Παραμυθιά, Χριστούγεννα αγάπης

Το παράθυρό μου, είναι ένα μέρος της ζωής μου, της ψυχή μου.
Το ανοίγω το πρωί και βλέπω τον κόσμο να μου χαμογελά ή να με πονά.
Αλλά, ότι και να συμβαίνει στον γύρω κόσμο, εδώ στον δικό μου μικρόκοσμο όλα έχουν το ίδιο άρωμα το ίδιο χρώμα.
Η Καλυψώ, μου κουνάει την ουρά της, αν δεν της δώσω σημασία θα με γαυγίσει. Τα σπουργήτια περιμένουν να ρίξω λίγα ψύχουλα στο πίλινο κουπάκι του γιαουρτιού…
Ενώ, ένα κοτσύφι με την κίτρινη μυτούλα του, ξεκουράζεται στα κλαδιά της κουτσουπιάς και η σύντροφός του η μαυρομύτα,παίζει με κάποιους ξερούς καρπούς της μουσμουλιάς μας..
Από τις έξη το πρωί μου τραγουδούσαν. Δεν το έκαναν για μένα;; Για μένα το έκαναν το νοιώθω…
Σήμερα όμως η ψυχή μου πονάει.
Σε τρεις μέρες θα έχουμε Χριστούγεννα. Σε τρεις μέρες.
Όμως στη σκιά των γιορτών, ο Χριστός μας δεν είναι στους δρόμους μας.
Σε όλη τη γειτονιά υπάρχει μια σιωπή. Να, σαν να την κρατάει μουγκή κάποιος αόρατος ή ορατός πόνος.
Είμαστε μια γειτονιά που γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Καλημερίζουμε ο ένας τον άλλον. Είμαστε της παλιάς σχολής γείτονες. Χαμογελάμε. Γνωριζόμαστε καλά.
Σήμερα κοιτάω τα παράθυρα απέναντι. Ούτε ένα φωτάκι έτσι για το καλό. Ούτε μια κόκκινη μπάλα ούτε μια κορδέλα.
Έφκιαξα ένα στεφάνι από κισό. Του έδεσα μερικές κατακόκκινες μπάλες και κόκκινους φιόγκους,και το κρέμασα στο μονόγραμμα της πόρτας μας.
Χρήστος Θωμάς.Δεν είναι εδώ, μα θα του αρέσει…Εγώ μυστικά θα τον γιορτάζω όπως και τον αδελφό μου το Χρήστο που έφυγε στα 20 του χρόνια…
Και όπως συμβαίνει με τους γέρους, με πήρε το σήμερα και με σκαπέτησε στα χρόνια της αθωότητας. Χρόνια πίσω. Τότε που οι σκανταλιές των παιδιών,ήταν κάτι φυσικό.
Ήταν και τότε παραμονές Χριστουγέννων.Ποια χρονιά ακριβώς δεν θυμάμαι.
Όλα μαζί τα αδερφάκια στη γωνιά, πλέχαμε ωραία καλάθια με χόρτο που μέσα θα βάζαμε τα δώρα του παππού και της γιαγιάς.
Τα δικά μας δώρα, που τα φκιάχναμε με τα αδέξια χέρια μας. Μόνο ο Δημήτρης ήταν μάστορας, μα και τα δικά μας ωραία ήταν.
Πριν από μέρες είχαμε κάνει ωραία πιάτα για τον τοίχο κάδρα να πούμε γύψινα που τα ζωγραφίζαμε. Μια λίμνη, ένα καραβάκι, ένα χελιδόνι και πολλά πολλά όνειρα….
Τα καλαθάκια όμως τα αγαπούσε πολύ η γιαγιά μας, και η θεία μας η Γιωργίτσα, όλο έλεγαν πως τα χρειάζονται και μεις όλο τους φκιάχναμε.
Σήμερα αν πεις πως καθώς κάναμε τις χειροτεχνίες μας ΄΄ίσως κανείς δεν θα το πιστέψει΄΄΄΄ πως τραγουδούσαμε το ΄΄Η Παρθένος Σήμερον τον Υπερούσιο τίκτει, και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει, άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι,μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι,δι, ημάς γαρ, εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.΄΄ Επίσης το΄΄ Η γεννησή σου Χριστέ ο Θεός ημών,ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως,εν αυτή γαρ, οι τοις άστροις λετρεύοντες,υπό αστέρος εδιδάσκοντο, Σε προσκυνείν, τον ήλιον της δικαιοσύνης, και σε γιγνώσκειν εξ΄ύψους ανατολήν Κύριε Δόξα Σοι.
Η γιαγιά γέμιζε τις κούπες μας με τσάι του βουνού και μας έδινε από ένα κομμάτι σταφιδόψωμο.
Έφαγαν της έλεγε η μάνα μας.
Κάνει κρύο έλεγε η γιαγιά μας. Το τσάι θα τα ζεστάνει…
Το δένδρο μας ήταν ένα κλαδί από τα δένδρα του κήπου μας.Λίγα κλαδιά από τα κυπαρίσσια μας, και μια φάτνη φκιαγμένη από χαλοκομανίες κολλημένες σε χαρτόνια…Θυμάτε πόσο όμορφες ήταν οι χαλκομανίες πόσο όμορφα τα αγγελάκια, η Παναγίτσα με τον μικρό Χριστό αγκαλιά, οι τσπάνηδες, με τις κάπες και οι μάγοι με τα δώρα… γυαλιστερές εικόνες, φωτεινές όπως ο κόσμος των παιδιών, κι ας ήταν πριν λίγο πόλεμος και χαλασμός. Τα παιδιά ξεχνούν, τα παιδιά είναι η ζωή, το μέλλον…
Τα στολίδια του δέντρου μας, χάρτινα ή γύψινα χρωματισμένα με τα χρώματα από τις κερομπογιές μας.
Λίγες μεταξωτές κλωστές και φόγκους ήταν από την θεία μας την Αθηνά. Η Γιωργίτσα έρραβε δεν έπαιρνε ανάσα.
Εμείς όμως παίρναμε πανάκια χρωματιστά από το καλάθι με τα άχρηστα κουρέλια,να κάνουμε μπαλίτσες ή μικρούς φιόγκους έτσι το πολύχρωμο κλαδί μας έστω κι αν δεν είχε λαμπάκια ήταν φωτεινό αφού πίσω σε κάποιο σημείο η μάνα μας όσο θα το βλέπαμε έβαζε μια λάμπα πετρελαίου σε απόσταση για να μην καούμε…
Στα μεγάλα καλάθια, σε μια γωνιά δίπλα στον αργαλειό ήταν ένα ντουλάπι χωρίς πορτόνια. Είχε τρία ράφια από σανίδες καφετιές.Εκεί ήταν φανεροί οι καρποί του περβολιού του παππού μας…
Πάνω η μάνα μας έβαζε σπόρτες με καρύδια, αμύγδαλα και λευτόκαρα.
Βάζαμε τον Δημήτρη σε μια καρέκλα και μας έδινε πολλά κι από όλα.
Τα ακουμπούσαμε στην χόβολη να ψηθούν.
-Φάτε τα έτσι, φώναζε η μάνα μας. Θα ψηθήτε και σεις μαζί τους.Μμμμ πως μοσκοβόλαγαν καθώς ψήνουνταν και έβγαιναν τα λάδια τους..το άρωμά τους,….Υπέροχα..
Μα εμείς σαν παιδιά, κάτω από το χαμογελαστό βλέμμα της γιαγιάς… κάναμε τα δικά μας.
Μοσκοβόλαγε ο τόπος, ήταν κάτι που το κάναμε μόνο στις γιορτές των Χριστουγέννων. Θυμίζουν τα δικά μας Χριστούγεννα…
Είναι μια μυρωδια χριστουγεννιάτικη και αυτή, όπως τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες, οι μπακλαβάδες, οι δίπλες και οι τηγανήτες της πλάκας. Είναι οι μυρουδιές της δικής μας πόλης…της δικής μας ζωής….
Εμείς δεν τους φοβόμασταν τους καλικατζαρους αφού η γιαγιά κάθε βράδυ θύμιαζε και ράντιζε το σπίτι με αγιασμό.
Δεν πλησιάζουν όπου είναι ο Χριστός, έλεγε η γιαγιά μας και μεις την πιστεύαμε.
Αλλά και πως να μπουν στο σπίτι μας αφού είχαμε τα σκυλιά. Θα τους έπιαναν από την ουρά τους και θα τους έδιωχναν.
Και περνούσαν οι μέρες μέχρι την ημέρα που θα γεννιούνταν ο Χριστός μας μωρό σε μια Φάτνη, για να μας χαρίσει την αιώνια ζωή.
Αυτά τα έλεγε ο παππούς, όμως εμείς είμασταν πολύ μικρά, για να καταλάβουμε.
Και το βράδυ, μέσα στο κρύο, τυλιγμένα στα παλτουδάκια μας μετά τη θεία λειτουργία και αφού είχαμε κοινωνήσει γυρίζαμε μέσα στα φιλιά και στις αγκαλιές να πάρουμε τα μικρά δωράκια μας, που ήταν ένα παιχνιδάκι ένα ρουχαλάκι και να φάμε την κοτόσουπα με την βραστή κόττα γιατί έπρεπε μετά τη νηστεία να μπούμε στα κρέατα προσεκτικά.Πριν όμως μόλις μπαίναμε στο σπίτι τραγουδούσαμε τα κάλαντα και μετά από μας τα τραγουδούσαμε όλοι μαζί και ο παππούς μας…
Κατόπιν τα τραγούδια που λέγαμε ήταν δημοτικά και κανένα μοντέρνο ή από τις οπερέτες που άρεσανν στο πατέρα μας,,και τραγούδια της Βέμπω ή της Άννας Καλουτά…μοντέρνα, όπως τα έλεγαν και που ήταν καλά διαλεγμένα. Πολλά είναι στην ψυχή μου. Τετράδια θα γέμιζαν οι απλές ζαβολιές μας,όμως εσείς, θα κλείνατε τον υπολογιστή σας με την φράση.. Πάλι η βάβω παραληρεί.
Αλήθεια είναι, οι γέροι έχουν αυτήν τη τάση. Θέλουν να αφήσουν πίσω τη ζωή τους, γραμμένη στην πέτρα των αιώνιας μνήμης.
Ματαιοδοξία, αγωνία, ποιος ξέρει; ίσως όλα μαζί..
Και περάσανε τα χρόνια. Στα σπίτια δεν υπάρχει χαρά. Όλα είναι στη σκιά του φόβου. Χθες έγιναν δυο εκκρίξεις. Μια στα δικαστήρια σαν απειλή για τους πλειστηριασμούς ακινήτων, και μια στα ΚΤΕΛ για κλοπή.
Και είναι μέρες Χριστουγέννων…αγάπης..Μήπως όμως το ένα είναι έργο δικαιοσύνης και το άλλο μίσους;;;
Ο θυμός του κόσμου δίκαιος. Ο εμφύλιος σπαραγμός όμως, πάλι νικητή θα βγάλει την καταστροφή του τόπου μας.
Ανάξιοι μας κυβερνούσαν και μας κυβερνούν.
Ο λαός βλέπει τους κόπους μιας ζωής να χάνονται… Σε τι να προσμένει!!! και από που τη σωτηρία;;;
Ας μαζευτούν όλοι μαζί, όχι για να ψηφίσουν κάποιο μνημόνιο ξανά, όπως το 2015, αλλά για να σταματήσουν το κακό που είναι μπροστά στην πόρτα μας.Να σταματήσουν το ξεπούλημα της αρχαίας μας χώρας.
Καλά Χριστούγεννα και καλή φωτίση σε όλους μας.Καλή φώτιση στους…. κυβερνήτες μας….
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

ΜΝΗΜΌΣΥΝΟ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
Σαν σήμερα πριν ένα χρόνο έφυγε από την ζωή η Κατερίνα σύζυγος του αγαπημένου φίλου και χωριανού Στέλιου Μώκου. Σήμερα κλείνει ένα χρόνο που λείπει στην οικογένειά της, στο Στέλιο της, στη Μαρία της, μα και σε όλους εμας.
Η ζωή έτσι είναι προσωρινή και γεμάτη πίκρες. Κατερίνα άφησες στίγμα αγάπης στο περασμά σου από την ζωή, ‘ολων όσων σε γνωρίσαμε. Σε θυμώμαστε σαν τον καλό Άγγελο δίπλα στον φίλο μας τον Στέλιο.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Βραβεία Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών

Χθες έγινε η απονομή βραβείων της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.
Η αίθουσα της ΧΑΝ ήταν γεμάτη καθώς το θεωρείο και οι διάδρομοι.
Δόθηκαν πολλά βραβεία για κάθε είδος του λόγου.
Θέλησα ύστερα από χρόνια να στείλω ένα παραμύθι και ένα ιστορικό γεγονός των δύσκολων χρόνων την πατρίδας μας.
Η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών με τίμησε με πρώτο βταβείο για το παραμύθι μου και το δεύτερο για το Χρονικό Μαρτυρίας.
Νοιώθω όμορφα για την βράβευση. Ευχαριστώ όλους όσους πιστεύουν στον γραπτό μου λόγο.
Πέρασα΄όμως και πιο όμορφα γιατί ήμουνα με τον αδελφό μου και πολλούς καλούς φίλους.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.

Θεοφάνης Β Παυλίδης

διαγωνισμός Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.
Ο Θεοφάνης Β Παυλίδης παραμυθιώτης καθηγητής ΑΠΘ ποιητής συγγραφέας, κλπ έλαβε το πρώτο βραβείο ποίησης και το πρώτο βραβείο Χρονικού μαρτυρίας.
Μίλησε ο ποιητής μα δεν μίλησε για ποίηση. Είχε έρθει από την πονεμένη Μάνδρα. Παιδιά είχαμε σχέσεις με τον τόπο αφού ο πατέρας μας ήταν δάσκαλος στην Μάνδρα Αττικής.
Είπε: Γράφω γιατί μου αρέσει αλλά δεν είμαι ποιητής.
Θέλω να καταλάβετε ότι οι πνιγέντες ήταν όλοι οδηγοί αυτοκινήτων.
Χάθηκαν άδικα.
Αν γνώριζαν, θα ζούσαν.
Το αυτοκίνητο μέσα στο νερό είναι σαν βάρκα. Η ορμή του νερού το παρασέρνει, τα τουμπάρει τα κάνει ότι θέλει,. Αν ανοίξουμε τις πόρτες του αυτοκινήτου,το νερό θα μπει μέσα και το αυτοκίνητο θα αποκτήσει βάρος.Όπως η βάρκα όταν πάρει νερό πάει στον πάτο, έτσι και το αυτοκίνητο θα ακουμπήσει στον δρόμο. Το νερό δεν θα μπορεί να το κάνει ότι θέλει και να το τουμπάρει.Οι άνθρωποι θα είχαν σωθεί.
Αυτά είπε περίπου και καταχειροκροτήθηκε.
Για τον άνθρωπο Φάνη Β Παυλίδη σημασία είχε να μάθουν οι άνθρωποι να μην έχουμε πνιγμούς χωρίς αιτία. Αν ήξεραν δεν θα είχαν πνιγεί.
Ο μεγάλος ποιητής είναι η έμπνευσή του, η ψυχή του.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ήπειρος Βασανισμένη μας Πατρίδα

Μήνες αγωνιζόμαστε για την σωτηρία της Ηπείρου μας από τα νύχια των δανειστών μας.
Προαπαιτούμενο λεν τα συριζόπουλα πως είναι η εξόρυξη του πετρελαίου της Ηπείρου.
Παντού και στο Ιόνιο και στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη βάλαν πόδι οι εταιρείες.
Πόδι βάζουν, ναι, μα αν ήταν υπέρ του λαού και της Ελλάδας, τα πουλημένα δημοσιογραφάκια θα φώναζαν θα ούρλιαζαν θα θα θα θα για να κάνουν αρεστό το πράγμα και να κερδίσουν ότι μπορούν.
Μούγκα στην Στρούγκα.
Κάποιοι νέοι που αγαπάν τον τόπο και που διαβάζουν, δεν είναι σαν τους πολιτικούς αδιάβαστοι, διάβασαν έφριξαν και σήκωσαν ψηλά το όραμα πατρίδα.
Αύριο στην Ελεούσα του Δήμου Ζίτσας θα γίνει συμβούλιο με θέμα τα πετρέλαια. Αν πάει κόσμος τότε θα ανακληθεί η πρώτη απόφαση που δίνει εν λευκώ δικαίωμα στα δάση στα πετρέλαια και σε ότι αγαπά η ψυχή των εταιρειών.
Όλοι αύριο στις 6.μ.μ στην Ελεούσα στο Δημαρχείο
Λαός Ενωμένος ποτέ Νικημένος.
www.ypeka.gr

Ο Σαγματοποιός

Αγαπημένοι μου φίλοι, σήμερα αποφάσισα να σας γνωρίσω ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει πια.
Τον σαγματοποιό ή σαμαρά.
-Ένας φίλος μου γιατρός με ρώτησε κάποτε εκεί στα 2008 μ.Χ..
-Τι δουλειά έκανε ο πατέρα σου;
-Δάσκαλος του είπα, αλλά ήταν πολύ εργατικός και σπούδαζε μια ζωή,ήταν ακόμη ιστορικός και λαογράφος με περγαμηνές.
-Τον αγαπούσες τον πατέρα σου.
-Πολύ.
Ήμουν περήφανη για την οικογένειά μου. Φαντάζομαι πως αυτό συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους σε όλα τα παιδιά.
-Φαίνεται μου είπε.
Χαμογέλασα.
-Το ξέρω φίλε απάντησα, όλα τα δασκαλοπαίδια έχουμε κάτι… χαζομάρα το λες, ατολμία το λες, ότι θες πέστο. Μόλις δω δασκαλοπαίδι το γνωρίζω….
-Αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω. Φαίνεται στο πρόσωπό σου. Είσαι πολύ ηπίων τόνων άνθρωπος…έχεις κάτι δασκαλιτικο..Μα όταν μιλάς ή απαγγέλεις είσαι άλλος άνθρωπος φωτεινός.
Ευχαριστώ πολύ.Για καλό το λες αυτό;
Γέλασε με την καρδιά του, όπως μόνο τα μικρά παιδιά γελούν….
-Ο πατέρας μου ήταν Σαγματοποιός, με κοίταξε και συνέχισε. Ήταν έξυπνος, έντιμος και ένα φεγγάρι ήταν και δήμαρχος Μετσόβου..
Για να ήταν δήμαρχος σε τόσο δύσκολη περιοχή πρέπει να ήξερε γράμματα και να ήταν αγαπητός.
-Ήταν.
-Το γνωρίζω το επάγγελμα του σαγματοποιού φίλε και μου άρεσε πολύ….
-Σου άρεσε;;;
Δεν τον κοίταξα με απορία το γνώριζα το επάγγελμα. Ο παππούς ο Χρήστος που ήταν ζωέμπορος αλλά και τυρέμπορος μια και είχε πολλά τυροκομεία στην Λάκκα Σουλίου χρειάζονταν για τις δουλειές του ζώα….
Άντε και να είχες δουλειές, άντε και να αγόραζες ένα φορτηγό, ποιος θα το οδηγούσε και σε ποιους δρόμους θα το πήγαινες. Εδώ στον κατσικόδρομο Γιάννενα Παραμυθιά ήθελες έξη ώρες με το λεωφορείο. Στάση για φαγητό στην Βροσύνα, και έλεγχο για την φυλλοξήρα. Επίσης έλεγχο στς λευκές και μπλε ταυτότητες..
Για τις δουλειές του ο παππούς μου, είχε ένα μεγάλο κοπάδι από άλογα και μουλάρια. Άλλα φορτιάρικα άλλα ταξιδιάρικα.
Στα φορτιάρικα που ήταν άλογα και προ παντός μουλάρια, για να τα φορτώσεις έπρεπε να τα σαμαρώσεις. Στα ταξιδιάρικα που ήταν για δική τους χρήση του παππού και των θείων μου, έβαζαν σέλα. Σε πολλά ταξιδιάρικα έβαζαν σαμάρι μήπως τύχει και πρέπει κάτι να φορτώσουν.
Εμείς τα παιδιά τρέχαμε καβάλα στα άλογα χωρίς σέλα ή σαμάρι.
Τα σαμάρια όπως είπαμε τα κάνει ο σαμαράς. Που ο φίλος μου τους είπε σαγματοποιούς.
Αυτό το επάγγελμα το γνώριζα καλά.
Η Ξάνθη του Καλόγερου, μια εξαδέλφη του πατέρα μου είχε παντρευτεί έναν πολύ καλό παλληκάρι, και επαγγελματία σαμαρά, με μαγαζί δίπλα στου Μπότση αν θυμάμαι καλά. Ο καινούριος ξάδερφος του πατέρα μου ήταν σαμαράς.
Ήταν ένας γλυκομίλητος άνθρωπος που πολλές φορές τον παρακολουθούσα να κάνει την εργασία του, που ήταν μαγική.
Τα ξύλα για τα σαμάρια τα έφκιαχνε μόνος του και έπρεπε να είναι πολύ γερά.
Τους έδινε το σχήμα που ήθελε, ή μέσα στο νερό ή καίγοντάς τα ελαφρά.
Αφού έκανε το σκελετό, έβαζε άχερο δεν ξέρω από ποιο σιτηρό όμως μου έμοιαζε με βριζόχορτο.
Αυτά τα είχε σε μικρές χεριές και τα άβαζε με τέτοιο τρόπο που ο ξύλινος σκελετός να μην ακουμπάει στο σώμα του ζώου όταν θα του το φορούσαν, για να μην το πληγώνει.
Κατόπιν, χρησιμοποιούσε υφάσματα για να το ντύσει. Κάτω ένα βαμβακερό ή λινό γερό και μαλακό και πάνω ένα ύφασμα μάλλινο ή βαμβακερό, που ήταν ζωηρόχρωμο με ρίγες ή με σχέδια γεωμετρικά.
Το τελείωνε ράβοντας με κάτι τεράστιες βελόνες με γυρτές μύτες που πολλές φορές ήταν σταβές ακόμη και σαν αγκύστρια. τεράστιες. και οι βελονιές ήταν αόρατες.
Το μαγαζάκι ήταν μικρό. Πολλές φορές εργάζονταν έξω από το μαγαζί. Μέσα είχε ράφια με υλικά και μια μικρή βιτρίνα. όμως στη βιτρίνα έβαζε τα καινούρια σαμάρια μέχρι να έρθει να τα πάρει ο πελάτης.
Εκείνο που πρόσεχαν οι ιδιοκτήτες του ζώων, ήταν να εφαρμόζει καλά για να μην τα χτυπάει.
Κάποτε αν δεν είχαν εφαρμογή σωστή τα χτύπαγε και τα πλήγωνε.
Παροιμία. Σήκωσε το σαμάρι να δεις τις πληγές του αλόγου.
Να καθήσω λίγο θείε έλεγα.
Κάθησε Τσαντούλα μου.
Και έβλεπα τα χέρια του να παίρνουν τα ξύλα τα άχερα και σε κάποιες ώρες να βλέπεις ένα υπέροχο σαμάρι.
Όταν λιγόστεψαν τα άλογα τα μουλάρια και τα γα’ι’δουράκια τότε τα σαμάρια τα βάλαμε στα σπίτια μας σαν σκαμπώ.
Εκεί δίπλα στο τζάκι έμοιαζαν πολύ όμορφα.
Ήταν χαμηλά και η τάβλα βόλευε για ένα ουζάκι η καφέ.
Τα χρόνια πέρασαν. Σήμερα τα άλογα καλπάζουν ελεύθερα στα βουνά του Σουλίου του Μετσόβου και τις Δωδώνης.
Άγρια όμορφα ελεύθερα χωρίς σέλες χωρίς σαμάρια.. έτσι όπως ήταν πριν ο άνθρωπος τα εξημερώσει και τα κάνει φίλους και αδελφούς.
Να μην ξεχνάμε, πως τα άλογα έσερναν τις καρότσες με τα γεννήματα. Τα άλογα όργωναν το χωράφι.
Δεν μπορείτε να φανταστήτε με πόση αγάπη έβγαζαν το σαμάρι από την πλάτη του αλόγου ή του μουλαριού τους και το σκούπιζαν με ένα πανί γιατί ήταν ιδρωμένο.
Ήταν ο καλός τους φίλος και σύντροφος.
Τον καιρό εκείνο έκλεβαν πολλοί ζώα όλλων των ειδών από αρνιά και κατσίκια μέχρι βόδια και άλογα.
Αυτό είναι μια άλλη ιστορία και θα την γράψουμε μια άλλη φορά.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Σκιές από το παρελθόν

Γεννήθηκα στον πόλεμο. Και ο πόλεμος στην πατρίδα μου κράτησε πολύ. Κράτησε μέχρι το 1949.
Στον οικογενειακό μου κύκλο, έβλεπα άνδρες συνήθως, που αν δεν γνώριζες τις θέσεις τους στη ζωή, αν αφαιρούσες από το λόγο τους κάποιες λέξεις, δεν έβλεπες καμιά διαφορά.
Καθώς μεγάλωνα οι διαφορές ήταν πιο ορατές. Στη μια πλευρά όταν έλεγαν δίκιο ενοούσαν το δίκιο όπως το καθόριζε η δική τους δημοκρατία. Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια.
Και ήταν κάποτε, πολύ δυνατός λόγος.
Μα κανένας δεν μιλούσε για ισότητα από αυτούς.
Για την ισότητα ο μόνος που μιλούσε ήταν η εκκλησία μας.
Δεν υπάρχει για τον Θεό, πλούσιος ή φτωχός, δεν υπάρχει γυναίκα ή άνδρας. Για το Θεό όλοι είμαστε ίσοι.
Βέβαια στην άλλη πλευρά μιλούσαν για ισότητα και δικαιοσύνη. Αλλά όχι για θρησκεία, όχι σε πατρίδα, όλη η γη μια πατρίδα. Και μόλις χθες είχε τελειώσει ο πόλεμος.είχαν και τάση καλοζωίάς και καταπάτησης,,,να αρπάζουν χωρίς να ρωτούν ότι ήταν όλης της οικογένειας. Απλά τα έπαιρναν….
Αυτό σε μας τα παιδιά δεν άρεσε. Άρεσε σε κάποιους που απλά ήθελαν λεφτά, λιγότερο κόπο, και το ότι δεν διάβαζαν για να πάνε όπου ονειρεύονταν.Έτσι δεν τα κατάφερναν και έφταιγε η καταραμένη δεξιά.
Πως να το πιστέψεις όταν βλέπεις τα παιδιά που διάβαζαν πλούσια ή φτωχα να μπαίνουν και να βγαίνουν από τα πανεπιστήμια και να διορόζονται, να ανοίγουν γραφεία ή ιατρεία,,,…..
Βέβαια υπήρχε πρόβλημα για τους νέους που ήταν ενταγμένοι στον ΕΛΑΣ.
Εδώ η πολιτεία ήταν σκληρή. Αλλά ήταν αμέσως από ένα αιματηρό πόλεμο αδελφών και πολλών ακροτήτων στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα.
Τα χρόνια πέρασαν και οι Έλληνες ξέχασαν τα ιδανικά, όμως δεν ξέχασαν το μίσος.
Νομίζω πως είναι ο καιρός να θυμηθούμε τα ιδανικά και να λογοδοτήσουμε στους εαυτούς μας για τα λάθη που κάναμε.
Μάθαμε τα παιδιά μας να πορεύονται δίνοντας αξία στο χρήμα, στις θέσεις, με όποιο τρόπο κι αν κατακτηθούν.
Γίναμε η χώρα του ρουσφετιού… των κλητήρων. Πιο πολλοί κλητήρες παρά λογιστές καθηγητές κλπ

Θυμάμαι με πόση ευλάβεια τραγουδούσαμε τα βράδια το απολυτίκια των Αγίιων μας και τα κοντάκια.
Θυμαμαι πολλές φορές να μιλάνε οι μεγάλοι για τους Σουλιώτες και όλους τους ήρωες της επανάσταση.
Μαθαίναμε ποιήματα και δημοτικά τραγούδια λεβεντιάς.
Και πόσες φορές δεν τραγουδούσαμε τον Εθνικό Ύμνο.
Και σαν πρώτα αντριωμένη,
Χαίρε Ω χαίρε Ελευθεριά.
Εμείς αυτούς τους δρόμους τους δείξαμε στα παιδιά μας;;;
ΟΧΙ.
Τα πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία;
ΟΧΙ.
Πολλά τα δικά μας όχι. Πολλά τα λάθη μας. Έτσι ξεχάσθηκαν οι λόγοι που θύμιζαν την σκλαβιά και σκλαβωθήκαμε σε πράγματα ανούσια. Σε λόγους χωρίς αξίες.Σε φίρμες ρούχων και πραγμάτων. Τώρα δε έχουμε τυφλωθεί στο νου και στα αυτιά,,,έχουμε γίνει σκλάβοι των κινητών και των υπολογιστών.
Και γίναμε μοντέρνοι Ευρωπαίοι. Μόνο που οι άλλοι μείναν γάλλοι γερμανοί ιταλοί κλπ και μεις χωρίς πατρίδα γιατί τώρα την ξεπουλάνε κάποιοι από αυτούς που μας κυβερνούν.Άπό τους διεθνιστές που για αυτούς δεν υπάρχει πατρίδα αλλά ο κόσμος όλος.
Και έχουν μεροίδιο όπως και παλιά στην σφαγή,,, των από δω,,,, και των από εκεί.
Μην ψάχνετε από που ήρθαν. Από τις γειτονιές μας.
Και είναι αυτοί οι μονάντεροι μονοφάγοι που είχαν μπροστά τους κάποια ας πούμε ιδανικά. Μα δεν είχαν. Απλά εκμεταλλεύονταν αυτούς που είχαν κρυμμένα ιδανικά,,σε κάποια σημεία του μυαλού τους,, αυτά τα ξεπερασμένα τα χαζά ….Εγώ μόνη μου θέλω να φωνάξω
Ζήτω η πατρίδα μου.
Ζήτω το έθνος των Ελλήνων.
Κάτω από τη Σημαία με το Σταυρό ορκίζομαι να το φωνάζω όσο ζω.
Αχ πατρίδα μου γλυκειά πόσο πόσο σε αγαπώ.

Τρεις γενιές παιδιά

Τούτη την ιστορία ήθελα να μην την γράψω.
Όμως σκέφτηκα πως οι άλήθειες δεν πείραξαν κανέναν.
Σήμερα στον καιρό της κρίσης πρέπει να πάρουμε μαθήματα επιβίωσης.
Ήταν πριν τον πόλεμο κάπου στα 1929. Εκείνη χήρα με δυο παιδιά. Αυτός χήρος με δυο παιδιά.
Μόλις δέκα έξη χρόνια είχε ο τόπος ελεύθερος.
Πείνα και δυστυχία. Το ψωμί ίσια που έφτανε. Η κοσάδα έπαιρνε όσο ήθελε παλιά. Τώρα ήταν Ελληνικό.
Μα κι αν ήρθε το Ελληνικό δεν γλύτωσαν από τις κλεψιές και τον φόβο. Πολλές ομάδες ληστών. Αυτές έκαναν γιουρούσι ως και στα κοτέτσια.
Ήθελε πολύ να φύγει, όπως πριν από το θάνατο της πρώτης του γυναίκας. Δεν τον κράταγε ο τόπος, όμως που να αφήσει τα παιδιά του.
Το σπίτι του, ήταν στην άκρη της πόλης. Είχε και κάποια χωράφια, μα δεν ήταν γεννημένος για τούτα.
Να τα πάρει κοντά; ήταν μικρά.Αν τα έπαιρνε μπελάδες στο κεφάλι του θα είχε. Μέσα στην φτώχεια και την ανημπόρια που να τα αφήσει;
Του είπαν να παντρευτεί.Δεν το σκέφτηκε πολύ, καλή ιδέα.
Ποια να τον έπαιρνε,κι ας ήταν και λεβέντης. Όλες ήξεραν πως θα έφευγε και δεν θα νοιάζουνταν για την οικογένεια που θα άφηνε πίσω τα παιδιά και φούρνος να μην καπνίσει.Αφού έτσι έκανε και με την πρώτη.
Έτσι την είδε σα σανίδα σωτηρίας. Δυνατή ήταν , μέσα στα δικά της παιδιά θα κοίταγε και τα δικά του.
Να παντρευτούμε του είπε μα θα κάτσεις μέχρι να κάνουμε παιδί. Γιατί αν φύγεις, τα σόγια σου θα με αμπώχνουν.
Ας κάτσω είπε μέσα του ένα δυο χρόνια, μετά όπου φύγει φύγει. Και έκατσε δυο χρόνια.
Έκαναν ένα παιδιά και έφυγε για τα ξένα.Μα εκείνη ματαέμεινε έγκυος. Έκανε και ένα αγόρι. Αυτός εφυγε και μήτε γράμμα έγραψε, μήτε γραφή. Ούτε μια καραμέλα για τα παιδιά που ήταν έξη δεν έστελνε… Δυο δικά της, δυο δικά του και δυο δικά τους.Είχε έδίωξει τις κουκουβάγιες από το σπίτι. Το έκανε σπίτι.
Ήθελε να κάνει καταντιό, και έκανε.
Κουράσθηκε, τι καταντιό να κάνεις σε ένα ρημαδιό που κάθε βράδυ φώναζαν οι κουκουβάγες.
Τα παιδιά του ήταν μεγάλα. Τα έστειλε στο σκολειό.
Τα απογεύματα τα έστρωνε στην δουλειά. Πότιζαν τα κηπάρια, βόσκαγαν την κατσίκα και πότε την άκουγαν πότε όχι.
Δεν ήταν η μάνα τους.
Τα δικά της την βάραγαν και δεν έκαναν τίποτε. Να έρθει ο άνδρας σου να δουλέψει της έλεγαν.
Τα δυο, τα μικρά ήταν στη σαρμανίτσα. Το μικρό ήταν για φευγιά της το έλεγαν οι δικές της βάβες.
Τι να κάνει ας πάρει κι ο Θεός.Μα δεν πήρε και μεγάλωσε.
Χάλεψε από έναν ξάδερφο τις βέργες, από αμπέλι και τις φύτεψε. Έπιασαν
Ήθελαν πότισμα το Καλοκαίρι. Το μικρότερο του άνδρα της της ζήτησε ένα φιλτνισένιο κουμπί και θα πότιζε το αμπέλι.
Παρακάλεσε και της έδωσε ο δάσκαλος ένα κουμπί φιλντισένιο και λιγο ζάχαρη για τα παιδιά,,,.
Και πότιζε, σέρνοντας τα πόδια του από την κούραση, κι από τη ζέστη.
Σε δυο χρόνια έφαγε σταφύλλια και ακόμα φύτεψε και μοναχός του και άλλες βέργες και μεγάλωσε το αμπέλι.
Ήρθε το 1940. Αυτή, έρημη ήταν με έξη παιδιά.. Από αυτά δεν γνώριζε. Ρώτησε το δάσκαλο τι να κάνει;
Ότι είναι να γίνει θα γίνει για όλους. Εσύ τα παιδιά σου. Τα μικρά τα βλέπω αδύνατα….
Να τους δίνεις αυγό και γάλα.
Δεν αφήνουν αυγά τα μεγάλα, τα παίρνουν και στα μαγαζιά…
Σε λίγα χρόνια ο μεγάλος έφυγε στην Αντίσταση
Αυτός ούτε κρίση ούτε λαλιά μήτε ένα γράμμα. Αλήθεια πού και πώς ζούσε;
Τα μικρά είχαν μεγαλώσει, πήγαιναν στο σχολείο.
Τα χωράφια έδιναν το ψωμί και λίγα φασόλια και πατάτες της χρονιάς.
Τις μέτραγε μια πατάτα ο ένας. Μια φέτα ψωμί ο ένας ζυγισμένη.
Το κρασί το πούλαγε, έκανε και ξύδι.Το τσίπουρο που έδινε στο μπακάλι, το άλλαζε με λάδι μια οκά τσίποουρο με μια οκά λάδι.
Γερμανοί, ιταλοί, τσάμηδες, όλο και περνούσαν στους δρόμους. Βαραγαν τις αρβύλες τους και κράταγαν τα όπλα τους.
Έκλειναν τα παραθύρια αν δεν έφευγαν σιακάτ χωρίς να κάνουν θόρυβο.
Δεν μιλούσαν κρύβονταν γιατί ο μεγάλος ήταν στην αντίσταση.
Έφυγε και ο μικρός του άντρας της…. Έμειναν τα δυο τα δικά της, και τα δικά τους.
Έκρυβε τις λίγες δραχμές κάπου στο χωράφι.
Μια γούρνα στην μεγάλη αχλαδιά και μέσα ένα κουτί μικρό ντενεκεδένιο.
Εκεί στα 1943 ο αφέντης ήρθε. Ο αφέντης… Ο άγνωστος, κύριος…
Η πείνα τον έριξε σε μεγάλη ανάγκη.Δεν έβρησκε στην Αθληνα μήτε να φάει.
Γύρισε με μια βαλίτσα ρούχα. Κουστούμια άσπρο , μαύρο, ριγέ. Πουκάμησα πέντε, και ρολόι μεγάλο της τσέπης και του χεριού.
-Λεφτά έφερες τον ρώτησε;
-Όχι.
-Πως θα ζήσεις;.
-Θα πάρω πέντε πρόββατα και θα τα βοσκάω.
Τον μούτζωσε τον τελεφούντα. Μωρέ για να ζήσεις θα πας και στα χωράφια και όπου χρειάζεται.
Πήγε στην αδελφή του. Θέλω πέντε αρνιά θηλυκά της είπε. Του διάλλεξε και του είπε μου τα πλερώνεις όταν μπορείς.
Κάπου στα χωράφια έκανε μια καλύβα. Ανέβαινε στο σπίτι της αδελφής του να φάει.
Αυτή του έκανε έναν ρεβυθοκαφέ και τον έστελνα να πάει να της φέρει φρέσκο νερό.
Στην καλύβα δίπλα από την εκκλησιά του άφηνε φα’ι’.
Πέρασαν τα δύσκολα
Οι εχθροί έφυγαν. Πήγε και έβγαλε τη σύνταξη του. Για κείνον όλα καλά. Έδινε στα παιδιά καραμέλες και τίποτε άλλο.
Τον πίεσε η αδερφή του, μα τίποτε. Ήταν σαν να μη ήταν δικά του, αυτά τα μικρά.
Ο γυιος του από την αντίσταση πέρασε στην χωροφυλακή.
Μια μέρα, τους έφεραν τα μαντάτα. Σκοτώθηκε στα Γρεβενά.
Και μια μέρα έφυγε και κείνος από τη ζωή.
Η κόρη του και ο γυιος του ο μικρός τον έκλαψαν.
Αυτή είπε. Γιατί τον κλαίτε. Που είδατε το καλό του;
Δεν της απάντησαν. Γνώριζαν πως είχε δίκιο. Μα ήταν ο πατέρας τους.
Πήρε τη συνταξή του αυτή, και έζησε τριάντα πέντε χρόνια ακόμα.
Σαν πέρναγαν τα χρόνια και ζούσε καλά, σκέφτηκε πως έπρεπε να του ανάβει και κανένα κερί….
Έφτασε κοντά στα 100. Πέρασε πολλά. Όμως η ζωή έχει τα δικά της. Κάποια μέρα θυμήθηκε τα χρήματα στην μεγάλη αχλαδιά.
Πήρε με προσοχή το κουτί αφού το ξέθαψε. Το πήγε στο σπίτι και ρώτησε το γυιο της τον μικρό που ήταν υπάλληλος στα δασικά ΄έργα.
Πόσα λεφτά έχω παιδί μου; Να τα πάω στο ταχυδρομείο.
Εκείνος γέλασε. Δεν έχουν καμιά αξία μάνα.
Πως δεν έχουν δεν είναι λεφτά;
Είναι κατοχικά δεν έχουν αξία. Θυμωμένη τα πήγε στο ρέμμα και τα πέταξε. Δεν τα είχε ανάγκη ας πάνε στο καλό.
Κάποια μικρά έτρεξαν να τα μαζέψουν να παίξουν.
Βάβω έχεις κι άλλα να μας δώσεις.
Τα πέταξα καμάρια μου. Δεν έχω άλλα.
Και μπήκε στο σπίτι γελώντας.
Ωρέ ούτε για τα παιδιά δεν ήταν αυτά.
Όταν της έδινε τη σύνταξη ο ταχυδρόμος του έδινε πέντε δραχμές και τον κέρναγε μπισκότες σφραγισμέες για τα παιδιά του.
Έτσι ήταν η ζωή, μια χορτάτοι μια νηστικοί. Μα ακόμη και νηστικοί κάτι θα μασούλαγαν έστω μια κορφή από γλυκάδια μια κληματσίδα.
Μα έβλεπαν τον ήλιο και έλεγαν.Δόξα Σοι, ο Θεός. Νύχτωνε κι έλεγαν καλό ξημέρωμα.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Σώστε την Ήπειρο μας

Τί κάνουμε για την πατρίδα μας
ΤΙΠΟΤΕ
Χρόνια τώρα, μας έχουν μπλέξει από τον καιρό που ο ΓΑΠ, μας έβαλε στα μνημόνια.
Τότε, κάτω από το βάρος των μέτρων, των απολύσεων από τις δουλειές, το κλείσιμο καταστημάτων και βιοτεχνών, σαν τα ξετορνιασμένα κοτόπουλα, μένουμε να κοιτάμε και να μην μπορούμε να κατανοήσουμε, να αντιδράσουμε. Να κάνουμε κάτι για μας ή για τους φίλους μας, για τα χωριά και για τις πόλεις μας.
ΑΡΧΗ να μην αφήσουμε κανέναν Σταθάκη η Μανιάτη να ξεπουλάν κάτι που δεν τους ανήκει.
Η Ήπειρος, η ιδιαιτέρα μας πατρίδα, δεν είναι μια έρημος προς πώληση και διωγμό των κατοίκων της.
Η Ήπειρος εδώ και λίγα χρόνια ζωντανεύει. Κι αν ξυπνήσει μέσα στην καρδιά του Ηπειρώτη το αίσθημα Ηπειρωτική Αγάπη θα δούμε το μεγάλο θαύμα.
Ο Σταθάκης και ο Μανιάτης αν θέλουν να πουλήσουν κάτι ας πουλήσουν τα σπίτια τους, τα χωριά τους.
Όσο για τους Ηπειρώτες Βουλευτές, Περιφερειάρχες, Δημάρχους, και συμβούλους στα σπίτια τους.
Α νάξιοι αφού ψηφίζουν χωρίς να ακούσουν να μάθουν λένε ξεκάρφωτα ΝΑΙ. Τι ναι ρε κόπανοι και το ΝΑΙ γιατί δικός σας είναι ο τόπος;
Διαβάσατε, ακούσατε ειδικούς, μάθατε; Δεν μπορούσατε πριν πείτε το ΝΑΙ να τρέξετε στα μέρη που έχουν πετρέλαια να δείτε πως ζουν οι ΛΑΟΙ;;;Ζουν καλά. Ο τόπος δεν καταστρέφεται; Πως σαν τα πρόβατα είπατε ΜΠΕΕΕΕΕΕΕ.
Μήπως κάπως βρέθηκαν γη πολλή γη στα χέρια κάποιων περιέργως;;; !!!!! ΈΤΣΙ να πάρουν χρήμα μπόλικο για τα κτηματά τους, τα δάση τους, τα λιβάδια τους,,,των .΄΄.Π.Ε.Ρ.Ι,Ο,Υ,Σ,Ι,Ω,Ν΄΄΄΄ τους
Δεν τους έβαλε ο λαός, στην ακριβοπληρωμένη θέση τους, για να μας ξεπουλήσουν΄΄ Χώμα, Αέρα, Ανθρώππους με τα χωριά φια τους τα ζώα τους τα δάση τους΄΄. Αν τώρα δεν πάρουν θέση, ΟΧΙ ΣΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, σε όποιο κόμμα κι αν ανήκουν. Στα σπίτια του, στα σπίτια τους.
Υπάρχει τρόπος να τους αναγκάσουμε να φύγουν. Εμείς αποφασίζουμε να τους βάζουμε ψηλα, να τρων, να πίνουν, να κοκκορεύονται, να εργάζονται για το καλό μας,, Χα, χα, χα, χα, χααααα, αλλά, όχι και να μας πουλήσουν.
Η Ήπειρος, με τα απέραντα δάση που σκεπάζουν τα άγρια βουνά της,τα δάση της, με τα νερά της, τις λίμνες της, την σπάνια πανίδα και χλωρίδα της, τα γεφύρια της, τα μοναστήρια και τις εκκλησιές της, την ιδιαίτερη χρήση της πέτρας και των σπιτιών της, πρέπει να ζήσει.
Κύριοι της κεντρικής εξουσίας ότι έχετε και δείχνεται στον κόσμο είναι η ΑΡΧΑΙΟ, προίκα των αρχαίων μας προγόνων.
Ότι νέο έχουτε το χρωστάτε στους Ηπειρώτες ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ που στις διαθήκες τους γράφουν ΟΤΙ όταν ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ η Ήπειρος τα χρήματα ΠΟΥ ΑΦΗΝΟΥΝ να γίνουν έργα στην Ήπειρο.
Τόσα χρόνια τι είδατε να γίνεται στον τόπο μας.
Και για το ευχαριστώ, μας αρπάζουν τη γη μας, τα απέραντα δάση μας, για να τα ερημώσουν, και έτσι να παίξουν παιχνίδια—— ίσως και ΑΝΤΕΘΝΙΚΑ…..
Από βλακεία; Από συμφέρον; αυτό, οι πουλητάδες γνωρίζουν.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Ανθρωπιά σε τιμή ευκαιρίας.

Στο Σινά σήμερα κάποια τέρατα έβαλαν εκρηκτικά σε ένα τέμενος και σκότωσαν πολλούς. Δεν τους έφτασε όμως, γιατί μετά όσους έβγαιναν τρομαγμένοι ή τραυματισμένοι, οι τρομοκράτες τους θέριζαν με τα όπλα τους.
Σήμερα κανένας δεν θα βάλει τη Σημαία της Αιγύπτου στο πρόσωπό του.
Σήμερα θα πουν λίγα λόγια κάποιοι και αυτό ήταν όλο.
Αυτό το μέρος που είναι ιερό γα όλες τις θρησκείες του κόσμου γίνεται άντρο τρομοκρατών.
Θεέ μου, πως επιτρέπεις τόσο πόνο.
Είναι γιατί χάσαμε το δρόμο Σου.

Παραμυθιά 1954 Τα πολυβραβευμένα κρασιά του Βα’ι’μάκη

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Ο νους μου, χωρίς τάξη πετά πότε στο ένα, πότε στο άλλο
Μέσα στο Νοέμβρη που φεύγει θυμήθηκα έναν περίπατο με τον πατέρα μου στο οινοποιειο του φίλου κυριού Βα’ι’μάκη.
Κάθε μέρα πήγαινα στο φούρνο για ψωμί και πολλές φορές το φαγητό για ψήσιμο. Εκεί έπαιρνα και το κομμάτι πλαστάρι για να φάω στο σχολείο, με λίγες ελιές πράσινες με μάραθο.
Ήταν δυο πολύ ευγενικά αδέλφια και εντύπωση μου έκανε που μου μιλούσαν σαν να ήμουν μεγάλη.
Μια Κυριακή ο πατέρας μου είπε. Σήμερα θα κάνουμε μια εκδρομή στο χρόνο.
Ας μην μιλήσω, είπα, αλλά μέσα μου έκανα ένα Ωχ
Όταν ο πατέρας έλεγε εκδρομή στο χρόνο, συνήθως εννοούσε θα μάθουμε κάποιο κεφάλαιο ιστορίας ή μυθολογίας.
Και όλα καλά μα να θυμούμαστε και τις χρονολογίες πάει πολύ.
Καθόμουνα φρόνιμη- φρόνιμη μπας και ξεχάσει το μάθημα.
Στις πέντε μου λέει.
-Έτοιμη για την εκδρομή στο χρόνο;
-Έτοιμη μπαμπά.
-Τα παπούτσια σου τη ζακέτα σου και πάμε.
Άκουσα με χαρά το νέο. Άρα θα πάμε εκδρομή.
Και πήγαμε στο φούρνο στο φούρνο του Βα’ι’μάκη. Απ΄έξω που μας περίμενε ο κύριος Βα’ι’μάκης.
Καλησπέρα σας, του είπαμε.
Στα χέρια του κρατούσε κατι κλειδιά τεράστια. Από αυτά που έκαναν οι σιδεράδες με την τρύπα στη μέση που όταν γύριζαν άκουγες κραακ κραακ.
Δεν θυμάμαι που ακριβώς πήγαμε. Εκεί ήταν ένας μεγάλος ψηλός χώρος που σε αγρίευε.
Σε όλο το χώρο υπήρχαν τεράστια καζάνια μεγάλα βαρέλια και νταμιζάνες. Έπαιρνε φως από ψηλά.Περισσότερα δεν θυμάμαι.
Μια τεράστια μηχανή με μια βίδα μεγάλη και χοντρή ήταν στο κέντρο του χώρου, που ήταν ψηλός και μεγάλος τεράστιος.. Γύρω της η βίδα, είχε ένα τεράστιο παξιμάδι που με ένα μοχλό κατέβαινε κατέβαινε κι έλλοιωνε τα σταφύλλια…..
Από κει άρχισε το μάθημα. Αυτή η βίδα καθώς κατεβαίνει πατάει τα σταφύλλια.Από αυτές τις κάνουλες τρέχει ο μούστος μέσα στα τεράστια καζάνια. Από εκεί θα πάει στα βαρέλια να βράσει και όταν γίνει κρασί θα μπει στα μπουκάλια.
Ωραία σκέφτηκα πολύ ωραία.
Το κρασί το γλυκό, που το λένε μαυροδάφνη είναι αυτό, που ο παπάς χρησιμοποιεί, στην Θεία Κοινωνία.
Ο κύριος Βα’ι’μάκης συνέχισε. Μετά το κρασί θα μπει να παλιώσει στα μπουκάλια.
Τα μπουκάλια έχουν τη φίρμα μας.
Κατέβασε δυο τρία διαφορετικά και μου έδειξς τα βραβεία τα πρώτα που είναν πάρει, όχι μόνο στην έκθεση της Θεσσαλονίκης αλλά και στην Ιταλία και την Γαλλία.Ξέρω ότι είχε πάρει πάρα πολλά βραβεία…
Λίγο πιο κάτω σε βαρέλια είχαν τα τσίπουρα. Αυτά σε λίγες μέρες θα τα έβραζαν σε ειδικό καζάνι για να βγάλουν ρακί.
Ήταν ένα μεγάλο κόκκινο καζάνι με ένα περίεργο καπάκι με σωλήνα.
Αυτό πατέρα τον πρόλαβα λειρτουργεί όπως η ατμομηχανή μόνο που εμείς θέλουμε το τσίοουρο και όχι τη δύναμη του ατμού.
Αντέ, είπα μέσα μου. Στο δρόμο, θα πάρω ένα μπράβο και μια πάστα στο Γούσια. Ο κύριος Βα’ι’μάκης συνέχισε.
Το κρασί έχει 13-14 βαθμούς οινόπνευμα, το τσίπουρο 20-24.
Δάσκαλε, θα σου δώσω δυο μπουκάλια καλό κρασί για το γάμο της Αλεξάνδρας και γέλασαν, ενώ εγώ έγινα κόκκινη σαν μπατζάρι.
Πριν φύγουμε είδα εκτός από τα τεράστια βαρέλια και την μηχανή του τσίπουρου, κάτι περίεργα γυάλινα δοχεία. κάτι μετρητές κάτι πλάστιγγες και μικρές ζυγαριές σαν του φούρνου.
Όταν βράζει ο μούστος Αλεξάνδρα,είπε καθώς κλείδωνε την πόρτα ο κύριος Βα’ι’μάκης, δεν μένουμε μέσα στο εργαστήριο. Δεν έχει οξυγόνο. Άρα πεθαίνουμε
Γιατί, χωρίς οξυγόνο δεν υπάρχει ζωή.
Σαν ευχαριστήσαμε τον κύριο Βα’ι’μάκη φύγαμε για το σπίτι μας.Ούτε πάστα ούτε καν σοκολάτα.
-Θυμάσαι φαντάζομαι ποιος είναι ο Θεός του κρασιού.
-Μπαμπά είμαι μεγάλη,είναι ο Διόνυσος- Βάκχος που περπτάει χαρούμενος ανάμεσα στις κουστωδείες
των σάτυρων, των μαινάδων, που δίπλα του είναι μεθυσμένος ο γέρος Σειληνός όλοι υποβασταζόμενος στο γομαράκι του,,, μαινάδες σάτυροι κρατώντας θυρσούς και στεφανωμένοι με κισσους χορεύουν τρελά γεμάτοι κέφι.
-Είναι σχεδόν εκτός λογικής μιας και πίνουν συνεχώς κρασί.
-Αφού ο Διόνυσος έμαθε τους ανθρώπους να καλλιεργούν τα κρασοστάφυλλα και να κάνουν το κρασί ‘ήταν και ο θεός του κρασιού…
Μα με τούτο το κρασί, σε κάποιο μεθύσι, έγινε αιτία να χαθεί ο Ορφέας που σε ένα βράχο έπαιζε τη λύρα του θλιμένος που είχε χάσει τη καλή του Ευρυδίκη.
Τον σκότωσαν οι μαινάδες γιατί δεν χόρευε μαζί τους…
Για τη γέννηση του Διόνυσου δεν μου είπε πολλά, μα τα είχα διαβάσει. Αμάν πια αυτός ο Δίας μην έβλεπε γυναίκα. Τι να σου κάνει και η Ήρα η τρισκερατωμένη,,, Από που να φυλαχθεί δεν είχε το θεό του ο Θεός Δίας.

Και άλλες μέρες με τον πατέρα μου, πήγαμε να δούμε κι άλλους επαγγελματίες που έκαναν θαυμάσια πράγματα.
Και είχε τότε η Παραμυθιά πολλές οικοτεχνίες και βιοτεχνίες, πολλά μαγαζιά..
Θα δούμε πως έκαναν τα σαμάρια οι σαγματοποιοί. Τα παπούτσια οι τσαγκάρηδες, τα αλέτρια οι σιδεράδες και πολλά άλλα.
Αγαπημένοι φίλοι. Σας ευχαριστώ από καρδιάς που κάνατε τις αναμνήσεις μου αγαπημένο σας κείμενο.
Ευχαριστώ το Χρήστο τον Γκορέζη που θέλησε και με έπεισε να γράψω αυτά τα απλά πράγματα που φαίνεται δεν είναι μόνο στη δική μου ψυχή, μα και στη δική σας.
Προσεύχομαι να με αξιώσει ο Θεός να βρεθώ κοντά σας να μιλήσουμε για τις γυναίκες του τόπου μας.
Πολλές από αυτές μου μίλησαν και έτσι γεννήθηκαν 10 βιβλία από τα οποία έχουν εκδοθεί τα δυο.
΄΄Μπίρον -Μπίρον Λέλημ -Λέλημ΄΄ και ΄΄Γρίες και Άγριες΄΄. Τα άλλα είναι ανέκδοτα.
Υπάρχουν Έλληνες σε μακρυνές χώρες που τα αγάπησαν.Κάποιοι τα βράβευσαν με πρώτα βραβεία. Και κάποιοι κάποια τα μετέφρασαν. Όλους τους ευχαριστώ.
Ελπίζω να τα αγαπήσετε και σεις.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά