαζε μια μικρή αντίρρηση;;;
Αυτά θα τα ξαναπούμε.

ΟΧΙ ή ΝΑΙ

Ο Μεταξάς είπε Ναι ή ΟΧΙ;
Μας έχουν ζαλίσει με το ΟΧΙ το είπε ο λαός.
Αν ο Μεταξάς είχε πει ΝΑΙ,, ο στρατός δεν θα είχε δουλειά,, θα ήταν στα γραφεία…και στα γραφεία θα είχαν γίνει απλά συμβόλαια.
Γιατί;
Η επίδοση του τελεσίγραφου δόθηκε στο Μεταξά.
Και ο Μεταξάς απάντησε.
Λένε είπε.
Τότε πόλεμος….δεν είπε περάστε… είπε πόλεμος.ΟΧΙ είπε.
Αυτό το τότε πόλεμος, αν δεν είναι ΟΧΙ, τι είναι ΝΑΙ γιατί στο μήνυμα του Γράτση, ήταν θέλουμε δρόμους να περάσομε..
Γιατί αλήθεια ενοχλεί που το ΟΧΙ το είπε ένας δικτάτορας;
Τι ήταν αυτός ο δικτάτορας; Ήταν ένας στρατιωτικός που πολέμησε σε όλη του τη ζωή…
Δεν ήταν πολιτικός, και οι πολιτικοί, όταν δεν μπορούσαν να τα βρουν του έδωσαν την εξουσία. Να μην ξεχνάμε.
Αυτός ο δικτάτορας δεν πήρε την εξουσία με τα όπλα, του την ΈΔΩΣΑΝ
Νέοι και νέες μου καιρός να μάθαιτε την εξουσία και την Κυβέρνηση της Ελλάδος την έδωσαν στο Μεταξά οι πολιτικοί της ΕΠΟΧΗΣ το 1936. Μετά την κράτησε.
Ο Μεταξάς δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι είχε κουμουνιστές δίπλα του, όπως τον Δημητράκο που έκανε το ΙΚΑ.
Πρέπει να θυμώμαστε ότι τα ΟΧΥΡΑ Μεταξά άντεξαν, της Γαλλίας ΟΧΙ.
Ακόμη δεν μπορούμε να πάψουμε να μιλάμε χωρίς να γνωρίζουμε την ιστορία μας.
Το 1917 οι Ιταλοί κατέλαβαν την Θεσπρωτία.
Να μην ξεχνάμε η Β Ελλάδα ελευθερώθηκε μόλις το 1913.
Μόλις 27 χρόνια είχε ελεύθερη η Ελλάδα μας. Και οι εχθροί ονειρεύονταν.
Η Βουλγαρία ποθούσε τη Μακεδονία.
Η Ιταλία την Ήπειρο.
Η Άγγλία ήθελε, τα νησιά, την Αττική και την Πελοπόννησο.
Η Ελλάδα μας είναι κράτος ανάδελφον. Το είπε ο Σαρτζετάκης και είχε δίκιο.
Ο πατέρας μου δικάσθηκε γιατί δεν έκανε την ΕΟΝ ήταν βενζελικός, όπως και όλη του η οικογένεια.
Αυτά τα έλεγε ένας άνθρωπος που δεν ήταν του καθεστώτος. Πάντα ήταν εναντίον του όποιου καθεστώτος που δεν ήταν δημοκρατικά εκλεγμένο.
Εδώ μιλάμε για τον πόλεμο που μας κήρυξε η Ιταλία.Για το ΟΧΙ που είπε ο Μεταξάς…
Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, μετά την ήττα των Ιταλών και την επίθεση των γερμανών και μάλιστα με δρόμους που έδωσαν οι βουλγαροι τα πράγματα άλλαξαν.
Σήμερα θα γιορτάσουμε όλοι το ΟΧΙ.

Ψάχνω τη ζωή

Ζωή σε ψάχνω στα λιβάδια,
στου ουρανού τη ομορφιά.
Ζωή σε ψάχνω στο ποτάμι,
σε θάλασσα και σε στεριά.
Μου λεν πως είσαι στο κοχύλι,
που βρήκα στην ακρογυαλιά.
Μου λεν πως είσαι στο λουλούδι,
που βρήκα σε μια ερημιά.
Μπορεί ζωή παντού να είσαι,
μα γω σε θέλω στην καρδιά.
Τικ τάκ να λέει καλημέρα,
τικ τακ σε όνειρα γλυκά.
Μες σε κλουβί χρυσό δεν είσαι.
Μες σε παλάτια αστραφτερά.
Εγώ σε βρήκα στα λιθάρια,
πούχουν τα άγρια βουνά.
Και σε κρατώ ζωή μαζί μου,
πάνω στο στήθος στην καρδιά.
Ζωή, μου λεν να σε κρατήσω,
σε μια αλυσίδα με Σταυρό.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Αγαπημένα μου χωριά

Μικρή ήμουν πολύ μικρή τριών η τεσσάρων χρονών.
Έπαιζα με κάτι πετρούλες στην αυλή κάποιου σπιτιού. Δεν ξέρω που ήταν, οι γονείς μου δεν ζουν για να μου πουν.
Σαν ρωτούσα τη μάνα μου, μου έλεγε.
-Τι θυμάται το σκατό,,,, ποιος έχει την όρεξή της…
Μα εγώ είχα όρεξη και να παίξω και να βαρέσω την ξαδέρφη μου, που όλο ήθελε τα πράγματά μου.
Ίσως να ήμουνα σκατόπαιδο.
Ρώτησα και τη ξαδέρφη μου, που ήμασταν στην ίδια ηλικία και ζούσαμε μαζί στα χρόνια τα μικρά μας;
-Ωρή χαζή είσαι; Όπου μας πήγαιναν πηγαίναμε. Δεν ήταν μωρή πόλεμος τότε.
-Ήταν πόλεμος και πάντα ακούγαμαν πυροβολισμούς, όμως εμείς παίζαμε στις ρίπες στα πριγκόρια ή στη μεγάλη πέτρα;
-Άει στο καλό σου Αλεξάνδρα,, τι χαλεύεις. Τι θα αλλάξει στον κόσμο αν θυμηθείς τι κάναμε και που ζούσαμε τον παλιό καιρό.
Θυμάσαι μωρή τι έφαγες πριν ένα χρόνο σαν σήμερα;
-Αυτό δεν έχει σημασία.
-Και έχει σημασία! το που ήμασταν τότες, που δεν καταλαβαίναμε άλλο από το ότι θέλαμε νερό ή ψωμί..
Δίκιο μπορεί να έχεις, μα ψάχνω να βρω το σπίτι που ζούσαμε. Έχω κάτι αναλαμπές. Κάτι έγινε τότε.
Δεν ήταν ούτε το πατρικό στην Παραμυθιά, ούτε το σπίτι στο χωριό, ούτε κανενός μπάρμπα.
-Διάολε,πως ήταν αυτό το σπίτι θυμάσαι;
Μήπως έχεις πάει ποτέ σε χρόνους ύστερους;
-Σε ρώτησα κάτι, θυμάσαι;
-Το μόνο που θυμάμαι, είναι η αυλή με άσπρες πέτρες… ναι, είχε μια μεγάλη αυλή με μια τεράστια κρεββατίνα γεμάτη σταφύλλια.
-Αχού,,, μωρή, υπήρχε τότε σπίτι παλιά, που να μην είχε μια μεγάλη κρεββατίνα- κληματαριά και κανα- δυο πέργκολες για κρασί για ξύδι για τσίπουρο,,, δεν ήταν. Όλες οι αυλές μικρές μεγάλες είχαν κληματαριά.. Άλλο άλλο..
-Είχε μια ωραία άσπρη κατσίκα μαλτέζα που…
-Άσε, όλα τα σπίτια είχαν κατσίκα μαλτέζα, για γάλα για το κατσικάκι του Πάσχα, Των Χριστουγέννων και της Παναγιάς τρία με τέσσερα έκαναν αυτές, γιαυτό όλα τα σπίτι είχαν κατσίκα μαλτέζα…και για λίγο γιαούρτι…
-Είχε μπάσια από δω κι από κει στο τζάκι με κάτι μαυροκόκκινα χράμια από άχερο ή τζάφκες καλαμποκιού.Ένα γιούκο ψηλό σκεπασμένο με κόκκινο και άσπρο σεντόνι…
-Αστραπή και βροντή να σε βαρέσει μωρή ξαδέρφη, ,,είσαι καλά,,,
Αν δεν αποφασίσεις και αρχίσεις να μου λες πως πίσω είχε μια μουριά, πως είχε μια καρυδιά και κότες,άσε δεν θα το βρούμε, ξέρεις, τότε όλα τα σπίτια είχαν όσα λέμε παραπάνω.
Προσπάθησε να θυμηθείς και μη με σκας με τις παραξενιές σου..

Είχε δίκιο, κάπως έτσι ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά που έζησα εγώ. Όλα ήταν χτισμένα στην πλαγιά. είχαν κατώι χωρισμένο στα δυο από τη μια μεριά βάζανε τα ζώα μη τα κλέψουν οι κλέφτες,,, έκλεβαν πολύ τότες… και το άλλο μισό για να βάζουν τα γεννήματα…Καλαμπόκι κρεμμύδια, σκόρδα,ελιές τυρί και γαλοτύρι. Είχε μια πέτρινη σκάλα με πολλά σκαλοπάτια και χαγιάτι με τσίγκένια σκεπή.
-Καλά ψάξε να βρεις βελώνα στα άχερα,,χα χα χα,,
Και τότε προσπάθησα να βρω κάτι άλλο που να ήταν διαφορετικό.

Σας ορκίζομαι δεν είχαν. Μόνο μερικά που ήταν χτισμένα στο ίσιο δεν είχαν κατώι. Αυτά ήταν σαν να είχες τον όροφο. Αντί για κατώι είχαν πέτρινες καλύβες ή βριζοκάλυβα. Πολλές φορές το σπίτι ήταν μικρότερο από τα αχούρια τα πέτρινα που βάζανε τα βόδια, τα άλογα και γα’ι’δουράκια.
Όλα τα σπίτια είχαν πολλά παιδά, όλα τα σπίτια, είχαν μέσα γέρους και γριές.
Τότες στο ίδιο σπίτι ζούσαν γιαγιάδες, παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα…Και έμπαινε τσατμάς για ένα δωμάτιο ακόμη…
Είχαν αργαλειούς και αυλές ασπρισμένες που μοσχομύριζαν οι αλτάνες οι δυόσμοι οι λεβάντες και τα καρυοφύλλια.
Είχαν και τριανταφυλλιές,Μαί΄σιες, και άλλες χρωματιστές, μερτζούσια, ζίνιες και ντάλιες, μικρές και μεγάλες.
Είχαν έναν κήπο με λαχανικά. Απ΄ όλα έβγαζε ο τόπος και στα ψηλά και στα χαμηλά.
Στα παραθύρια είχαν ντενακέδες με βασιλικούς μυρωδάτους. Πολλούς βαριλικούς.
Σε όλα τα σπίτια δίπλα από τη σκάλα έξω,είχαν βουτσελοτόπι, για την βουτσέλα, δίπλα ήταν το γκιούμι οι στάμνες. Μέσα πάνω στο τραπέζι είχαν κανάτες, και χαλκό, για το νερό. Τα ποτήρια και οι κανάτες δεν έβγαιναν από το σπίτι γιατί έσπαγαν. Από το σπίτι έβγαινε η βουτσέλα που τη λέγανε και βαρέλα, το γκιούμι και η μπούκλα που ήταν μικρή, βολική.
Αγαπημένη μου πατρίδα. Είσαι τόσο ξεχωριστή.
Σε όσους τόπους κι αν πέρασα, σε όσους τόπους κι αν έζησα τη δική σου ομορφιά δεν τη βρήκα.Εσύ ήσουν η πιο όμορφη.
-Γιατί; Αυτό το είπε η ξαδέρφη μου…
Δεν της απάντησα, απάντησα στον εαυτό μου…
Γιατί χτύπησα στα βράχια σου. Γιατί μάτωσα το χώμα σου. Γιατί έκανα όνειρα τα βράδια βλέποντας τα άστρα να με προσκαλούν στο παραμύθι της ζωής.Και κάποτε ακούγοντας πότε τον αγέρα να φυσά,πότε το τίκ τάκ της βροχής,τις βροντές και τις αστραπές, που με τρόμαζαν μα δεν μιλούσα, τι σουλιώτισσα θα ήμουν τότε, αν έδειχνα το φόβο μου… Το ψιλόβροχο, τα σύννεφα που κρύβανε τα δάκριά μου,,, πολλές φορές καθώς κοιτούσα τα άστρα, και κείνα,,,ντυμένα μες τα ασημένια τους ρούχα μου, έστελναν δώρα, βραχιόλια, κοσμήματα που κανένας δεν μπορούσε να τα δει.Ήταν δικά μου… Τα άστρα μου, πάντα μου αντιλογιούνταν. Δεν με γέλασαν ποτέ. Πόσες φορές δεν ανταλλάξαμε σκέψεις….Τους χαμογελούσα και κείνα τρεμοπαίζοντας μου έκλειναν το μάτι…Γιατι πολλά πρωινά με ξύπναγαν πουλιά που καλούσαν τα ταίρια τους. Γιατί όπου κι αν πήγαινα άκουγα καλημέρα Τσαντούλα. Δεν θύμωνα με το Τσαντούλα. Γιατί γνώριζα κάθε πετρούλα κάθε δεντράκι. Γιατί ήταν δίπλα μου, όλα ότι αγαπούσα.
Γιατί; Γιατί;
Εκεί με είδα,,όχι στον καθρέφτη της ντουλάπας, μα στο νερό της μπουρίμας που την ήξερα και με ήξερε.Εκεί τάραζα τα νερά της και έβλεπα παράξενο το πρόσωπό μου. Είδα στον καθρέφτη της Μπουρίμας, να αλλάζω από μικρό παιδάκι σε κοπέλα μικροκαμωμένη αλλά κοπέλα, δεσποινίς.
Και άρχιζα να κάνω άλλα όνειρα.
Φαίνεται πως το μπόι δεν παίζει ρόλο στα όνειρα. Αυτά ήταν δικά σου καταδικά σου.
Γιατί!
Για κείνο το πλατσούρισμα ξυπόλυτη στην βρυσοπούλα που με άκουγε κι έκανε βουή να μην με ακούν οι άλλοι. Η βρύση δεν μου μιλούσε, εγώ όμως, έπαιρνα τα μηνύματα που μου έστελνε.Ήμουν αλαφρο’ι’σκιωτη…αυτό έλεγε η μάνα μου… Χαρές εγώ !!Καμάρωνα..
Αλαφρο’ι’σκιωτη, σαν τις νεράιδες του παραμυθιού. Δεν τους έμοιαζά το ξέρω, κι ας μην κοίταζα ποτέ μου τον καθρέφτη. Αυτός, θα έβλεπε μόνο την θωριά μου, μα εγώ ήθελα να ξέρει την ψυχή μου, την καρδιά μου.Όμως την ψυχή μου δεν την έβλεπε κανείς. Μόνο τα αστέρια ή η βροχή, σαν είχα δάκρυα στα μάτια. Τότε δεν τα έβλεπε κανείς έτσι η βροχή γίνονταν ένα με τα δάκριά μου και πλένανε μαζί το πρόσωπό μου την καρδιά μου, την ψυχή μου.
Δεν το βρήκα αυτό το χωριό των τριών μου χρόνων. Βρήκα όλα τα άλλα,ένα- ένα από τη γέννησή μου μέχρι τα δέκα έξη μου χρόνια που έφυγα για την Αθήνα.
Εκεί δεν βρήκα τις κοπέλες που φορούσα μαντήλι που σαν περνούσαν χαμήλωναν τα μάτια τους, που στα είκοσί τους χρόνια είχαν ένα παιδί στην αγκαλιά και ένα στην κοιλιά.
Εκεί βρήκα κορίτσια μοντέρνα που φορούσαν κοντά σορτσάκια και απλά μπουστάκια. Σήμερα δεν διαφέρουν πολύ τα κορίτσια από τα κορίτσια της εποχής εκείνης.

Εκεί άρχισε μια άλλη ζωή.
Και πόσο άγριο μου φαινότανε εκείνο το΄΄ να προσέχεις, εδώ δεν είναι η Παραμυθια΄΄.
Πόσο ήθελα να είμαι στην Παραμυθιά.
Μα αυτό με τη φυγή τελειώνει. Όταν φύγεις από ένα τόπο για πολύ, ξεριζώνεσαι και ριζώνεις εκεί που πας.
Πολλοί θα ζήλευαν τη ζωή μου, γιατί έζησα καλά. Έκανα ότι κάνουν όλοι άνθρωποι, οι τυχεροί. Έκανα οικογένεια με το δημοσιογράφο, λογοτέχνη, ποιητή και χρονογράφο Χρήστο Ι.Θωμά που μεγάλωσε στην Παραμυθιά και στην Παραμυθιά τελείωσε το Γυμνάσιο. με παιδιά και εγγόνια σπουδαία. Μάνα είμαι ότι θέλω λέω.
Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους Δούλεψα, με πολούς και έκανα κάποια από τα ονειρά μου πραγματικότητα.
Όμως εγώ νόμιζα πως δεν είχα γεννηθεί για όλα αυτά.
Ήμουν και είμαι μια χωριατούλα..
Μου ταίριαζε το χωριό, το χώμα, οι πέτρες, ο κήπος.
Αν ήμουν άξια για όλα αυτά;
ΟΧΙ
Για τούτο ο καλός Θεός μου έδωσε να κάνω, ότι μπορούσα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ

Κάθε μέρα που περνάει η πατρίδα μας βουλιάζει όλο πιο βαθειά στης καταστροφής το χάος.
Οι άπατριδες και άθεοι, αυτοί που δεν πήγαν στρατό και που δεν προσευχήθηκαν ποτέ, χωρίς ντροπή καταστρέφουν τη χώρα.
‘Ηρθαν με χίλια ψέματα, διαγραφή χρέους, δικαιοσύνη, κλπ όνειρα.
Τι έκαναν; Στρώθηκαν στο φα’ι’ τακτοποιόντας ανθρώπους που δεν νοιώθουν Έλληνες που δεν υπηρέτησαν την πατρίδα βλέπε τους Καρανίκες. …
Οι συντάξεις πέφτουν. Άλλες συντάξεις δεν βγαίνουν και οι υπό συνταξιοδότηση περιμένουν και χρεώνονται.
Οι λαθρομετανάστες τρων και πίνουν ενώ οι Έλληνες πεινούν.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα παιδιά που σπουδάζουν δεν έχουν βιβλία.
Από την ώρα που βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πληρώνουν τα βιβλία για τους φοιτητές στους εκδότες.
Δήλωση εκδοτών, έχουμε να πληρωθούμε από το 2015.
Έτσι σιγά- σιγά θα κλείσουν τα σχολεία όπως κλείνουν όλες οι υπηρεσίες.
Θαυμάστε τους.
Θαυμάστε όμως και τους φοιτητές ! ! ! που υποτίθεται ότι σπουδάζουν να γίνουν κάτι. Είναι αυτοί που κατάντησαν τις σχολές τους, σαν δημόσια ουρητήρια.
Ακόμη δεν ξέρω αν είναι φοιτητές αυτοί που εύκολα διαπομπεύουν ακόμη και με αφίσες έναν ευπρεπή άνθρωπο που ζητά την ευπρέπεια του πανεπιστημίου.
Κάθε δημόσιος χώρος πληρώνεται από μας τον λαό.
Εσύ φοιτητή που δεν βγάζεις χρήμα αλλά σε πληρώνουμε, εσύ που καταστρέφεις,, δεν πρέπει να τιμωρηθείς με αποβολή; Ακόμη δεν πρέπει να αποκαταστήσεις τη ζημιά έστω αν δεν έχεις χρήματα με προσωπική εργασία;;;
Έχεις δικαίωμα να βρωμίζεις το χώρο νέε μου που για να σπουδάζεις 10 χρόνια σε πληρώνουμε εμείς όλοι οι φορολογούμενοι.
Κύριες και κύριοι, εμείς όλοι οι Έλληνες χαιρόμαστε που σπουδάζετε,θέλουμε τα παιδιά μας να είναι ψηλά.
Εσείς όμως έχετε υποχρέωση να διαβάζετε και να σπουδάζετε και όχι να μπεκρουλιάζετε και να κοπροσκυλιάζετε.
Εσείς είστε το μέλλον τούτου του τόπου.
Εχέτε όμως και υποχρεώσεις και καθήκοντα.
Ο καθηγητής σας που εύκολα τον βρίζετε, δεν είναι φασίστας, είναι αληθινός δάσκαλος. Τι σας είπε ο …φασίστας.. παιδιά…. μην κολλάτε στον φρεσκοβαμμένο τοίχο. Κάντε χώρους μέσα στους οποίους θα βάζετε τις ανακοινώσεις σας.
Αγαπημένα μας παιδιά η ζωή είναι στη μάθηση στη δημιουργία και όχι στην ξάπλα και την τεμπελιά και στο μπεκρούλιασμα…
Ο καθηγητής σας είναι ο άνθρωπος που σας καθοδηγεί και σας περιμένει στα αμφιθέατρα να κάνετε διάλογο για το μάθημα και τη ζωή.
Θα τα ξαναπούμε.

Κάτι δεν πάει καλά στη Ε.Ε και στη χώρα μας

Σε όλη την Ε.Ε οι ηγέτες μα πιο πολύ οι λαοί είναι σε επιφυλακή.
Μέχρι τώρα πολλές επιθέσεις από τον ISIS. Καταστροφές θύματα αθώα. Μέχρι τώρα οι πρόσφυγες μα και οι φτωχοί Ασίας και Αφρικής παίρνουν τον δρόμο της Ε.Ε και μάλιστα σκοπός τους η Γερμανία, να βρουν καλύτερη ζωή.
Η Γερμανία που τους έκλεινε το μάτι ελάτε,,, δεν τους θέλει πια. Αρκετοί ήρθαν. Τέρμα.
Έκανε ότι μπορούσε η Ε.Ε να τους καστρέψει.
Να καταστρέψει όχι μόνο την Ασία και την Αφρική μα και την Ευρώπη. Θυμάστε την Γιουγκοσλαβία έργο της Ε.Ε ήταν.
Και τώρα μέσα στην αλαζονεία τους τρέχουν να τελειώσουν το έργο τους. Την υποταγή όλου του κόσμου.
Έτσι ξύπνησαν τα θεριά. Σε όλα τα κράτη βία και θανατικό από τους φανατικούς.
Μα ο διχασμός έγινε βαθύ ποτάμι αδιάβατο. Η Ισπανία χωρίζεται. Η Αγγλία μας έχει αποχαιρετήσει από χρόνια δύο. Στην Ιταλία κάποιοι στο βορά κουνιούνται.
Και η καλή μας Ε.Ε έφερε στην Ελλάδα χιλιάδες μουσουλμάνους που αύριο μπορεί να είναι το δαδί της φωτιάς.
Πολύ συμφέρει σε κάποιους να μην υπάρχουν λαοί που θυμούνται.
Κάτω οι θρησκεία, κάτω το Έθνος, κάτω η γλώσσα, κάτω ο στρατός,κάτω τα γράμματα,,, όλα κάτω.
Τι θα μείνει.
Η σκλαβιά με άλλο πρόσωπο.
Σήμερα, όπως κάθε μέρα χιλιάδες άνθρωποι μπαίνουν στα τρύπια σύνορά μας.
Μπορούμε να καμαρώνουμε το τζαμί πάνω από τα μνημεία των αρχαίων μας προγόνων; Θα το καμαρώνει όλος ο κόσμος.
Αλήθεια δεν γνωρίζουν πως κάτω από το τζαμί που χτίζουν υπάρχουν αρχαία;;;
Μα τους απάτριδες και άθεους δεν τους νοιάζει τίποτε μόνο να κατεδαφίσουν ότι υπάρχει. Να μην υπάρχει ΕΛΛΑΔΑ…
Τι να υπάρχει, πολύχρωμα σημαιάκια πορνων και διεφθαρμένων, και απαγόρευση των παρελάσεων των μαθητών του στρατού,,, όμως επιτρέπουμε τις παρελάσεις των
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Κάθε μέρα και χειρότερα

Το κάθε πέρσυ και καλύτερα έχει ξεπερασθεί.
Τώρα ισχύει το κάθε χθές και καλύτερα αφού η ζωή μας χειροτερεύει με ταχύτητα πυραύλου.
Κάθε μέρα στην πατρίδα μας που δεν μπορεί ούτε ψωμί να προσφέρει στους ΄Έλληνες που άνεργοι δυστυχώς πεινούν, ούτε γάλα πολλοί δεν έχουν για τα μωρά τους, ούτε ζέστη ούτε ούτε …
Στη χώρα μας λοιπόν κάθε μέρα έρχονται λαθρομετανάστες. Έρχονται και λίγοι πρόσφυγες.
Η Ε.Ε κάνει πως δεν ακούει και δεν βλέπει.
Οι Έλληνες είναι σε κατάσταση μελαγχολίας που δεν έχει <<εξήγηση.>>
Αντί να ξεσηκωθούμε μοιρολογάμε την τύχη μας, ενώ τα νιάτα πετούν για άλλες πατρίδες.
Φεύγουν τα δικά μας νιάτα και στη θέση τους έρχονται οι λαθρομετανάστες που πολλοί είναι γέροι, άρρωστοι και βασανισμένοι.
Ποια χώρα μπορεί να τους περιθάλψει;
Η Ελλάδα μας.
Με ποιους πόρους;
Η καταχρεωμένη μας πατρίδα δεν έχει το ψωμί των παιδιών της που πολλά πεθαίνουν αβοήθητα στα πεζοδόμεια των σκοτεινών δρόμων των βρώμικων πόλεών μας.
Αυτούς της Ε.Ε στην οποία συμμετέχουμε με 30% και που τα χρήματα τα παίρνουν οι ΜΚΟ γερμανικές γαλικές εβρα’ι’κές κλπ κλπ κλπ δεν τους νοιάζει τίποτε. Σφυρίζουν αδιάφορα, καταπίνοντας την περιουσία των Ελλήνων και της Ελλάδας μας..
Μέσα λοιπόν στον πόνο και στην καταστροφή εμείς πίνουμε το καφεδάκ μας και φιλολογούμε.
Είναι και κείνα τα ραδιόφωνα που αντί για ειδήσεις μας πασάρουν κουτσομπολιά και αντί για πατρίδα από το πρωί ως το βράδυ ξένη μουσική.
Τα δικά μας πολυφωνικά τραγούδια, τα υπέροχα ακριτικά, κρηρικά, ποντιακά, είναι μόνο για το Καλοκαίρι σε κάποια θέατρα. Έτσι για να κάνουμε κάποια πανηγύρια χωρίς πολιτισμό.
Και μεις, όσοι πιάνουμε την πένα, ξεχνάμε πως πατρίδα είναι πολλά πράγματα.
Η γλώσσα μας, τα ήθη και τα έθιμά μας, η θρησκεία μας.
Ξεχνάμε ή κάνουμε πως ξεχνάμε; Μήπως εθελοτυφλούμε στο Ωχαδελφικό κίνημα των απάτριδων;
Οι νέοι μας ξέχασαν και το αλφάβητο γράφουν με λατινικούς χαρακτήρες.Δεν πάνε στην Εκκλσία. Δεν επισκέπτονται τα Μουσεία μας. Δεν γνωρίζουν την Ελλάδα μας. Έτσι χάνεται η πατρίδα μας,στις ρωγμές της αμνησίας των καιρών.
Ας ξυπνήσουμε από τον λήθαργο αν θέλουμε να ζήσει η Ελλάδα μας. Αυτή που πριν λίγα χρόνια, πότισαν με το αίμα τους οι πατεράδες μας, με το χαμόγελο στα χείλη. Εκεί η Πίνδος μάρτυρας στέκει, στα άταφα κόκκαλα ηρώων γονιών μας παππούδων και προσπαππούδων..
Ας θυμηθούμε τα λόγια του ποιητή.
Και αν είναι να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
Θεία ειν η δάφνη μια φορά κανείς πεθαίνει.

Βρε που πάμεεεεε

Καταστροφή στη Σαμοθράκη. Ευτυχώς δεν είχαμε θανάτους. Οι Έλληνες είναι μαθημένοι από τούτα.
Τα εργοστάσια κλείνουν.
Οι επενδύσεις πάνε στο εξωτερικό.
Θα τους έλεγα καλό ταξείδι, όμως αυτόν τον καιρό έχουμε δυσκολίες οικονομικές.
Πάμε στον πάτο στην παραγωγή.
Όλα πάνε κατά ανέμου. Μόνο τα ΣΥΡΙΖΑΚΙΑ ζουν ευτυχισμένα ως σύμβουλοι υπουργών και βοηθών υπουργών καθώς και στελέχη στο Δημόσιο. Με τι γνώσεις….. Μα με πλαστό πτυχίο από κάποιο ΤΕΙ
Και να ήταν μόνο αυτά;
Καταστροφή περιβάλλοντος; Και;
Εδώ έχουμε ευτυχισμένους μετανάστες.
Πως έρχονται;
Με κότερα με τι θες να έρχονται.
Σας μαύρισα την ψυχή!
Συγνώμη αλλά αυτή είναι σήμερα η πατρίδα μας.
Ποια χαρά έχουμε;
Δεν τα ξέρετε τα νέα;;;;
Βγάλαμε τους φονιάδες, τους παιδεραστές, τους εμπόρους ναρκωτικών από τις φυλακές.
Ποιους αφήσαμε μέσα;
Αυτούς που δεν πληρώνουν τους φόρους.
Αν τιμωρήθηκε ο αδελφός του πρωθυπουργού για τις πλαστογραφίες, χα χα χα,,,
ΟΧΙ σιγά για μια πλαστιογραφθιούλα κάνετε έτσι;

Εγώ ο πρόεδρος και κάτι άλλα σιάφαρα

Αγαθός είναι ο Γιώρης. Έχει τις γιδούλες του την κυρά του μια γυναίκα μεγαλύτερη αλλά δυνατή που κρατάει το σπίτι στις πλάτες της;. Σε μικρό χωριό της Παραμυθιάς ζούσαν και πορεύονταν όπως όλος ο κόσμος μια χορτάτος μια νηστικός.
Στην πόλη της Παραμυθιάς αν και ήταν κοντά δεν πάγαινε. Εκεί χωρίς λεφτά δεν κουνιέσαι ντιπ.
Στο χωριό κάθεσαι στο μεσοχώρι, έρχονται και οι άλλοι και στήνουν την κουβέντα μέχρι να σουρουπώσει να πάνε για φα’ι’ και ύπνο.
Πήγαινε όμως σαν ήθελε κανένα εργαλείο γερό γύφτικο. Τουες καλύτερους σιδεράδες είχε η Παραμυθιά. Ότι μανταλοί΄δι ήθελες σου το έσιαχναν.
Μια μέρα πλησίαζε κι ο Λάμποβος καληώρα, και αποφάσισε να πάει για ψώνια.
Κόκκινη κλωστή καινούριο κασάρι. Μπλε κλωστή φαρίνα για καμιά πίτα. Κίτρινη κλωστή σπόρια για το περβόλι τα δικά τους τα έφαγε ο κόπιτσας κακό χρόνο να έχει. Την ουρά τση αλπούς στο ντροβά να πάει στην Αστυνομία να πάρει το χάρισμα. Κάθε που έπιαναν τα δόκανά του αλπού χαρές στο σπίτι. Θα τους έφερνε και μισή οκά λουκούμια από τα καλά με τσίγαλο.
Έβαλε λίγα τα λεφτά στην τσέπη και πέντε φορές είπε στη γυναίκα του τι θα της φέρει κοιτώντας τις κλωστές.
Περνάει από την Αστυνομία πρώτα να δώσει την ουρά να πάρει το ρεγάλο.
Μετά ντουγρού για τον σιδερά. Κουλάντρισε και τα άλλα, άφησε το σακκούλι σε ένα μαγαζί και πάει για βόλτα.
Δεν πήγαινε ποτέ κάτω στο πηγάδι. Τι να δει εκεί. Εκεί κάτι δόλιες πούλαγαν λάχανα τυρί αυγά να πάρουν όπως και κείνος τα χρειούμενα.
Και τα πιο χρειαζούμενα ήταν το αλάτι, τα σπίρτα, το πετρόλαδο, οι κλωστές κλπ…
Άρχισε να γυρίζει και να χαζεύει. Κόσμος πολύς. Σε λίγες μέρες θα είχε η Παραμυθιά Λάμποβο. Αυτός στο Λάμποβο δεν έρχουνταν. Ποτές δεν είχε έρθει. Το Λάμποβο σε γελάν για να σου πάρουν τον παρά σου.
Το τι παρά είχε ο κόσμος τότε, άσε μαύρα μου χάλια. Χειρότερα από σήμερα….
Σε μια στιγμή ακούει το όνομά του.
Γιώρ΄ βάρα δώθε στο καφενείο κερνάω ούζο.
Ήταν ο πρόεδρος του χωριού τους.
Βάρεσε κατά το καφενείο < βαράω το δρόμο =περπατάω τον δρόμο τώρα γιατί βαράνε το δρόμο τι να σας πω>.
Εκεί σε λίγο ήρθαν και κάτι γνωστοί του προέδρου, παραμυθιώτες.
Είπαν πολλά, έμασε η μέρα και αφού χαιρετίσθηκαν πήγαν να πάρουν τα σακκούλια τους και για τα χωριά τους.
Σήμερα ο Γιώρς ήταν περήφανος. Έκατσε με τον πρόεδρο στον καφενέ και του μίλησε για όλα, ως και για τις νέες εκλογές.
Ο Γιώρς τάχασε, τόσο πολύ τον υπολόγιζε ο πρόεδρος, πολύ, του τόπε χωρίς τις δικές σου ψήφους, βγαίνει ο Τάσσης που δεν είναι και σόι σου.
Τούδωκε το λόγο. Χρόνια τον ψηφίζουν στο σπίτι του όλοι. Γιατί να αλλάξουν;.
Μόλις φτάνει στον χωριό αφήνει τα πράγματα στο σπίτι και μπρος για τον καφενέ.
Είχε να πει για τα ψώνια, για τον καραγκιώζη που ήταν στο πάνω καφενείο του Καρκαμισιού, για όλα.
Μαζώχκαν όλοι γύρω του και τον ρώταγαν τι ψώνισε, αν είχε κόσμο η Παραμυθιά, αν του έδωσαν τα λεφτά στην αστυνομία για την ουρά της αλεπούς. Για τα λουκούμια και το πλαστάρι που έφερε δεν είπε τίποτε.Αυτοί ήταν ικανοί να περάσουν απ΄το σπίτι να θέλουν λουκούμι και πλαστάρι. Του τόπε η Γιώραινα. Μη πεις για τούτα θα έρθουννα μας τα φαν. Και για τούτα δεν είπε ούτε λέξη.
Τα άλλα, τα είπε όλα καταλεξής.
Μετά στάθκε σοβαρός και πήρε ύφος βαρύ.
Ο καφετζής κατάλαβε ώρα για το πείραγμα.
-Δε μου λες Γιώρ΄ποιον είδες στην Παραμυθιά, ποιους αντάμωσες. Έκατσες σε καφενέ;
Βομβαρδισμός ερωτήσεων.
-Έκατσα στον καφενέ και πήρα ένα ρακί αψύ αδερφάκι μου.
-Ποιος ήταν στην παρέα σου, ρωτάει περίεργα ο καφετζής;.
Και ο Γιώρς σοβαρά σοβαρά.
Εγώ, ο πρόεδρος, και πέντε έξη σιάφαρα. <σιάφαρα= σκουπίδια,>
Βέβαια ο πρόεδρος είχε μιλήσει για την συνάντηση.
Τα σιάφαρα ήταν γνωστοί έμποροι από την Παραμυθιά και η κουβέντα τους για τις εκλογές.
Από τότε η φράση λέγεται συχνά σαν παραλογισμός.
Εγώ ο πρόεδρος και κάτι άλλα σιάφαρα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Ο ΓΑΜΟΣ

Δυο υπέροχα νέα παιδιά, με αγάπη για τον τόπο, τη φύση και την ζωή, ένωσαν τις ζωές τους με τα δεσμά του γάμου.
Ο Ηλίας Ευθυμίου και η Αικατερίνη Τσαγκαροπούλου.
Διάλλεξαν να παντρευτούν σε ένα χωριό παλιό τη Λαμπανίτσα ή Ελαταριά.
Μέσα στα έλατα σε ένα μικρό εκκλησάκι που δίπλα του ένας σύλλογος έκανε ένα σεμνό στέγαστρο, κι ας ήταν οι καρυδιές και τα έλατα οι πιο καλές ομπρέλες.
Σεμνή η τελετή, τα παιδιά μας απλά καλοβαλμένα και με λίγο άγχος.
Μέρες έτρεχαν να είναι όλα τέλεια.
Από τα δικά τους χέρια πέρασαν όλα.
Σεμνή η τελετή του γάμου τα νιάτα έλαμπαν κουμπάροι, αδέλφια, γονείς και οι συγγενείς χαμογελούσαν και εύχονταν να ζήσουν να γεράσουν.
Λίγες στάλαγματιές βροχής δεν χάλασε το κέφι.
Πριν ανοίξουν οι ομπρέλες έλαμψε ο ουρανός και τα φρεσκοδροσισμένα έλατα μοσκομύριζαν.
Και κει μέσα στα έλατα με την τσίκνα του ψητών της σούβλας, των κοκκορετσιών, και των μεζέδων όλα τοπικά από ανθρώπους του χωριού έγινε γλέντι τρικούβερτο, με το κρασί τις μπύρες και τα αναψυκτικά να δροσίζουν τους καλεσμένους…
Τα παιδιά μπήκαν στο χορό με τους κουμπάρους και πίσω οι γονείς και τα αδέλφια.
Ο τραγουδιστής Μιχάλης Μιχόπουλος και η ομάδα του, ήταν μια πανδαισία μια υπέροχη μουσική χωρίς τα τέρατα της τεχνολογίας.
Η δυνατή καθαρή και μελωδική φωνή του Μιχάλη ήταν υπέροχη. Αντιλαλούσαν τα βουνά. βουβάθηκαν τα πουλιά, ήθελαν κι εκείνα να ακούσουν.
Δεν τους έφυγε νότα, ούτε στα ηπειρώτικα, ούτε στα ναξιώτικα, ούτε στα κερκυρα’ι’κα.
Και ενώ το γλέντι καλά κρατούσε τα τραπέζια ασταμάτητα γέμιζαν ψητό, κοκκορέτσι,σαλάτες, τυριά, μεζέδες και το κρασί το τσίπουρο,οι μπύρες κι τα αναψυκτικά έδιναν και κείνα το κέφι.
Πολύς ο κόσμος κι ας θύμωσαν μερικοί, που δεν έγινε ο γάμος στο χωριό μας.
Οι ίδιοι άνθρωποι τώρα λέγανε. Βρε τι ωραίος γάμος και τι τοποθεσία, δεν είχαμε δει τόσο ωραίο μέρος.
Στα παιδιά μας τον Ηλία και την Κατερίνα που είναι συλλέκτες μανηταριών και γνωρίζουν καλά τον τόπο και την μάνα γη, εύχομαι από καρδιάς να ζήσουν ευτυχισμένα.
Στη γιαγιά Αφροδίτη που με λεβεντιά χόρεψε τη βασιλαρχόντισσα να είναι γερή να χορέψει και στα βαφτίσια.
Στον κύριο Δημήτρη Κόκκινο να χαρεί και στα παιδιά του. Λεβέντης και λεβέντικος ο χορός.
Στις ωραίες κερκυραίες και ναξιώτισσες που με χάρη έδιναν μαθήματα χορού, πάντα σε χαρές.
Στους γονείς να τους ζήσουν ευτυχισμένα.
Να ζήσετε παιδιά μου, να γεράσετε και να δώσετε την ευκαιρία στο νούνο σας και τη νουνά σας, τους λεβέντες, να βαφτίσουν, πέντε γυιους και μια μηλιά.
Οι νονοί κέρασαν παραδοσιακές δίπλες σε περιτύλιγμα διάφανο,και τούρτες.
Οι μπομπονιέρες ήταν πολύ όμορφες στολισμένες με ένα φυσικό κουκουνάρι πεύκου.
Τα παιδιά έλαμπαν μέσα σε απλά ρούχα μοναδικής ομορφιάς όπως τα παιδιά μας.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.