Tα πήραμε τα Γιάννενα

Τα πήραμε τα Γιάννενα,
μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε
όπου γελούν και κλαίνε

Το λεν οι κούκοι στα βουνά
και οι πέρδικες στα πλάγια,
το λέει και ο πετροκότσυφας,
ψηλά στα καταράχια.

Τα πή μαναμ, τα πήραμε τα Γιάννενα.

483 χρόνια έμεινε κάτω από τον τούρκικο ζυγό η Ήπειρός μας, τώρα που θα έρθει ο παππούς σας να σας πει την ιστορία, να τη μάθαιτε καλά.
Ήταν τα λόγια της γιαγιά μας.
-Εσύ γιαγιά τι ξέρεις από τον πόλεμο;
-Κοκκίνιζε σαν παιδούλας το πρόσωπό της.
Πως να μας πει, πως τον ίδιο καιρό και στη Σκάλα της Παραμυθιάς και τα χωριά Ρίζας, Ντουσκάρας Λάκκας Σουλιού πολέμαγαν για την απελευθέρωση της Παραμυθιάς και των χωριών της. Αυτά μας τα έλεγε ο παππούς, που τάξερε από πρώτο χέρι, αφού ήταν κομήτης στο Ηπειρωτικό Κομητάτο.
Ήταν και κείνη εκεί, όπως και η γιαγιά η Γεωργία, όπως όλες οι γυναίκες να μην ξεχνάτε παιδιά μου μας έλεγαν πάντα πως τούτο τον τόπο τον κατοικούν τα εγγόνια και τα τρισέγγονα των Σουλιωτών. Η γιαγιά η Ελένη δεν ήταν τόσο τυχερή σε τούτες τις μάχες όπως η γιαγιά η Γεωργία. Η γιαγιά η Ελένη ήταν εδώ στη Σέλλιανη στη Σκάλα ενώ η γιαγιά οι Γεωργία με όλες τις γυναίκες της περιοχής του Μπιζανίου στο Μπιζάνι, και των γύρω χωριών οι γυναίκες, ήταν εκεί, να κουβαλάνε ξύλα και τρόφιμα, να κάνουν κάποιες δουλειές.Εκεί ήταν και όλοι οι Έλληνες, μανιάτες, κρήτες, όπως και στη Θεσσαλονίκη έτσι και δω. Ήταν η πιο σπουδαία μάχη αυτή για τα Γιάννενα.
40.000 ήταν ο στρατός μας στο Μπιζάνι μας είπε ο παππούς όταν ήρθε και μεις γύρω από του τζάκι τον ακούγαμε με προσοχή και θαυμασμό.
Από τους 40.000 στρατού έμειναν μόνο 28.000 χιλιάδες. Μα να δείτε πως έτρεχαν οι Έλληνες να πολεμήσουν κι ας μη μπορούσε ο Βενιζέλος να στείλει άλλο στρατό. Όλοι οι Έλληνες γίναν στρατιώτες μέχρι γέροι.
-Πω, πω, πω, είπε ο Δημήτρης, παππού πάνω από τους μισούς σκοτώθηκαν…..
-Μπράβο Δημήτρη, μπράβο, ξέρεις καλή αριθμητική. Μα οι Έλληνες ξέρουν να πολεμούν και να πεθαίνουν για την πατρίδα τους.
Καμάρωσε ο Δημήτρης και θύμωσα με τον εαυτό μου, που δεν το είπα εγώ.
-Ήταν τέσσερεις του Μάρτη και ο στρατός μας αγωνίζονταν με όλες τους τις δυνάμεις.
-Τα οχυρά όμως ήταν άπαρτα. Δίναμε μάχες μήνες, φτάναμε κάπου, μα τίποτε.Εκεί στο Μπιζάνι κολλάγαμε. Ήταν άπαρτο. Και οι τούρκοι πολεμούσαν γενναία.
Δεν βουλιάξαμε, είχαμε πείσμα, έπρεπε να λευτερώσουμε και μεις τη δική μας πατρίδα.Είχαμε πάρει τη Θεσσαλονίκη, ήρθε η ώρα των Γιαννίνων.
Εκεί εκείνον τον καιρό, όλοι οι Έλληνες ήταν ένα, ο Βασιλειάς, ο Βενιζέλος, ο Βελισσάριος, ο Καλλάρης ο πονεμένος στρατηγός, όλοι μια γροθιά.Παιδιά μου χωρίς να είμαστε όλοι μαζύ ενωμένοι δυστυχώς τότε δε νικάμε.
Παππού, έκανες λάθος δεν ήταν Μάρτης, του είπα, για να βάλω τα πράγματα στη Θέση τους, στο σχολείο θα γιορτάζαμε τις είκοσι δύο Φεβρουαρίου.
-Ήταν Μάρτης Αλεξάννδρα μου, γιατί τότε εγγονάκια μου, είχαμε άλλο ημερολόγιο το παλιό. Με αυτό που ακόμα και τώρα οι αγρότες μας φυτεύουν τη γη.
Εκεί λοιπόν ήταν όπως σας είπα ο Στρατηγός Καλλάρης. Εκεί ήταν και ο αξιωματικός γυιος του ο Σπύρος.
Μια μέρα τραυματίσθηκε ο Σπύρος και σαν να μην έφτανε αυτό, αρρώστησε όπως ο Θείος σας ο Μήτσιος, ένα δάκρυ ήταν ένδειξη του πόνου του, για το θείο μας το Μήτσιο.
Μια μέρα και ενώ ο Σπύρος ήταν πολύ άρρωστος, θα έδιναν μια σημαντική μάχη, τη μάχη της Μανωλιάσας.
Σηκώθηκε κι ας ήταν άρρωστος ο Σπύρος, φόρεσε τη στολή του ήταν αξιωματικός είπαμε, και ετοιμάθηκε για τη μάχη.
Ο γιατρός που τον είδε τον εμπόδισε. Είσαι άρρωστος δεν θα αντέξεις τη μάχη.
-Είμαι καλά.
Ο γιατρός έστειλε και φώναξε το στρατηγό.
Ήρθε ο στρατηγός. Του λέει ο γιατρός πως είναι ακόμη άρρωστος κλπ. Βλέπει το γυιο του ντυμένο έτοιμο για τη μάχη ο στρατηγός, και λέει.
-Να πάει.
Στη μάχη ο Σπύρος σκοτώθηκε στις επτά Δεκεμβρίου [[ με το καινούριο ]] του 1912. Οι μάχες ήταν δύσκολες τα Γιάννενα άπαρτα. Ο στρατός μας παρά τις απώλειες του, πολεμούσε με πάθος, ήταν ένας στρατός γενναίος και είχαν σκοπό να πέσουν όλοι εκεί, στο Μπιζάνι, αρκεί να γίνουν τα Γιάννενα Ελληνικά και να υψώσουν τη Ελληνική σημαία στο κάστρο τους.
Ο Σπύρος έπρεπε να ταφεί μα πως να το πούνε στο στρατηγό πως σκοτώθηκε ο γυιος του, και που ο ίδιος ο στρατηγός την άλλη μέρα θα έδινε μια σπουδαία, μάχη. Τούτες τις μέρες είχε γίνει ο πόλεμος πιο σκληρός. Η μια μάχη ακολουθούσε την άλλη χωρίς καθόλου ανάπαυση. Τα αποτελέσματα μικρά έως ελάχιστα.
Πήγε ο γιατρός και το είπε στον πατέρα στρατηγό Ι Καλλάρη. Ο Σπύρος έπεσε στο πεδίο της μάχης. Πως ήταν δυνατόν να θάψουν το Σπύρο του, το παιδί του, χωρίς να το χαιρετίσει για τελευταία φορά;;; Δεν ήταν μακρυά τώρα ο στρατηγός όπως στον άλλο του γυιο που σκοτώθηκε στη Μ Ασία.
Ο στρατηγός πήγε στη σκηνή, εκεί έμεινε περίπου ένα τέταρτο χα’υ’δεύοντας το παιδί του, ο πατέρας, όχι ο στρατηγός, και μιλώντας του έλεγε. Παιδί μου π ως πάγωσαν τα χεράκια σου,,,, παιδί μου πως χλώμιασες πως;;; Και συνέχισε.
΄΄Εύγε Πίπη μου, έκανες το καθήκον σου προς την πατρίδα΄΄.
Βγήκε χλωμός από τη σκηνή και είπε στους αξιωματικούς του
-΄΄Κύριοι επί των ίππων΄΄.
Έτσι κερδήθηκε η ΛΕΥΤΕΡΙΑ με αίμα με αγώνες. Εκεί, στην πόλη των Ιωαννίνων κοντά στα υψώματα με τους τούρκους ήταν ένας έλληνας κατάσκοπος ο Νικολάκης Εφέντης.
-Που λέτε παιδιά μου ο Νικολάκης ..
-Ήταν μικρός παππού ο Νικολάκης; Να και πάλι ο Δημήτρης.
-Στρατιώτης ήταν Δημήτρη μου και όλοι οι στρατιώτες παιδιά γενναία ήτανε, και ο Νικολάκης δυο φορές γενναίος γιατί ήτανε στη φωλιά του τούρκου.
Εκεί στα οχυρά του Μπιζανιού, ήταν υπασπιστής του τούρκου ο Νικολάκης. Πριν καιρό, εκεί ήταν ένας γερμανός που κοίταγε τα οχυρά και τις επισκευές τους, ο Φον Ντε Γκόλτ.
Αυτός έφυγε αφού εκπαίδευσε το Νικολάκη.
Ο Δεσπότης μας Γερβάσιος, πλησίασε το Νικολάκη Εφέντη και του ζήτησε βοήθεια. Και ο Νικολάκης Εφέντης δεν δίστασε, έγινε κατάσκοπος για την πατρίδα του την Ελλάδα μας. Έτσι με με νούμερα που δεν διαβάζονταν από άλλους έδωσε στους Έλληνες τα σχέδια των οχυρών. Τα οχυρά όπως ήταν και τα τρωτά τους.
Έτσι με τον γενναίο στρατό, με τις θυσίες του λαού, μα και ανθρώπους πράκτορες Έλληνες, μπορέσαμαν να πάρουμε τα Γιάννενα τα χιλιοτραγουδισμένα.
Τα Γιάννενα έπεσαν την 21 / 2 / 1913 με το νέο ήμερολόγιο, αυτό που έχουμε τώρα.
Την 21 /2 1913 έγινε η συμφωνία της παράδοσης της πόλης των Ιωαννίνων. Την άλλη μέρα, ημέρα ο Βασιλειάς με τους στρατηγούς καβάλα στα άλογά τους, μπήκαν νικητές στα Γιάννενα. Το τραγούδι το παλιό που έλεγε.
Επέσανε τα Γιάννενα σιγά να κοιμηθούνε.
Εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάνα σφίγγει το παιδί, σφιχτά στην αγκαλιά της,
γιατί είναι χρόνοι δύστυχοι, και τρέμει μη το χάσει.
Αυτό το τραγούδι άλλαξε, έγινε άλλο.
Τώρα άκουγες στους δρόμους στις πλατείες. Τα πήραμε τα Γιάννενα ή το
Δεν ήρθε πρώιμα η Άνοιξη κι ούδε το Καλοκαίρι.
Χορεύουμε χαιρόμαστε και ψιλιτραγουδάμε,
γιατι λευτερωθήκανε αητέ μου, τα Γιάννενά μας.
Το Νικολάκη Εφέντη τον σκότωσαν οι τουρκοι γιατί από λάθος,,,τον πρόδωσε κάποιος.
Μήνες κράτησε εγγονάκια μου ο πόλεμος αυτός, μα νικήσαμε και από τότε είμαστε ελεύθεροι. Βέβαια μας σκλάβωσαν για λίγο πάλι οι γερμανοί και δεν θα το πιστέψετε, σε αυτό το ίδιο οχυρό, στο Μπιζάνι, νικήσαμε και πάλι.
Τα παληκάρια μας τραγουδούσαν.
Δε με φοβίζει ο πόλεμος
του τούρκου τα κανόνια
μον με φοβίζουν μάνα μου
του Μπιζανιού τα χιόνια.
Πάντα, όταν ο παππούς μας έλεγε ιστορές από το Σούλι τη Σκάλα, τα Γιάννενα, τα μάτια μας γέμιζαν δάκρυα και η καρδιά μας περηφάνεια.
Θα σας πω και μια κωμική ιστορία που μας έλεγε ο πατέρας μας.
Κάθονταν σκεπτικός ο βασιλειάς ντυμένος σαν απλός στρατιώτης, με κάτι τρύπιες αρβύλες στεναχωρημένος.
Τον πλησίασε ένας στρατιώτης και του λέει.
-Τι κάθεσε σκανισμένος μωρέ.
-Δύσκολα τα πραγματα του λέει ο Βασιλειάς, εδώ θα πεθάνουμε όλοι, δεν θα νικήσουμε.
-Του δίνει ένα φούσκο ο στρατιώτης και του λέει, ωρέ να μη μας νικήσει ο φόβος, γιατι θα τους νικήσουμε στο λέω εγώ ο… Δεν θυμάμαι το όνομα που μας έλεγε ο πατέρας μας.
Την άλλη μέρα καλούν το στρατιώτη στη σκηνή του βασιλειά.
Μπαίνει μέσα με φόβο, τι να θέλει ο βασιλειάς, έναν στρατιώτη. Βλέπει το βασιλειά με τη στολή του και αρχίζει να τρέμει.
Τον αγκαλιάζει ο βασιλειάς, μετά, στέκεται μπροστά του προσοχή, και τον κάνει υπασπιστή του. Είπε ο βασιλειάς πως ότι είπε στο στρατιώτη, το είπε για να δει το φρόνημα του στρατού. Έτσι με το χαστούκι που έφαγε είδε πως οι Έλληνες ξέρουν να πολεμούν και να πεθαίνου για την πατρίδα τους και για τη λευτεριά τους.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
Χωρίς λευτεριά δεν μπορεί να ζήσει ο έλληνας. Μας λένε πως ζούσε με τους τούρκους καλά, 483 χρόνια. Αν ήταν έτσι, άν λέω εγώ, γιατί έκαναν χιλιάδες στάσεις και επαναστάσεις μικρές ή μεγάλες τοπικές ή μεγαλύτερες, γιατί;;;;
Ο στρατηγός Καλλάρης, ο Στρατηγός Βελισσαρίου είναι οι άνθρωποι της νίκης.
Ο στρατηγός Καλλάρης έχασε και άλλο παιδί στον πόλεμο στη Μ Ασία.
Τα πήραμε τα Γιάννενα, ας φροντίσουμε να τα κρατήσουμε λεύτερα, από κάθε επιβουλή.
Και πήραμε τα Γιάννενα, και την Παραμυθιά, και φτάσαμε ως την Βόρειο Ηπειρό μας που την Ελευθέρωσαν με θυσίες τα παιδιά των Ελλήνων όλης της Ελλάδας μας, και οι φίλοι μας, αυτοί οι ίδιοι που σήμερα μας σκοτώνουν ήταν και τότε που μας πρόδωσαν, που την ελευθερη Β.Η την έδωσαν στην Αλβανία, ένα κομμάτι καθαρά Ελληνικό, που στενάζει κάτω από ζυγό ακόμα.
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.
Να μην ξεχνάμε, πως από όλη την Ελλάδα ήρθαν εθελοντες για να πολεμήσουν και να σκοτωθούν. Ήρθαν να χαρίσουν λευτεριά σε ένα ακόμη κομμάτι της σκλαβωμένης μας πατρίδας. Ακόμη και από την Κύπρο μας ήρθαν να πολεμήσουν Μάνη, Κρήτη, Νησιά.

Comments are closed.