Mια Κυριακή του Μάη

Παραμυθιά 1958 απόφαση της οικογένειας, θα φεύγαμε από την πόλη μας.
Στην Αθήνα μας περίμενε ένα νοικιασμένο σπίτι. Το Καλοκαίρι, είχε παρθεί η απόφαση. Θα φεύγαμε. Ο πατέρας θα ζητούσε μετάθεση, θα έρχονταν και κείνος σε λίγο. Ήρθε μετά από δυο χρόνια.
Η γιαγιά μας, ήταν σιωπηλή, και ο παππούς μας μαραμένος. Όλο μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν, ενώ στα μάτια τους έτρεχε ένα δάκρυ. Δεν θα βλέπω τα καμάρια μου έλεγε η γιαγιά μας.
Τον Σεπτέμβρη, θα πηγαίναμε σχολείο στην Αθήνα.
Η καρδιά μου σφίχτηκε, πόνεσα, δεν ήθελα να φύγω. Θα έχανα τους αγαπημένους μου παππού, γιαγιά, θείους θείες. Το χωριό μας. Τα χωριά που εγώ έζησα.Θα έχανα τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές μου. Τα βουνά μας,τους κάμπους μας τη λίμνη και το ποτάμι,τον κόσμο μας. Θα χάναμε τα Καλοκαίρια τις εκδρομές μας τα βουνά μας, τα άπαρτα κάστρα μας.
Ακούγαμε τις κουβέντες των μεγάλων καιρό, μα δεν πιστεύαμε πως θα φεύγαμε. Η μάννα μας ήταν αδύναμη, δεν ήταν η μάννα που εμείς είχαμε, η Τζαβέλαινα, που θύμωνε όταν τη φώναζαν έτσι. Και έβαζε τα πράγματα στη θέση τους.
Όταν μας το είπαν τρομαγμένα μουγκαθήκαμε. Μαζευτήκαμε στη γωνιά της κουζίνας μας. Δεν κλάψαμε, δεν μιλήσαμε.Ακόμα μόνο τα μάτια του παππού μας μιλούσαν, πονούσε, και μεις δεν θέλαμε να πονάει… Τα αγόρια, σαν το σκέφτηκαν ίσως και να χάρηκαν λίγο. Αφού ακούσθηκαν σε λίγο να φώναζουν. Ωραία, ωραία, θα δούμε αληθινό ποδόσφαιρο. ΑΕΚ, ΑΕΚ, ΑΕΚ και έτρεξαν να παίξουν μπάλα.. χωρίς να μαλώνουν.ΑΕΚ ήταν οι άνδρες της οικογένειας μας.
Τα αδέλφια μου ήταν πολύ μικρότερα από μένα.Εγώ ήμουν δέκα πέντε χρονών ο Δημήτρης δώδεκα και ο Φάνης οχτώ τα μικρά δεν καταλάβαιναν και πολλά, απλά ένοιωθαν σιγουριά στην αγκαλιά της μάννας μας.
Σε μένα όμως ένα καρφί μπήκε στην καρδιά μου. Δεν ήθελα να φύγω με τίποτε. Σκεφτόμουνα για πρώτη φορά πόσα χατήρια μου έκανε η θεία μου η Γιωργίτσα. Σκεπτόμουνα το περβόλι μας, το περβόλι του παππού μας τον διό μας παράδεισο.
Από μωρό ζουσα μια περιπέτεια. Γεννήθηκα το 1942 και μέχρι το 1949 είχαμε πόλεμο. Πολλές πόλεις μας φιλοξένησαν. Γιάννενα, Κέρκυρα, Ηγουμενίτσα, Λιβιάχοβο, χωριά άγνωστα, δρόμους σοκάκκα άγνωστα μες τα δένδρα, ερημιές, μες τη νύχτα, σαν τα φαντάσματα. Ύστερα ήρθε η ειρήνη.
Στο δένδρο της καθήσαμε, και τραγουδούσαμε μαζί με τα πουλιά. Ήταν τόσο όμορφα όλα, η οικογένεια, ο κήπος, τα ζωντανά μας τα παιχνίδια μας. Άνθιζαν τα δένδρα μας όλο τον καιρό και πάντα κάποια δένδρα ήταν γεμάτα καρπούς πορτοκαλιούς πράσινους, κόκκινους, άσπρους, κίτρινους,,, σε κάθε εποχή και διαφορετικά,που εμείς τα τρώγαμε άπλυτα από το δένδρο και φώναζαν οι δικοί μας να τα πλένετε το νερό είναι δίπλα σας.
Δεν θέλαμε να φύγουμε. Η απόφαση όμως είχε παρθεί.Τα μικρά όμως ήταν σαν της παλάτζας τους δίσκους πότε από δω πότε από κει. Τι ωραία που θα είναι στην Αθήνα σαν τον κινηματογράφο. Δεν θέλουμε να φύγουμε από την γιαγιούλα μας.
Οι λόγοι ήταν σοβαροί. Η υγεία της μάννας μου και μια σοβαρή εγχείριση που είχε κάνει και έπρεπε να είναι εκεί κοντά στους γιατρούς.
-Πατέρα, να πηγαίνω πεζοπορία γύρω στον τόπο μας τις Κυριακές;
-Να πηγαίνεις, γιατί όχι. Τι λες την Κυριακή να πηγαίνουμε μαζί.Δεν ήθελε να γυρίζω μόνη μου αλλά ποτέ δεν έλεγε όχι είχε το δικό του τρόπο να νοιώθουμε ελεύθερα χωρίς περιορισμούς ενώ ήμασταν πάντα κάτω από τη ματιά τους.
Άλλο που δεν θέλαμε, οι εκδρομές με τον πατέρα μας ήταν μαγικές.
Τότε δεν το καταλαβαίναμε. Αυτές δεν ήταν εκδρομές, ήταν μάθημα Πατριδογνωσίας. ιστορίας, μυθολογία, γεωγραφία,οικολογία. Όλα σαν ένα μαγικό παραμύθι.
Και ήταν αυτές οι εκδρομές, οι φωτογραφίες του μυαλού μου, που έμειναν ανεξίτηλες στον χρόνο.Που τις κατέγραφα αργότερα, γιατί φοβώμουν μην ξεχάσω, και δεν ήθελα να ξεχάσω.Από το 1949-1957 ήταν οι καλύτερες μέρες της ζωής μου.
Την πρώτη Κυριακή, ήρθε η έκπληξη. Με το φορτηγό του Ασβεστά, φίλου του πατέρα και συνάδελφου του θείου μας του Σωκράτη φτάσαμε στην Γλυκή.
Θα μέναμε όλη την ημέρα. Θα βλέπαμε όλους τους συγενείς αφού πρώτα θα πηγαίναμε να προσκυνήσουμε στους τάφους των προγόνων μας.
Περάσαμε στους συγγενείς μας, αφήσαμε τα δώρα της γιαγιάς και της μάννας μας που ήταν καφές ζάχαρη μαντήλι ή ποδιά για τις μεγάλες. Η μάννα μας έστελνε και μπουκάλια με βυσσινάδα για αρρωστικό.Τα βύσσινα τα είχε από το χωριό της το Λιβιάχοβο. Μετά αφού περάσαμε το γεφυράκι το σιδερένιο που είχε πάνω του ο Αχέροντας πήραμε το δρομάκι της Σκάλας της Τζαβέλαινας.
Ήταν μια στενή ανηφόρα που εμάς δεν μας κούραζε. Και στην Παραμυθιά έτσι ήταν, ανηφόρες- κατηφόρες. Βέβαια εδώ ήταν πολύ πιο δύσκολα όμως εμείς είμασταν παιδιά δεν αφήναμε βράχο για βράχο γκρεμό για γκρεμό που να μην ματώσουμε τα γόνατά μας και τους αγκώνες μας, καμιά φορά και το κεφάλι μας.
Αν χαζέψαμε; ΟΧΙ. Καλό μας έκανε.
Πολλές φορές το χρόνο ανεβαίναμε αυτόν τον δρόμο τη Σκάλα της Τζαβέλαινας και φτάναμε στο Σούλι γεμάτοι περηφάνια.
Σε τούτα τα άγρια μέρη, πολέμησαν οι πρόγονοί μας. Μην ξεχνάτε πως σε τούτον τον αγρότοπο ζούσαν αυτοί που δεν μπορούσαν να ζήσουν ραγιάδες σκλάβοι, με σκυμμένο κεφάλι.Και κει ακούγαμε τον πατέρα μας, να μας μιλάει, να μας μιλάει, για μάχες,για νίκες,για στεφάνια δόξας, για παιδιά και γυναίκες ηρωίδες που έδωσαν τα πάντα για τη λευτεριά.
Και μας μιλούσε ο πατέρας μας, για τους αγώνες των Σουλιωτών,τον τρόμο του Αλή σαν έριχνε στον αγώνα τους καλύτερους πολεμηστές του και κει που νόμιζε πως θα κερδίσει τούτο το βουνό των ξυπόλυτων,έχανε τους άνδρες του, που έτρεχαν να γλυτώσουν από του Φώτου το σπαθί του Λάμπρου το ντουφέκι. και έλαμπαν τα μάτια του, σαν μας μιλούσε για τα ματωμένα ράσα των δικών μας ρασοφόρων του Διονύσιου του Σκυλόσοφου, τιμή μας έλεγε να σε βρίζουν οι οχτροί σου.
Τον Σαμουήλ τον άλλο εθνεγέρτη ψυχών, που ακολούθησε τον δρόμο που του χάραξε ο Άγιος Εθνομάρτυρας δάσκαλός του, Κοσμάς ο Αιτωλός.Από τη οικογένεια των Θεμελήδων ήταν. Από τη Γιουργάνιστα που δυστυχώς το άλλαξαν το όνομα του χωριού και το κάνανε Γεωργάνιστα.
Μα και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Ηπειρώτης ήταν. Οι γονείς του Κοσμά του Αιτωλού ήταν από τούτα τα μέρη. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μπορεί να γεννήθηκε στο Αιτωλικό, πατρίδα του έλεγε και την Ήπειρο, αφού και οι δυο γονείς του έφυγαν λόγο των τούρκων από τα Γραμμένια….
Και παίρναμε μαθήματα κι ανάσες λευτεριάς και δόξας.
Ύστερα ακούγαμε για τις γυναίκες της Σουλιώτισσες, αυτές τις ηρωίδες που κράτησαν στο βυζί το παιδί και στην πλάτη το ντουφέκι.΄΄ Με τα φυσέκια στην ποδιά.΄΄
Είναι οι ίδιες γυναίκες που έστησαν το χορό του Ζαλόγγου. Ήταν και οι δικές μας εκεί.
Βέβαια βρέθηκαν άνθρωποι προδότες που θέλουν να μην υπάρχουν αυτοί οι ήρωες.
Άλλος τους κάνει αλβανούς, ξεχνώντας πως άλλο αρβανίτης και άλλο αλβανός. Ακόμα και αυτοί οι μουσουλμάνοι της περιοχής το γνώριζαν καλά πως λίγοι ήταν οι τούρκοι. Οι πιο πολλοί ήταν εξωμότες που πρόδωσαν πατρίδα και θρησκεία για πλούτη. Αυτοί οι ίδιοι είναι και σήμερα προδότες του έθνους και της πατρίδας μας. Οι υλιστές άθεοι.
Τραγουδούσαμε τραγούδια όπως.
Στη βρύση στα Τσερίτσιανα στον πάτο από τη χώρα.
Μπουλκ- πασάδες κάθωνταν κι όλο Μαργαριτιώτες,
κι αγνάντευαν τον πόλεμο,πως πολεμάει το Σούλι
πως πολεμούν, μικρά παιδιά γυναίκες σαν τους άνδρες.
Πως πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν πρώτο παληκάρι.
Φέρνει φουσέκια στην ποδιά,στερνάρια στο ζωνάρι.
Ας έρθουν οι παλιότουρκοι τίποτε δεν μας κάνουν……
Και πριν φύγουμε, προσκυνούσαμε ακόμη μια φορά νοερά εκείνους τους αγωνιστές, το Σούλι, το αιματοβαμένο.
Σαν τα κατσίκια παίρναμε το δρόμο της επιστροφής.Εύκολη η κατηφόρα.
Ήταν ένα παιχνίδι αυτό. Είχαμε φάει τις τηγανήτες που μας είχε η μάννα μας στο χάλκινο νταβά,με μπόλικη ζάχαρη.
Στην ποταμιά, στην άκρη στη γέφυρα καθόμαστε για ξεκούραση. Ο Νίκος μας συγγενής μας έφερνε φρούτα από τα περβόλια του και μεις σε λίγο φεύγαμε για τη Γλυκή, στους κουμπάρους μας.
Εκεί θα έρχονταν να πιει τον καφέ του και να μας πάρει ο αείμνηστος Ασβεστάς που θα μας γύριζε στην πόλη μας.Ήταν Παραμυθιώτης.
Όσο χαρούμενα ήμασταν το πρωί, τόσο κουρασμένα είμασταν το απόγευμα.
Όταν το αυτοκίνητο ξεκινούσε για την Παραμυθιά, εμείς στην καρότσα πάνω σε μια κουρελού κοιμώμασταν και ξυππνούσαμε με κόπο σαν φτάναμε στην Παραμυθιά.
Ο αείμνηστος Ασβεστάς αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου, γιατί όπως έλεγε κάθε φορά που μας έβλεπε, πως ο πατέρας μας, του έσωσε τη ζωή.
Ήταν στον καιρό του εμφυλίου.
Κάποιος τον κατηγόρησε για κάτι πολύ κακό.Εκείνος δεν ήταν εκεί που τον κατηγορούσαν. Ήταν σε κάποιο χωριό και κει ήταν και ο πατέρας μου.
Το άκουσε ο πατέρας μου και ευτυχώς πριν βγει η απόφαση έτρεξε και είπε την προσωπική του μαρτυρία για τον Ασβεστά. Ο κύριος Σταυρόπουλος, δέχθηκε την μαρτυρία του πατέρα μου και ο ασβεστάς αθωώθηκε. Από τότε όπου μας έβλεπε ήθελε να μας πάρει στο αυτοκίνητο να μας πάει στον προορισμό μας….
Αυτό το γράφω για να δείτε πως τότε μέσα στη φωτιά του αδελφικού πολέμου πολλοί για να κερδίσουν κάτι, πολλές φορές ήταν γη ή σπίτι, κατηγορούσαν σαν προδότες κάποιους άλλους.
Ο αείμνηστος Ασβεστάς ήταν αριστερός, αλλά όχι προδότης.
Τώρα που οι καιροί είναι δύσκολοι ας είμαστε ενωμένοι μια ψυχή.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Comments are closed.